Μέρες Πολυτεχνείου
Νοεμβρίου 12, 2008
Ήταν μονάχα δεκαοκτώ χρονώ
Μάτια κλειδωμένα, χέρια παγωμένα
Κείτεται
– δεκαοκτώ χρονώ ήτανε δεν ήτανε –
για να έχω εγώ πουλιά-φτερά στα χέρια μου
και συ στο σπιτάκι σου
μια γλάστρα με βασιλικό στο πεζουλάκι
και τα παιδιά μας ξένοιαστα να χτίζουνε το μέλλον.
Η μάνα του τον περιμένει και δεν έρχεται,
Η άνοιξη, του παίζει και δεν τηνε ξέρει πια.
Στις φλέβες του αίμα σταματημένο και πικρό
Γυαλί σπασμένο ο κόσμος, σωριασμένο πάνω του.
Για να έχω εγώ τον άσπρο μου ύπνο
Και συ γαρύφαλλο στο στόμα σου
Για να ’χουν τα παιδιά μας τον δικό τους ήλιο.
