«Άγιε μου Γιώργη, κάνε το θαύμα σου».

Την προσευχή αυτή κάνουν ακόμη οι Τουρκάλες στη Σινασσό της Καππαδοκίας, κι ας μην ξέρουν ακριβώς πώς σταυροκοπιούνται οι ορθόδοξοι χριστιανοί. Κρεμούν όμως τις ευχές τους προσεκτικά διπλωμένες σε μικρά χαρτάκια στο δεντράκι έξω από έναν παμπάλαιο υπόσκαφο ναό, που είναι αφιερωμένος στη μνήμη του στρατιωτικού αγίου. Την εικόνα αυτή μάς θύμισε η ωραία ομιλία της καθηγήτριας Ελισάβετ Ζαχαριάδου στο διεθνές συνέδριο Βυζαντίνου Πολιτισμού στους Δελφούς, με τίτλο «Η λατρεία των αγίων στους Τούρκους».

Η κ. Ζαχαριάδου έκανε μια ιστορική ανασκόπηση στην εποχή της βυζαντινής Μικράς Ασίας και στους κατοίκους της, που αποτελούσαν μια μειονότητα, η οποία σύμφωνα με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης ήταν χριστιανική σχισματική. Στα εδάφη αυτά άρχισαν να εγκαθίστανται μετά το 1071, όταν ο βυζαντινός στρατός νικήθηκε στο Μαντζικέρτ από τον τουρκικό του Σελτζούκου σουλτάνου της Βαγδάτης. Έτσι, για πολλές δεκαετίες οι μουσουλμάνοι αποτελούσαν μειονότητα σε μια χώρα υπό τουρκική διοίκηση με κατά βάση χριστιανικό πληθυσμό. Οι νεοφερμένοι είχαν πρόβλημα στη διάδοση της θρησκείας τους, δηλαδή του Ισλάμ. Η θρησκεία εκείνων των Τούρκων ήταν βέβαια ισλαμική, αλλά όχι των μουσουλμάνων θεολόγων που το κήρυσσαν μέσα σε τζαμιά, αλλά ενός μυστικιστικού Ισλάμ, με κάποια ασκητική τάση, των λεγόμενων σούφι (sufi). «Ο σουφισμός διαδόθηκε με επιτυχία στη Μικρά Ασία από δερβίσηδες κι από σεΐχηδες που άρχισαν να έρχονται από άλλες ασιατικές χώρες και να εγκαθίστανται σε αυτή, κυρίως από το 1200 και πέρα. Τα κέντρα της λατρείας των σούφι δεν ήταν τα τζαμιά, αλλά τα σχετικά μικρά κτίσματα γνωστά ως τεκέδες (tekke), που ίδρυαν παντού», σύμφωνα με την κ. Ζαχαριάδου. Στους τεκέδες ασκούσαν τη λατρεία των αγίων τους. Γιατί φυσικά έχει και η ισλαμική θρησκεία αγίους, αλλά όχι μάρτυρες, όπως έχουμε στη δική μας θρησκεία. Ο μουσουλμάνος άγιος είναι δάσκαλος ή θεραπευτής/γιατρός ή στρατιωτικός και πάντως άνθρωπος που έζησε υποδειγματική ζωή. Οι τάφοι τους γίνονταν προσκυνήματα, κέντρα λατρείας, τόποι θεραπείας και πανηγυριών, όπου οι σούφι βοηθούσαν τους προσερχομένους να καταλάβουν καλύτερα το νόημα του Ισλάμ, ενός Ισλάμ λαϊκού, ανάμεικτου με προϊσλαμικές και τοπικές δοξασίες».

«Οι άγιοι αυτοί είχαν έρθει αρχικά από άλλες ισλαμικές χώρες, αλλά με την πάροδο του χρόνου άρχισαν να παρουσιάζονται γεννημένοι στην Τουρκία, οι γηγενείς άγιοι. Ο πιο γνωστός από αυτούς είναι ο μεγάλος μυστικιστής και ποιητής Τζελαλεδίν Ρουμί, ο ιδρυτής του τάγματος των Μεβλεβί δερβίσηδων, αυτών που εκτελούν τη λατρεία τους περιστρεφόμενοι γύρω από τον εαυτό τους. Ο Τζελαλεδίν Ρουμί γύρω στο έτος 1270, επισκεπτόταν συχνά τη Μονή του Πλάτωνα (Εφλατούν), στην περιοχή του Ικονίου, για να συζητεί θεολογικά προβλήματα με τους μοναχούς που ζούσαν σε αυτή». Μερικοί άγιοι των Τούρκων ταυτίστηκαν με τους αγίους των χριστιανών. Ενας από αυτούς είναι ο άγιος Γεώργιος, ο οποίος ταυτίστηκε με τον Χιζίρ-Ελιάς των Τούρκων. Γιορτάζεται στις 5-6 Μαΐου, άνοιξη, όπως περίπου και ο δικός μας. Στη γιορτή του συμμετείχαν όλοι, χριστιανοί και Τούρκοι, και ακολουθούσαν παραδόσεις που θύμιζαν τη λαϊκή γιορτή του κλήδονα, που ανάγεται στην αρχαιότητα. «Οι Τούρκοι λατρεύουν ως δικούς τους αγίους τον άγιο Γεώργιο τον Καππαδόκη, τον άγιο Θεόδωρο από τα Ευχάιτα (Τσορούμ), τον άγιο Νικόλαο, τον άγιο Αμφιλόχιο, που στον τάφο του στο Ικόνιο γίνονταν σύμφωνα με τους Τούρκους θαύματα, τον άγιο Χαράλαμπο». Κάποιοι από αυτούς ταυτίστηκαν με κάποιον Τούρκο άγιο, όπως ο άγιος Χαράλαμπος ταυτίστηκε στη Σινασσό με τον Χατζή Μπεκτάς, τον προστάτη των γενίτσαρων.

Η εξήγηση που δίνει η κ. Ζαχαριάδου για τη διάδοση των χριστιανικών αγίων στον τουρκικό πληθυσμό της Μικράς Ασίας οφείλεται στη σύνθεση των κατοίκων. Οι Τούρκοι νικητές αποτελούσαν μειονότητα και επηρεάστηκαν από την πλειονότητα, που είχε βαθιές ρίζες στη χώρα.

(από την Ελευθεροτυπία)

η Ψωροκώσταινα

Ιουλίου 11, 2011

Στην εποχή που κυβερνούσε την Ελλάδα ο Καποδίστριας ζούσε στο Ναύπλιο μια ζητιάνα, που την έλεγαν «Ψωροκώσταινα». Σε μια λοιπόν συνεδρίαση της Συνέλευσης, κάποιος θέλοντας να πει για τη φτώχεια του Ελληνικού Δημοσίου το παρομοίασε με την πασίγνωστη ζητιάνα. Από τότε η λέξη επαναλήφθηκε στις συζητήσεις και τελικά επικράτησε.
Η όλη ιστορία της Ψωροκώσταινας (Ευ. Δαδιώτης, «Αιγαιοπελαγίτικα» τεύχος 13) είναι η εξής:
«Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι», είπε περήφανα η γριά πλύστρα Χατζηκώσταινα και τα άφησε πάνω στο τραπέζι που είχε στήσει στην πλατεία του Ναυπλίου η ερανική επιτροπή, εκείνη την Κυριακή του 1826.Ύστερα από αυτή την απρόσμενη χειρονομία, κάποιος από το πλήθος φώναξε: «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της.»
Κι αμέσως το φιλότιμο πήρε και έδωσε. Βροχή πέφταν πάνω στο τραπέζι λίρες, γρόσια και ασημικά. Αυτή ήταν η συνέχεια της φτωχής προσφοράς της πλύστρας Χατζηκώσταινας, που από εκείνη τη στιγμή αποθανατίστηκε με το παρατσούκλι «Ψωροκώσταινα». Και το παρανόμι αυτό κόλλησε έπειτα στην Ελλάδα. Αλλά, ποιά ήταν αυτή η «Ψωροκώσταινα»;
Ήταν η κάποτε αρχόντισσα των Κυδωνιών, του Αϊβαλιού, Πανωραία Χατζηκώστα, σύζυγος πάμπλουτου Αϊβαλιώτη εμπόρου, που φημιζότανε όχι μόνο για τα πλούτη του άνδρα της, μα και για τα πολλά δικά της κι ακόμα για την ομορφιά της.
Όταν αργότερα οι Τούρκοι πυρπόλησαν την πολιτεία του Αϊβαλί, και έσφαξαν άνδρες και γυναικόπαιδα, ανάμεσα σε αυτούς που σώθηκαν ήταν και η αρχόντισσα Πανωραία Χατζηκώστα, που είδε να σφάζουν οι Τούρκοι τον άνδρα της και τα παιδιά της. Κατά καλή της τύχη ένας ναύτης την βοήθησε και μαζί με άλλους την ανέβασε σε ένα καράβι που ξεμπάρκαρε στα Ψαρά. Εκεί αναγνωρίστηκε από τον ομοιοπαθή της Βενιαμίν τον Λέσβιο, την προστάτεψε και τον ακολούθησε στην Πελοπόννησο. Στο Ναύπλιο, ο Βενιαμίν παρέδιδε μαθήματα για να ζήσει και η Πανωραία, για να ζήσει, άρχισε να ξενοπλένει και αργότερα, με σαλεμένα σχεδόν τα λογικά της, ζητιάνευε στους δρόμους του Ναυπλίου.
Έπειτα από το περιστατικό του εράνου στο Ναύπλιο, όταν έφτασε ο Καποδίστριας στην Ελλάδα, τη συμμάζεψε κι όταν ίδρυσε το ορφανοτροφείο, η Πανωραία, που τώρα έγινε γνωστή με το παρανόμι «Ψωροκώσταινα», προσφέρθηκε να πλένει τα ρούχα των ορφανών χωρίς καμιά πληρωμή…

Μες στα γλυκά ματάκια σου
μες στα γλυκά σου κάλλη
εξέχασα σιγά σιγά
κάθε αγάπη άλλη

Μήλο μου και μανταρίνι
ό,τι πεις εσύ θα γίνει

Και τώρα που σ΄αγάπησα
τρελαίνομαι ολοένα
και χάνομαι και σβήνομαι
αγάπη μου στα ξένα

Έλα με τον ταχυδρόμο
που ‘ναι γρήγορος στο δρόμο

Πόσα θυμάμαι να σου πω
κι όταν σε δω τα χάνω
κι απ’ την αγάπη την πολλή
κοντεύω να πεθάνω

Έλα, έλα που σου λέγω
μην με τυραννείς και κλαίγω

Εγώ για ‘σένα τραγουδώ
και λες δε σ’ αγαπάω
και λες με τ’ άστρα του ουρανού
τις ώρες μου περνάω

Έλα, έλα με τα μένα
και θα ζεις χαριτωμένα

Μπορεί ένας αργαλειός να κηρυχθεί διατηρητέο μνημείο; Αν συνδέεται με την ιστορική μνήμη, στην προκειμένη περίπτωση αυτήν των προσφύγων της Μικράς Ασίας, ασφαλώς και μπορεί. Μάλιστα δεν πρόκειται για έναν αλλά για τρεις κάθετους αργαλειούς, οι οποίοι σώζονται σε καλή κατάσταση και προέρχονται από την «Ανατολική Ταπητουργία», όπως λεγόταν, στη Νέα Ιωνία Αττικής.

Το κτιριακό συγκρότημα λοιπόν, μπορεί να μην κηρύχθηκε διατηρητέο από το υπουργείο Πολιτισμού, εξ αιτίας της κακής κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει αλλά αυτό το τμήμα του εξοπλισμού του, που διασώθηκε στο Κέντρο Σπουδής και Ανάδειξης Μικρασιατικού Πολιτισμού της Νέας Ιωνίας και στην Ένωση Σπάρτης Μικράς Ασίας συνδέεται άμεσα τόσο με την ιστορία της ταπητουργίας στην Ελλάδα όσο και με την τοπική ιστορική μνήμη, καθώς και την προσφυγική και εργατική ταυτότητα του τοπικού πληθυσμού.

Αυτοί είναι και οι λόγοι για τους οποίους η Διεύθυνση Νεότερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς πρότεινε την κήρυξη των αργαλειών από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων, όπως και έγινε.

Όλοι οι αργαλειοί προορίζονταν για τη δημιουργία ταπήτων μεγάλων διαστάσεων, ποικίλων χρωματισμών και σχεδιαστικών μοτίβων, ο ένας από αυτούς μάλιστα μπορεί να τεθεί σε λειτουργία. Οπως φαίνεται όμως, κατά πάσα πιθανότητα δεν βρίσκεται εν ζωή κανείς από όσους εργάστηκαν σ΄ αυτούς. Αλλωστε κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια αντικαταστάθηκαν από μηχανές ταπητουργίας.

Να σημειωθεί, ότι οι πρόσφυγες ήταν εκείνοι, που μεταλαμπάδευσαν την τέχνη της ταπητουργίας στον ελλαδικό χώρο, καθώς με εφαλτήριο τη Νέα Ιωνία δημιούργησαν εστίες ταπητουργίας σε όλη την Ελλάδα. Η περιοχή της Σπάρτης στη Μικρά Ασία, από όπου ήρθαν πολλοί από αυτούς υπήρξε μεγάλο ταπητουργικό κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο οποίο είχαν μαθητεύσει με εξαιρετικά αποτελέσματα, όπως φάνηκε από τη συνέχεια της δραστηριότητάς τους στην Ελλάδα, που είχε μεγάλη επιτυχία.

Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ