Από τους άγνωστους αγώνες των Μικρασιατών

Ιουνίου 1, 2012

Κωνσταντίνος Καζάνας: ο Μικρασιάτης δημοδιδάσκαλος και αντιστασιακός

Κωνσταντίνος Καζάνας

Κωνσταντίνος Καζάνας

Ο Κωνσταντίνος Καζάνας γεννήθηκε στο Δεμιρδέσιο Προύσας της Μικράς Ασίας το 1910 από πολυμελή οικογένεια. Το Δεμιρδέσιο (Ντεμερντές ή Ντεμερντέσι στη μικρασιατική διάλεκτο) δημιουργήθηκε στα μέσα του 17ου αιώνα από 32 ελληνικές οικογένειες της περιοχής των Αγράφων, οι οποίες λόγω των δύσκολων συνθηκών ζωής στις ορεινές περιοχές μετακινήθηκαν και εγκαταστάθηκαν στην εύφορη πεδιάδα της Προύσας. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την αναγκαστική εγκατάλειψη των εστιών τους οι κάτοικοι του Δεμιρδεσίου εγκαταστάθηκαν στην πλειονότητά τους στην Προσοτσάνη Δράμας. Ανάμεσά τους και ο δωδεκάχρονος τότε  Κωνσταντίνος Καζάνας με την οικογένειά του. Εκεί, μετά την ενηλικίωσή του εργάστηκε αφιλοκερδώς επί μακρόν ως δημοδιδάσκαλος για τη βελτίωση της ελλιπούς – λόγω των δύσκολων συνθηκών διαβίωσης της εποχής – εκπαίδευσης των νέων της πόλης.

Τον Σεπτέμβριο του 1944 και ενώ η περιοχή της Δράμας και της ευρύτερης Ανατολικής Μακεδονίας βρισκόταν υπό την κατοχή των Βουλγάρων προέβη σε ένα μοναδικό για ολόκληρη την κατακτημένη Ευρώπη γεγονός: την υποστολή της σημαίας του κατακτητή υπό το φως της ημέρας και την έπαρση της εθνικής σημαίας. Συγκεκριμένα στην κεντρική πλατεία της Προσοτσάνης ο Κωνσταντίνος Καζάνας μαζί με τον Αστέριο Αστεριάδη υπέστειλαν τη βουλγαρική σημαία και ύψωσαν την ελληνική, αψηφώντας την τρομοκρατία και τις απειλές που αποτελούσαν την καθιερωμένη πρακτική των βουλγάρων κατακτητών. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε ράπισμα προς τις φασιστικές βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής και ταυτόχρονα αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων αγωνιστών και του τοπικού πληθυσμού. Είχε όμως ως αποτέλεσμα τη σκληρή δίωξη των ηρώων. Ο Κ. Καζάνας συνελήφθη και εστάλη εξορία στις φυλακές της Σόφιας στη Βουλγαρία όπου υπέστη βασανιστήρια. Κατάφερε όμως με κίνδυνο της ζωής του να δραπετεύσει τον χειμώνα του 1944 και μετά από πολυήμερη πεζοπορία βρήκε καταφύγιο στην πόλη της Δράμας.

Νυμφεύτηκε την Ξανθίππη Σαββοπούλου (καταγόμενη εκ Σκοπού Ανατολικής Θράκης) και απέκτησαν δυο παιδιά. Διετέλεσε υπεύθυνος οικονομικών της ΣΕΚΕ (Συνεταιριστικής Ένωσης Καπνοπαραγωγών Ελλάδας) στην πόλη της Δράμας, όμως παύθηκε από τη θέση του μετά την επιβολή του δικτατορικού καθεστώτος των Συνταγματαρχών το 1967 που απομάκρυνε κάθε δημοκρατικό στοιχείο από υπεύθυνες θέσεις.

Μετά τις διώξεις του από τη Χούντα, εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Καβάλα όπου εργάστηκε στο λογιστήριο των Καπνεργοστασίων της πόλης, μαχόμενος και από αυτή την θέση για τα δικαιώματα των εργαζομένων και τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας.

Ανήγειρε με τη σύζυγό του, ιδίαις δαπάναις, μικρό παρεκκλήσιο  (ένα ιδιαίτερο δείγμα ευλάβειας των Ελλήνων προσφυγικής καταγωγής) προς τιμήν της Αγίας Αικατερίνης – προστάτιδας της εκπαίδευσης – στην περιοχή των Εργατικών Κατοικιών Δράμας, το οποίο κατά την κατασκευή του νέου κτηρίου του 6ου Δημοτικού Σχολείου Δράμας, εντάχθηκε στο προαύλιο του διδακτηρίου και διατηρείται μέχρι σήμερα αποτελώντας τοπόσημο της περιοχής. Μετά τη συνταξιοδότησή του εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου και εκοιμήθη το 1984.  Αναπαύεται στο κοιμητήριο της Προσοτσάνης.

 

11716088_10206872605194911_488358542_n

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s