Η Εκπαίδευση στη Μικρά Ασία

Φεβρουαρίου 20, 2016

Σχολές, Ακαδημίες, Σχολεία, Αρρεναγωγεία και Παρθεναγωγεία της Μικράς Ασίας

evaggelikijpg

Η Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης. Ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα της πόλης ιδρυθέν το 1733.

Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης (1733)

Μουσείον και Βιβλιοθήκη της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης

Ομήρειο Παρθεναγωγείο Σμύρνης (1881)

Κεντρικό Παρθεναγωγείο  Αγίας Φωτεινής Σμύρνης (1830)

Ελληνικόν Παιδαγωγείον Σμύρνης (1851)

Φιλολογικό Γυμνάσιο Σμύρνης (1809), με πνευματικό ηγέτη τον Αδαμάντιο Κοραή

Ελληνικόν Εκπαιδευτήριον Ικονίου

Κεντρική Ελληνική Σχολή Προύσης

Αστική Σχολή Δεμιρδεσίου (Προύσης)

Λουιζίδειος Σχολή Μάκρης

Λουιζίδειος Σχολή Λιβισίου

Αναξαγόρειος Σχολή Βουρλών

Ακαδημία Κυδωνιών, Αϊβαλί (1800)

Θεολόγεια Εκπαιδευτήρια Φιλαδέλφειας

Κρηναία Σχολή Αρρένων (1879)

Σχολές Μονής Ταξιαρχών στην Καισάρεια

Αστική Σχολή Προκοπίου

Αστική Σχολή Αττάλειας

Σύλλογος «Φιλεκπαιδευτική Αδελφότης Πρόοδος», Κασαμπάς

Ιερατική Σχολή Μονής Προδρόμου στο Ζιντζίντερε

Ιεροδιδασκαλείο του Συλλόγου Μικρασιατών «Ανατολή» στην Πάτμο (1900)

Ενοριακά σχολεία Σμύρνης που λειτουργούσαν ως το 1922 ήταν: Αγίας Αικατερίνης, Αγίου Δημητρίου (Χατζηαντώνειος), Αγίου Κωνσταντίνου και Τιμίου Προδρόμου.

και με αποκορύφωμα της εκπαίδευσης το Ιωνικό Ελληνικό Πανεπιστήμιο Σμύρνης που δεν πρόλαβε να λειτουργήσει καθώς τις έτοιμες εγκαταστάσεις του »πρόλαβε»  η Μικρασιατική Καταστροφή.

 

Η εκπαίδευση των Μικρασιατών ξεκίνησε από τους νάρθηκες των εκκλησιών και των μοναστηριών, γαλουχήθηκε στα χέρια απλοϊκών αλλά ακαταπόνητων ιερωμένων κι αυτοδίδακτων λαϊκών, ανδρώθηκε στους περιβόλους των ενοριακών ναών, όπου στεγαζόταν τα σχολεία, κι έγινε θεσμός, που αναζωπύρωσε το φρόνημα και τόνωσε την εθνική συνείδηση των σκλάβων με τη δραστηριότητα των κατά τόπους μητροπολιτών, του Οικουμενικού Πατριαρχείου, των κοινοτικών αρχών και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Βάση της εκπαίδευσης ήταν το κοινοτικό σχολείο, που αποτελούσε εξέλιξη των πρώτων σχολείων, των γνωστών παιδαγωγείων ή γραμματοδιδασκαλείων, όπου δίδασκάν αυτοσχέδιοι συνήθως δάσκαλοι, οι γραμματιστές. Τα γραμματοδιδασκαλεία διατηρήθηκαν σ’ απομονωμένες περιοχές μέχρι το 1922! Παράλληλα με το κοινοτικό υπάρχει και το ιδιωτικό που γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση στη Σμύρνη. Τα κοινοτικά σχολεία διακρίνονται στα απλά κοινοτικά σχολεία και τις Κεντρικές σχολές. Η Κεντρική όμως σχολή είναι συνήθως σχολείο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης

Το κοινοτικό σχολείο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης παρουσιάζει τις μορφές: Αρρεναγωγείο, Παρθεναγωγείο, Νηπιαγωγείο. Στη Μ. Ασία, μόνον όταν η κοινότητα ήταν πολύ μικρή ή τα οικονομικά της περιορισμένα, υπήρχαν μικτά δημοτικά σχολεία. Προϋπήρξαν βέβαια τα αρρεναγωγεία, που ήταν εξέλιξη των γραμματοδιδασκαλείων, κι ακολούθησαν τα παρθεναγωγεία αργά αλλά σταθερά, για να γενικευτούν σ’ όλες τις κοινότητες της Μ. Ασίας.

Σχεδόν παράλληλα με την καθιέρωση του παρθεναγωγείου δημιουργείται και ο θεσμός του νηπιαγωγείου. Τα έτη φοίτησης στα σχολεία αυτά δεν ήταν προκαθορισμένα, αλλά ποίκιλαν ανάλογα με τα οικονομικά της κοινότητας και την πολιτιστική στάθμη των κατοίκων. Αρχικά στα κοινά δημοτικά σχολεία εισάγεται η αλληλοδιδακτική μέθοδος από τον Φιλιππουπολίτη Γεώργιο Κλεόβουτο το 1819, που γενικεύεται βαθμηδόν σ’ όλη τη Μ. Ασία για περισσότερο από 50 χρόνια. Τα αλληλοδιδακτικά σχολεία επιβλήθηκαν για λόγους οικονομικούς, αφού στις δύο πρώτες τάξεις δίδασκαν οι μεγαλύτεροι μαθητές, αλλά και γιατί ανταποκρινόταν στις παιδαγωγικές αντιλήψεις της εποχής.

Παράλληλα με την αλληλοδιδακτική μέθοδο χρησιμοποιήθηκε κι η συνδιδακτική μέθοδος, που αποσκοπούσε στη δημιουργία μικτών σχολείων, αλλά απ’ ότι γνωρίζουμε η μέθοδος αυτή χρησιμοποιήθηκε κυρίως στα σχολεία της Σμύρνης.

Οι απόφοιτοι των αλληλοδιδακτικών σχολείων μπορούσαν να συνεχίσουν τη φοίτησή τους στα ελληνικά σχολεία, που αντιστοιχούσαν με τα παλαιότερα δικά μας σχολαρχεία. Κάθε ελληνική κοινότητα ανάλογα με τα οικονομικά της και τον αριθμό των μαθητών της είχε κοντά στο δημοτικό της σχολείο (αλληλοδιδακτικό ή όχι) ολόκληρο ελληνικό σχολείο (τριετές) ή μία ή δύο τάξεις του προσαρτημένες στο δημοτικό. Ωστόσο οι δάσκαλοι των ελληνικών σχολείων είχαν ανώτερη μόρφωση από τους αλληλοδιδάκτες, που συνήθως μόλις είχαν τελειώσει τη σειρά των ελληνικών μαθημάτων.

Τα αλληλοδιδακτικά σχολεία καταργούμενα σιγά – σιγά αντικαθίσταντο από τις αστικές σχολές, που συνήθως ήταν επτατάξιες. Τα επτατάξια αυτά δημοτικά σχολεία αντιστοιχούσαν με τα εξατάξια της ελεύθερης Ελλάδας κι έλαβαν την αρχή τους από το παράδειγμα της Κωνσταντινούπολης, όπου για πρώτη φορά εφαρμόστηκαν, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Οι αστικές σχολές της Μ. Ασίας δεν είναι αυτό, που ονομάζουμε εμείς δημοτικό σχολείο, αλλά ένας αυτοτελής παιδευτικός κύκλος μαθημάτων, που αποσκοπεί στην παροχή ωφέλιμων γνώσεων, την κατάρτιση γραμματισμένων ανθρώπων των κοινοτήτων για τη διοίκησή τους (δημογερόντων, εφόρων, επιτρόπων, γραμματέων Μητροπόλεων) και τη δημιουργία ικανών προσώπων για το μικρεμπόριο, για την καλύτερη καλλιέργεια των κτημάτων και την αποδοτικότερη εξάσκηση των λοιπών πρακτικών επαγγελμάτων.

Οι αστικές σχολές ήταν κυρίως αρρεναγωγεία και μόνο, όταν δεν υπήρχε στην κοινότητα παρθεναγωγείο φοιτούσαν και κορίτσια σ’ αυτές. Κανόνας στην Μικρασιατική εκπαίδευση ήταν ο χωρισμός της εκπαίδευσης των αγοριών από τα κορίτσια. Έτσι παράλληλα με τα δημοτικά σχολεία ή αλληλοδιδακτικά ή αστικές σχολές ή αρρεναγωγεία υπήρχαν και τα παρθεναγωγεία, που σαν θεσμός εμφανίζεται μετά την ίδρυση των αρρεναγωγείων, στεγάζονται σε δευτερότερα κτίρια, η φοίτηση σ’ αυτά είναι μικρότερη κατά 1-3 χρόνια και σε οικονομική κρίση της κοινότητας συγχωνεύονται με τα αρρεναγωγεία ή συνυπάρχουν με άλλο τύπο σχολείων της Μ. Ασίας, τα νηπιαγωγεία, σαν νηπιοπαρθεναγωγεία.

Σκοπός των παρθεναγωγείων ήταν η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας από τα κορίτσια για την πληρέστερη ένταξή τους στην εθνική κοινότητα του μικρασιατικού ελληνισμού, η ανάγκη της γνωριμίας ενός γλωσσικού οργάνου για την αλληλογραφία με τους μακριά από την πατρίδα ξενιτεμένους συνήθως συζύγους τους, η δυνατότητα να παρακολουθήσουν και να βοηθούν τη μόρφωση και την αγωγή των παιδιών τους αργότερα, η μετάδοση γνώσεων υγιεινής, καθαριότητας, μαγειρικής, ραπτικής, κοπτικής, κεντημάτων κλπ. Ήδη πριν από το 1856 ο θεσμός των παρθεναγωγείων ήταν γνωστός σ’ όλη τη Μ. Ασία.

Μαζί με τα αρρεναγωγεία και τα παρθεναγωγεία γενικευμένος ήταν στο μικρασιατικό χώρο ο θεσμός των νηπιαγωγείων. Τα νηπιαγωγεία στη Μ. Ασία είχαν ιδιαίτερο σκοπό, διάφορο από των δικών μας νηπιαγωγείων. Τα νήπια συμπληρώνοντας το τέταρτο έτος τους μέχρι το έκτο ή από το πέμπτο, όπου αυτά ήταν πολλά και η νηπιαγωγός μία, φοιτούσαν στο νηπιαγωγείο, για να ακούσουν και να μαθαίνουν τα ελληνικά, που είχαν χάσει οι τουρκόφωνοι γονείς τους. Επίσης υπήρχαν και πρότυπα δημοτικά σχολεία.

Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση

Στις έδρες των μητροπόλεων, στις μεγάλες πόλεις, σε φημισμένα μοναστήρια ή στο κέντρο μεγάλων αγροτικών συνοικισμών είχαν ιδρυθεί Κεντρικές σχολές ή κοινοβιακά σχολεία αρρένων ή θηλέων με οικοτροφεία για τα παιδιά, που έρχονταν από μακριά. Οι Κεντρικές σχολές είχαν ολόκληρο ελληνικό σχολείο και τάξεις ή και πλήρες γυμνάσιο.

Μετά τον κύκλο των μαθημάτων των ελληνικών σχολείων ή των ολοκληρωμένων αστικών σχολών υπήρχε το Γυμνάσιο, όπου δίδασκαν πτυχιούχοι του πανεπιστημίου Αθηνών ή ευρωπαϊκών πανεπιστημίων ή απόφοιτοι ιερατικών σχολών.
Προτού να ιδρυθεί ένα γυμνάσιο δημιουργούνταν τάξεις γυμνασιακές στα ελληνικά σχολεία ή στις αστικές σχολές. Όταν συμπλήρωναν τις τρεις πρώτες γυμνασιακές τάξεις, σχηματιζόταν το ημιγυμνάσιο. Έπειτα από το γυμνάσιο υπήρχαν στη Μ. Ασία Ιερατικές Σχολές, που ιδρύθηκαν για να μορφώνουν ιερείς και δασκάλους για τις ελληνικές κοινότητες όλης της Ανατολής. Κοντά στα ημερήσια σχολεία δημιουργήθηκαν σε πολλά μέρη της Μ. Ασίας και νυχτερινές σχολές της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Σχετικά με την επαγγελματική αποκατάσταση των νέων είχαν ιδρυθεί και λειτουργούσαν στη Μ. Ασία πλήθος από επαγγελματικά σχολεία. Πέρα από τις διάφορες μορφές και βαθμίδες του κοινοτικού σχολείου που αναφέραμε, δεν έλειψε από το χώρο της μικρασιατικής εκπαίδευσης κι η ιδιωτική πρωτοβουλία. Τελειώνοντας την αναφορά αυτή για τα είδη των Μικρασιατικών σχολείων δεν πρέπει να παραλείψουμε και τα Ορφανοτροφεία, που είχαν ιδρυθεί σε πόλεις, επαρχιακά κέντρα και μοναστήρια της Μ. Ασίας. Μέσα στα ορφανοτροφεία αυτά λειτουργούσαν δημοτικά σχολεία για την παροχή στοιχειωδών γνώσεων στα ορφανά.

Πηγές:
Τα σχολεία της Σμύρνης – Νικολάου Παπαχρυσού (http://www.delfini1922.gr/mikrasiatika_13.php)
Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού

Ο Ζάλογγος της Μικρασίας

Φεβρουαρίου 3, 2016

Ζάλογγος__Ήπειρος 1803
Αράπιτσα Νάουσας__Μακεδονία 1822
Πετρωτά Σμύρνης__Μικρά Ασία 1922

_

Οι Μικρασιάτισσες που έπεσαν στον γκρεμό των Πετρωτών Σμύρνης για να μην ατιμωθούν από τους Τσέτες το 1922

97178_Prosfyges-864x400_c.jpg

_
Η αληθινή μαρτυρία του Αλέξη Αλεξίου που έφτασε πρόσφυγας στην Ελλάδα το ‘22:
Γεννήθηκα στη Σμύρνη το 1910, στη συνοικία Αγίας Αικατερίνης, κόντά στον κινηματογράφο «Φοίνικα» απέναντι στο μπακάλικο του Πανανού του Μπιτσακτσή. Ο πατέρας μου ήταν μανιφατουριέρης, που λένε εδώ, είχε εμπορικό, κοντά στον Άη Γιώργη, ο δε παππούλης μου ήταν ο περίφημος παιχνιδάτορας, που έπαιζε βιολί, ο Γιάγκος ο Βλάχος. Για να μάθω γράμματα στην αρχή με στείλαν οι γονείς μου στο σχολείο του Νεστορίδη και συνέχεια στου Πασχάλη. Θυμούμαι που μας μαθαίνανε και τραγουδούσαμε τον εθνικό μας ύμνο μ’ ελληνικά λόγια, αλλά στη μελωδία του αγγλικού ύμνου: «ο Θεός σώζει τον βασιλέα». Κάναμε γιορτές κάθε 25 Μαρτίου∙ ντυνόμασταν τσολιάδες και με άλλες εθνικές ενδυμασίες τα κορίτσια. Αφού βέβαια ο διευθυντής της Σχολής Νεστορίδη έβαζε φύλακες όξω από το σχολείο. Δύο Μαίου του 1919 έγινε η ελληνική Κατοχή. Πήγα στο «Quai» με τους γονείς μου. Όλη η Σμύρνη γιόρταζε, ήταν σαν Πάσχα, ακούγονταν κανονιές από τα καράβια, παντού κυμάτιζε η γαλανόλευκη. Όλοι φορούσαμε στο στήθος μας εθνικές κονκάρδες. Όλοι τρέχαν στην προκυμαία κοπάδια, κοπάδια∙ ξεφώνιζαν και τραγουδούσαν. Όλοι βιάζονταν να δούνε τα ευζωνάκια, τον ελληνικό στρατό, τα ελληνικά καράβια: τον «Αβέρωφ», τον «Ατρόμητο», το «Λέοντα».
Έζησα τις αξέχαστες στιγμιές της λευτεριάς. Εμείς δεν πήραμε είδηση τη μάχη που δόθηκε, γιατί δεν ήμασταν προς το κονάκι αλλ΄ αντίθετα μετά από το θέατρο Σμύρνης, προς την Πούντα. Αργότερα μάθαμε ότι η φάλαγγα των ευζώνων έμπαινε στην πλατεία του διοικητηρίου και την χτύπησαν από το αρχηγείο της χωροφυλακής, από τις φυλακές, από την τουρκική συνοικία. Χτυπήθηκαν δέκα ευζωνάκια∙ τα δύο πέθαναν και πάρα πολύς κόσμος πνίγηκε στη θάλασσα από το σπρώξιμο που κάναν, γιατί θέλαν να φύγουν γρήγορα να σώσουν τη ζωή τους. Τα τάγματα ευζώνων σταμάτησαν την αντίσταση. Κοντά στο σπίτι μας βρισκόταν το γήπεδο του αθλητικού ομίλου Απόλλων Σμύρνης∙ εκεί είχε στραποδεύσει ελληνικός στρατός. Η μητέρα μου από ενθουσιασμό κι αγάπη για τα νέα παλικάρια μου έδινε και τους πήγαινα, μαζί με άλλα παιδιά, διάφορα εκλεκτά τρόφιμα.
Τα πρώτα μηνύματα της Καταστροφής μας ήρθαν με την οπισθοχώρηση του στρατού μας. Είδα αξιωματικούς στο δρόμο που ξύλωναν και πετούσαν τα γαλόνια και τα παράσημα τους, κι εγώ ζητούσα ο ανόητος από τους γονείς μου να μου βρούνε τέτοια γαλόνια κι εκείνοι αγανακτισμένοι με ξυλοφόρτωσαν. Τα σημάδια της Καταστροφής ήταν ακόμα πιο έντονα, όταν φθάσαν από τα Θείρα συγγενείς μας κατατρεγμένοι και τους φιλοξενήσαμε. Μετά από λίγες μέρες κάναν την εμφάνιση τους τα ταγκαλάκια (Ταγκαλάκια ονομάζανε τους Τούρκους χωρικούς με κοντά βρακιά και γκέτες που είχε επιστρατέψει ο Κεμάλ). Ο κόσμος τρομοκρατήθηκε. Πότε-πότε ακούγονταν και μακρινές κανονιές. Είπαν οι δικοί μου πως ο Πλαστήρας πολεμά στην περιοχή του Τσεσμέ. Εκεί στις συζητήσεις των μεγάλων άκουα για τους Τσέτες∙ όσο περνούσαν οι μέρες καταλάβαινα ότι κάτι μεγάλο κακό ήταν να γίνει, γιατί κάθε βράδυ οι γονείς μου έπαιρναν εμένα, τον αδερφό μου και την αδερφή μου που ήταν λεχούδι και πηγαιναμε και κοιμόμασταν σε μια φράγκικη οικογένεια στο φαρδύ της Καθεδράλης, γιατί η κυρία του σπιτιού ήταν φιλενάδα της μητέρας μου. Μέναμε στο δώμα και κάθε πρωί που ηπηγαίναμε πίσω στο σπίτι μας ήταν αδύνατο να μη δούμε στους δρόμους ανθρώπους με τα νυχτικά τους, τους οποίους χτυπούσαν με τους υποκόπανους και τους παίρναν τα ταγκαλάκια.
Ένα μεσημέρι έγινε μεγάλη φασαρία και κακό, μαθεύτηκε ότι οι Τούρκοι βάλαν φωτιά στην συνοικία της Αρμενίας. Είχα ένα προαίσθημα. Μια κατάθλιψη μου βάραινε τη ψυχή και δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Δεν αργήσαμε να δούμε τους πρώτους καπνούς της φωτιάς. Δεν θυμούμαι αν την ίδια μέρα ή έπειτα από μερικές μέρες ο κόσμος άρχισε να φεύγει από τη Σμύρνη, γιατί η φωτιά όλο μεγάλωνε. Από κει φύγαμε∙ πήγαμε και μείναμε στο σπίτι της αδελφής της νενές μου που ήταν στην Πούντα, γιατί εκείνη ήταν παντρεμένη με έναν Ιταλό και βέβαια η οικογένεια της σαν ιταλική που ήταν, ήταν εξασφαλισμένη. Δε θυμούμαι ούτε τους λόγους, ούτε την αιτία που ύστερα από λίγες μέρες μας πήρε ο πατέρας μου όλους, εκτός από τον παππού και τη νενέ, και ξεκινήσαμε προς την παραλία της Πούντας, όπου ήταν διάφορα κέντρα. Προχωρήσαμε ακόμη πιο πολύ∙ περάσαμε το νεκροταφείο της Σμύρνης και το γήπεδο του αθλητικού ομίλου Πανιωνίου Σμύρνης. Από κει και πέρα άρχισε να μαζεύεται χιλιάδες κόσμος σε μια πορεία στο δρόμο που ήταν κοντά στην παραλία, με κατεύθυνση προς το Μπαργιακλί.

Από το δρόμο προς τη θάλασσα ήταν διάφορα παραλιακά κέντρα. Σε ένα από αυτά είδα κάτι, που όσο ζω δεν θα το ξεχάσω∙ θα έχω τη φοβερή εικόνα, που αντίκρισα μπροστά μου. Λίγο αριστερά από το δρόμο κι έξω από ένα κέντρο είδα ένα πτώμα ανάσκελα, αποκεφαλισμένο, ντυμένο μόνο μ’ ένα πουκάμισο και μαύρο πανταλόνι∙ το κεφάλι, λίγο πιο πέρα από το σώμα, το τσιμπολογούσαν οι κότες που βόσκαν αδέσποτες. Μια άλλη κότα ήταν ανεβασμένη στο στήθος του πτώματος και τσιμπολογούσε τον κομμένο λαιμό. Σε κάτι τραπέζια, που ήταν πάρα κάτω, ήταν πεταμένα δύο ή τρία πτώματα. Όλος αυτός οκόσμος, ο χιλιάδες κόσμος, προχωρούσε προς το Κορδελιό, γιατί διαδίδονταν πως στο Κορδελιό αράζουν διάφορα βαποράκια και σώνουν τον κόσμο. Κατά το απογευματάκι φτάξαμε στο Μπαργιακλί που κι αυτό είχε εκκενωθεί από τους κατοίκους του. Οι δρόμοι και η πλατεία του χωριού με τα πλατάνια ήταν γεμάτα από κόσμο, που κάθισε να ξαποστάσει. Ο πατέρας μου βρήκε ένα ωραίο άδειο σπίτι και πήγαμε εκεί μαζί με άλλους να περάσουμε τη νύχτα. Αφού μας άφησε, βγήκε όξω να ζητιανέψει τρόφιμα∙ θυμούμαι που μας έφερε σατσόπιτες που του δώσαν άλλοι χριστιανοί. Φαίνεται πως κάπου βρήκαν λίγο αλέυρι, κάναν όπως-όπως λίγο ζυμάρι και το ψήσαν πάνω σε λαμαρίνα με κουκουνάρες που πέφταν από τα πεύκα. Νερά είχε τρεχούμενα. Όταν έπεσε η νύχτα, ήθελα να πάω κάπου, πριν να κοιμηθούμε. Όλα γύρω πίσσα, σκοτάδι, μέσα κι όξω. Ανάβαμε σπίρτα κι άλλο σπίρτο στο σκοτάδι, βρήκε το αποχωρητήριο και με φώναξε να πάω. Ξεκινώ να πάω εγώ εκεί που έβλεπα τη φλόγα του σπίρτου. Το σπίρτο έσβησε, αλλά συγχρόνως σκουντούφλησα σε κάτι μαλακό∙ μπάζω τις φωνές. Ο πατέρας μου άναψε κι άλλο σπίρτο και προχωρούσε προς εμένα. Στο τρεμάμενο φως του σπίρτου είδαμε με φρίκη ότι είχα σκουντουφλήσει σ’ ένα κομμένο χέρι και λίγο πάρα κάτω είδα φευγαλέα ένα πτώμα γυναικείο. Είχε γίνει μέσα εκεί μακελειό. Ο πατέρας μου είπε να μην πω τίποτα απ’ αυτά που είδαμε στη μητέρα. Όταν έφεξε η μέρα, άρχισε ο κόσμος να φεύγει από το Μπαϊρακλί με κατεύθυνση προς το Κορδελιό κι έτσι τους ακολουθούσαμε κι εμείς∙ όπως πηγαίναμε όμως, στ’ αριστερά του παραλιακού δρόμου, είδαμε να έρχεται από το Κορδελιό προς τη Σμύρνη τούρκικη καβαλαρία, οπλισμένη με σπαθιά. Κρατούσαν ακόμη στο δεξί τους χέρι ένα ακόντιο μ’ ένα σημαιάκι στην κορφή. Στήριζαν το ακόντιο στον αναβατήρα. Πιο πίσω ακολουθούσαν Τσέτες. Τότε μας βρήκαν τα χειρότερα∙ οι Τσέτες πέσαν απάνω στον κόσμο και κάναν όλων των ειδών τα εγκλήματα. Χτυπούσαν τους άντρες και τους ζητούσαν παράδες, και μαλαματικά από τις γυναίκες. Αρπούσαν όποια κοπέλα τους σφαντούσε (σφαντώ=κάνω εντύπωση, φαντάζω) και την ντρόπιαζαν∙ και την ντρόπιαζαν∙ φόβος και τρόμος μας έπιασε όλους. Οι καβαλαραίοι μόνο που μας τρόμαξαν, αλλά οι Τσέτες κάναν τα εγκλήματα. Ωστόσο, όπως πηγαίναμε, ένας από τους καβαλαραίους ξέκοψε από τη σειρά του, στάθηκε μπροστά στη μητέρα μου και της είπε σε καθαρά ελληνικά: «τσερά, δώσε μου τα δαχτυλίδια σου». Ο πατέρας κρατούσε αγκαλίά την αδερφή μου κι ένα μπόγο∙ ό,τι άρπαξε φεύγοντας από το σπίτι. Η μητέρα μου από το ένα χέρι κρατούσε τον αδερφό μου, ενώ στο δεξί της χέρι βαστούσε ένα μπόγο στηρίζοντας τον στην πλάτη της, κι εγώ ένα μπόγο∙ πήγαινα κοντά στη μητέρα μου για να μη χαθούμε. Έτσι σφάνταζαν τα δαχτυλίδια της μητέρας. Σταθήκαμε και η μητέρα προσπαθούσε να βγάλει τα δαχτυλίδια. Από την ταραχή της όμως και το φόβο της δεν μπορούσε να βγάλει τα δαχτυλίδια. Τότε ο Τούρκος καβαλάρης, επειδή έχασε τη σειρά της, βιαζόταν κι ετοιμάστηκε να κόψει το δάχτυλο της μητέρας με την κάμα του. Ο πατέρας τότε σάλιωσε το δάχτυλο της κι έτσι έβγαλε τα δαχτυλίδια και τα δώσε στον εξαγριωμένο Τούρκο. Ήταν ο κόσμος θάλασσα, χιλιάδες κόσμος, που έκλαιε και βογγούσε. Προχωρούσαμε όπου προχωρούσαν όλοι, προς το Κορδελιό∙ από κει θα σωθούμε. Αλίμονο σ’ εμάς! Η ελπίδα να σωθούμε από κει, από τη θάλασσα του Κορδελιού, χάθηκε. -Θεέ μου, λυπήσου μας, έλεγε η μητέρα κι έκλαιγε. Ο κόσμος τα ‘χασε πια, απελπίστηκε τελείως. Άλλοι κλαίγαν, άλλοι χτυπιούνταν καοι μοιρολογούσαν κι άλλοι σέρναν τα πόδια τους και σώπαιναν.

Ο βόγγος, ο θρήνος έγιναν ένα δυνατό βουητό. Σε μια στιγμή δεν πιστεύαμε τα μάτια μας∙ γυναίκες πολλές, μια σειρά ατελείωτη από το μπουλούκι που ερχόνταν από το Κορδελιό, σπρώχνοντας η μία την άλλη και σκύφτοντας, τραβούσαν κατά τους ψηλούς βράχους, εκεί στα Πετρωτά. Ώσπου να καλοκαταλάβεις, πηδούσαν και χάνονταν μέσα στη θάλασσα. Πολλές κρατούσαν αγκαλιά και τα μωράκια τους. Πλάι τους, πάνω από τα κεφάλια τους, ήταν οι Τσέτες, έτοιμοι να τις ντροπιάσουν, και ήθελαν να γλυτώσουν από τα χέρια τους, να πέσουν όσο πιο γρήγορα γινόταν στο γκρεμό, να χαθούνε. Η εικόνα αυτή ύστερα από τόσα χρόνια ούτε έσβησε, ούτε θα σβήσει από τη μνήμη μου, όσο ζω. Την παράστησα στους φίλους μου, αργότερα στη γυναίκα μου και στα παιδιά μου.
Γυρίσαμε με τις χιλιάδες κόσμο στο Μπαργιακλί.Μέναμε στο ύπαιθρο∙ τη μέρα φοβούμασταν, ενώ τη νύχτα τρέμαμε τους ανήμερους Τσέτες. Μια μέρα ήρθε κι άραξε ένα μικρό βαποράκι με ιταλική σημαία∙ βγήκε ο συγγενής μας ο Ιταλός,- φαίνεται πως μαθεύτηκαν τα νέα του Κορδελιού- μας πήρε και μας πήγε στη Σμύρνη, στο σπίτι του. Τη μέρα του Σταυρού 14 Σεπτεμβρίου, μέρα σημαδιακιά, μας πήρε ο πατέρας, περπατήσαμε κάμποσο και μπήκαμε στο μπουλούκι για να μπαρκάρουμε. Μόλις περάσαμε τα συρματοπλέγματα –ήταν μαζί μας τούτη τη φορά η νενέ και ο παππούλης- οι Τούρκοι χώριζαν τα γυναικόπαιδα από τους άνδρες. Στο σημείο αυτό ήταν και στρατιωτικοί ξένης υπηκοότητας, όχι Τούρκοι. Πιάσαν τον μπαμπά μου και τον παππούλη μου και τους χώρισαν από μας. Έγινα έξαλλος, αγανάκτησα και τράβηξα τον πατέρα μου να τον φέρω μαζί μας. Εκεί ένας Αμερικάνος ναύτης – τους γνώριζα από το καπελάκι που φορούσαν- δεν πρόκανα και μου ‘δωσε μιά στο λαιμό μ’ ένα σιδερένιο μπαστούνι που κρατούσε, από κείνα που χρησίμευαν για ν’ αλλάζουν τις ράγες των τραμ. Τελικά ο πατέρας μου κι ο παππούλης μείναν, κι εμείς τα παιδιά με τη μητέρα μας και τη νενέ μας μπήκαμε στο βαπόρι «Ισμίντι». Μόλις ξεκίνησε το βαπόρι, η μητέρα από την απελπισία της ήθελε να πέσει στη θάλασσα και την συγκράτησαν οι άλλοι πρόσφυγες. Εμένα πρήστηκε ο λαιμός μου και πονούσα αβάσταχτα∙ και μ’ όλα αυτά έβλεπα τη φλεγόμενη Σμύρνη μέσα από το καράβι που σιγά-σιγά απομακρύνονταν. Το καράβι μας έβγαλε στη Μυτιλήνη∙ εκεί μας φιλοξένησε η οικογένεια του αδερφού του παππούλη μου, έξι μήνες περίπου. Δεν πέρασε ούτε μήνας που ήρθε ο πατέρας μου και ο παππούλης μου. Καταφέρανε να φύγουνε από τη Σμύρνη, γιατί ο παππούλης μου ήταν παιχνιδιάτορας και ήταν γνωστός και αγαπητός στους Τούρκους και βρέθηκε κάποιος που τον γνώριζε και τον γλύτωσε. Το ίδιο έγινε και με τον πατέρα μου∙ ένας Τούρκος βρέθηκε που του πουλούσε υφάσματα για το χαρέμι του και τον μπάρκαρε. Η χαρά όλων μας δεν περιγράφεται∙ ήταν σαν νεκρανάσταση, τους λογαριάζαμε για σκοτωμένους. Εγώ είχα πάντα το βάσανο μου∙ ο λαιμός μου πονούσε και ήταν πρησμένος. Οι γονείς μου ανησυχούσαν και αναγκάστηκαν να με στείλουν με μια πρώτη εξαδέρφη του πατέρα μου εδώ στον Ευαγγελισμό. Μου έκαναν εγχείρηση∙ θαρρώ πως μου αφαίρεσαν τον αδένα. Έμεινα πολλές μέρες στο νοσοκομείο. Έχω ακόμη ένα μεγάλο σημάδι στο αριστερό μέρος του λαιμού μου. Έτσι που να μη ξεχνώ ούτε μια μέρα τα βάσανα που περάσαμε. Μετά την Ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924 μας δώσανε, όπως και σε όλους τους πρόσφυγες, από ένα δωμάτιο σ’ ένα τούρκικο ανταλλάξιμο σπίτι στην Απάνω Σκάλα της Μυτιλήνης. Ο πατέρας πήρε δάνειο κι άνοιξε πάλι μανιφατουριέρικο, δυστυχώς όμως μετά από λιγο η κυβέρνηση έκοψε τα χρήματα κι ο πατέρας μου έχασε την περιουσία του και σ συνεχίστηκε η πείνα, η γύμνια, η φτώχεια. Τελείωσα το σχολείο στη Μυτιλήνη. Το 1926 ήρθαμε εδώ στον Πειραιά, μπήκα στη Σχολή Ναυτικών Μηχανικών, ο Προμηθεύς. Πήρα το δίπλωμα μηχανικού το 1934. Εργάστηκα σε διάφορες υπηρεσίες και τώρα είμαι συνταξιούχος.
mikrasia
ΠΗΓΗ:
Η Έξοδος, Τόμος Α’, Μαρτυρίες από τις επαρχίες των Δυτικών παραλίων της Μικρασίας, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1980.
Η μαρτυρία δημοσιεύτηκε με τον τίτλο: “Το κεφάλι λίγο πιό πέρα το τσιμπολογούσαν οι αδέσποτες κότες”, σελ. 5-11.

 

 

Ιερά Μητρόπολη Σμύρνης

Φεβρουαρίου 3, 2016

Ιστορικά στοιχεία για τη Σμύρνη: Πόλη της Μικράς Ασίας στα παράλια της Ιωνίας απέναντι από τη Χίο. Σύμφωνα με τον Τάκιτο το πρώτο όνομα της πόλης ήταν Τανταλίς. Κατά τον Ηρόδοτο οι πρώτοι άποικοι της Σμύρνης ήταν οι Αιολείς της Κύμης. Το 688 π.Χ. η Σμύρνη καταλήφθηκε από τους Κολοφώνιους και συμπεριλήφθηκε στην Ιωνική Δωδεκάπολη. Μετά την ήττα του Αντίοχου στη Μαγνησία το 190 π.Χ. η πόλη περιήλθε στη Ρωμαϊκή κυριαρχία. Κατά τη Βυζαντινή περίοδο η Σμύρνη θεωρούνταν από τις σημαντικότερες πόλεις της Ιωνίας. Μετά την ήττα των Βυζαντινών στο Ματζικέρτ (1071) η πόλη περιήλθε στα χέρια των Σελτζούκων. Ωστόσο την ανέκτησαν οι Κομνηνοί. Τον 14ο αιώνα την καταλαμβάνουν οι Οθωμανοί και γίνεται πρωτεύουσα του Εμιράτου του Αϊδινίου. Από το 1344 μέχρι το 1403 η πόλη βρίσκεται στην εξουσία των Φράγκων. Κατά την ύστερη Οθωμανική περίοδο η πόλη αποκαλούνταν από τους Οθωμανούς Γκιαούρ Ιζμίρ δηλαδή άπιστη Σμύρνη λόγω του έντονου χριστιανικού της στοιχείου.

 Σμύρνης Μητρόπολη: Ήδη κατά τον πρώτο αιώνα ο Χριστιανισμός έγινε γνωστός στη Σμύρνη αφού η πόλη αναφέρεται μεταξύ των επτά της Αποκαλύψεως. Η Σμύρνη γνωρίζεται ως ανεξάρτητη Αρχιεπισκοπή και καταλαμβάνει συνήθως την 5η θέση μεταξύ των αυτοκεφάλων αρχιεπισκόπων του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Γύρω στον 10ο αιώνα προάγεται σε Μητρόπολη με υποκείμενες Επισκοπές, οι οποίες αποσπάστηκαν από τη Μητρόπολη Εφέσου. Το 1387 εκδηλώθηκε διένεξη μεταξύ των Μητροπόλεων Εφέσου και Σμύρνης για τα ενοριακά δικαιώματα της πόλης των Βριούλων (Βουρλά). Κατά την Οθωμανική περίοδο η Μητρόπολη Σμύρνης δεν συγχωνεύθηκε με αυτήν της Εφέσου όπως συνέβη με άλλες μικρασιατικές μητροπόλεις της περιοχής. Παρέμεινε ανεξάρτητη με δικαιοδοσία στην πόλη της Σμύρνης και στα γύρω χωριά.

Στις αρχές του 20ου αιώνα η Μητρόπολη Σμύρνης περιλάμβανε τους κατωτέρω οικισμούς:
α) Σμύρνη (İzmir) με 16 ενορίες
β) Καρατάσι (Karatas)
γ) Καραντίνα (Murat Reis Mh.)
δ) Νταργάτς (Darağaç)
ε) Σαλάχανε (Salhane) από τη σημερινή Επαρχία İzmir (Σμύρνης) του ομώνυμου Νομού
στ) Μπαϊρακλί (Bayraklı)
ζ) Αγία Τριάδα (Turan) από τη σημερινή Επαρχία Bayraklı (Μπαϊρακλί) του Νομού İzmir (Σμύρνης)
η) Μπουρνόβας (Bornova)
θ) Μπουνάρμπασι (Pınarbaşı)
ι) Κοκλουτζάς (Altindag)
ια) Μερσινλί ή Μυρσινέα (Mersinli)
ιβ) Πετρωτά (Naldöken) από τη σημερινή Επαρχία Bornova (Μπουρνόβα) του Νομού İzmir (Σμύρνης)
ιγ) Μπουτζάς (Buca) από τη σημερινή Επαρχία Buca (Μπουτζά) του Νομού İzmir (Σμύρνης)
ιδ) Σβεντίκιοϊ-Αρχάγγελος (Seydiköy) από τη σημερινή Επαρχία Gaziemir (Γαζή Εμίρ) του Νομού İzmir (Σμύρνης)
ιε) Τζιμόβασι (Menderes) από τη σημερινή Επαρχία Menderes (Τζιμόβασι) του Νομού İzmir (Σμύρνης)
ιστ) Προφήτης Ηλίας-Γενήκλισε.

_

Διαβάστε επίσης:

Η Αγία Φωτεινή της Σμύρνης και τα «παιδιά» της

Ιερές Μητροπόλεις της Μικράς Ασίας και της Θράκης

_

_δφφ

Πηγή: http://users.sch.gr/markmarkou/katalog/ecp/smyrna.htm