Οἱ Ἑλληνικὲς Κοινότητες ἐν Αὐστρίᾳ, τοῦ Δρ. Θεοφάνους Πάμπα

Ἡ παρουσία τῶν Ἑλλήνων στὴν Αὐστρία ἀνάγεται στὴ ρωμαϊκὴ ἐποχὴ καὶ τεκμηριώνεται βάσει τῶν ἑλληνικῶν ἐπιγραφῶν τοῦ 1ου-3ου μ.Χ. αἰ., ποὺ ἔφερε στὸ φῶς ἡ ἀρχαιολογικὴ σκαπάνη στὸ Carnuntum. Στοὺς λεγεωναρίους του ἀνήκαν Ἕλληνες ἀπὸ τὴ Μακεδονία καὶ τὴν Κάτω Ἰταλία. Σὲ ἐπιτύμβιες στῆλες, βωμούς, τοίχους, κεραμικά, μεταλλικὰ πλακίδια καὶ ἄλλα ἀντικείμενα ἔχουν διατηρηθεῖ τὰ ὀνόματά τους: Διόδωρος, Ἀσκληπίδης, Πρωτόμαχος, Νόννος, Ποσειδώνιος, Φλῶρος, Σμυρναῖος, Μελεσίδικος. Ἡ Εἰδικίη δὲ εἶναι ἡ πρώτη γνωστὴ Ἑλληνίδα, ποὺ ἔχει ταφεῖ σὲ αὐστριακὸ ἔδαφος.

Gertrud_und_Theodora_Komnena.PNG

H Θεοδώρα Κομνηνή, ἀνεψιὰ τοῦ Αὐτοκράτορα Μανουὴλ Α΄ Κομνηνοῦ (στα δεξιά)

Σύναψη σχέσεων μεταξὺ Βυζαντίου καὶ Αὐστρίας στὴ μεσοβυζαντινὴ ἐποχὴ μαρτυροῦν δύο ἐπιγαμίες βυζαντινῶν πριγκιπισσῶν μὲ ἡγεμόνες τῆς πρώτης αὐστριακῆς δυναστείας τῶν Babenberg (976-1246). Ὁ δοῦκας Ἑρρίκος Β΄, ὁ ἐπωνομαζόμενος Jasomirgott (1107-1177), νυμφεύεται τὸ 1148 στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας στὴν Κωνσταντινούπολη μὲ βυζαντινὴ ἱεροτελεστία τὴ Θεοδώρα Κομνηνή, ἀνεψιὰ τοῦ Αὐτοκράτορα Μανουὴλ Α΄ Κομνηνοῦ καὶ ὁ δοῦκας Λεοπόλδος Στ΄ ὁ ἔνδοξος (1176-1230) στὴ Βιέννη, πιθανὸν τὸ 1203, μία ἐπίσης Θεοδώρα, ἐγγονὴ τοῦ αὐτοκράτορα Ἀλεξίου Γ΄ ἀπὸ τὸν οἶκο τῶν Ἀγγέλων. Ἕνας τρίτος συχνὰ ἀναφερόμενος γᾶμος εἶναι ἀνυπόστατος, ἐπειδὴ στηρίζεται σὲ πλαστογράφημα τοῦ 18ου αἰ. Ἡ Ἅλωση τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς τὸ 1453 ἐπισφραγίζει τὸ τέλος τοῦ Βυζαντίου ὡς κράτος καὶ τὴν ἀνακοπὴ τῶν σχέσεων.

Ἔκτοτε καὶ μέχρι τὰ τέλη τοῦ 17ου αἰ. ἀναφέρονται μόνο σποραδικὰ ἐπισκέψεις Ἑλλήνων στὴ Βιέννη (Βησσαρίων, Λεόντιος, Εὐστράτιος, Φιλόπονος, Ἐμμανουὴλ Μουζίκιος κ.ἄ.). Οἱ ἀπαρχὲς τῆς ἐγκατάστασης Ἑλλήνων ἐμπόρων στὴν πόλη αὐτὴ δὲν προσδιορίζονται σαφῶς. Ὁ πρῶτος Ἕλληνας, ποὺ ἐμφανίζεται στὰ μητρῴα ἀποθανώντων, ποὺ τηροῦνται ἀπὸ τὴ Δημοτικὴ Ἀρχὴ τῆς Βιέννης ἤδη ἀπὸ τὸ 1648 εἶναι ὁ Παῦλος Λαγός (†2.3.1695). Οἱ ἐγκαταστάσης Ρωμιῶν πραματευτῶν ὑπηκόων τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους στὴ Βιέννη βάσει αὐτοκρατορικῶν προνομίων ἀρχίζουν οὐσιαστικὰ μετὰ τὴ δεύτερη πολιορκία τῆς Βιέννης (1683) καὶ τοὺς νικηφόρους πολέμους τῶν Ἁψβούργων ἐναντίον τῶν Ὀθωμανῶν, ποὺ ἕπονται. Οἱ συνθῆκες εἰρήνης τοῦ Κάρλοβιτς (1699), Πασσάροβιτς (1718), Βελιγραδίου (1739) καὶ οἱ συνακόλουθες ἐμπορικὲς συμφωνίες μὲ ἀμοιβαῖες τελωνειακὲς παραχωρήσεις, ποὺ συνομολογοῦνται μεταξὺ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης καὶ τῆς Αὐτοκρατορίας τῶν Ἁμψβούργων, δημιουργοῦν εὐνοϊκὲς συνθῆκες γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ ἐμπορίου. Ἡ ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 17ου αἰ. ἀλλαγὴ τῆς αὐστριακῆς πολιτικῆς ἔναντι τῶν ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἐπιτρέπει ἐπίσης στοὺς πιστούς της τὴν ἐλεύθερη ἄσκηση τῆς λατρείας τους κατὰ τὸ δόγμα καὶ τὸ τυπικὸ τῆς Ἀνατολικῆς Ἑκκλησίας.

Πόλης ἕλξης καὶ βασικὸς προορισμὸς τῶν Ἑλλήνων ἐμπόρων ὑπῆρξε ἡ Βιέννη. Ἡ γεωγραφική της θέση τὴν καθιστᾶ κέντρο τῶν ἐμπορικῶν τους ἐπιχειρήσεων, τὶς ὁποῖες ἐπεκτείνουν πρὸς κάθε κατεύθυνση. Καταφέρνουν γρήγορα νὰ ἐλέγχουν τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ εἰσαγωγικοῦ καὶ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου τῆς Ἁψβουργικῆς μὲ τὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία καὶ νὰ καταστοῦν σημαντικοὶ οἰκονομικοὶ παράγοντες. Θεμελιώδους σημασίας γιὰ τὴ διατήρηση τῆς ἐθνικῆς καὶ θρησκευτικῆς ταυτότητος τῶν νεοεγκατεστημένων ἀποίκων ἦταν ἡ τάση τους γιὰ κοινοτικὴ ὀργάνωση μὲ ὅλους τοὺς σχετικοὺς θεσμούς, δηλαδὴ ἡ ἵδρυση ἐκκλησιῶν, νεκροταφείου, σχολείου, βιβλιοθήκης καὶ ἡ δημιουργία ταμείων ὑπὲρ τῶν φτωχῶν καὶ τοῦ σχολείου. Συγκροτοῦν ἐκτὸς ἀπὸ ἐμπορικὲς συντροφιὲς ἢ κομπανίες, δύο ἀδελφότητες (θεσμικὰ ἀναγνωρισμένες ἑνώσεις λαϊκῶν πρὸς ἐξυπηρέτηση ἐκκλησιαστικῶν σκοπῶν), οἱ ὁποῖες ἀποκτοῦν ἐπὶ Ἰωσὴφ Β΄ τὸ status τῶν ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων καὶ ἐντάσσονται στὸ σύστημα τῶν ἐνοριῶν. Ἀρχαιότερη εἶναι ἡ Ἀδελφότητα τῶν Ἑλλήνων ὀρθοδόξων Ὀθωμανῶν ὑπηκόων τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ἱδρύθηκε πιθανότατα λίγο μετὰ τὴν ἀποσόβηση τοῦ ὀθωμανικοῦ κινδύνου ἀπό τὴ Βιέννη (1683). Ἡ συγκρότηση τῆς Ἀδελφότητας τῶν Ἑλλήνων αὐστριακῶν ὑπηκόων συμπίπτει σχεδὸν μὲ τὴν ἵδρυση τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Τριᾶδος. Ἡ πρόταση τῶν μελῶν της τὸ 1784 γιὰ ἀγορὰ τοῦ ρωμαικαθολικοῦ ναοῦ γιὰ κοινὴ λατρευτικὴ χρήση δὲν ἔγινε ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Ἀδελφότητας τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, πρᾶγμα ποὺ ὁδήγησε στὴν πόλωση.

Μεταξὺ τῶν δύο ἀδελφοτήτων εἶχε ἐπέλθει ἤδη σοβαρὴ ψυχολογικὴ διάσταση. Οἱ Ὀθωμανοὶ  ὑπήκοοι θεωροῦσαν τοὺς συμπατριώτες τους μὲ αὐστριακὴ ὑπηκοότητα ὡς ἀνθρώπους ποὺ ἀπαρνήθηκαν τὴν πατρικὴ γῆ, ὡς ὄργανα ἐξυπηρέτησης αὐστριακῶν συμφερόντων καὶ ὡς μὴ γνησίους ὑπερασπιστὲς τῶν συμφερόντων τῆς δούλης πατρίδος. Ἡ ἀντιπαράθεση αὐτὴ ὀφείλεται καὶ στὰ διαφορετικὰ ἢ ἀνταγωνιστικὰ οἰκονομικὰ καὶ κοινωνικὰ ἐνδιαφέροντα μεταξὺ τῶν δύο πλευρῶν.

Ὁ διαχωρισμὸς τῶν Ἑλλήνων τῆς Βιέννης σὲ δύο κοινότητες βάσει τοῦ κριτηρίου τῆς ὑπηκοότητας σὲ ὀθωμανικοὺς καὶ καισαροβασιλικοὺς ὀφείλεται σὲ διάταγμα τῆς Μαρίας Θηρεσίας τοῦ ἔτους 1774. Αὐτὸ ἐπέβαλλε στοὺς Ἕλληνες ὀθωμανοὺς ὑπηκόους γιὰ νὰ ἀποκτήσουν τὴν καισαροβασιλικὴ ὑπηκοότητα, προϋπόθεση γιὰ τὴν ἀπρόσκοπτη συνέχιση καὶ διεύρυνση τῶν ἐπιχειρησιακῶν τους δραστηριοτήτων, νὰ δώσουν ὅρκο πίστης στὴ μοναρχία καὶ νὰ ἐγκατασταθοῦν μόνιμα στὴν ἐπικράτειά της μὲ τὶς οἰκογένειές τους. Τὸ μόνο κοινὸ ποὺ διατήρησαν οἱ δύο κοινότητες ἦταν ἡ κοινὴ ἰδιοκτησία στὸ ἑλληνικὸ τμῆμα τοῦ νεκροταφείου Sankt Marx, ὅπου ἐνταφιάσθηκε ἡ πλειονότητα τῶν Ἑλλήνων καὶ πολλῶν ἄλλων ὀρθοδόξων ἐπὶ 102 χρόνια, ἀπὸ τὸ 1784 ἕως τὸ 1886.

Οἱ Ἕλληνες καίτοι συμπορεύθηκαν ἐκκλησιαστικὰ στὴν ἀρχὴ μὲ τοὺς ὁμόθρησκους Σέρβους, ἐπωφελούμενοι τοῦ γεγονότος, ὅτι οἱ Σέρβοι ἦταν οἱ πρῶτοι ὀρθόδοξοι ποὺ ἐξασφάλισαν τὸ 1690 μὲ δίπλωμα τοῦ Λεοπόλδου Α΄ τὸ προνόμιο θρησκευτικῆς ἐλευθερίας καὶ ἐκκλησιαστικὴς αὐτονομίας, ἐπεδίωξαν ἤδη ἀπ’ τὴν ἀρχὴ μὲ αὐτοκρατορικὰ προνόμια νὰ ἑδραιώσουν, διατηρήσουν καὶ αὐξήσουν τὴν ἐκκλησιαστική τους ἀνεξαρτησία. Τὰ αἴτια τῆς ἑλληνοσερβικῆς διαμάχης, ποὺ ὁδήγησαν σὲ οὐσιαστικὴ ἀπεξάρτηση ἀπό τὴ δικαιοδοσία τῆς σερβικῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ δημιουργία ξεχωριστῶν κοινοτήτων ἦταν κυρίως ἡ γλώσσα τῆς λειτουργίας καὶ τῆς ἐκπαίδευσης, καθὼς καὶ ζητήματα ἐκκλησιαστικῆς ὀργάνωσης καὶ κυριότητας τῶν ναῶν. Ἦταν πρωτίστως μία  διαμάχη μεταξὺ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν τῶν δύο ἐθνοτήτων, ἀλλὰ ὄχι μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ ἐθνικὰ μεικτοῦ ποιμνίου.

Ἡ ἀδελφότητα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου –κατόπιν ἐνεργειῶν ποὺ ὑποστηρίχθηκαν ἀπὸ τὸν πρίγκηπα Εὐγένιο τῆς Σαβοΐας ἐπέτυχε τὸ 1723 τὴν ἔκδοση αὐτοκρατορικοῦ προνομίου ἀπὸ τὸν Κάρολο Στ΄, τὸ ὁποῖο ἀναγνωρίσθηκε καὶ μὲ διάταγμα τοῦ Ἀνωτάτου Πολεμικοῦ Συμβουλίου στὶς 9 Ἰανουαρίου 1726. Σύμφωνα μὲ αὐτὸ ἐχορηγεῖτο στὴν Ἀδελφότητα τὸ δικαίωμα ἱδρύσεως τοῦ πρώτου ὀρθοδόξου παρεκκλησίου στὴ Βιέννη στὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ ἐλεύθερης τελέσεως τῆς θείας Λατρείας. Ἡ πρώτη ἕδρα τοῦ παρεκκλησίου ἦταν μικρὴ κατοικία στὸ Dempingerhof (Seitenstettengasse 4). Μετὰ ἀπὸ ἕξι χρόνια μεταφέρθηκε στὸ Steyerhof (Griechengasse 4). Ὁ ναὸς τέθηκε ἀρχικὰ στὴ δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ στὶς ἀκολουθίες μνημομνευόταν τὸ ὄνομα τοῦ Πατριάρχη. Μὲ ἔκδοση νέου αὐλικοῦ διατάγματος στὶς 2 Μαρτίου 1776 ἡ Μαρία Θηρεσία τερματίζει μία περίοδο ἀντιπαλότητας, κατοχυρώνοντας στὴν ἑλληνικὴ ἀδελφότητα ὁριστικὰ τὴν ἀποκλειστικὴ κυριότητα τοῦ ναοῦ καὶ τὸ δικαίωμα αὐτόνομης ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως. Τὰ παραχωρηθέντα τότε αὐτοκρατορικὰ προνόμια τῆς Μαρίας Θηρεσίας πρὸς τὴν Ἀδελφότητα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἀναγνώρισαν καὶ ἐπικύρωσαν μὲ νέα χρυσόβουλλα τρεῖς κατοπινοὶ αὐτοκράτορες, ὁ Ἰωσὴφ Β΄στὶς 3 Αὐγούστου 1782, ὁ Λεοπόλδος Α΄ στὶς 3 Νοεμβρίου 1791 καὶ ὁ Φραγκίσκος Β΄ στὶς 10 Ἰανουαρίου 1794.

5243022_web.jpg

Ο Ελληνικός Ναός Αγίου Γεωργίου Βιέννης, στην Griechengasse (οδός των Ελλήνων).

Τὸ 1803 οἱ νέοι ἰδιοκτῆτες τοῦ Steyerhof δὲν δέχονταν νὰ παρατείνουν τὴν ἐνοικίαση τῶν χώρων, ὄπου στεγαζόταν τὸ παρεκκλήσι καὶ ἡ οἰκία τοῦ ἐφημερίου. Τὴν ἴδια ἐποχὴ ὅμως προσφερόταν γιὰ πώληση δύο γειτονικὰ οἰκήματα. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 758 ὀνόματι „zum kleinen Küßdenpfennig-Haus” καὶ τὸ διπλανὸ ὑπ’ ἀριθ. 757 μὲ τὸ ὄνομα Wagner- ἢ Binder-Häuschen. Προέκυπτε ὅμως ἕνα σοβαρὸ πρόβλημα, ποὺ ἔχρηζε ἄμεσης λύσης, μιὰ καὶ ἡ Ἀδελφότητα δὲν δικαιοῦτο νομικὰ νὰ ἀποκτήσει ἰδιοκτησία, ἐπειδὴ τὰ μέλη της ἦταν Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι. Ἡ λύση δόθηκε μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Ἕλληνα ἐμπόρου Γεωργίου Καραγιάννη (Georg Johann Ritter von Karajan), ὁ ὁποῖος ὡς καισαροβασιλικὸς ὑπήκοος εἶχε νομικὰ τὸ δικαίωμα ἀγορᾶς ἀκινήτων. Αὐτὸς ἐξουσιοδοτήθηκε στὶς 8 Ἰουνίου 1802 νὰ ἀγοράσει στὸ ὄνομά του γιὰ λογαριασμὸ τῆς Ἀδελφότητας τὰ δύο οἰκήματα μὲ σκοπὸ τὴν ἀνέγερση ναοῦ. Μὲ συμβόλαια ἀγορᾶς, ποὺ ὑπογράφηκαν τὸ οἴκημα 758 στὶς 27 Ἰουλίου 1802 καὶ γιὰ τὸ ἀρ. 757 στὴν 1 Μαΐου 1803 ἀγοράζεται τὸ μὲν πρῶτο ἔναντι τοῦ ποσοῦ τῶν 21.000 φιορινίων, τὸ δὲ δεύτερο ἔναντι 3.500. Ὁ Καραγιάννης παραδίδει στὴν Ἀδελφότητα ἐνυπόγραφη ἀπόδειξη γιὰ τὶς ὡς ἄνω ἀγορὲς στὶς 6 Ἰουλίου 1803. Ἀναλαμβάνει ἐπίσης τὴν ἐπιστασία τῆς οἰκοδόμησης. Ὁ θεμέλιος λίθος τέθηκε τὸ 1803 καὶ οἱ ἐργασίες κατασκευῆς μὲ ἀρχιμάστορα τὸν Franz Wipplinger, καθὼς καὶ ἐξωραϊσμοῦ ἀποπερατώθηκαν στὶς 2 Φεβρουαρίου 1806. Τὰ συνολικὰ ἔξοδα γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση τοῦ ναοῦ καὶ τῆς κοινοτικῆς οἰκίας ἀνῆλθαν στὸ ποσὸ τῶν 126.784 φιορινίων.  Κατόπιν ὑψηλῆς ἀποφάσεως στὶς 14 Δεκεμβρίου 1893, ἡ ὁποία γνωστοποιήθηκε μὲ διάταγμα τῆς κυβέρνησης στὶς 24 Ἰανουαρίου 1834, ἐκχωρήθηκε ἀπὸ τὸ Δημήτριο καὶ Θεόδωρο Καραγιάννη, κληρονόμους τοῦ Γ.  Καραγιάννη, ἡ ἰδιοκτησία τῶν ὑπὸ νέο ἀριθμὸ 713 δύο κτισμάτων στὴν Ἀδελφότητα. Τὸ 1897 ἀποφασίσθηκε καὶ τὸ 1898 ἀνακαινίσθηκε ὁ ἀποσαθρωμένος ναὸς μὲ δαπάνες τῆς κοινότητας καὶ τοῦ μεγάλου εὐεργέτη Νικολάου Δούμπα. Δημιουργήθηκε τότε ἡ σημερινὴ εἴσοδος στὴν Griechengasse, τὸ ἀνάγλυφο μὲ τὴ σκηνὴ τῆς δρακοκτονίας ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γεώργιο στὸ Τύμπανο τοῦ ἀετώματος τῆς ἀνατολικῆς πρόσοψης καὶ ἡ ἀνέγερση κωδωνοστασίου μὲ σχέδια τοῦ ἀρχιτέκτονα Ludwig Tischler. Τὴν ἴδια χρονιὰ ἀνηγέρθη καὶ τὸ νέο μεγαλύτερο σπίτι τῆς κοινότητας (Hafnersteig 2-4).

Griechenkirche_Fleischmarkt_Wien.jpg

Η Ελληνική Εκκλησία της Αγίας Τριάδος Βιέννης, στην ιστορική συνοικία Fleiischmarkt, από γκραβούρα του 19ου αιώνα.

Μετὰ τὴν ἀπόρριψη τῆς πρότασής των γιὰ κοινὸ ναὸ καὶ κοινότητα, οἱ Ἕλληνες καισαροβασιλικοὶ ὑπήκοοι ἐπεδίωξαν ἀμέσως καὶ ἐπέτυχαν χάρης τὸ Διάταγμα Ἀνεξιθρησκίας (1781) τὴ συγκρότηση τῆς Κοινότητας τῆς Ἁγίας Τριᾶδος καὶ μετὰ ἀπὸ παραχώρηση τοῦ προνομίου ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ Β΄ (1787)  τὴ ἵδρυση τοῦ ὁμώνυμου μεγαλοπρεποὺς ναοῦ (Fleischmarkt 13). Τὸ διόροφο κτήριο, ἰδιοκτησία τοῦ κόμητος Joseph von Stockhammer, ἀγοράστηκε τὸ 1782 ἀπὸ τὴν κοινότητα ἔναντι 21.200 φιορινίων. Αὐτὴ μὲ ἔγκριση ποὺ ἔλαβε στὶς 29 Ἰανουαρίου 1783 ἐγκαινίασε στὸ πίσω τμῆμα ἁπλὸ ἀκόσμητο εὐκτήριο οἶκο καὶ βάσει διατάγματος τῆς αὐλικῆς καγκελαρίας τῆς 8ης Ὀκτωβρίου 1787  ἀνέθεσε στὸν ἀρχιτέκτονα Peter Mollner τὴν μετατροπή του σὲ ναό. Τὸ 1796 ἀνανεώθηκαν  καὶ ἐπικυρώθηκαν ἀπὸ τὸν Φραγκίσκο Β΄ τὰ προνόμια τῆς κοινότητος καὶ τῆς παραχωρεῖται ἡ ἄδεια γιὰ ἀνέγερση κωδωνοστασίου καὶ δημιουργία εἰσόδου στὴν alter Fleischmarkt. Τὸ 1833 ἀποφασίσθηκε ἡ ἀνακαίνιση καὶ ὁ καλωπισμὸς τοῦ ναοῦ, ἐργασίες ποὺ συνεχίσθηκαν καὶ τὴν περίοδο 1856-1858 ὑπὸ τὸν ἀρχιτέκτονα Poduschka. Τὴν ἐκτέλεση τῶν σχεδίων καὶ ἐργασιῶν γιὰ τὴν ἀναδιαμόρφωση τοῦ σπιτιοῦ τῆς κοινότητας ἔμπροσθεν τοῦ ναοῦ ἀνέλαβε κατόπιν ἐντολῆς τοῦ Σίμωνος Σίνα καὶ μὲ γενναιόδωρη δαπάνη τοῦ ὕψους 70.000 φιορινίων, ὁ περίφημος Δανὸς Ἀρχιτέκτονας Θεόφιλος Χάνσεν. Σ’ αὐτὸν ὀφείλεται μεταξὺ ἄλλων, ἡ διαμόρφωση τῆς σημερινῆς προσόψεως τοῦ σπιτιοῦ, τῆς εἰσόδου καὶ τοῦ διαδρόμου, ποὺ ὁδηγεῖ στὸ μονόχωρο κυρίως ναὸ σὲ βυζαντινίζοντα ρυθμό, ὥστε ἡ μὲν πρόσοψη νὰ δημιουργεῖ τὴν ἐντύπωση βυζαντινοῦ ναοῦ, ἡ δὲ πρώην δίοδος, νάρθηκα, καθὼς καὶ ἡ ἀνακατασκευὴ καὶ μετατόπιση τοῦ κωδωνοστασίου στὸ μπροστινὸ τμῆμα. Ὁ ἀνακαινισμένος ναὸς ἐγκαινιάσθηκε πανηγυρικὰ στὶς 21 Δεκεμβρίου 1858.

Στὸ δεύτερο ὄροφο τοῦ σπιτιοῦ τῆς κοινότητας βρίσκονται σήμερα οἱ αἴθουσες τῆς βιβλιοθήκης καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐθνικῆς Σχολῆς Βιέννης. Οἱ ἔφοροι τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας τῆς Ἁγίας Τριᾶδος ἦταν ἐκεῖνοι, ποὺ ὑπέβαλλαν στὶς 22 Σεπτεμβρίου 1801 αἴτηση γιὰ χορήγηση ἄδειας ἵδρυσης σχολείου, ἡ ὁποία ἐγκρίθηκε μὲ διάταγμα, ποὺ ἐξέδωσε ἡ κυβέρνηση τῆς Κάτω Αὐστρίας στὶς 19 Μαΐου 1804. Ἔκτοτε καὶ μέχρι σήμερα λειτουργεῖ τὸ σχολεῖο καὶ προσφέρει δωρεὰν παιδεία στὰ παιδιὰ τῆς Ὁμογένειας. Αὐτὸ στεγάσθηκε ἀρχικὰ στὸ παλαιὸ σπίτι, δίπλα στὶς κατοικίες τῶν ἱερέων, λειτούργησε κατόπιν ἐπὶ δεκαετίες στὸ σπίτι τῆς ὁδοῦ Sonnenfelsgasse 17, ποὺ κληροδότησε ὁ ἔμπορος Κυριάκος Πολύζος στὸ σχολεῖο γιὰ τὶς ἀνάγκες του, γιὰ νὰ μεταφερθεῖ στὴν παλιά του ἕδρα μετὰ τὴν ἀνακαίνιση καὶ νὰ ξαναρχίσει τὴ λειτουργία του ἀπὸ τὸ πρῶτο ἐξάμηνο τοῦ 1858/1859. Τὴν ἀπρόσκοπτη λειτουργία τόσο τοῦ ναοῦ, ὅσο καὶ τῆς Σχολῆς φροντίζει ἡ κοινότητα τῆς Ἁγίας Τριᾶδος, ἐνῶ τὸ ἑλληνικὸ κράτος συμβάλλει διαθέτοντας τὸ διδακτικὸ προσωπικό. Τὸ σχολεῖο μετὰ τὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ἀκολουθεῖ τὴν ἑλληνικὴ κρατικὴ ἐκπαιδευτικὴ πολιτική. Στοὺς πιὸ γνωστοὺς δασκάλους τῆς Σχολῆς συγκαταλέγονται οἱ: Θεόκλητος Φαρμακίδης, Ἄνθιμος Γαζής, Κωνσταντῖνος Κούμας, Βασίλειος Παπαευθυμίου, Νεόφυτος Δούκας κ.ἄ.

Στὸν πρῶτο ὄροφο βρίσκεται ἡ αἴθουσα συνεδριάσεων τῆς κοινότητας, ἡ ὁποία, ὅπως καὶ αὐτὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἤδη ἀπὸ τὴν ἵδρυσή της ἀναγνώριζε ὡς ἀνώτατη πνευματικὴ ἡγεσία της τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Σήμερα ἑδρεύει στὸ χῶρο αὐτὸ ἡ Ἱερὰ Μητρόπολις Αὐστρίας, Ἐξαρχία Οὑγγαρίας καὶ Μεσευρώπης.  Τὸ 1924 ἱδρύθηκε ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἡ Μητρόπολις Κεντρώας Εὐρώπης, στὴν ὁποία ὑπήχθησαν οἱ ἑλληνορθόδοξες κοινότητες Αὐστρίας, Οὑγγαρίας καὶ Ἰταλίας. Πρῶτος μητροπολίτης ἐξελέγη ὁ ἀπὸ Ἀμασείας Γερμανὸς Καραβαγγέλης. Μετὰ τὸ θανατό του (11.7.1935) καὶ λόγῳ τῶν διεθνῶν πολιτικῶν συνθηκῶν συγχωνεύθηκε μὲ αὐτὴ τῶν Θυατείρων στὸ Λονδίνο. Στὶς 17 Φεβρουαρίου 1963 τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἵδρυσε τὴ Μητρόπολη Αὐστρίας, Ἐξαρχία Οὑγγαρίας καὶ Μεσευρώπης. Πρῶτος Μητροπολίτης ἐξελέγη ὁ Χρυσόστομος Τσίτερ, ανηψιός του αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης, του οποίου το όνομα έφερε. Δεύτερος Μητροπολίτης ἐξελέγη ἀπό τὸ 1991 ἕως τὸ 2011 ὁ Μιχαὴλ Στάϊκος καταγόμενος εκ μητρός ἀπό τὴ Σμύρνη. Τὸ 2011 ἐξελέγη νέος Μητροπολίτης ὁ Ἀρσένιος Καρδαμάκης. Ἡ Μητρόπολη συντονίζει τὸ ἔργο τῶν δύο κοινοτήτων, τοῦ σχολείου καὶ προάγει τὴ θρησκευτικὴ ζωὴ τῆς ὁμογένειας καὶ διαδραματίζει ρόλο στὴν οἰκουμενικὴ κίνηση.

Οἱ δύο ἱστορικὲς ἑλληνορθόδοξες κοινότητες τῆς Βιέννης, μὲ τοὺς θεσμοὺς ποὺ δημιούργησαν, προσπάθησαν νὰ διατηρήσουν στὴν ξενιτιὰ τὴν ἐθνικὴ συνείδηση, τὴ θρησκευτικὴ ταυτότητα, τὸν πολιτισμὸ καὶ τὶς παραδόσεις τῶν Ἐλλήνων. Ἔχουν νὰ ἐπιδείξουν σημαντικότατο κοινωνικό, φιλανθρωπικό, ἐκπαιδευτικὸ καὶ ἐθνικὸ ἔργο. Αὐτὸ κατέστη δυνατὸ χάρη στὶς προσόδους πολυαρίθμων ἱδρυμάτων καὶ κληροδοτημάτων, καθὼς ἐπίσης δωρεῶν καὶ ἐτησίων οἰκονομικῶν εἰσφορῶν τῶν μελῶν τους. Ἐπὶ γενεὲς τὸ ταμεῖο φτωχῶν προσέφερε οἰκονομικὴ βοήθεια στοὺς ἀπόρους τῶν κοινοτήτων, τὸ σχολικὸ ταμεῖο βασικὴ παιδεία καὶ ὑποτροφίες. Συνέδραμαν οἰκονομικὰ πολλὲς κοινότητες τῆς ἑλληνικῆς διασπορᾶς, πρὸ πάντων ὅμως ἐνίσχυσαν ποικιλοτρόπως τὸ δοῦλο Γένος. Ἀνήκουν στοὺς πρωτοπόρους συντελεστὲς τῆς πνευματικῆς του Ἀνάστασης καὶ Ἐθνικῆς Παλιγγενεσίας. Στὶς ἑλληνικὲς κοινότητες καὶ στὴν ἑλληνορθόδοξη Ἐκκλησία ὑπὸ τὴν ποιμαντορία τῆς Μητρόπολης, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ συνέχιση τοῦ παραδοσιακοῦ τους ἔργου, ἐναπόκειται στὸ μέλλον ἡ διαφύλαξη καὶ ἀνάδειξη τῆς πλούσιας ἱστορικῆς καὶ πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς. Μπορεῖ νὰ λειτουργήσουν ὡς γέφυρες ἐπικοινωνίας καὶ ἐνδυνάμωσης τῶν σχέσεων μεταξὺ Αὐστρίας καὶ Ἑλλάδας.

______________

Πηγές:
http://www.metropolisvonaustria.at/index.php/gr/
http://www.meinbezirk.at/donaustadt/lokales/die-georgskirche-am-hafnersteig-m5243022,724537.html