Οσιακές μορφές του σύγχρονου γυναικείου μοναχισμού: η καθηγουμένη της Μονής Παναγίας Οδηγήτριας Πορταριάς Πηλίου γερόντισσα Μακρίνα Βασσοπούλου (γεννηθείσα στο Βιλαέτι της Σμύρνης το 1921) , η καθηγουμένη της Μονής Αναλήψεως Ταξιαρχών Δράμας γερόντισσα Ακυλίνα Παρμαξίδου (γεννηθείσα στα Θείρα της Σμύρνης το 1921), η γερόντισσα Άννα Γιοβάνογλου της Δράμας (γεννηθείσα στην Πάνορμο της Μικράς Ασίας το 1903) και η γερόντισσα Τιμοθέη Χριστοδούλου, ηγουμένη Μονής Αγίου Γεωργίου Βρανά Μαραθώνα Αττικής.

%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b1%cf%87%ce%b7-%ce%b1%ce%ba%cf%85%ce%bb%ce%b9%ce%bd%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%bc%ce%b1%ce%be%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85

μοναχή Ακυλίνα Παρμαξίδου, η εκ Θείρων Σμύρνης, καθηγουμένη της Μονής Αναλήψεως Ταξιαρχών Δράμας

Γέννηση στα Θείρα Σμύρνης και η Μικρασιατική Καταστροφή

Η  Ερασμία, κόρη των ευλαβών πολύτεκνων Γεωργίου και Ευτυχίας Παρμαξίδου, γεννήθηκε στα Θείρα της Σμύρνης στις 23 Απριλίου 1921. Η Μικρασιατική Καταστροφή με τις δύσκολες συνέπειες και για την οικογένεια της -επτά συγγενείς της μαρτύρησαν στην αγχόνη- ήταν ή αιτία ώστε να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες. Πρόσφυγες ήρθαν στον Πειραιά στις 14 /09/1922 και λίγο αργότερα εγκαταστάθηκαν στην Δράμα.

Εγκατάσταση στη Δράμα

Στην όμορφη αυτή πόλη της Ανατολικής Μακεδονίας, όπου ήταν Μητροπολίτης ό Νεομάρτυς και Ίερομάρτυς Χρυσόστομος Επίσκοπος Σμύρνης, μεγάλωσε ή μικρή Ερασμία. Χρωστούσε την κατά Θεόν μόρφωσή της στην βαθειά και αυθεντική ορθόδοξη ευλάβεια της Μικρασιάτισσας μητέρας της και της Μικρασιάτισσας γιαγιάς της. Στα δεκατρία της μόλις χρόνια αποφάσισε να μην παντρευτεί και να αφιερωθεί ακόμη περισσότερο στον Θεό με προσευχή και προσφορά στον συνάνθρωπο.

Παράλληλα ενδιαφέρθηκε για την πνευματική της καθοδήγηση. Έτσι με την μητέρα της ανέβηκαν με τα πόδια στο χωριό Σίψα (τώρα Ταξιάρχες), που είναι κοντά στην πόλη της Δράμας, για να επισκεφτούν το καινούριο μοναστήρι της Θείας Αναλήψεως τού Σωτήρος. Εκεί συνάντησαν τον όσιο γέροντα Γεώργιο Καρσλίδη τον εν Δράμα, τον κτήτορα και ιδρυτή της Μονής Αναλήψεως . Όταν εξομολογήθηκε στον όσιο Γεώργιο, εκείνος κατάλαβε τις αγνές προθέσεις της, πρόβλεψε την κατά Θεό πραγματοποίηση τού Ιερού της πόθου και της έδειξε πνευματική αγάπη. Άν και ήταν δεκαπέντε χρόνων, ό όσιος την αποκάλεσε «Μάνα-Ερασμία» προβλέποντας τον ηγετικό-μητρικό της ρόλο μέσα στην Εκκλησία. Της όρισε θέση στο αναλόγιο της Μονής και την έμαθε να ψάλλει τον «Πολυέλεο» και όποιους άλλους ύμνους γνώριζε στην ελληνική γλώσσα.

Προσφορά κατά την Κατοχή στη Θεσσαλονίκη

Νέες δοκιμασίες έρχονται στην Ελλάδα με την Ίταλογερμανική Κατοχή. Ή νεαρή Ερασμία μετακομίζει οικογενειακώς στην Θεσσαλονίκη. Με ακατάβλητο ψυχικό σθένος και περίσσια ανδρεία προσφέρει τις υπηρεσίες της στην πολυαγαπημένη της πατρίδα, πρωτοστατώντας στα συσσίτια για τους πεινώντες στην περιοχή τού Λαγκαδά. Τολμηρή και ανδρεία και με κίνδυνο για την ίδια της την ζωή ανέλαβε την τροφοδοσία των Ελλήνων στο στρατόπεδο Παύλου Μελά πού κρατούνταν από τούς Γερμανούς. Από εκείνα τα χρόνια συνδέθηκε πνευματικά με τον επίσης κρατούμενο Μητροπολίτη Τρίκκης και Σταγών Διονύσιο. Στην αγνή ψυχή της κατέγραψε πολλά από την διδαχή τού αγίου αυτού επισκόπου και έγινε αυτόπτης μάρτυρας της αρνήσεως του να σώσει την ζωή του.

Επιστροφή και δράση στη Δράμα

Επέστρεψε στην πόλη της με την λήξη τού πολέμου και της Βουλγαρικής Κατοχής. Το πρόγραμμά της ήταν μοιρασμένο στην προσευχή, την μελέτη, την εργασία στους οικογενειακούς κήπους και τα χωράφια και την προσφορά διακονίας στους συνανθρώπους της. Ήταν ένας πρότυπος κοινωνικός εργάτης στην εξάσκηση της αγάπης, διότι προστάτευε και κατηχούσε κορίτσια πού βρίσκονταν σε ανάγκη κατά την μετακατοχική εκείνη περίοδο. Οργάνωσε την Χ.Ε.Ν. Δράμας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Δεν ήταν ψυχρή κατηχήτρια, αλλά ο πατέρας, ή μητέρα, ή αδελφή πού εμψύχωνε τις κοπέλες και τις βοηθούσε να μορφωθούν, να αποκατασταθούν να γίνουν σωστές Ελληνίδες χριστιανές και μητέρες. Τις έμαθε να ψάλλουν ύμνους, να εξομολογούνται και να κοινωνούν, να έχουν μία γνήσια πνευματική ζωή μακριά από μια τυπική συμπεριφορά. Την υπηρεσία αυτή δεν προσέφερε μόνο στην πόλη της, αλλά με τα μέσα της εποχής όργωσε την επαρχία για να μεταδώσει το φώς τού Χριστού πού είχε πλημμυρίσει το είναι της.

Όταν διαχωρίστηκε ή αδελφότητα «Ζωή» και άρχισαν οι παλινωδίες στους κόλπους της, αποσύρθηκε διακριτικά. Με πίστη στον Θεό και την τόλμη που την διέκρινε στις επιλογές της μαζί με μία ομάδα νέων γυναικών ίδρυσε αδελφότητα στη Δράμα και αγοράστηκε το σπίτι τους με τον ολοήμερο κόπο και ίδρωτα τους. Τη δεκαετία του 1950 οργάνωσε συσσίτια στην Δράμα για να αντιμετωπιστούν οι πληγές που άφησε η τρίτη κατά σειρά Βουλγαρική Κατοχή στην Ανατολική Μακεδονία. Επίσης ξεκίνησε τις κατασκηνώσεις της Μητροπόλεως Δράμας στον Γρανίτη. Παράλληλα όλη ή αδελφότητα εργαζόταν ακατάπαυστα ως δασκάλες, νοσοκόμες, μοδίστρες και συγκέντρωναν τα χρήματά τους με σκοπό να ιδρύσουν μοναστήρι για να πραγματοποιήσουν τον ιερό τους πόθο να μονάσουν.

Αναζήτηση τόπου για τη στέγαση της αδελφότητας

Ή Ερασμία γύρισε όλη την Ελλάδα να βρει κατάλληλο τόπο και ξεκίνησε το κτίσιμο της Αγίας Παρασκευής στην Θήβα. Σε όλο αυτό το διάστημα γνώρισε κάθε δοκιμασία και πειρασμό. Συνάντησε πολλά εμπόδια και αφάνταστες δυσκολίες. Είδε την εγκατάλειψη από τούς εν Χριστώ αδελφούς και πνευματικούς. Είχε περιπέτειες, αντιμετώπισε αρρώστιες. Ακατάβλητη, θωρακισμένη με πίστη και πολλή προσευχή, υποτάχτηκε ταπεινά στο θέλημα τού Κυρίου αποδέχθηκε την στέγαση της αδελφότητας στο μοναστήρι της Σίψας μετά από προτροπή της Μοναχής Άννας Μακκαβαίου, την οποία είχε κάνει μεγαλόσχημη ό όσιος Γεώργιος.

%ce%b7-%ce%bc%ce%b9%ce%ba%cf%81%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%b3%ce%b5%cf%81%cf%8c%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%b1%ce%ba%cf%85%ce%bb%ce%af%ce%bd%ce%b1

Εγκατάσταση και Ηγουμενία στη Μονή Αναλήψεως Δράμας

Στις 25 Μαρτίου 1970 με την ευλογία και προτροπή του επιχώριου μητροπολίτη Δράμας Διονυσίου, επισκέφτηκε με την αδελφότητα της την εγκαταλειμμένη για έντεκα χρόνια Ιερά Μονή της Θείας Αναλήψεως. Αμέσως ξεκίνησαν τον αγώνα για να ευπρεπίσουν τον ιερό χώρο. Για έξι μήνες έκαιγαν σκουπίδια, καθάριζαν πέτρες και βοηθούσαν τούς εργάτες να κτίζουν. Με πολλές στερήσεις και προσωπικό κόπο εργάστηκαν με πρωτοφανή ζήλο και ακούραστα, ενώ τα βράδια έμεναν σε εγκαταλειμμένα σπίτια πού ήταν κοντά στη Μονή. Τελικά , στις 25 Απριλίου τού 1971 τελέσθηκαν τα εγκαίνια  από τον μητροπολίτη Δράμας Διονύσιο.

Στις 17 Ιουλίου 1970 και σε ηλικία 50 ετών πήρε το μέγα και αγγελικό σχήμα και ονομάσθηκε Άκυλίνα μοναχή. Από τότε επιδόθηκε σε ανώτερους πνευματικούς κόπους για την κατάρτιση της ψυχής της και την καθοδήγηση των μοναχών της. Ταυτόχρονα εργάσθηκε για το κτίσιμο και το μεγάλωμα της Μονής. Ολόκληρο το κτιριακό οικοδόμημα της Μονής είναι κόπος της δραστηριότητάς της μαζί με την πρώτη αδελφότητα άλλα και τις νεώτερες αδελφές, πού κράτησε 36 χρόνια. Στελέχωσε την Ιερά Μονή με πολυμελή αδελφότητα πού την αγάπησαν σαν αληθινή τους μητέρα.

Η Μονή, μετά από τον αγώνα και τις προσπάθειες της αδελφότητας με επικεφαλής την ηγουμένη Ακυλίνα, απέκτησε κελιά, ηγουμενείο, νοσοκομείο, βιβλιοθήκη, τράπεζα μοναχών και το ναΐσκο της αγίας Ακυλίνας, ενώ στο ισόγειο δημιουργήθηκσν βοηθητικοί χώροι και τα εργαστήρια των μοναζουσών. Στο κέντρο των κτισμάτων ανεγέρθηκε ο ιερός ναός της Υπαπαντής του Σωτήρος και της Υπεραγίας Θεοτόκου (καθολικό της μονής). Είναι σταυροειδής με τρούλο και πέτρινη εξωτερικά επένδυση, ενώ εσωτερικά είναι αγιογραφημένος από τους Παχωμαίους μοναχούς Θεόφιλο και Χρυσόστομο, συνεχιστές της βυζαντινής παραδόσεως. Τα εγκαίνιά του έγιναν στις 3 Μαΐου του 1987.

Το κέντρο της ζωής και της διδαχής της ηγουμένης Ακυλίνας ήταν ή ενεργοποίηση της εντολής της αγάπης. Ή αγάπη στον Νυμφίο της Ιησού Χριστό και ή εφευρετική για τον συνάνθρωπο αγάπη και στοργή. Υπήρξε σιωπηλή ευγενής, αδιαλείπτως προσευχόμενη και πολύ ελεήμων. Ήταν τύπος δυναμικός και υπερβολικά έξυπνος, πού ήξερε να χειρίζεται τις καταστάσεις για την ωφέλεια των ψυχών και σύμπτυξη τού ποιμνίου της. Ή συμπεριφορά της χαρακτηρίσθηκε από την αφάνεια την ταπεινοφροσύνη, την απέχθεια για τούς επαίνους και την ανθρώπινη αναγνώριση. Για όλα αυτά ό Θεός της χάρισε το προορατικό και διορατικό χάρισμα, ώστε ή αδελφότητα και τα πνευματικά παιδιά της Μονής να οδηγούνται στην σωτηρία. Ή άξια αυτή πνευματική μητέρα ήταν για όλους και Γερόντισσα και μητέρα και αδελφή και φίλη. Ή μεγάλη και αδιάπτωτη αγάπη της δεν άφησε κανέναν να περάσει τα όρια. Σε όλους ενέπνεε τον σεβασμό, ακόμη και στους εχθρούς της τούς όποιους αποκαλούσε ευεργέτες της ψυχής της.

Λίγο πριν από το τέλος της αξιώθηκε να προσκυνήσει την τίμια κάρα τού οσίου Γεωργίου κατά την ανακομιδή των ιερών του λειψάνων.

Με την προσευχή και την γνήσια μοναχική της μαρτυρία κόπιαζε νύχτα και ήμερα για τις ψυχές πού της χάρισε ό Κύριος, ενώ συγχρόνως οικοδομούσε, στήριζε, παρηγορούσε και ευεργετούσε αμέτρητο αριθμό πονεμένων, απελπισμένων και φτωχών. Κοιμήθηκε εν Κυρίω στις 16 Νοεμβρίου 2006.

Στον απλό και απέριττο τάφο της γράφηκε από την Κλίμακα τού Αγίου Ιωάννου τού Σιναΐτου το εξής:

Αγάπη Πνεύματος έλλαμψις

Αγάπη, προφητείας χορηγός

%ce%bc%ce%b9%ce%ba%cf%81%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%b3%ce%b5%cf%81%cf%8c%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%b1%ce%ba%cf%85%ce%bb%ce%af%ce%bd%ce%b1

Είπαν για τη γερόντισσα Ακυλίνα…

Την Γερόντισσα Άκυλίνα σέβονταν και αγαπούσαν όλοι οι σύγχρονοι Γέροντες και Γερόντισσες:

*    Ό άγιος Παίσιος ό Αγιορείτης καθώς και ό Γέροντας Ιωσήφ ό Βατοπαιδινός την εκτιμούσαν ιδιαίτερα αποκαλώντας την «Γερόντισσα των Γεροντισσών». Ό Γέροντας Γαβριήλ ό Διονυσιάτης διανυκτέρευε στην Μονή της, όταν βρισκόταν στην Δράμα.

*    Ό Γέροντας Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης την εκτιμούσε και την επισκεπτόταν.

*    Ό Γέροντας Έφραιμ ό Φιλοθείτης, Προηγούμενος, πού βρίσκεται σήμερα στην Αριζόνα όταν κατά τα δύο πρώτα χρόνια επισκεπτόταν την Μονή, της έβαλε τα θεμέλια της «ευχής».

*    Ό Γέροντας Αιμιλιανός, ό Σιμωνοπετρίτης Προηγούμενος και ή Ηγουμένη Νικοδήμη της Μονής της Όρμυλίας καθώς και ή μακαριστή Ηγουμένη Φεβρωνία της Μονής τού Πανοράματος ήταν φίλοι της Μονής και διατηρούσαν πνευματικές σχέσεις με την Γερόντισσα Άκυλίνα.

*    Ό άγιος Πορφύριος ό Καυσοκαλυβίτης σε μία μοναχή της Μονής της Σίψας πού τον επισκέφτηκε την αποκάλεσε «Χερουβείμ με χρυσά φτερά».

Η αοίδιμη Γερόντισσα Ακυλίνα ήταν κεφάλαιο της Μοναχικής Πολιτείας, μία μεγάλη μορφή, τομή στον γυναικείο Μοναχισμό, πού ή ευρύτητα τού νου της με την άγιοπνευματική της μεταμορφωμένη προσωπικότητα αποτέλεσε σταθμό και πρότυπο ζωής. Δεν υπέκυψε στην εκσυγχρονιστική τάση της εποχής και με καλή «αγωνία» έψαχνε πρότυπα παλαιών μοναχών και μοναζουσών. Το ενδιαφέρον και ό πόνος της καρδιάς της που ήξερε να αγαπάει ήταν να μεταμορφώσει άγιοπνευματικά τις μοναχές της σε αληθινές νύμφες Χριστού και να μεταδώσει το φώς τού Χριστού στα πνευματικά παιδιά της Μονής. Ο συγγραφέας του πονήματος »Γέροντες και γυναικείος μοναχισμός» ιερομ. Δημήτριος Καββαδίας γράφει για τη Γερόντισσα Άκυλίνα: Αρχοντική μορφή, αρχοντικό περπάτημα, αρχοντικό ύφος. Το καθαρό της πρόσωπο έδειχνε εξαϋλωμένο. Μεταλάμβανε των Αχράντων Μυστήριων αλλοιωμένη και φωτεινή. Όταν σού ευχόταν. «αϊρουσα όμματα και χείρας εις τον ούρανόν», θεωρούσες ότι είχες μπροστά σο μία βιβλική μορφή της Παλαιάς Διαθήκης, μία Δικαία πού ευαρέστησε εις Κύριον.

mikrasia

μοναχή Μακρίνα Βασσοπούλου, η εκ Βιλαετίου Σμύρνης, καθηγουμένη της Μονής Παναγίας Οδηγήτριας Πορταριάς Πηλίου

%ce%bc%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b1-%ce%b2%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%bf%cf%85

Ή Μαρία Βασσοπούλου γεννήθηκε το 1921, άπό ευσεβείς γονείς στό Βιλαέτι της Σμύρνης. Μέ τήν Μικρασιατική Καταστροφή ή οικογένεια της αναγκάσθηκε να άφήσει τήν πατρική Ιωνική γη καί να μεταφυτευθεί στον Βόλο. Ένώ όμως ήταν μόλις 10 ετών,  κοιμήθηκαν καί οι δύο γονείς της. Έτσι ή μικρή Μαρία, μαζί μέ το μικρότερο αδερφό της, τον Γιωργάκη, έμειναν παντελώς έρημοι καί εγκαταλελειμμέναοι.
Όμως ή μικρή Μαρία δεν ήταν άπό τους ανθρώπους πού άπελπίζοντο εύκολα. Έπιασε δουλειά, πρώτα σέ μία μικρή βιοτεχνία μεταποιήσεως τροφίμων, όπου έσπαζε καρύδια γιά λίγο ψωμί. Κατόπιν εργάσθηκε σε ένα καπνεργοστάσιο. Έτσι, μέ πολλές στερήσεις, το ορφανό κοριτσάκι κατάφερε νά μεγαλώσει το πολυαγαπημένο μικρό της αδελφάκι. Καί ένώ τά πράγματα άρχισαν κάπως νά ομαλοποιούνται, ξέσπασε ξαφνικά ό Β’ Παγκόσμιος πόλεμος καί μαζί του τά δίσεκτα χρόνια της Κατοχής.
Στις αρχές της Κατοχής οι γείτονες πρόσφεραν κάποια βοήθεια στά ορφανά. Όταν όμως άρχισαν οί άνθρωποι νά πεθαίνουν κατά δεκάδες στους δρόμους άπό τήν πείνα, κανείς δέν ενδιαφερόταν πλέον τά δύο παιδιά. Γιά μέρες ολόκληρες έμεναν νηστικά καί κόντευαν νά πεθάνουν άπό ασιτία.
Τά αδελφάκια, λοιπόν, χρειάσθηκε νά χωρίσουν, μέ τήν ελπίδα πώς έτσι ίσως τουλάχιστον επιζήσει τό ένα άπό τά δύο. Ό μικρός Γιωργάκης έφυγε στην Θεσσαλονίκη καί ή Μαρία παρέμεινε στον Βόλο παντελώς μόνη της καί βυθισμένη στην θλίψι γιά τον χωρισμό τους.
Καί τά χρόνια της Κατοχής, άλλα καί τά μεταπολεμικά χρόνια στάθηκαν γιά τήν Μαρία πολύ δύσκολα. Δούλευε σκληρά σε διάφορες εργασίες γιά λίγο ψωμί, άλλα καί αυτό τό μοίραζε από ευσπλαχνία.
Χαρακτηριστικά της γνωρίσματα ήταν: ή μεγάλη της ευσπλαχνία, ή συγχωρητικότητα, ή ελεημοσύνη, ή μεγάλη της υπομονή, ή εργατικότητα καί ή ολονύκτιος προσευχή. Σε όλη της τήν ζωή ή προσευχή στάθηκε πυξίδα και βακτηρία.
Συνέβη μάλιστα αρκετές φορές να γευθεί «χειροπιαστά» τήν θεϊκή άντίληψη. »Τήν περίοδο αυτή ή νεαρή Μαρία γνωρίσθηκε μέ τήν όσιωτάτη μητέρα μου», γράφει ο πατήρ Εφραίμ Φιλοθεϊτης.
»Οι δύο αυτές αγιασμένες ψυχές προσηύχοντο μαζί στην κουζίνα τού πατρικού μου σπιτιού, γονατιστές όλο το βράδυ, μέ πάμπολλα δάκρυα καί γονυκλισίες. Πολλά μέ δίδαξε το άγιο παράδειγμα τους! Αυτές οι αρετές της στάθηκαν ή αιτία νά μαζευτούν γύρω της μερικά ευλαβέστατα κορίτσια, άπό τά χρόνια τής Κατοχής καί νά ζητήσουν νά γίνουν νύμφες τού Χριστού μας». Οι κοπέλες ζούσαν ύπό τήν πνευματική καθοδήγηση τού πατρός Έφραίμ από τον Βόλο.
‘Όταν όμως έκείνος αναγκάσθηκε νά γυρίσει στο Άγιον Όρος, οι κοπέλες βρέθηκαν ξαφνικά ορφανές…
Πολλοί πνευματικοί ζήτησαν νά τις αναλάβουν, άλλα δέν άνεπαύοντο μέ κανέναν, διότι είχαν αποκτήσει το πνευματικό φρόνημα τού Γέροντος Ιωσήφ.
Γι’ αυτό καί έγραψαν στον Γέροντα μου τον Ιωσήφ τον Σπηλαιώτη καί ζήτησαν νά τίς άναλάβει αυτός.
Έγώ, ήδη ήμουν στο ΄Αγιον Όρος, κοντά στον Γέροντα. Ό Γέροντας έκανε προσευχή καί απάντησε:
«»Αν κάνετε υπακοή, θά σας αναλάβω. Έάν δέν κάνετε, θά σας αφήσω». Κι΄ έκείνες του απάντησαν:
«Γέροντα, σ’ ό,τι θά μας πήτε, θά κάνουμε υπακοή…»
Μόλις ό Γέροντας πήρε τήν άπάντησή τους, έκανε πάλι προσευχή. Καί μετά τούς έγραψε νά κάνουν υπακοή στην Μαρία, τήν μετέπειτα Γερόντισσα Μακρίνα, τήν οποία ποτέ του δέν είχε δεί. Και τους εξήγησε το λόγο:
«Είδα σέ όραμα τήν Μαρία. Θά κάνετε υπακοή σ’ αυτήν, διότι έγώ απόψε τήν είδα σέ οπτασία τήν ώρα πού προσευχόμουν. Τήν είδα στην μέση καί γύρω-γύρω ήσαν πολλά προβατάκια. Κι’ έτσι κατάλαβα ότι αυτήν πρέπει νά τήν βάλω Γερόντισσα. Όποτε θά κάνετε ύπακοή και καμμιά σας να μην άντιλογήση».
Οι αγνές κοπέλες του είπαν: «Να ‘ναι ευλογημένο» καί πολύ χάρηκε ό Γέροντας μέ την υπακοή τους. Τις αγαπούσε πάρα πολύ, διότι μέ τους νοερούς του οφθαλμούς έβλεπε την αγάπη πού είχαν για τον Νυμφίο Χριστό. Γι’ αυτό καί συχνά τους έγραφε γράμματα προς στηριγμό τους μέ λόγια άπλα, αλλά πολύ δυνατά σάν καί τά ακόλουθα:
«Λοιπόν, άλλο μην κοιτάζετε, αλλά ομόνοια καί αγάπη, κάντε ύπακοήν, διά νά κερδίσετε την ταπείνωση, διότι ό Κύριος Ιησούς Χριστός έγινε παράδειγμα εις ημάς καί μας δίδαξε την ταπείνωση, γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου. Λοιπόν ύποτάσεσθε στην Μαρία, όπου προσπαθεί νά σας ώφελήσει καί έμείς έδώ όλοι προσευχόμεθα νά σας βοηθήση ό Κύριος καί νά σας άξιώση της αιωνίου ζωής. Σας εύχομαι έξ όλης ψυχής ο Ταπεινός Γεροντάκης Ιωσήφ»
%ce%ba%ce%b1%ce%b8%ce%b7%ce%b3%ce%bf%cf%85%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b7-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b1-%ce%b2%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%bf%cf%85
Ό Γέροντας στάθηκε για τίς αγνές αυτές ψυχές αλάνθαστος νηπτικός, διορατικός καί διακριτικός οδηγός. Μιά άπ’ αυτές τίς μοναχές διηγήθηκε τα εξής για τήν ζωή τους κοντά στον Γέροντα:
«Όλα μας τα προέλεγε. Ό,τι συνέβαινε στο μοναστήρι τα έγραφε στα γράμματα του δίχως να του το πούμε.»Οταν ήμουν στην αρχή τής καλογερικής, είχε αρρωστήσει ή αδελφή μου, που ήταν κι’ αυτή δόκιμη τότε.’ Εγώ πολύ στενοχωρήθηκα καί λέω:
–Παναγία μου, γιατί; Έμείς ήλθαμε έδω να σέ υπηρετήσουμε. Γιατί να άρρωστήσει καί να μήν μπορή να προσφέρη τήν βοήθεια της στο μοναστήρι; Καί πήγα καί κάθισα στην αυλή κάτω άπό μια ελιά καί έκλαιγα όλη νύκτα…
Μετά άπό λίγες μέρες, ήλθε ένα γράμμα γιά μένα άπό τον Γέροντα πού έγραφε: «Μικρό μου παιδάκι, ακούω τήν φωνούλα σου, καί δεν μπορώ, μου σπαράζει τήν ψυχή άπό τον πόνο καί με διακόπτει άπό τήν προσευχούλα. Μήν κλαις. Ή αδελφούλα σου θά γίνη καλά».
Καί το έγραψε δίχως κανείς νά τό ξέρη! Μου λένε οι αδελφές:
–Τί έκανες αδελφή;Τους λέω:
–Νά, πήγα καί έκλαιγα κάτω άπό τήν ελιά. Πώς όμως αυτός τό γνώριζε, άφου ήταν μακριά στο «Αγιον Όρος;
Παρομοίως, κάποτε είχε αρρωστήσει ή Γερόντισσα Μακρίνα κι’ έκανε αίμόπτυσι. Κι’ έμείς δέν είχαμε τηλέφωνο νά επικοινωνήσουμε μέ τόν Γέροντα καί νά του πούμε. ‘Αλλά καί στό γράμμα πού γράψαμε μετά, τού τό κρύψαμε, γιά νά μήν τόν στενοχωρήσουμε καί νά τόν διακόψουμε άπό τήν προσευχή του. Εκείνος όμως μας στέλνει ένα γράμμα καί μας γράφει:
«Παιδάκια μου, γιατί δέν μου γράψατε ότι ή Γερόντισσα είναι άρρωστη καί πάσχει, γιά νά προσευχηθούμε; Κάνατε πολύ κακώς νά νομίζετε ότι θά μέ διακόψετε άπό τήν προσευχή. Διότι έμείς τήν είδαμε νοερώς τό βράδυ, πού προσευχόμασταν μέ τόν πατέρα Αρσένιο, ότι ή Γερόντισσα Μακρινά ήταν σοβαρά άρρωστη. Καί κάναμε πολλή προσευχή. Παιδιά μου, θέλω νά με ενημερώνετε γιά ό,τι θα σας συμβαίνει στο μοναστήρι καί ιδίως με τήν Γερόντισσα. Νά μου τά γράφετε».
Αλλά καί ή Γερόντισσα Μακρίνα τους έβλεπε το βράδυ δίπλα στο μαξιλάρι της και τους δυό, τον Γέροντα Ιωσήφ καί τον πατέρα Αρσένιο, οτι έκαναν κομποσχοίνι με σταυρό καί έλεγαν: «Κύριε, θεράπευσον τήν δούλην σου».
«Πολλές φορές μας το έκανε αυτό ό Γέροντας. Τήν ώρα πού προσηύχετο, έβλεπε τί κάναμε και πού βρισκόμασταν. Καί έμείς απορούσαμε πώς ό,τι σκεφτόμασταν, αυτός μας τά έγραφε μόνος του. Καί μετά γέμιζαν οι ψυχές μας άπό δέος καί φόβο!» . Αυτά έλεγε ή Γερόντισσα.
Το μοναστήρι αυτό πρόκοψε πάρα πολύ. Άπό εκείνο το ευλογημένο κοινόβιο βγήκαν πολλοί ευκλεείς καρποί, ψυχές αγνές, αφιερωμένες στην αγάπη καί τήν λατρεία του επουρανίου Νυμφίου.Μετά τήν κοίμησι του Γέροντος Ιωσήφ, ό παπα-Έφραίμ ό Κατουνακιώτης, πολλές φορές τά βράδυα στην αγρυπνία του έβλεπε μέ τους νοερούς του οφθαλμούς, δύο στύλους πυρός πάνω από τον Βόλο, νά υψώνωνται άπό τήν γη στον ουρανό.
Επρόκειτο γιά τήν ήδη μακαριστή Γερόντισσα Μακρίνα καί μία άπό τις χαριτωμένες μοναχές της.
Τό μοναστήρι της Πορταριάς διακρίθηκε διά τήν πνευματικότητα του καί χιλιάδες πιστών, όχι μόνον άπό τήν περιοχήν, άλλα καί άπό όλην τήν Ελλάδα εύρήκαν καταφύγιο κοντά στην αλησμόνητη Γερόντισσα Μακρίνα καί ωφελήθηκαν πνευματικά.
Τό πρόσωπο της ακτινοβολούσε καλωσύνη, αγάπη, ειλικρίνεια καί πίστι. Ή ηρεμία της καί ό γλυκός της λόγος ήταν στήριγμα καί πηγή δυνάμεως γιά όσους ευτύχησαν νά τήν γνωρίσουν. Άπό αυτήν τήν χαριτωμένη αδελφότητα, στάλθηκαν μοναχές καί επάνδρωσαν τήν Μονή του Τιμίου Προδρόμου στις Σέρρες και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στην Θάσο. Καί άπ’ αυτές τις Μονές στάλθηκαν κατόπιν μοναχές σαν προζύμι, στην Βόρειο Αμερική καί στον Καναδά, για νά φυτεύσουν κι’ έκεί το Όρθόδοξο μοναχικό ιδεώδες…

 

Ο Θεός θέλει προσευχή, προσοχή, και ταπείνωση. Να προσέχουμε την αργολογία. Να δαγκώνουμε λίγο τη γλώσσα μας για να λέμε και καμιά ευχή. Για να μπορέσουμε να προσευχηθούμε και λίγο τη νύχτα, να θυμηθούμε και τους ανθρώπους πού έχουν ανάγκη….Γι’ αυτό να ζητάμε σύνεση, επίγνωση των πραγμάτων που θα πούμε, τι δεν θα πούμε.

Να είμαστε συνεπείς στην εκκλησία, στο διακόνημά μας και ο Θεός θα μας βοηθήσει. Προσέξτε την παρρησία, την μεγαλοφωνία, την αργολογία και την κατάκριση.
%ce%b7-%ce%b3%ce%b5%cf%81%cf%8c%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b1
Η Γερόντισσα Μακρίνα στο Λονδίνο…
Προ ετών η Γερόντισσα είχε ένα θέμα υγείας και μετά από προσευχή και κατόπιν υπακοής πήγε στο Λονδίνο. Έκανε μια μικρή επέμβαση στο έντερο. Συνοδεύετο από μερικά πνευματικά παιδιά της.
Το πρώτο βράδυ ήταν δύσκολο. Σύμφωνα με το τυπικό του Νοσοκομείου στην Γερόντισσα δεν επέτρεψαν να μείνει κάποιος το βράδυ κοντά της. Όταν όλοι έφυγαν η Ηγουμένη της Ιεράς της Παναγίας Οδηγητρίας έμεινε μόνη. Μόνη με αρκετή δυσκολία το πρώτο βράδυ μετά την επέμβαση…
Ξαφνικά χτυπά η πόρτα και μπαίνουν μέσα δύο γιατροί μαύροι.
Της συμπεριφέρονται ευγενικά και συμπαρίστανται στην αγωνία της Ο ένας την κρατά αγκαλιά και ο άλλος με το πτυελοδοχείο και γάζες βοηθούν να περάσει το σημείον της δυσκολίας. Το πρωί φεύγουν οι ιατροί. Μάρτυρες του γεγονότος οι γάζες σε μια γωνιά του δωματίου ευρισκόμενες. Όταν έρχονται τα πνευματικά παιδιά της, η Μητέρα είναι πολύ καλά.
Όταν ζητούν από την προϊσταμένη τα ονόματα των ιατρών, πληροφορούνται ότι ιατροί δεν υπάρχουν στο Νοσοκομείο.
Η Γερόντισσα προσεύχεται δια την λύσιν του προβλήματος και παίρνει την πληροφορία, ότι οι μαύροι ιατροί ήταν το ζεύγος των Αγίων Αναργύρων από την Αιθιοπία.Το ίδιο βράδυ γινόταν πολύ προσευχή και στο Άγιον Όρος.
Τέτοιες καταστάσεις περνούσε πολλές η Γερόντισσα, δια τούτο ευρίσκετο πάντοτε εις κατάσταση Χάριτος και προσφοράς Αγάπης…
Η γερόντισσα Μακρίνα, έκοιμήθη έν όσιότητι, την Κυριακή 4 Ιουνίου 1995.

 

mikrasia

μοναχή Άννα Γιοβάνογλου η γερόντισσα της Δράμας, η εκ της Πανόρμου Μικράς Ασίας

%ce%b3%ce%b5%cf%81%cf%8c%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%ac%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b4%cf%81%ce%ac%ce%bc%ce%b1%cf%82

Η μακαριστή γερόντισσα Άννα Γιοβάνογλου γεννήθηκε το 1903 στην Πάνορμο της Μικράς Ασίας από ευλαβείς γονείς , τον Ιωάννη και την Δήμητρα. Ήταν πρωτότοκη και είχε άλλα οκτώ αδέλφια. Στην βάπτιση της δόθηκε το όνομα Αναστασία.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών, έπειτα από πολλές ταλαιπωρίες, εγκαταστάθηκαν στο χωριό Πηγάδια Κυργίων Δράμας. Στα Πηγάδια ο πατέρας της έγινε κτηνοτρόφος. Αυτή ως μεγαλύτερη φρόντιζε για τα μικρότερα αδέλφια της, γιατί και η μητέρα της εργαζόταν.

Προσευχόταν και μερικές νύχτες άκουγε αγγελικές ψαλμωδίες. Διηγείτο: «Ήμασταν εννιά αδέλφια και μόνο κρατούσαμε (τηρούσαμε) του πατέρα μας τον λόγο. Αλλά ήρθε καιρός που να μην τον κρατήσω εγώ, γιατί ήμουν μεγαλύτερη τριάντα χρόνων κοπέλα και ήρθε καιρός να παντρευτώ και τ’ αδέλφια μου όλα μεγάλωσαν και ήταν για παντρειά και μουρμούριζαν (γόγγυζαν) εναντίον μου, πότε θα παντρευτείς; τι θα κάνεις;».

Η ίδια αρεσκόταν να βρίσκεται μόνη στη φύση μαζί τα ζώα, γιατί αυτό της έδινε την ευκαιρία να μένει μόνη με το Θεό και να προσεύχεται. Όταν τύγχανε να βρεθεί σε κάποιο βουνό με εκκλησάκι , άδραχνε την ευκαιρία για πνευματική συζήτηση με τους μοναχούς που περιόδευαν, τα λόγια των οποίων κυριολεκτικά ρουφούσε.

Όταν έφτασε σε ηλικία ικανή ο πατέρας της την πάντρεψε με κάποιο βοσκό που δούλευε κοντά του αλλά αυτός μετά από λίγο καιρό την εγκατέλειψε. Τότε η Άννα πήγε σε μια θεία της στο Δοξάτο και εργαζόταν στα καπνά της περιοχής. Εκεί υπήρχε η εκκλησία του αγίου Μάρκου στην οποία είχε ένα μοναχό με τον οποίο συχνά συνομιλούσε και της είχε δώσει ένα ξύλινο σταυρό , τον οποίο η Άννα ποτέ δεν αποχωρίστηκε. Από το σύντομο γάμο της απέκτησε μια κορούλα, τη Βενετία την οποία μεγάλωσε μόνη της και με τη βοήθεια της αδελφής της.

Η Άννα ήταν αναλφάβητη αλλά αυτό δεν την εμπόδιζε να μαθαίνει το Λόγο του Θεού από την εκκλησία και τα κηρύγματα. Άκουγε επίσης με πολύ ενδιαφέρον τους βίους των αγίων και δεν έχανε ευκαιρία να επαναλαμβάνει όσα άκουγε σε γνωστούς και φίλους. Με τον τρόπο αυτό από τη μια γινόταν απόστολος των θείων μηνυμάτων και από την άλλη αποστήθιζε απ’ έξω όσα άκουγε.

Η Άννα έκανε οικονομίες και έτσι μπόρεσε να πραγματοποιήσει διάφορα ταξίδια που ήθελε όπως στην Παναγία της Τήνου και στα Ιεροσόλυμα. Τα τελευταία επισκέφτηκε για πέντε φορές όπου και εκάρη μοναχή παίρνοντας το όνομά της το 1972. Αυτό έγινε στην ιερά μονή αγίου Γεωργίου Χοζεβά. Μετά από αυτό επέστρεψε στο Δοξάτο και άρχισε να ζει ασκητικά. Ολονύκτιες αγρυπνίες και αδιάλειπτη προσευχή ήταν οι κύριες ασχολίες της , ενώ δεν αποχωριζόταν το κομποσχοίνι ποτέ από τα χέρια της . Ζούσε σε μικρά φτωχικά σπιτάκια που νοίκιαζε και πάντοτε μεριμνούσε να έχει ένα μικρό κήπο που καλλιεργούσε η ίδια. Μάλιστα διατηρούσε εσπεριδοειδή , δένδρα που δεν ευδοκιμούσαν στην περιοχή, λόγω θερμοκρασίας. Αυτά της Άννας όμως έδιναν καρπούς.

Έμενε στο Δοξάτο μόνη της σ’ ένα μικρό και παλαιό κελλάκι, χωρίς φως με μια σομπούλα. Δεν θέλησε να μείνει στο σπίτι της κόρης της αλλά κοντά της, από ευαισθησία για να μην την επιβαρύνη, αλλά και για να έχει την ησυχία της να κάνη τα μοναχικά της καθήκοντα. Το δωμάτιό της ήταν λιτό και στο κρεβάτι της είχε μια μικρή βαλίτσα όπου φύλαγε τα σάβανά της και κάθε μέρα την άνοιγε για να τα βλέπει και έτσι κατάφερε να έχει συνεχή μνεία θανάτου. Συνήθιζε να θυμιατίζει με καρβουνάκια που έφτιαχνε η ίδια από ξυλάκια κληματαριάς. Τα βράδια όταν οι εργάτες των καπνών πήγαιναν δουλειά, η Άννα έβγαινε στο δρόμο και τους θυμιάτιζε. Αυτό όμως προκαλούσε ποικίλες αντιδράσεις, διότι άλλοι την κορόιδευαν για αυτό. Συχνά γινόταν αντικείμενο κοροϊδίας και εμπαιγμού και για τα ρούχα της που αποτελούνταν από ένα σχισμένο ράσο.

Έκανε το παν για να μην λείψη τίποτε από την κόρη της Βενετία. Δούλευε νύχτα-μέρα διότι επιπλέον βοηθούσε τα αδέλφια της και γηροκόμησε την μητέρα της. Εργαζόταν σκληρά όλη την ημέρα στα χωράφια και τη νύχτα προσευχόταν. Συνήθιζε, με άλλες γυναίκες του χωριού, να συγκεντρώνονται σε κάποιο σπίτι εκ περιτροπής, ενώπιον μιας θαυματουργής εικόνας του Αγίου Γεωργίου, να αγρυπνούν και να προσεύχονται για όλον τον κόσμο. Και η ίδια ξυπνούσε πάντα πρωί για να προσεύχεται, γιατί πίστευε ότι ο Θεός τότε σ’ ακούει καλύτερα. Όταν πιστεύεις και παρακαλάς, ο Θεός δεν σε ξεχνά.

Όποιος την επισκεπτόταν ένιωθε κοντά της χαρά και χάρη. Κερνούσε τους επισκέπτες καφέ, κανένα αυγουλάκι και απαντούσε στις ερωτήσεις τους μεταδίδοντας την χάρη και τα βιώματα της. Τα βαθυγάλαζα μάτια της έλαμπαν και ακτινοβολούσαν από καλωσύνη. Θύμιαζε τις εικόνες στο κελλάκι της, αλλά τη νύχτα έβγαινε στον δρόμο και θύμιαζε τους ανθρώπους που πήγαιναν στα καπνά. Θύμιαζε όλο το Δοξάτο και προσευχόταν για τον κόσμο.

Συμβούλευε: «Να προσεύχεσαι χαράματα και έξω από το σπίτι με τα χέρια στον ουρανό. Τότε σε ακούει ο Θεός, βλέπεις και τους Αγγέλους. Όταν παρακαλάς, να παρακαλάς πρώτα τον Χριστό και έπειτα τους Αγίους, όσους θυμάσαι, όχι μόνον έναν. Και αυτά τα παρακάλια τα παίρνουν οι Άγιοι και τα πάνε στην Παναγία και η Παναγία τα δίνει στον Χριστό. Εγώ μια φορά παρακαλούσα και ξέχασα τον άγιο Θεόδωρο. Εμφανίστηκε, λοιπόν, και μου λέει: «Όλους τους παρακαλάς και μένα με ξέχασες». «Ποιος είσαι», λέω, «δεν σε γνώρισα». «Ο άγιος Θεόδωρος είμαι», λέει. Από τότε κάθε φορά τον παρακαλάω».

Έλεγε με απλότητα στην προσευχή της: «Η αδελφή Άννα σας παρακαλεί: «Άγιε Αλέξιε, άγιε Παντελεήμων»» και μνημόνευε πολλούς Αγίους που είχε σε ευλάβεια, και όσων Αγίων είχε εικονάκια.

Ήταν φυσική η επικοινωνία της Γερόντισσας με τους Αγίους. Δεχόταν απλά και απερίεργα τις εμφανίσεις των Αγίων με πίστη, χωρίς να περνούν λογισμοί κενοδοξίας. Όταν πήγαινε η κόρη της στο κελλάκι της, η Γερόντισσα την απέτρεπε να κάθεται με την πλάτη προς την Ανατολή, γιατί εκεί έβλεπε να στέκεται κάποιος Άγιος και το θεωρούσε ασέβεια. Την συμβούλευε να κάνη πάντα προσευχή πριν από κάθε της έργο για να πετύχη. Στις δυσκολίες έλεγε στην κόρη της: «Μη στενοχωριέσαι. Θα κάνω προσευχή και όταν έρθη η ώρα θα γίνει (ξεπεραστή). Εάν δεν θέλη ο Θεός, δεν γίνεται. Εκείνος ξέρει, ξέρω κι εγώ γιατί δεν γίνεται;».

Κάποια χρονιά, Κυριακή της Ορθοδοξίας, η Γερόντισσα κρατούσε εικόνα στην λιτανεία και έβλεπε τον εικονιζόμενο Άγιο να προπορεύεται.

Η γερόντισσα Άννα είχε τέτοια απλότητα, ώστε δεν της περνούσε λογισμός υπερηφάνειας, διότι τα θεωρούσε όλα φυσικά. Με την μακάρια απλότητα, την ευλάβεια, την καθαρότητα και τον φιλότιμο αγώνα της, αξιώθηκε να έχει πολλές αγιοφάνειες. Είδε τον προφήτη Ηλία και του ασπάσθηκε το χέρι. Τον Τίμιο Πρόδρομο και μάλιστα παρατήρησε το σημάδι της απότομης από το ξίφος στον λαιμό του! Τους Αγίους Θεοδώρους τους έβλεπε συχνά να περνούν τις νύχτες με τα άλογα και τις στολές τους μέσα από το Δοξάτο. Υπάρχει εξωκκλήσι των Αγίων Θεοδώρων και αυτοί προστατεύουν το χωριό. Είδε και τον άγιο Βασίλειο σε ώρα θείας Λειτουργίας.

Ζήτησε να γνωρίση και το Άγιο Πνεύμα, όπως διηγήθηκε η ίδια. «Είχα απορία, δεν μπορούσα να καταλάβω πως είναι το Άγιο Πνεύμα. Ήθελα να ξέρω όλα τα Άγια». Έκανε προσευχή και το είδε εν είδει περιστεράς.
Κάποτε η Γερόντισσα ηρπάγη στον Παράδεισο, όπως διηγήθηκε η ίδια: «Η Χάρις με πήρε… πηγαίνομε με σ’ ένα δρόμο, καλός ο δρόμος, (περνούσε) μέσα από χωράφια που είχαν και αγκάθια. Μετά ανοίξαμε μια πόρτα και αρχίσαμε να πηγαίνομε σε κήπο. Μπήκαμε μέσα κανά δύο βήματα και άρχισα να βλέπω καλά πράγματα. Είχε πράγματα για φαγώσιμο. Είδα τα μούρα, να τα λιμπίζεσαι. «Να φθάσω ένα μούρο»; «όχι δεν είναι δικά σ'», μου είπε «θα ‘ρθή η ώρα να είναι δικά σ'». Γυρίσαμε πίσω, δεν προχωρήσαμε άλλο μέσα στον Παράδεισο».

«Μια άλλη φορά», διηγήθηκε, «μια καλοσύνη έκανα, αλλά δεν θυμάμαι τι, όμως θυμάμαι με ανέβασε μια και μια στον ουρανό. Ανέβηκα και έβλεπα τους ανθρώπους να περπατάν σαν μυρμήγκια. Πως να κατέβω εγώ από δω; Σκεύομαι, σκεύομαι… μοναχή ήμουν εκεί. Τα πουλιά πετούσαν εκεί κάτ’, τάβλεπα. Ύστερα ήρθε ένας αγέρας δυνατός και εφθάσαμε κάτ’ Αλλά λέω που είμαι τώρα, που να είμαι; Τότε κατάλαβα ότι πατούσα στη γη, ότι είμαι στον κόσμο που γνωρίζω, διότι εκείνον τον κόσμο δεν τον γνωρίζω. Ακόμα θυμούμαι τα πουλιά που ήταν από κάτω μου».

Κάποτε άκουσε μια φωνή που της είπε: «Η αρετή σου περίσσεψε», και ταυτόχρονα αισθάνθηκε και μια χάρι. Η μακάρια και απλούστατη γερόντισσα Άννα ενώ ζούσε την αρετή, δεν ήξερε τι είναι «αρετή» και ρωτούσε κάποιον: «Είχα μια γειτόνισσα στα Κύργια που την έλεγαν Αρετή και πέθανε. Που με θυμήθηκε τώρα μετά από χρόνια και ήρθε στον ύπνο μου;»!

Αν της έδιναν χρήματα, τα έδινε στην Εκκλησία, ενώ τα τρόφιμα τα μοίραζε σε φτωχούς.

%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b7-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%bb%ce%b7%cf%88%ce%b5%cf%89%cf%82-%ce%b4%cf%81%ce%b1%ce%bc%ce%b1%cf%82
Η γερόντισσα Άννα επισκεπτόταν και το μοναστήρι της Αναλήψεως στη Σίψα Δράμας. Οι αδελφές την αγαπούσαν και χαίρονταν να την φιλοξενούν. Η σημερινή γερόντισσα Πορφυρία ενθυμείται και σημειώνει για την γερόντισσα Άννα: «Του Αγίου Χαραλάμπους, το 1992, μετά από μια αγρυπνία η γερόντισσα μας Ακυλίνα, μας έστειλε τρεις αδελφές στο Δοξάτο να δούμε την γερόντισσα Άννα και να της πάμε ξύλα και άλλες ευλογίες. Ήταν μια σκηνή από αρχαίο Γεροντικό. Το σπίτι παμπάλαιο, εγκαταλελειμμένο, πάμπτωχο. Η γερόντισσα Άννα κυρτωμένη, αδύνατη, με δύο γαλανά ματάκια που λάμπανε από το φως του Χριστού, μας είπε πολλά: «Για σας που νέα κορίτσια φύγατε από τα σπίτια σας και ζήτε μέσα στα βουνά που είναι το Μοναστήρι σας, που δώσατε την ζωή σας, που είστε παιδιά του θεού και το Άγιο Πνεύμα είναι κρυμμένο μέσα σας, αργότερα με τα χρόνια θα σας φανέρωση ο Θεός τα μυστικά Του». Ήταν τότε αυτός ο λογισμός που πολύ με απασχολούσε, αν δηλ. η μοναχική μου ζωή θα είχε ποτέ καρπούς. Εγώ», μας έλεγε με μία φοβερή απλότητα, «τώρα τα βλέπω αυτά που βλέπω και είμαι τόσο μεγάλη στην ηλικία». Ευωδίαζε ολόκληρη. Μας σταύρωσε μία μία και στην κάθε μία έλεγε χείμαρρο από ευχές που ήταν ότι η κάθε μια είχε ανάγκη. Είπε ότι είχε δει ένα όραμα με τρία κορίτσια. Το ένα λεγόταν νερό, το άλλο φωτιά, το άλλο τιμή. «Η τιμή», είπε, «αν την χάσης δεν την ξαναβρίσκεις, την φωτιά την βρίσκεις, το νερό επίσης».

«Κάποια στιγμή που βρεθήκαμε μόνες, μας λέει ξαφνικά: Εγώ πολλά πέρασα αλλά τα κράτησα μέσα μου και ζυμώθηκαν μέσα μου και γίναν ένα με μένα και το Άγιον Πνεύμα».
-Δηλαδή να μην μιλάμε Γερόντισσα;
-Ε! μοναχούτσικες είσαστε (μοναχούλες δηλαδή). Να μιλάτε και λίγο αλλά να λέτε πάντα τα καλά όχι τα στραβά.

»Όταν είχαμε κάποια μεγάλη δυσκολία, ξαφνικά η γερόντισσα Άννα εμφανιζόταν στο Μοναστήρι μας απροειδοποίητα. Σκυφτή, γαλήνια, με τα γαλανά ματάκια της γεμάτα αγάπη. Στήριζε τις αδελφές, φερόταν με απέραντο σεβασμό στην Γερόντισσα μας , καθόταν δυό-τρεις μέρες και έφευγε πάλι. Τις νύχτες την άκουγαν οι αδελφές από τα γειτονικά κελλιά να σηκώνεται και να προσεύχεται με δοξολογία, ευχαριστία, δάκρυα, γεμάτη θείο έρωτα. Έμπαιναν στο κελλί της και ούτε τις καταλάβαινε. Έλεγε ότι τα δάκρυα της προσευχής να μην τα σκουπίζουμε με μαντήλια αλλά με την φούντα από το κομποσχοίνι, διότι τα δάκρυα αυτά είναι ιερά.

»Ένα πρωινό, (τότε τις καθημερινές Ακολουθίες τις κάναμε στην Ανάληψη), όταν έφθασε η ώρα που προσκυνάμε τις εικόνες, η γερόντισσα Άννα έτυχε να στέκεται δίπλα μου. Την βάζαμε να χαιρετά μετά την Γερόντισσα και ουδέποτε και για τίποτε δεν είχε φέρει αντίρρηση. Εκείνο το πρωί την έβλεπα να μην κουνιέται. Της λέω σιγά: «Πάτε να προσκυνήσετε». Μου έκανε εντύπωση που δεν μου έδωσε σημασία. Της το ξαναείπα. Όλες οι αδελφές την περίμεναν. Μ’ έπιασε αγωνία και την σκούντησα ελαφρά. Ντρεπόμουν κι όλας, ήμουν η τελευταία στην σειρά ρασοφόρα και την σεβόμουνα πολύ. Η Γερόντισσα άγαλμα. Δεν κουνιόταν. Οι αδελφές πήγαν στην σειρά τους καί χαιρέτησαν. Τελείωσε η πρώτη ώρα, πήραμε ευχή και φύγαμε. Η γερόντισσα Άννα μετά την πρωινή τράπεζα ζήτησε να μιλήση στην Γερόντισσα μας. Της είπε λοιπόν ότι εκεί δίπλα της στο παγκάρι της Αναλήψεως ανάμεσα μας στεκόταν ο γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης και αυτή από το δέος δεν κουνιόταν. «Με σκουντούσαν», είπε, «με έλεγαν να πάω να προσκυνήσω. Καλά, δεν βλέπανε τον Γέροντα»;».

Και άλλη αδελφή σημειώνει: «Το έτος 1994 ήταν η χρονιά που για πρώτη φορά επισκέφθηκε και φιλοξενήθηκε στο μοναστήρι μας η γερόντισσα Άννα. Η χάρις ήταν διάχυτη στο πρόσωπο της, χαρίζοντας στην όλη μορφή της μια μυστηριώδη γλυκύτητα που είλκυε τον κάθε πνευματικό άνθρωπο προς αυτήν. Αυτή η γλυκύτητα της, προξένησε και σ’ εμένα την επιθυμία να την πλησιάσω και να συνομιλήσω μαζί της με πνεύμα μαθητείας στα όσα θα είχε τυχόν να με διδάξη. Η γερόντισσα Άννα ήταν πολύ γνωστή και είχε φήμη αγίας γυναικός, αλλά παρόλ’ αυτά δεν έτυχε ποτέ να φθάση κάτι στ’ αυτιά μου γι’ αυτήν, γι’ αυτό και την πλησίασα, έχοντας το μυαλό μου καθαρό και ανεπηρέαστο από εντυπώσεις τρίτων. Έσκυψα, πήρα ταπεινά την ευχή της και σηκώνοντας το κεφάλι μου συγκλονίστηκα ολόκληρη, καθώς το βλέμμα έπεσε στα βαθυγάλανά της μάτια που με διαπερνούσαν ολόκληρη και βυθίζονταν στο είναι μου. Πνευματική ακτινογραφία, σκέφτηκα.

»Το όλο της παρουσιαστικό θύμιζε παλαιά ασκήτρια. Ένα μικρό άνθος της ερήμου. Τα φτωχικά της μοναχικά ενδύματα, το εξαϋλωμένο της παρουσιαστικό από τις αέναες νυχθήμερες προσευχές της, Τα βαθουλωμένα της μάτια, σου δημιουργούσαν την εντύπωση ότι βρισκόσουν μπροστά σε μια ασκήτρια του όρους της Νιτρίας. Προπαντός δε η ασκητική ευωδία που ανέπεμπε στην όλη ατμόσφαιρα γύρω της. Ακόμη θυμάμαι το ξεθωριασμένο από την πολυκαιρία κομποσχοίνι της που έφερνε ατέλειωτους γύρους στα ροζιασμένα της δάκτυλα, λέγοντας την αγαπημένη της μονολόγιστη ευχή.

»Στην Εκκλησία ήταν πάντοτε όρθια, σπανίως θα καθόταν, και αυτό μόνο αν η δική μας Γερόντισσα ήταν καθιστή. Όταν δε η ακολουθία ετελείτο στο μικρό εκκλησάκι του γέροντος Γεωργίου Καρσλίδη, την Ανάληψη, την βλέπαμε, αν ήταν καθιστή να πετάγεται πάνω, ή όταν ήταν όρθια, να μένη αποσβολωμένη και να κοιτάη με επιμονή προς μια κατεύθυνση. Κατόπιν, γύριζε έκπληκτη προς εμάς και μας ρωτούσε με απορία: «Καλά, εσείς δεν είδατε τον Γέροντα; Τόση ώρα βρισκόταν ανάμεσα σας και σας κοίταζε!». Τέτοια καθαρότητα είχαν τα μάτια της ψυχής της ώστε έβλεπαν τους ουράνιους επισκέπτες. Αυτή όμως δεν μπορούσε να το συνειδητοποίηση αυτό λόγω της μεγάλης της απλότητας.

»Η γερόντισσα Άννα φιλοξενούμενη στο μοναστήρι μας, διέμενε πλησίον στο νάΐδριο του Γέροντα. Πολλές φορές τα πρωινά μας έλεγε με θαυμασμό: «Πω, πω! τί αγρυπνία ήταν αυτή που είχατε απόψε! Μα τι ψαλμωδίες ήταν αυτές!». Και πάλι στις δικές μας αντιρρήσεις ότι δεν είχαμε αγρυπνία εκείνο το βράδυ, αδυνατούσε να συνειδητοποίηση ότι δεν ήταν ανθρώπινες ψαλμωδίες εκείνες που άκουσε.

Το φτωχικό κελλάκι της γερόντισσας Άννας συγκέντρωνε πολλούς πονεμένους και διψασμένους πνευματικά ανθρώπους και αυτή η ευλογημένη μετέδιδε παρηγοριά και ειρήνη. Ανάλογα με τις πνευματικές ανάγκες του καθενός, συμβούλευε απλά και πρακτικά από την πείρα και την Χάρι που είχε:
«Να πας (για προσκύνημα) στα Ιεροσόλυμα, εκεί είναι όλοι οι Άγιοί μας».
«Πρέπει να τυραννήσης την ψυχή σου για να σε ακούση ο Θεός».
«Σ’ αυτή την ζωή είμαστε προσωρινοί. Ήρθαμε και φεύγομε. Μόνο τα βουνά μένουν στην θέση τους».

«Όταν παρακαλήτε την Παναγία για κάτι, θέλει να σας ακούση αλλά θέλει και την δική σας υπομονή και θέληση. Να βαστάζετε Τετάρτη και Παρασκευή νηστεία. Γενικά την θέλει η Παναγία τη νηστεία. Χαίρεται και μπορεί να μεσιτεύση στον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν».

«Οποιαδήποτε στενοχώρια να την σηκώνουμε με υπομονή. Δεν θα μαραίνουμε την ψυχή μας, κακό λόγο δεν θα πούμε, ούτε στον Θεό ούτε σε κείνον που προξενεί την στενοχώρια. Θα την κρατούμε σαν δικό μας βίο (βίωμα). Για μας ήρθε, ο Θεός θα την πάρει και θα φέρει καλύτερα. Και να παραπονεθούμε και να στενοχωρηθούμε, θα το βάλουμε στον τόπο του (θα το διορθώσουμε); Εμείς και να στενοχωριώμαστε και να σφιγγώμαστε χαλνάμε (ζημιώνουμε) τον εαυτό μας. Εμείς θα κάνουμε το ανθρώπινο και τάλλα στον Θεό. Η υπομονή άκρα (όρια) δεν έχει».

«Όλα τα δοκίμασα, μόνο η υπομονή με βοήθησε. Δόξα τω Θεώ».

«Ότι θέλετε δεν μπορείτε να το ζητήσετε από τον Θεό, άμα δεν κρατάτε τις νηστείες και την δικαιοσύνη. Ελεημοσύνες όσο μπορείτε να δίνετε. Που τα-χουμε όλα, να δοξάζουμε τον Θεό. «Δόξα τω Θεώ», να το λέμε. Γιατί θυμάσαι και το χαίρεσαι. Εκείνη την χαρά την αναλαβαίνει ο Θεός».

«Να παρακαλάμε πρώτα τον Χριστό, υστέρα Αγγέλους, Αγίους. Όσους βάλεις στο μυαλό σου, όποιους θέλεις. Όχι μόνο κάποιον συγκεκριμένον. Γιατί όλοι προσπαθούν για μας. Και τη νύχτα κι όλας. Τη νύχτα όπως και μείς προσευχόμαστε και κείνοι τα παίρνουν εκείνα και τα πηγαίνουν στην Παναγία και η Παναγία τα πηγαίνει στον Χριστό».

«Όσο προσπαθούμε και μας έρχεται η ευλάβεια, θέλουμε πιο πολύ να δυσκολευτούμε. Και (για) κείνο μας δοκιμάζει ο Θεός. Λίγο να δη, θα μπορούμε να το βαστάξουμε; Θα κάνουμε υπομονή. Και καλό να είναι θα το βαστάξουμε και κακό να είναι θα το βαστάξουμε. Γιατί όλα ο Θεός εδώ τα έδωσε».

«Καμιά φορά με έρχεται μια στενοχώρια χωρίς να θέλω. Όμως δεν απελπίζομαι. Ας έρθει και αυτή. Ο καιρός τα φέρνει, ο καιρός τα παίρνει. Να τα περάσουμε όλα, διότι είμαστε υποχρεωμένοι στον Θεό. Ο Θεός όπως τα δίνει, θα τα πάρει. Και άλλο καλύτερο δεν έχουμε από την υπομονή. Μην απελπιζόμαστε. Όσο περισσότερο βαστήξει, τόσο περισσότερη χαρά θα έχουμε».
«Να κρατάς τόσο πολύ τον εαυτό σου (το νου σου) στην ψυχή σου (συγκεντρωμένο), μην την βάζεις την λογική μέσα, να φέρεις (σκέφτεσαι) άγια πράγματα, και να σκέφτεσαι ποιος Άγιος θα σε βοηθήσει. Ότι και να κάνης, Άγιοι θα σε εξυπηρετήσουν».

Σε πολλούς νέους έδινε την ευχή της να παντρευτούν και είχαν ευτυχισμένο γάμο. Σε άλλους προέλεγε την γέννηση των παιδιών τους και μάλιστα έλεγε πόσα θα είναι.

Μερικές φορές, ενώ προσευχόταν στο κελλί της και χτυπούσε κάποιος την πόρτα, αυτή τον καλωσόριζε με το όνομα του πριν να τον δει. Βάδιζε στους δρόμους της Δράμας, και ενώ περνούσαν πολλά αυτοκίνητα, αυτή, χωρίς να παρατηρεό τα αυτοκίνητα, φώναζε κάποιον γνωστό της και τον χαιρετούσε από μακρυά, ενώ ήταν μέσα σε αυτοκίνητο. Ανθρωπίνως δεν ήταν δυνατόν ούτε το αυτοκίνητο να ξεχωρίση, αλλά αυτή τα έβλεπε διαφορετικά και διέκρινε ακόμη και τα γνωστά της πρόσωπα από μακρυά.

Κάποια που την γνώρισε μαρτυρεί: «Όταν γνώρισα την γερόντισσα Άννα, ήταν πάνω από ενενήντα χρόνων. Την ένιωσα όχι σαν ηλικιωμένη αλλά σαν μικρό απίστευτα χαρούμενο παιδάκι. Ήταν ανάλαφρη και αθώα, και ο χρόνος θαρρείς πως δεν την είχε αγγίξει. Ήταν το ομορφότερο και γλυκύτερο πρόσωπο που είχα δει στην ζωή μου. Αναπαύομαι και αισθάνομαι παρηγοριά ακόμη και τώρα, όταν μόνο σκέφτωμαι την γλυκύτητα και την χάρη του προσώπου της γερόντισσας Άννας».

Η Άννα απέκτησε από τον Κύριό μας το προορατικό χάρισμα και συχνά την επισκέπτονταν μοναχοί από το Άγιο Όρος για να πάρουν την ευχή της ή και να συνομιλήσουν μαζί της. Όταν πήγαιναν μοναχοί στο σπίτι μιας φίλης της, της κυρίας Τουμπαλίδου, η Άννα χωρίς να την ειδοποιήσει κάποιος έτρεχε να τους συναντήσει. Ο πατήρ Γρηγόριος από το ιερό κελλί Ιωάννη του Θεολόγου σύστησε να την επισκέπτονται και να παίρνουν την ευχή της για ψυχική ωφέλεια. Χαρακτηριστικά έλεγε «τα λόγια της είναι Άρτος». Επίσης ο Γέροντας Παϊσιος ο Αγιορείτης έλεγε σε επισκέπτες του να πάνε στο Δοξάτο να πάρουν την ευχή της Άννας. Έλεγε: «η προσευχή της είναι πάνω από τη δική μου». Επισκέψεις δεχόταν επίσης και από άλλες σημαίνουσες προσωπικότητες, όπως καθηγητές πανεπιστημίων και επιστήμονες από τη γύρω περιοχή. Όλοι αυτοί μετέβαιναν να συνομιλήσουν μαζί της και να πάρουν συμβουλές και νουθεσίες.

Η Άννα δε δεχόταν ποτέ να την μεταφέρουν με αυτοκίνητο έστω και αν έπρεπε να διανύσει μεγάλες αποστάσεις. Αυτό το έκανε αφενός για άσκηση και αφετέρου για να αποφεύγει την πολλή συνάφεια με τον κόσμο.
Κατά τις τελευταίες επίγειες στιγμές της, επικαλείτο όλους τους γνωστούς της αγίους και ιδιαίτερα τον άγιο Αλέξιο που τον είχε σε ξεχωριστή ευλάβεια. Εκοιμήθη το έτος 1998 σε ηλικία 95 ετών.

mikrasia

Διαβάστε επίσης :

Η Μικρασιάτισσα Γερόντισσα Τιμοθέη Χριστοδούλου

Άγιος Γεώργιος Τροπαιοφόρος: ο μεγαλομάρτυς των Μικρασιατών

Του Μικρασιάτη γέροντα Παϊσίου

πηγές:

ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ. ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ. 2015

ΛΟΓΙΑ ΚΑΡΔΙΑΣ, ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ, έκδοση της Ι. Μ. ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΟΔΗΓΗΤΡΙΑΣ ΠΟΡΤΑΡΙΑ ΒΟΛΟΥ,  2013

http://www.hristospanagia.gr/?p=8091#more-8091

«Ασκητές μέσα στον κόσμο». Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής, 2008.

http://eisdoxantheou-gk.blogspot.gr/2012/10/blog-post_7.html

http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2016/04/blog-post_315.html

“Εμπαίζοντες «Ημείς μωροί δια Χριστόν»” Ίκαρος Πετρίδης Εκδόσεις: ΜΟΡΦΗ εκδοθήτω Αθήνα Μάρτιος 2008

Advertisements

sykies (2).jpg

Η βόμβα που «περίμενε» 74 σχεδόν χρόνια στα έγκατα της γης για να εξουδετερωθεί δεν είναι ιστορικό «ενθύμιο» των Γερμανών κατακτητών, αλλά των Εγγλέζων συμμάχων μας.

Ένα φρικαλέο λάθος που έκαναν το βράδυ της 5ης Δεκεμβρίου 1943 τα εγγλέζικα – συμμαχικά αεροπλάνα είχε ως επίπτωση περί τους 500 νεκρούς, και μια σειρά από ογκώδεις βομβιστικούς μηχανισμούς που …»διασώζονται» μέχρι σήμερα.

«…Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 1943. Ο καιρός είναι καλός. Έφαγα μπιζέλια νερόβραστα. Χθες το βράδυ ενώ η ωχρά σελήνη εφώτιζε τα πάντα και ήταν πραγματικώς μαγευτική η βραδιά αντήχησαν αι τρομεραί σειρήναι. Εγώ δεν εσηκώθηκα ποσώς. Σχεδόν μαζί με τας σειρήνας ήρχισαν να πίπτουν βροχηδόν αντιαεροπορικά παντός διαμετρήματος, ως και πολυβόλα, διότι τα αεροπλάνα ήταν πολύ χαμηλά. Αλλά μετ’ ολίγον έλαμψε ο τόπος και τρομεροί κρότοι σαν εκρήξεις βομβών ηκούοντο επί ένα τέταρτον. Εμείς και όλος ο κόσμος βέβαια ετρομοκρατήθημεν. Τα παράθυρα έτριζον απειλητικώς, αι θύραι ήνοιγον μόναι των και ολόκληρον το οικοδόμημα εσείετο εκ θεμελίων […].

Περί ώραν 11-12 ηκούσθησαν και πάλιν αι σειρήναι, τίποτα όμως περισσότερο. Την πρωίαν έμαθα ότι βομβάρδισαν την Νεάπολη, Συκιές, Βάρνα. ‘Απαντες συνοικισμοί. Περί τους πεντακοσίους ανέρχονται οι νεκροί. Το απόγευμα επεσκέφθην την πληγείσαν περιοχήν της Βάρνας. Οι φονιάδες γκρέμισαν τις παράγκες και σκότωσαν τον κόσμο στα κρεβάτια τους. Σχεδόν τα θύματα τα είχαν μαζέψει. Εγώ είδα δύο νεκρούς σκεπασμένους με ένα σεντόνι. Τα ερείπια μαρτυρούν περί της αναισχύντου ατιμίας που διεπράχθη από τους «φίλους» μας!» » (Γ.Ιωάννου «Η πρωτεύουσα των προσφύγων» – «Κατοχικό ημερολόγιο») .

Από το 1943 άρχισαν τα εγγλέζικα αεροπλάνα να βομβαρδίζουν τις γερμανικές εγκαταστάσεις στο λιμάνι και στον σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης

Η μικροϊστορία της λογοτεχνίας (και μάλιστα από συγγραφείς «αυτόπτες» και «αυτήκοες» ) συμπληρώνει εντυπωσιακά την επίσημη ιστορία.

sykies (1).jpg

«Δεκέμβρης του 43 ήταν, βράδυ Κυριακής – το γράφω και στο βιβλίο μου- όταν τα συμμαχικά αεροπλάνα έκαναν ένα φρικαλέο λάθος. Στους προσφυγικούς συνοικισμούς της Βάρνας, της Νεάπολης και του Τόπαλτι (σημερινό Ροδοχώρι) υπήρχαν πολλές παράγκες με σκεπές από λαμαρίνες… Γυάλιζαν οι λαμαρίνες τη νύχτα και τις ανταύγειες από τις σκεπές τις εξέλαβαν οι Εγγλέζοι πιλότοι των βομβαρδιστικών για…θάλασσα , για το λιμάνι και τις επιταγμένες από τους Γερμανούς αποθήκες κι άρχισε ένας ανελέητος βομβαρδισμός …» λεει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο λογοτέχνης Περικλής Σφυρίδης (83 ετών σήμερα – μόλις 10 το βράδυ εκείνο που οι Εγγλέζοι «αφησαν» από …λάθος τα …συμμαχικά τους «δώρα»… ).

«Γεννιέται το ερώτημα πώς τα παράθυρα έτριζον απειλητικώς, αι θύραι ήνοιγον μόναι των και ολόκληρον το οικοδόμημα εσείετο εκ θεμελίων, αφού οι συνοικισμοί Βάρνας, Νεάπολης και Συκεών βρίσκονται πολύ μακριά από το κέντρο της πόλης, όπου διέμενε τότε η οικογένεια του συγγραφέα Γ.Ιωάννου» αναρωτιέται στη μελέτη της «Η γερμανική κατοχή σε πεζογράφους της Θεσσαλονίκης» , η καθηγήτρια της Νεοελληνικής Φιλολογίας του ΑΠΘ Σωτηρία Σταυρακοπούλου.

«Παρατηρούμε ότι αυτό συνέβη όταν μετ’ ολίγον έλαμψεν ο τόπος. Από το κεφάλαιο του «Ψυχή μπλε και κόκκινη» του Περικλή Σφυρίδη, που αναφέρεται στον βομβαρδισμό αυτόν, διαβάζουμε πως όταν άρχισαν να φωνάζουν οι σειρήνες, η οικογένεια Σφυρίδη δεν ανησύχησε, διότι, όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας, αυτό γινόταν συχνά. Θεωρούσαν τους Εγγλέζους δικούς τους ανθρώπους, συμμάχους, που ήξεραν πού χτυπούσαν. Γράφει: «Θα τους αλλάξουνε τα φώτα», είπε ο πατέρας, «θα ρημάξουν τα τρένα και το λιμάνι», κι είχε η φωνή του μια δόση χαράς ή θριάμβου.

Μόλις όμως άρχισαν να πέφτουν οι βόμβες δίπλα τους, όλα τα μέλη της οικογένειας, αλλόφρονα, έτρεξαν να φύγουν από το σπίτι, να προφυλαχτούν όπου μπορούσαν. Ο πατέρας του Σφυρίδη πήρε τη σύζυγό του και τον μικρό Περικλή και έτρεξαν σε παρακείμενο εγκαταλειμμένο παλαιό καταφύγιο.

Γράφει:

»Αυτό το πανδαιμόνιο θα κράτησε κάνα εικοσάλεπτο, όταν ένα αεροπλάνο, σφυρίζοντας πάνω από τα κεφάλια μας, έριξε μια υπέρλαμπρη φωτοβολίδα που έκανε τη νύχτα μέρα, κι αμέσως, ως δια μαγείας, σταμάτησε ο βομβαρδισμός κι απομακρύνθηκαν τα συμμαχικά αεροπλάνα αφήνοντας πίσω τους κόλαση. Εύκολα συμπεραίνει κανείς ότι η φωτοβολίδα βοήθησε τους πιλότους να αντιληφθούν το λάθος τους και να συνεχίσουν τον βομβαρδισμό στο λιμάνι, που βρίσκεται κοντά στο κέντρο της πόλης. Ο Ιωάννου, επομένως, περιγράφει τη συνέχεια του βομβαρδισμού μετά το «λάθος» στις Συκιές, Βάρνα και Νεάπολη.

«Το πρωί ξυπνήσαμε νωρίς από τα κλάματα, το θρήνο μιας ολόκληρης γειτονιάς. «Ευτυχώς που οι Πόντιοι έλειπαν», είπε ο πατέρας και αναφερόταν στους γείτονές μας, όπου το καταφύγιο στην αυλή και η βόμβα που έσκασε σύρριζα στο σπίτι τους και μας γέμισε λάσπη και σουβάδες. «Είχαν γάμο κι ύστερα τραπέζι σε ταβέρνα στις Συκιές», τον πληροφόρησε η μάνα, αλλά σε λίγο ακούστηκαν σπαραχτικές φωνές από τα απέναντι σπίτια των Ποντίων, γιατί μια οβίδα έσκασε πάνω στη συγκεκριμένη ταβέρνα όπου γλεντούσαν κι έπεσε η πλάκα, η οροφή, και σκότωσε πολλούς, τους περισσότερους από τους θαμώνες, μαζί με τη νύφη και το γαμπρό. Ανάμεσα στα θύματα ήταν κι η Σεβαστή με την αδελφή της Ανθούλα, δυο ψηλές και γεμάτες κοπέλες, που όταν ήμουν μικρός, αλλά και αργότερα, με έπαιρναν συχνά αγκαλιά στα αφράτα τους μπράτσα. Είχε σωθεί μόνο ο αδελφός τους ο Αντρέας, που μαζί με άλλους προσπαθούσαν όλη νύχτα, με κασμάδες και φτυάρια, να ξεθάψουν τους πλακωμένους. Όταν έφεραν τα κορίτσια στο σπίτι πάνω σ’ ένα κάρο, ο Αντρέας δεν ξεκολλούσε από πάνω τους, έκλαιγε, χτυπιόταν και καταριόταν τους Εγγλέζους, αυτός που μισούσε τους Γερμανούς και ξέραμε ότι ήταν οργανωμένος και τους πολεμούσε. Οι γονείς τους γέρασαν ξαφνικά μεμιάς, δυο χούφταλα που μαράθηκαν πάνω σε δυο σκαμνιά, δίπλα στα φέρετρα που εν τω μεταξύ κάποιοι είχαν φέρει, και έκρυβαν το πρόσωπό τους με τα χέρια κι άλλοτε τραβούσαν τα μαλλιά τους. Οι δικοί μου όλοι είχαν αμέσως τρέξει στο σπίτι της Σεβαστής και της Ανθούλας για να συμπαρασταθούν στους επιζήσαντες. Έτσι βρήκα εγώ την ευκαιρία να βγω έξω για να δω τι είχε γίνει, τη συμφορά με τα δικά μου μάτια. Θυμάμαι ότι ήταν ένα πρωινό με ήλιο, έναν ήλιο που δάγκωνε, αφού το κρύο ήταν τσουχτερό και υπήρχαν λίγα χιόνια στις παρυφές του δρόμου. Τράβηξα προς τις Συκιές για να βρω την ταβέρνα που έγινε ομαδικός τάφος. Στην άκρη του δρόμου υπήρχαν κάποια πτώματα, οι νεκροί που δεν τους είχαν ακόμη αναγνωρίσει ή μαζέψει οι δικοί τους. Μα πιο πολλά, ανατριχιάζω ακόμα και τώρα που το γράφω, ήταν τα σκόρπια μέλη, χέρια και πόδια, αφού οι συγγενείς τους σήκωσαν τα πτώματα, αλλά ήταν νύχτα ή χρόνος χαμένος για να ψάξουν για τα μέλη που έλειπαν. Τη μνήμη μου καίει ακόμα ένα ποδαράκι που φορούσε ένα καινούργιο παιδικό παπούτσι. Παρότι ήμουν συνηθισμένος από νεκρούς, όπως άλλωστε κι όλα τα παιδιά της Κατοχής, που είχαμε δει αρκετούς σκοτωμένους ή πεθαμένους από πείνα, αυτή η μαζική δολοφονία – τι τραγικό, από λάθος!»(Περικλή Σφυρίδη «Ψυχή μπλέ και κόκκινη» σελ. 93-94 «Βιβλιοπωλείον της Εστίας ) .

«Οι νεκροί θάφτηκαν άρον-άρον…Λίγες μέρες μετά τελέστηκε μνημόσυνο τους στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας .Παρέστη μάλιστα και ο Γερμανός διοικητής της πόλης που συλλυπείται -σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του τύπου της εποχής τους οικείους των νεκρών και μιλά για…»αχρείους δολοφόνους…» Τόσο θράσος..» συνεχίσει στη διήγηση του στο ΑΜΠΕ ο συγγραφέας Περικλής Σφυρίδης.

Αναφορές στον κατα λάθος βομβαρδισμό της περιοχής κάνει στο μυθιστόρημα «Μεγάλη Πλατεία» και ο Θεσσαλονικιός λογοτέχνης Νίκος Μπακόλας.

Είναι η δεύτερη βόμβα!

Μια ακόμη βόμβα πάντως, της εποχής του Β΄Παγκοσμιου πολέμου (αγγλικής κατασκευής και… άρα του ιδίου «λάθους» ) είχε αποκαλυφθεί και εξουδετερωθεί στην ίδια ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης πριν απο 20 χρόνια.

Σύμφωνα με τηλεγράφημα του ΑΠΕ (Αριθμός Είδησης: 281985 της 15/3/1997) :

»Βόμβα αεροπλάνου από την εποχή του Β’Παγκοσμίου Πολέμου αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια χωματουργικών εργασιών στα θεμέλια οικοδομής υπό ανέγερση στην περιοχή του Κορδελιού της Θεσσαλονίκης.

Η βόμβα, βάρους 200 κιλών, αποκαλύφθηκε ευτυχώς έγκαιρα και φυλάσσεται ήδη στην περιοχή από άνδρες της αστυνομίας, προκειμένου την ερχόμενη Τετάρτη να εξουδετερωθεί από ομάδα ειδικών πυροτεχνουργών που θα φθάσουν από την Αθήνα.

Είναι χαρακτηριστική η δήλωση ανωτέρου αξιωματικού της αστυνομίας, που υπογράμμισε πως αν η βόμβα, που παρά την εξωτερική οξείδωση που είχε υποστεί διέθετε τους πυροδοτικούς της μηχανισμούς και είχε εκραγεί, θα άλλαζε θέση ολόκληρος ο δήμος του Κορδελιού. Η βόμβα είναι αγγλικής κατασκευής και εντοπίσθηκε από τους εργάτες που εκτελούσαν χωματουργικές εργασίες στο οικόπεδο της οδού Μακεδονίας 23, στην περιοχή του Κορδελιού».

Πηγή: ΑΜΠΕ

Σκηνοθέτης: ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΝΙΚΟΣ

Σενάριο: ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΝΙΚΟΣ, ΚΑΡΡΑΣ ΣΤΡΑΤΗΣ

Σενάριο Αρχική Πηγή: ΒΕΝΕΖΗΣ ΗΛΙΑΣ    «ΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ 31328″ (ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ)

Η ταινία γυρίστηκε το 1978,

Βασίστηκε σε αυθεντικές μαρτυρίες και στο μυθιστόρημα «Το νούμερο 31328» του Ηλία Βενέζη.

Η ταινία του Νίκου Κούνδουρου αφηγείται μέσα από την προσωπική τραγωδία τριών προσώπων, την Μικρασιατική καταστροφή και την μαρτυρική πορεία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας που συνελλήφθησαν και οδηγήθηκαν στο θάνατο από τα στρατεύματα του Κεμάλ αλλά και τις ένοπλες ομάδες Μουσουλμάνων. Η γυναίκα ενός εμπόρου, μια δασκάλα και ένας δεκαεφτάχρονος προσπαθούν να επιβιώσουν ακολουθώντας την φάλαγγα των αιχμαλώτων στα βάθη της Μικράς Ασίας. Η δασκάλα θα δολοφονηθεί από έναν Τούρκο, η γυναίκα του εμπόρου θα χάσει τα λογικά της και μόνο ο νεαρός θα καταφέρει να σωθεί. Για λόγους διπλωματικούς και πολιτικούς, η προβολή της ταινίας υπήρξε απαγορευμένη μέχρι το 1982.

Επί κυβερνήσεως Κ.Καραμανλή απαγορεύτηκε η προβολή της ταινίας στους κινηματογράφους, επειδή το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών διαμαρτυρήθηκε λέγοντας ότι τέτοιες ταινίες δυναμιτίζουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Παρόλα αυτά, ο Κούνδουρος πήρε μια κόπια του έργου και την πρόβαλε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 1978, σαρώνοντας τα βραβεία καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, φωτογραφίας (Νίκος Κακαβουδάκης) Α’ Ανδρικού (Βασίλης Λάγγος) και Α’ Γυναικείου ρόλου (Ελεωνόρα Σταθοπούλου). Το 1982, όπως αναφέρει ο κριτικός κινηματογράφου Γιώργος Πισσαλίδης, η ταινία επρόκειτο να προβληθεί στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βουδαπέστης. Όμως λίγο πριν την προβολή της ταινίας επενέβη το Ουγγρικό υπουργείο Εξωτερικών με προτροπή του Έλληνα πρέσβη και κατέσχεσε την κόπια. Μόνο με παρέμβαση του Υφυπουργού Εξωτερικών Γιάννη Καψή η κόπια αποδόθηκε στον Κούνδουρο.

 

Βραβεία-Διακρίσεις:
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (19o)
ΕΛΛΑΔΑ 1978
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (19o)
ΕΛΛΑΔΑ 1978
Α΄ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΥ ΡΟΛΟΥ
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (19o)
ΕΛΛΑΔΑ 1978
ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (19o)
ΕΛΛΑΔΑ 1978
ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑΣ
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (19o)
ΕΛΛΑΔΑ 1978
ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (19o)
ΕΛΛΑΔΑ 1978
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (19o)
ΕΛΛΑΔΑ 1978
Α΄ ΑΝΔΡΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (19o)
ΕΛΛΑΔΑ 1978
ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ (ΕΚΚ)
ΕΛΛΑΔΑ 1978
ΣΕΝΑΡΙΟΥ (ΙΩΑΝΝΗ ΒΕΛΛΙΔΗ)
ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΚΕΪΠ ΤΑΟΥΝ
ΝΟΤΙΟΣ ΑΦΡΙΚΗ 1982
ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ
ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΚΕΪΠ ΤΑΟΥΝ
ΝΟΤΙΟΣ ΑΦΡΙΚΗ 1982
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ
Συμμετοχές:
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕΝΤ ΕΤΙΕΝ
ΓΑΛΛΙΑ 1983