Καλλιόπη Κεχαγιά (Προύσα 1839- Αθήνα 1905)

Αποτέλεσμα εικόνας για Καλλιόπη Κεχαγιά

Η Καλλιόπη Κεχαγιά (Προύσα 1839- Αθήνα 1905), Ελληνίδα πρωτοπόρος εκπαιδευτικός και φεμινίστρια.

Η Καλλιόπη Κεχαγιά (Προύσα 1839- Αθήνα 1905)  ήταν Ελληνίδα εκπαιδευτικός και φεμινίστρια του 19ου αιώνα. Τιμήθηκε στον τομέα της με τον τίτλο της Επόπτιδος πάντων των σχολείων και διδασκαλείων της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας το 1898.

Γεννήθηκε στην Προύσα της Βιθυνίας, στη Μικρά Ασία, το 1839. Από εκεί ήταν και ο πατέρας της, προύχοντας, εύπορος έμπορος και αντιπρόσωπος της χριστιανικής επαρχίας του στην Υψηλή Πύλη, για τον λόγο αυτό λέγονταν Κεχαγιάς. Το 1850 η οικογένεια του πατέρα της εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Εδώ η μικρή Καλλιόπη μαθήτευσε στο Παρθεναγωγείο Χιλλ και κατόπιν στο Αρσάκειο. Συνέχισε τις σπουδές στο Παρθεναγωγείο Βάλτερ του Λονδίνου και στράφηκε στην ιδιωτική μελέτη της αρχαίας φιλολογίας και γλώσσας, έχοντας για διδάσκαλο τον λόγιο και συγγραφέα Γρηγόριο Παπαδόπουλο. Ταξίδεψε σε πολλές ευρωπαϊκές και αμερικάνικες πόλεις σπουδάζοντας στα εκπαιδευτικά και φιλανθρωπικά τους ιδρύματα. Επέστρεψε στην Ελλάδα και διετέλεσε διευθύντρια του Παρθεναγωγείου Χιλλ στα έτη 1875 ως 1888, ενώ παράλληλα ίδρυσε και οργάνωσε το Ελληνικό Παρθεναγωγείο στην Κωνσταντινούπολη υπό την εποπτεία του Κωνσταντίνου Ζάππα. Ίδρυσε πολλούς εκπαιδευτικούς, χριστιανικούς και φιλανθρωπικούς συλλόγους.

Επίσης, μετά την επιστροφή της στην Αθήνα θέλησε να συμβάλει στην αναμόρφωση του σωφρονιστικού συστήματος ώστε να αποτελέσει ένα σύστημα που να σέβεται τον κρατούμενο, να τον μορφώνει και να τον καθιστά πολίτη ικανό να ενταχθεί ομαλά στην κοινωνία μετά την αποφυλάκισή του, ώστε να καταστεί και παραγωγικός για τον τόπο του. Ιστορική θεωρείται η Έκθεση που απηύθυνε στη βασίλισσα Όλγα, προκειμένου να την παρακινήσει να συνδράμει στην ίδρυση γενικών γυναικείων φυλακών στην Αθήνα σε αξιοπρεπείς και βιώσιμες συνθήκες, στον οποίο θα συγκεντρώνονταν όλες οι γυναίκες τρόφιμοι από όλες τις άλλες φυλακές Ελλάδας «όπως παύση υβριζόμενον το γυναικείον φύλον εν αις ευρίσκονται νυν συνθήκες αι γυναικείαι φυλακαί πανταχού του Κράτους». Εξάλλου, με τη μεσολάβηση της ίδιας ως προέδρου της «Εν Χριστώ Αδελφότητας» εξασφαλίστηκε οικόπεδο στους Αμπελοκήπους της Αθήνας για την ανέγερση των κτιρίων με δαπάνες της Αδελφότητας, για «να περισώσωμεν εκ της δεινής ηθικής ταπεινώσεως γυναίκας Ελληνίδας, ως αι πλείσται εισί και έσονται μητέρες πολιτών Ελλήνων».

Η σημαντικότερη δράση της αφορά στην ανέγερση και σύσταση του Εφηβείου Αβέρωφ. Σύμφωνα με την Κεχαγιά, η κατάσταση των ελληνικών φυλακών για τους ανήλικους ήταν απαράδεκτη, καθώς ανήλικοι τρόφιμοι συμβίωναν με τους ενήλικες με αποτέλεσμα συχνά η φυλακή από μέρος σωφρονισμού να μετατρέπεται σε ένα σχολείο παραβατικότητας. Το Εφηβείο Αβέρωφ αποτέλεσε υπόδειγμα σωφρονιστικού καταστήματος την εποχή εκείνη για την Ελλάδα. Διέθετε σχολείο, βιβλιοθήκη, εργαστήρια σε ειδικούς χώρους στα οποία εξασκούνταν οι τρόφιμοι, νοσοκομείο με αυτόνομους χώρους αναρρώσεως, μαγειρείο, τραπεζαρία και ναό. Πρότυπος θεωρείται και ο τρόπος και η διαφάνεια στην εξασφάλιση και διαχείριση των οικονομικών πόρων, η οργάνωση των εθελοντών, η αρχιτεκτονική του χώρου και ο εξοπλισμός του κτιρίου.

Η Καλλιόπη Κεχαγιά έδωσε πάμπολες διαλέξεις σε Ευρώπη και Αμερική με απαράμιλλη ευγλωττία και ενώπιον εκλεκτού και πυκνότατου ακροατηρίου. Ως επόπτης των σχολείων της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας είχε το ιδεώδες να εισαγάγει την αμερικανική σχολική οργάνωση. Μετά από ένα ταξίδι στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1888, έγραψε μια σειρά άρθρων σχετικά με τα επιτεύγματα των Αμερικανίδων με την ελπίδα να εμπνεύσει τις Ελληνίδες γυναίκες στην διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους.

Τη βιογραφία της έγραψε ο Κωνσταντινοπολίτης λόγιος, εκδότης, δημοσιογράφος, και συγγραφέας Σταύρος Βουτυράς.

Αύρα Θεοδωροπούλου (Αδριανούπολη 1880 – Αθήνα 1963)

Σχετική εικόνα

Η Αύρα Θεοδωροπούλου (Αδριανούπολη 1880 – Αθήνα 1963), Ελληνίδα μουσικός, κριτικός και αγωνίστρια για τα δικαιώματα των γυναικών.

Η Αύρα Θεοδωροπούλου (Αδριανούπολη, 3 Νοεμβρίου 1880 – Αθήνα, 20 Ιανουαρίου 1963) ήταν Ελληνίδα μουσικός, κριτικός και αγωνίστρια για τα διακιώματα των γυναικών. Έγινε περισσότερο γνωστή από τους αγώνες της για την απόκτηση του δικαιώματος ψήφου των γυναικών. Υπήρξε ιδρύτρια και πρόεδρος του Συνδέσμου για τα Δικαιώματα της Γυναίκας.

Γεννήθηκε στην Αδριανούπολη της Ανατολικής Θράκης στις 3 Νοεμβρίου 1880 (το γένος Δρακόπουλου). Καταγόταν από εύπορη αστική οικογένεια. Ο πατέρας της Αριστομένης Δρακόπουλος ήταν γενικός πρόξενος της Ελλάδας ενώ από την πλευρά της γιαγιάς της ήταν απόγονος της οικογένειας Καλαμογδάρτη. Αδελφή της ήταν η ηθοποιός και ποιήτρια Θεώνη Δρακοπούλου, γνωστή και ως «Μυρτιώτισσα».

Σπούδασε στο Ωδείο Αθηνών όπου απόκτησε δίπλωμα πιάνου το 1900. Στις διπλωματικές εξετάσεις της αρίστευσε και της απονεμήθηκε το αργυρό μετάλλιο Ανδρέου και Ιφιγενείας Συγγρού. Συνέβαλε στην ίδρυση του Εθνικού Ωδείου. Μιλούσε Γαλλικά, Αγγλικά και Γερμανικά.

Δίδαξε πιάνο και ιστορία της μουσικής στο Ωδείο Αθηνών (1900-1919), αρχικά ως δασκάλα και κατόπιν ως καθηγήτρια, στο Ελληνικό Ωδείο (1919-1936), το οποίο ίδρυσε μαζί με ομάδα άλλων καθηγητών και όπου διετέλεσε Έφορος για αρκετά χρόνια, και στο Εθνικό Ωδείο (1936-1957).

Συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες (Εστία, Ακρόπολις, Έθνος, Μάχη, Ασύρματος, Ελευθέρα Γνώμη, Πρωΐα, κ.ά.) και περιοδικά (Παναθήναια, Εργασία, Αγγλοελληνική Επιθεώρησις, Νέα Εστία, Καινούρια Εποχή), γράφοντας άρθρα και κριτικές μουσικού περιεχομένου.

Κοινωνική εργασία-Τα δικαιώματα της γυναίκας

Αύρα Θεοδωροπούλου

Το 1911 ίδρυσε το Κυριακόν Σχολείον Εργατριών. Εργάσθηκε εθελοντικά ως Αδελφή Νοσοκόμος σε όλους τους μεγάλους πολέμους, από το 1897 ώς και τον Πόλεμο του 1940.

Το 1918 ίδρυσε το σωματείο Αδελφή του Στρατιώτου, το οποίο οργάνωσε το Σπίτι του Στρατιώτου.

Το 1920 ίδρυσε τον Σύνδεσμο για τα δικαιώματα της Γυναίκας ως τμήμα της Διεθνούς Ενώσεως των Γυναικών για ισοπολιτεία. Από το 1922 και εντεύθεν διετέλεσε πρόεδρος και διευθύντρια του περιοδικού Ο Αγώνας της Γυναίκας.

Το 1923 ίδρυσε τη Μικρά Αντάντ των Γυναικών από τις χώρες Γιουγκοσλαβία, Ελλάδα, Πολωνία, Τσεχοσλοβακία και Ρουμανία και έλαβε μέρος σε ετήσια συνέδρια στις πρωτεύουσες των πέντε αυτών χωρών.

Έλαβε μέρος σε πολλά συνέδρια για τα δικαιώματα της γυναίκας (1920 Γενεύη, 1923 Ρώμη, 1926 Παρίσι, 1929 Βερολίνο, 1935 Κωνσταντινούπολη, 1946 Ιντερλάκεν Ελβετίας, 1952 Νεάπολη). Στο διεθνές συνέδριο της Γενεύης εξελέγη μέλος της Διασκέψεως της Διεθνούς Ενώσεως για την ισοπολιτεία της γυναίκας. Στα έργα της συγκαταλέγονται τα παρακάτω:

  • Η μουσική διά μέσου των αιώνων (1911)
  • Μουσικές μελέτες: Ίαμβοι και Ανάπαιστοι Παλαμά-Καλομοίρη (1915)
  • Μουσικές ομιλίες:Μπαχ, Μπετόβεν, Βάγνερ (1915)
  • Ιστορία της Μουσικής (τ. Α΄: 1924, τ. Β΄: 1937)
  • Η μουσική και το παιδί (1935)
  • Δέκα Μεγάλοι Μουσουργοί (1957)

Βραβείο Αύρα Θεοδωροπούλου

Το Βραβείο Αύρα Θεοδωροπούλου καθιερώθηκε το 1995 και απονέμεται από τον Σύνδεσμο για τα Δικαιώματα της Γυναίκας σε δημοσιογράφους των ηλεκτρονικών μέσων μαζικής ενημέρωσης (ΜΜΕ) που με το έργο τους προβάλλουν και προάγουν την ισότητα των δυο φύλων.

Διδώ Σωτηρίου (Αϊδίνιο 1909 – Αθήνα 2004)

Σχετική εικόνα

Η Διδώ Σωτηρίου (Αϊδίνιο, 1909 – Αθήνα 2004), Ελληνίδα συγγραφέας και δημοσιογράφος με αντιστασιακή δράση.

Η Διδώ Σωτηρίου (Αϊδίνιο, 1909 – Αθήνα, 23 Σεπτεμβρίου 2004) ήταν Ελληνίδα συγγραφέας, δημοσιογράφος και αντιστασιακή ενταγμένη στο αριστερό κίνημα.

Γεννήθηκε στο Αϊδίνιο της Μικράς Ασίας και ήταν μεγαλύτερη αδελφή της Έλλης Παππά. Το 1919 η οικογένειά της εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη. Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή ήρθε ως πρόσφυγας στον Πειραιά και κατόπιν εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στην Αθήνα, όπου και σπούδασε γαλλική φιλολογία, συνεχίζοντας τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης στο Παρίσι. Εκεί συνδέθηκε στενά με τους Αντρέ Μαλρώ και Αντρέ Ζιντ. Ήταν θεία της Άλκης Ζέης και υπήρξε πρότυπο για αυτήν αφού επηρεασμένη από τη θεία της η μικρή Άλκη Ζέη ασχολήθηκε με τη συγγραφή βιβλίων.

Το 1936 άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος σε διάφορα έντυπα και ως ανταποκρίτρια του περιοδικού Νέος Κόσμος της Γυναίκας στο Παρίσι.

Κατά την διάρκεια της κατοχής (1941–1944) έλαβε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση, προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες στον αντιστασιακό Τύπο. Το 1944 έγινε αρχισυντάκτρια της εφημερίδας Ριζοσπάστης, όπου και ασχολήθηκε με την κάλυψη και τον σχολιασμό των εξωτερικών γεγονότων. Το Νοέμβριο του 1945 εκπροσώπησε την Ελλάδα μαζί με τη Χρύσα Χατζηβασιλείου στο ιδρυτικό συνέδριο της Παγκόσμιας Δημοκρατικής Ομοσπονδίας Γυναικών στο Παρίσι.

Μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο συνεργάστηκε με το περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης και την εφημερίδα Η Αυγή χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο «Σοφία Δέλτα». Διετέλεσε επίσης αρχισυντάκτρια στο περιοδικό Γυναίκακαι επιστημονική συνεργάτρια στα περιοδικά Γυναικεία Δράση και Κομμουνιστική Δράση δημοσιεύοντας επιφυλλίδες, χρονογραφήματα και διηγήματα.

Λογοτεχνικό έργο

Το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Οι νεκροί περιμένουν» κυκλοφόρησε το 1959. Τα έργα της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Το μυθιστόρημά της Ματωμένα χώματα έχει κυκλοφορήσει σε 250.000 περίπου αντίτυπα. Η Διδώ Σωτηρίου συμμετείχε ενεργά στους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες της χώρας μέσα από τις τάξεις της αριστεράς. Δεν εργάστηκε ποτέ ως καθηγήτρια, γιατί αφοσιώθηκε στην δημοσιογραφία και στην λογοτεχνία. Τέλος, ταξίδεψε σε πολλές χώρες δημοσιεύοντας τις εντυπώσεις της.

Τιμητικές διακρίσεις

Το 2001 η Εταιρία Ελλήνων Συγγραφέων καθιέρωσε προς τιμήν της το βραβείο Διδώ Σωτηρίου, το οποίο απονέμεται «σε ξένο ή Έλληνα συγγραφέα που με τη γραφή του αναδεικνύει την επικοινωνία των λαών και των πολιτισμών μέσα από την πολιτισμική διαφορετικότητα». Τα περισσότερα έργα της μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες, ενώ η λογοτεχνία της διακρίνεται για τον ρεαλισμό, την απλότητα, τη δραματική αφήγηση και τον αδρό δημοτικό λόγο της.

Προς τιμήν της, επίσης, πολλές οδοί και βιβλιοθήκες φέρουν το όνομά της στην Ελλάδα.

Αποτέλεσμα εικόνας για ιδώ Σωτηρίου

Διδώ Σωτηρίου

Advertisements

Μεγάλη Παρασκευή στη Μικρά Ασία

Ξυλόγλυπτος αγιογραφημένος Επιτάφιος από το Ικόνιο της Μικράς Ασίας (μοναδικό ορθόδοξο σωζόμενο κειμήλιο στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ικονίου).

Ξυλόγλυπτος αγιογραφημένος Επιτάφιος από το Ικόνιο της Μικράς Ασίας (μοναδικό ορθόδοξο σωζόμενο κειμήλιο στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ικονίου).

Σήμερον μαύρος ουρανός,
σήμερον μαύρη μέρα,
σήμερον εσταυρώσανε,
τον πάντων βασιλέα.
Σήμερον όλοι θλίβονται
και τα βουνά λυπούνται.

Untitled

Η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που συνεδριάζει στο Φανάρι υπό την προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου, αποφάσισε σήμερα, Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017, την αγιοκατάταξη του Γέροντος Ιακώβου Τσαλίκη του Μικρασιάτου (1920-1991).

Αγιος Ιακωβος Τσαλικης

Ο βίος του αγίου Ιακώβου Τσαλίκη του Μικρασιάτου

Ο γέροντας Ιάκωβος εγεννήθη στις 5 Νοεμβρίου 1920 στα ματωμένα χώματα της Μικράς Ασίας, εις το Λιβίσι της Μάκρης (αρχαία Λυκία απέναντι από τα Δωδεκάνησα).

Η μάνα του Θεοδώρα, όταν ήθελε να παρακαλέσει την Παναγία, εγύριζε κατά τα βουνά του Κύκκου και φώναζε: «Παναγία του Κύκκου μου. Φύλαγε τα παιδιά του κόσμου και τα δικά μου». Αυτή τη σχέση της μάνας του με την Παναγία του Κύκκου, με την Κύπρο, θα την κληρονομήσει ο γέροντας μαζί με όλη τη μικρασιατική παράδοση και θα τη μεταφέρει πρόσφυγας το 1922 στη βόρεια Εύβοια.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, όταν τα καράβια της προσφυγιάς έφτασαν το 1922 στον Πειραιά, με τους πονεμένους πρόσφυγες να παρηγορούνται με τη σκέψη ότι θα τους αγκάλιαζε η μητέρα Ελλάδα, τότε άκουσαν τους ανθρώπους του λιμανιού να βρίζουν τον Χριστό και την Παναγία: «Για τους δικούς μας ανθρώπους», έλεγε ο γέροντας, «ήταν πρωτάκουστα ακούσματα και όλοι φωνάξαμε, παρά να βρίζουν τον Χριστό και την Παναγία μας, καλύτερα πίσω στους Τούρκους». Οι κυνηγημένοι πρόσφυγες ήταν φορείς μιας άλλης παράδοσης, αυστηρής, καλογερικής. Και ο γέροντας ένιωθε πάντοτε ότι ήταν απόγονος αγίων ανδρών, αφού άκουε από τη μάνα του ότι καταγόταν από εφτά γενεές ιερέων. Ένας από αυτούς ήτο ασκητής στα Ιεροσόλυμα, την ίδια δε τη μάνα του Θεοδώρα τη χαρακτήριζε ως ασκήτρια. Είχε τόση αρετή η ευλογημένη αυτή γυναίκα, που προείδε τον θάνατό της πολλές μέρες πριν και τον ανακοίνωσε στα παιδιά της, για να τα προετοιμάσει.

Η προσφυγική οικογένεια του Τσαλίκη αρχικά εγκαταστάθηκε στο χωριό Άγιος Γεώργιος Άμφισσας, όπου οι συνθήκες διαβίωσής του ήταν πολύ δύσκολες, κυριολεκτικά στα όρια της ανέχειας. Το 1925 η οικογένειά του μετακινήθηκε στα Φάρακλα της βόρειας Εύβοιας. Εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα στο δημοτικό σχολείο του χωριού, τα οποία ήσαν και τα τελευταία. Δεν συνέχισε ο γέροντας στο γυμνάσιο. Ο πατέρας του ένεκεν της φτώχειας, που είχαν τότε, τον έβγαλε από το σχολείο και τον έπαιρνε μαζί του στα κτίσματα, για να τον βοηθά.

Το προσφυγικό σπιτάκι της οικογένειας Τσαλίκη

Το προσφυγικό σπιτάκι, στη Φαράκλα, της οικογένειας Τσαλίκη.

 

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής ο μικρός Ιάκωβος έδειχνε από την τη νεανική του ηλικία κλίση προς το μοναχισμό. Είναι χαρακτηριστικό πως πολλοί τον αποκαλούσα καλόγερο, ένεκα του ασκητικού βίου που διήγαγε καθώς και εξ αιτίας των πρώτων χαρισμάτων που είχαν αρχίσει να διαφαίνονται. Η εμφάνιση της Αγίας Παρασκευής την ίδια περίοδο τον στιγμάτισε και τελικά αποφάσισε ότι θα ακολουθήσει τον μοναχικό βίο. Σε ότι αφορά την εκπαίδευσή του, ο Γέροντας Ιάκωβος δεν κατάφερε να παρακολουθήσει το Γυμνάσιο, εξ αιτίας των οικονομικών αναγκών της οικογένειάς του, με αποτέλεσμα να εργάζεται από μικρή ηλικία σε οικοδομή.

Σε ηλικία 15 ετών ασθένησε σοβαρά, αλλά τελικά επέζησε. 5 χρόνια αργότερα θα ξεσπάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Και αυτή την εποχή δοκιμάστηκε η υγεία του, ενώ έχασε και τη μητέρα του το 1942. Το επόμενο έτος ο Ιάκωβος θα πιαστεί αιχμάλωτος με πολλούς συγχωριανούς του από Γερμανούς, που τους οδήγησαν στο χωριό Στροφιλιά. Τα χρόνια του εμφυλίου η πείνα και οι κακουχίες ήταν μεγάλο πρόβλημα που ταλάνισε και δοκίμασε όλο τον Ελληνισμό, όπως και την οικογένεια του Ιακώβου. Το 1947 κλήθηκε στο στρατό και το 1949 απολύθηκε. Ήταν η χρονιά που πέθανε και ο πατέρας του.

αγιος Ιακωβος Τσαλικης.jpg

Η μάνα του Γέροντα, Θεοδώρα

Η μητέρα του Θεοδώρα «διετήρει πάντα τα ρήματα ταύτα εν τη καρδία αυτής», και βλέποντας αυτά τα σημεία στον Ιάκωβό της, αντελήφθη ότι το παιδί αυτό έχει ιερά αποστολή να επιτελέσει. Η μάνα του γέροντα δεν ήτο μια οποιαδήποτε συνηθισμένη γυναίκα του λαού. Ο ίδιος ο γέροντας την αποκαλούσε ασκήτρια. Περνούσε τη ζωή της με υπομονή στις θλίψεις, συνεχή νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή, χαμαικοιτία. Μικρασιάτισσα. Γυναίκα της Ανατολής. Για τον π. Ιάκωβο ήτο η γερόντισσά του, κι υποτασσόταν σ’ αυτή μέχρι την κοίμησή της. Μια μέρα βροχερή της είπε: «Μάνα πάλι βρέχει!». Και η αυστηρή γερόντισσα του απάντησε επιτιμητικά: «Παιδί μου, Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει».

Η μάνα Θεοδώρα προείδε το θάνατό της πολλές μέρες πριν και προετοίμασε τα παιδιά της, για να μη λυπηθούν υπερβαλλόντως. Παρ’ όλα αυτά ο ευαίσθητος π. Ιάκωβος κόντεψε να ξεψυχήσει και αυτός πάνω στον τάφο της αγίας μητέρας του. Ένεκεν αυτής του της στάσεως στον θάνατο της μάνας του πάντα μας τόνιζε να είμεθα εγκρατείς στις θλίψεις και ότι η υπερβολική στενοχωρία ή λύπη είναι αμαρτία.

 

 

Το 1951 και αφού η αδελφή του παντρεύτηκε, οδηγήθηκε στη μοναχική ζωή. Επέλεξε να εισέλθει στη μονή του Οσίου Δαβίδ στην Εύβοια, που την εποχή εκείνη είχε τρεις μοναχούς. Η κατάσταση εκεί όμως ήταν δύσκολη. Αφενός το μοναστήρι ήταν εγκαταλελειμμένο, αφετέρου οι μοναχοί δεν του έδωσαν ιδιαίτερη σημασία, με αποτέλεσμα να γυρίσει πίσω στα Φάρακλα. Τελικά, παρά τις αντίθετες πιέσεις ξανά πήγε στο Μοναστήρι. Στις 31 Νοεμβρίου του 1952 εκάρη μοναχός και στις 17 Δεκεμβρίου στη Χαλκίδα διάκονος και δύο ημέρες μετά ιερέας. Το 1975 ανέλαβε την Ηγουμενία της Μονής. Ήδη όμως και ιδίως μετά το 1970 είχε γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής με αποτέλεσμα αρκετός κόσμος να εισέρχεται στη Μονή για εξομολόγηση και ποιμαντική καθοδήγηση. Το αποτέλεσμα ήταν να εισέρχονται σημαντικοί οικονομικοί πόροι τους οποίους ο Γέροντας του χρησιμοποιούσε για σημαντικό φιλανθρωπικό έργο.

Η σκληρή άσκηση του Γέροντα του επιδείνωνε συχνά την την υγεία του. Έτσι από τα πρώτα χρόνια εμφανίστηκαν σημαντικά προβλήματα υγείας. Τέτοια ήταν ένα σημαντικό πρόβλημα στη μέση που τον ταλαιπωρούσε από το 1956. Το 1964 εμφάνισε πρόβλημα στις αμυγδαλές σε σημείο να ασθενήσουν και τα νεφρά του. Ο Γέροντας ήταν πολύ εργατικός και εξ αιτίας αυτού λόγου συνέβαιναν και άλλα προβλήματα. Το 1967, έκανε εγχείρηση βουβωνοκήλης, ενώ από το 1974 απέκτησε πρόβλημα φλεβίτιδας. Το 1980 του διαγνώστηκε καρδιακή ανεπάρκεια. Στις 23 Σεπτέμβρη του 1990 νοσηλεύτηκε με καρδιακή αρρυθμία. Την ίδια εποχή και λίγες ημέρες αργότερα ο Α. Παπανδρέου εγχειρίστηκε στο ίδιο νοσοκομείο όπου γνωρίστηκαν και ο Γέροντας τον ευλόγησε, μετά από προτροπή των οικείων του. Ένα έτος αργότερα στις 21 Νοεμβρίου ο Γέροντας εκοιμήθη, αφού συμμετείχε στη Θεία Λειτουργία των Εισοδίων της Θεοτόκου και μετάλαβε του Σώματος και Αίματος του Κυρίου.

Ο πατέρας Ιάκωβος είχε τόσο ζέση πίστεως που το Πάσχα πήγαινε στο κοιμητήριο της μονής και έλεγε: «Χριστός Ανέστη» στους κεκοιμημένους πατέρες, τα δε Χριστούγεννα η ευαίσθητη καρδία του συνέχιζε τον εορτασμό και την πανήγυρη της ημέρας μέσα στο γειτονικό δάσος. Εκεί όλως τυχαία και ξαφνικά ακούσαμε φωνή να ψάλλει: «Χριστός γεννάται δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε… Άσατε τω Κυρίω πάσα η γη…». Ήταν η φωνή του γέροντα, που έψαλλε με τα χέρια αναπεπταμένα στον εορτάζοντα ουρανό ανάμεσα στα γέρικα πλατάνια, ενώ σμήνος πουλιών συνεόρταζε τριγύρω του.

Αυτές τις καταβασίες έψαλλε την ημέρα των Εισοδίων της Παναγίας, 21 Νοεμβρίου 1991. Μετά εξομολόγησε τον αδελφό Γεννάδιο και τον παρεκάλεσε να μείνει, γιατί «το απόγευμα θα χρειαστεί», όπως είπε, «να τον αλλάξει». Πράγματι το απόγευμα εκοιμήθη, για να κάνει μαζί με τα Εισόδια της Θεοτόκου τη δική του είσοδο στον εορτάζοντα ουρανό.

Ο αγιος γέροντας Πορφύριος, που ετοίμαζε εκείνες τις μέρες τη δική του έξοδο από αυτό τον κόσμο, είπε: «Εκοιμήθη ο γέρο-Ιάκωβος, ένας από τους μεγαλύτερους αγίους του αιώνα μας. Είχε μέγα διορατικό και προορατικό χάρισμα το οποίο έκρυβε επιμελώς, για να μη δοξάζεται». Κύριε Παντοκράτορα, ο Θεός των πατέρων ημών Ιακώβου και Πορφυρίου, «γένου ίλεως επί τας αμαρτίας ημών».

mikrasia
* https://antexoume.wordpress.com –  Στυλιανός Παπαδόπουλος, “Ο μακαριστός Ιάκωβος Τσαλίκης”, Ακρίτας, Αθήνα 2009.
* Ορθόδοξη Μαρτυρία (Κύπρος, 1991). Ι.Μ.Μόρφου

 

 

 

Διαβάστε επίσης :

Μικρασιάτισσες Γερόντισσες, σύγχρονες οσιακές μορφές

Άγιος Γεώργιος Τροπαιοφόρος: ο μεγαλομάρτυς των Μικρασιατών

Η Μικρασιάτισσα Γερόντισσα Τιμοθέη Χριστοδούλου

Του Μικρασιάτη γέροντα Παϊσίου

bergen.jpg

Ο Σεβ. Μητροπολίτης Σουηδίας και πάσης Σκανδιναυΐας κ. Κλεόπας πραγματοποίησε την πρώτη ποιμαντορική του επίσκεψη στο Μπέργκεν της Νορβηγίας το διήμερο 28 και 29 Οκτωβρίου 2017, με την ευκαιρία της ιδρύσεως της ενορίας του Αγίου Ενδόξου Εθνοϊερομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης, προς εξυπηρέτηση των πνευματικών αναγκών των Ορθοδόξων αδελφών μας που ζουν στο Μπέργκεν και στην ευρύτερη περιοχή Hordaland της Νορβηγίας.

Η ενορία του Μπέργκεν αποτελεί την 5η κατά σειρά νεοϊδρυθείσα ενορία της ιεραποστολικής επαρχίας του Οκουμενικού Θρόνου στη Σκανδιναυΐα, ύστερα από αυτές του Αποστόλου Κλεόπα στο Κάλμαρ, των Εισοδίων της Θεοτόκου στο Μπορώς, των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο Γιόνσεπινγκ της Σουηδίας και του Αγίου Νεκταρίου στο Σταβάνγκερ της Νορβηγίας, καθώς και του Ησυχαστηρίου του Αγίου Νικολάου στο Ρέττβικ της Σουηδίας.

Ο Σεβασμιώτατος αφίχθη από τη Στοκχόλμη στο αεροδρόμιο του Μπέργκεν, το βράδυ του Σαββάτου, 28 Οκτωβρίου 2017, όπου τον υπεδέχθη ο Παν. Αρχιμ. κ. Αλέξανδρος Λουκάτος, Εφημέριος του Μητροπολιτικού Ναού Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Όσλο.

Την Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017, τελέστηκε Αρχιερατική Θεία Λειτουργία στο Ρωσικό Ναό του Επιφανέντος Χριστού στο Μπέργκεν, προεξάρχοντος του Σεβ. Μητροπολίτου κ. Κλεόπα, με τη συμμετοχή του Παν. Αρχιμ. κ. Αλεξάνδρου Λουκάτου, του Αιδ. Πρεσβυτέρου κ. Dmytro Ostanin, Εφημερίου της Ρωσικής Ενορίας του Επιφανέντος Χριστού στο Μπέργκεν, και του Αιδ. Πρεσβυτέρου κ. Τheodor Svane, Κληρικού των εν Δυτική Ευρώπη Ορθοδόξων Παροικιών της Εξαρχίας του Οικ. Πατριαρχείου και Στρατιωτικού Ιερέως του Βασιλικού Πολεμικού Ναυτικού της Νορβηγίας.

Mετά το πέρας της λατρευτικής συνάξεως, ο Σεβασμιώτατος ανακοίνωσε την ίδρυση της νέας ενορίας του Αγίου Εθνοϊερομάρτυρος Χρυσοστόμου Μητροπολίτου Σμύρνης και επέδωσε τα διοριστήρια στα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, στα οποία ευχήθηκε καλή επιτυχία και δύναμη από άνωθεν στα νέα τους καθήκοντα.

Στην ομιλία του, ο επίσκοπος επεσήμανε τους λόγους οι οποίοι τον ενέπνευσαν να αφιερώσει τη νέα ενορία προς τιμήν του Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης, δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στο αγωνιστικό φρόνημα, την ακλόνητη πίστη και την καρτερία στο μαρτύριο του συγχρόνου Αγίου, χαρίσματα από τα οποία θα πρέπει να εμπνέεται ο κάθε Χριστιανός. Ο Ποιμενάρχης αναφέρθηκε, επίσης, στις αλησμόνητες πατρίδες της Μικράς Ασίας, από όπου κι ο ίδιος έλκει την καταγωγή, από την πλευρά του πατέρα του.

Ο Σεβασμιώτατος εξέφρασε τον ενθουσιασμό και τη συγκίνησή του για την παρουσία αρκετών Ελληνορθοδόξων στο ναό, αρκετοί εκ των οποίων ταξιδεύουν αρκετές ώρες για να έλθουν με τις οικογένειές τους, εξήρε δε το ανύστακτο ποιμαντικό ενδιαφέρον του π. Αλεξάνδρου, ο οποίος επισκέφθηκε και λειτούργησε για 5η φορά στο Μπέργκεν.

Ευχαρίστησε, επίσης, τον Ρώσο Εφημέριο π. Δημήτριο Ostanin, ο οποίος παραχώρησε το ναό για την τέλεση της Αρχιερατικής Θείας Λειτουργίας, στην οποία έδωσαν το παρών και αρκετοί Ρώσοι Ορθόδοξοι.

Στη συνοδεία του Μητροπολίτου ήταν η κ. Κυριακή Παπαδοπούλου Samuelsen, Νομικώς Επιβλέπουσα του Μητροπολιτικού Ναού Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Όσλο, και οι κ.κ. Παναγιώτης Παύλος και Κοσμάς Πλάκου, ψάλτες του ως άνω ναού.

Η Θεία Λειτουργία τελέστηκε στην Ελληνική, Αγγλική, Ρωσική και Νορβηγική, τους δε ύμνους έψαλε ο Μουσικολ. κ. Παναγιώτης Παύλος, Πρωτοψάλτης του Μητροπολιτικού Ναού του Όσλο, συνεπικουρούμενος από τον κ. Κοσμά Πλάκου και μέλη της Ρωσικής χορωδίας της ενορίας, προβάλλοντας τοιουτοτρόπως την οικουμενική διάσταση της Ορθοδοξίας και το πνεύμα συνεργασίας που διέπει τους Ορθοδόξους στη Σκανδιναυΐα, μιας και στη Θεία Λειτουργία παραβρέθηκαν συμπροσευχόμενοι Ορθόδοξοι από 13 χώρες.

Ο π. Αλέξανδρος Λουκάτος ευχαρίστησε τον Ποιμενάρχη, εκ μέρους του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Μπέργκεν, για την πρώτη παρουσία επισκόπου του Οικ. Πατριαρχείου στην περιοχή, υπογραμμίζοντας ότι είναι χαρά του που, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ιδρύθηκε η νέα αυτή ενορία, και του προσέφερε ως δώρο για τα ονομαστήριά του ένα αρχιερατικό εγκόλπιο.

Μετά την ευχαριστιακή σύναξη, ο Σεβασμιώτατος ευλόγησε τη νεολαία των δύο ενοριών, τους έδωσε από μια εικόνα ως ευλογία και παρακάθησε σε γεύμα που προσεφέρθη στις εγκαταστάσεις της Ρωσικής Ενορίας.

Στη συνέχεια, ο επίσκοπος μετέβη με τη συνοδεία του στην εκδήλωση του Ελληνονορβηγικού Συλλόγου του Μπέργκεν, αποδεχθείς την τιμητική πρόσκλησή τους. Ο κ. Αντώνιος Τρυποδιανός, Πρόεδρος του ως άνω συλλόγου,  καλωσόρισε τον Σεβασμιώτατο και τη συνοδεία του και εξέφρασε τη συγκίνηση όλων για την παρουσία του επισκόπου στην εκδήλωση του συλλόγου, με την ευκαιρία του εορτασμού της Εθνικής Επετείου της 28ης Οκτωβρίου 1940.

Ο Σεβασμιώτατος ακολούθως συνεχάρη τον κ. Τρυποδιανό και τους συνεργάτες του για τις δραστηριότητες του συλλόγου και του προσέφερε μια μελέτη του για τον Άγιο Νεκτάριο Πενταπόλεως. Ακολούθως, επέδωσε την εικόνα του Εθνοϊερομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης, ιστορηθείσα και προσφερθείσα υπό του αγιογράφου κ. Μιχαήλ Ανδρούτσου εξ Ιωαννίνων, στους δύο πρωτεργάτες της νεοϊδρυθείσης ενορίας κ. Βασίλειο Μπαλαντάνη, μέλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, και τη σύζυγό του κ. Μerete Karlsen, Γραμματέα του ως άνω συλλόγου, ενθαρρύνοντας τους παρευρισκόμενους να διατηρήσουν την αγαστή συνεργασία και αλληλοϋποστήριξη μεταξύ της ενορίας και του συλλόγου προς όφελος της ομογένειας και όλως ιδιαιτέρως της νεολαίας μας.

Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, ο Μητροπολίτης είχε την ευκαιρία να απολαύσει τα εδέσματα που προσέφεραν τα μέλη του συλλόγου και να γνωρίσει διαπρεπείς ομογενείς της περιοχής.

Το βράδυ της Κυριακής, 29 Οκτωβρίου 2017, τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της ενορίας του Εθνοϊερομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης παρέθεσαν δείπνο προς τιμήν του Μητροπολίτου Σουηδίας, στο οποίο παρακάθησε η συνοδεία του και οι Αιδ.  Πρεσβύτεροι κ. Dmytro Ostanin και κ. Τheodor Svane.

bergen-.jpg

Φωτογραφικό υλικό, προσφορά των: Ι. Μητροπόλεως Σουηδίας, Παν. Αρχιμ. κ. Αλέξανδρου Λουκάτου, Αιδ. Πρεσβ. Dmytro Ostanin, Αιδ. Πρεσβ. Aleksander Volokhan, Δδος Καρολίνας Αλευρά, κ. Ευθυμίου Γκρίζη και κ. Κοσμά Πλάκου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

 

Στεφανος Τολιος.jpgΟ νέος Μητροπολίτης Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου Στέφανος Τόλιος γεννήθηκε στην Ελευθερούπολη Καβάλας το 1960 και είναι μικρασιατικής καταγωγής. Οι δύο κατά σάρκα γονείς του γεννήθηκαν στην περιοχή των Φιλίππων. Ο πατέρας της μητρός του ήταν εξ εκείνων οι οποίοι μετέφεραν από τη Μικρά Ασία την θαυματουργό ιερά εικόνα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, η οποία φυλάσσεται ως ιερό σέβασμα και κειμήλιο της ορθοδοξίας στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Νικητών Καβάλας.

Ιερά Μονή Μεταμόρφωσης του Σωτήρος Καβάλας.jpg

Η Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Νικητών Καβάλας.

Έλαβε το πτυχίο του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1983. Το 1984 εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Αγίας Θεοδώρας Θεσσαλονίκης και το ίδιο έτος χειροτονήθηκε Διάκονος υπό του μακαριστού Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κυρού Παντελεήμονος Χρυσοφάκη. Υπηρέτησε ως Διάκονος στους Ιερούς Ναούς Παναγίας Δέξιας και του πολιούχου Αγίου Δημητρίου αναλαβών συγχρόνως και την Γραμματεία της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Επί δεκαετία υπηρέτησε και ως Ηγουμενοσύμβουλος της Ιεράς Μονής Αγίας Θεοδώρας Θεσσαλονίκης. Την 27η Δεκεμβρίου 1984 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος υπό του μακαριστού Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κυρού Παντελεήμονος Χρυσοφάκη λαβών το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτου και τοποθετήθηκε ως ιερατικός Προϊστάμενος και Πρόεδρος των εκκλησιαστικών επιτροπών του ιερού βυζαντινού Ναού των Αγίων Αποστόλων Θεσσαλονίκης. Το έτος 1994 μετετέθη και ορίσθηκε προεδρεύων των επιτροπών του ιερού προσκυνηματικού και καθεδρικού Ναού της του Θεού Σοφίας Θεσσαλονίκης. Επίσης από του έτους 1989 ορίσθηκε υπεύθυνος εφημέριος των Φοιτητικών Εστιών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Κατά την ιερατική του διακονία ανέπτυξε αξιόλογο πνευματικό, κηρυκτικό και ποιμαντικό έργον. Ομιλεί την αγγλική και γαλλική γλώσσα. Την 10η Ιουνίου 2010 ανέλαβε τα καθήκοντα του Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης.

 

Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2017

Ιερός Μητροπολιτικός Ναός Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Καλαμαριάς

08:00 : Αρχιερατική Θεία Λειτουργία επί τη μνήμη του Αγίου Χρυσοστόμου μητροπολίτου Σμύρνης, των συν αυτώ Αμβροσίου Μοσχονησίων, Γρηγορίου Κυδωνίων, Προκοπίου Ικονίου, Ευθυμίου Ζήλων και πάντων των Μικρασιατών νεομαρτύρων. Επιμνημόσυνη Δέηση για τα θύματα της Μικρασιατικής Καταστροφής.  (θα τεθεί σε προκύνηση η ιερά εικόνα του Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης).

 

230920073067Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2017

Ιερός Καθεδρικός Ναός Της Του Θεού Σοφίας Θεσσαλονίκης

08:00 : Αρχιερατική Θεία Λειτουργία

10.00 : Επιμνημόσυνη Δέηση για τα θύματα της Μικρασιατικής Καταστροφής

Πλατεία Αγίας Σοφίας

10.45 : Τρισάγιο και κατάθεση στεφάνων στον ανδριάντα του Αγίου εθνομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης.

Στη μνήμη 1.500.000 προγόνων μας που μαρτύρησαν κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή – την Γενοκτονία του Ελληνισμού της Ανατολής.

Μέσα από τη συγκλονιστική αφήγηση μιας νεαρής Σμυρνιάς και με τη βοήθεια του Φωτογραφικού Αρχείου του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, αναβιώνει την πιο σκοτεινή σελίδα του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας: της σφαγής και της πυρπόλησης της Σμύρνης τον Σεπτέμβριο του 1922.
«Οι γονείς μου κατοικούσαν στη Σμύρνη και ωνομάζοντο Ανδρομάχη και Κωνσταντίνος Χατζημάρκου. Ο πατέρας μου είχε ξενοδοχείο ύπνου, καφενείο και ηλεκτροκίνητο καφετριβείο “η Μόκα” στην προκυμαία της Σμύρνης. Γεννήθηκα στη Σμύρνη, στο ξενοδοχείο μας, στες 15 Μαρτίου του 1909. Επειδή οι αδελφές μου μεγάλωσαν και δεν ήθελε ο πατέρας μου να ζούμε στο ξενοδοχείο, κατοικήσαμε σ’ άλλο προάστειο, τον Κιός Τεπέ. Το σπίτι μας ήταν μία ωραία έπαυλις σ’ένα ύψωμα, από όπου εφαίνετο ωραία η κίνησις του κόλπου… Η ζωή μας κυλούσε ήρεμη και ανέφελη, την ευτυχία μας δε τη μεγάλωσε ο Ελληνικός στρατός, που κατέλαβε τη Σμύρνη. Θυμούμε μάλιστα με τι λαχτάρα στες 2 Μαΐου 1919 τους υποδεχθήκαμε στο σπίτι μας, τον χορό που έδωσε ο πατέρας μου στον 1ον λόχο των ευζώνων, που ήλθε στο χωριό καθώς και τον Εθνικόν Ύμνον που για πρώτη φορά έπαιξα στο πιάνο με την αδελφούλα μου. Έτσι πέρασαν τρία χρόνια γεμάτα χαρά και ευτυχία, που βλέπαμε τη Σμύρνη μας γαλανόλευκη. Η ευτυχία μας όμως δεν βάσταξε πολύ· και μια μέρα του 1922, στες 14 Αυγούστου , μάθαμε την οπισθοχώρησι του Ελληνικού στρατού. Στην αρχή μας φάνηκε απίστευτο, γιατί ο εγωϊσμός μας δεν μας άφινε να το πιστέψωμε. Και όμως ένα Σάββατο… ακούστηκε ο φοβερός ερχομός των Τούρκων…» Η Αμφιλύκη Χατζημάρκου, ήταν ένα κορίτσι που μεγάλωνε στη Σμύρνη ανέμελα και με σχετική οικονομική άνεση μέχρι την καταστροφή της πόλης το Σεπτέμβριο του 1922. Η αφήγησή της αναβιώνει μια από τις πιο μαύρες σελίδες της ελληνικής ιστορίας, τη σφαγή και την πυρπόληση της Σμύρνης, που σφράγισε επί της ουσίας το θάνατο του ελληνισμού της Μικράς Ασίας και την αποτυχία της υλοποίησης της Μεγάλης Ιδέας. Μικρασιατική Καταστροφή για τους Έλληνες, Αγώνας Ανεξαρτησίας (Kurtuluş Savaşı) για τους Τούρκους Το Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 1923 ο τουρκικός στρατός, ο ίδιος ο Μουσταφά Κεμάλ και οι άτακτοί του, μπήκαν στην Σμύρνη. Επτά μέρες πριν είχε αποχωρήσει και το τελευταίο ελληνικό στρατιωτικό τμήμα από τη Μικρά Ασία με το Μέτωπο να έχει καταρρεύσει από τις παραμονές του Δεκαπενταύγουστου. Η ήττα του Ελληνικού στρατού και η κατάληψη της πόλης από τους κεμαλικούς βρήκε την οικογένεια της Αμφιλύκης απροετοίμαστη. Αναζήτησαν ασφάλεια «στο στόμα του λύκου», στο ξενοδοχείο της Προκυμαίας, αλλά κατάφεραν να σωθούν με τη βοήθεια ενός άλλου ξενοδόχου μουσουλμάνου, πιθανόν του Ναΐμ Μούλαβιτς, ιδιοκτήτη των «Σμύρνα Παλάς» και «Σπλέντιτ Παλάς». Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι αντάλλασαν εξυπηρετήσεις και προστασία κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας και της ελληνικής κατοχής του 1919-1922, ως τεχνολογία επιβίωσης απέναντι στις υπερβάσεις των αρχών και τη βιαιότητα των ατάκτων ενόπλων ομάδων. Μόνο που τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο του 1922 οι παλιές ασφαλιστικές δικλείδες αποδείχθηκαν ανεπαρκείς… Φωτιά, μαχαίρι και θάλασσα Όποιος μπορέσει ας σωθή· η Σμύρνη καίεται «Την Τετάρτη το βράδυ έρχεται ο Τούρκος ξενοδόχος και μας λέγει: “Όποιος μπορέσει ας σωθή· η Σμύρνη καίεται”» περιγράφει η Αμφιλύκη Χατζημάρκου στην σπάνια σήμερα έκδοση «Από τας ημέρας της Μικρασιατικής Καταστροφής, Αυτοβιογραφίαι των Προσφύγων Κοριτσιών του Οικοτροφείου του Διεθνούς Συνδέσμου Γυναικών» (Αθήνα, 1926).
«Βγήκαμε όλοι έξω και βλέπομε τη Σμύρνη να καίεται από τέσσερα μέρη και όλος ο κόσμος να φωνάζη και να μη ξεύρη που πηγαίνει. Ο πατέρας μου βλέποντας το κακό που γινότανε έξω, αποφάσισε να καούμε εκεί για να μη πέσωμε στα χέρια των θηρίων αυτών». Ο πατέρας μου βλέποντας το κακό που γινότανε έξω, αποφάσισε να καούμε εκεί για να μη πέσωμε στα χέρια των θηρίων αυτών. «Η απόφασις του ήτο σταθερά. Η μητέρα μου κ’ εμείς με κλάματα τον παρακαλούσαμε να φύγωμε. Τόσο τραγικό το σύμπλεγμα αυτό φάνηκε στον Τούρκο ξενοδόχο που ήρθε και είπε στη μητέρα μας: “Έλα πάρε τα παιδιά σου και θα σωθούμε όλοι μαζί. Έχω ατμάκατο”. Μια αχτίνα χαράς μας παρηγόρησε και αφού μας έδωσαν σκεπάσματα οθωμανικά μαζί με τη μητέρα και αδελφή του ξενοδόχου μας παρέλαβον μερικοί ωπλισμένοι Τούρκοι και μας πήγαν στην ατμάκατο. Προχωρήσαμε λίγο και ύστερα από πολλά εμπόδια, γιατί τα πτώματα των πνιγμένων κτυπούσαν δεξιά και αριστερά στην ατμάκατο, σταθήκαμε στο μέσον του κόλπου. Μπροστά στα μάτια μας είχαμε το τραγικό θέαμα, που μας παρουσιάζει φωτιά, μαχαίρι και θάλασσα. Σ’ όλη μου τη ζωή δε θα ξεχάσω την τραγική αυτή νύχτα».
Μπροστά στα μάτια μας είχαμε το τραγικό θέαμα, που μας παρουσιάζει φωτιά, μαχαίρι και θάλασσα. Σ’ όλη μου τη ζωή δε θα ξεχάσω την τραγική αυτή νύχτα. Η μεγάλη πυρκαγιά εκδηλώθηκε αρχικά στην αρμενική συνοικία από την ανατίναξη της Αρμενικής Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου. Με τη βοήθεια του ευνοϊκού για τους Τούρκους ανέμου (που έπνεε αντίθετα από την τουρκική συνοικία) και της βενζίνης με την οποία ράντιζαν τα σπίτια, η φωτιά κατέκαψε όλη την πόλη, εκτός από τη μουσουλμανική και την εβραϊκή συνοικία.

Η φωτιά διήρκεσε από τις 13 έως τις 17 Σεπτεμβρίου του 1922 (31 Αυγούστου έως 4 Σεπτεμβρίου με το παλαιό ημερολόγιο). Καθώς η οικογένεια Παπαμάρκου προσπαθούσε να διαφύγει, ο πατέρας συνελήφθη. Στην αφήγησή της η Αμφιλύκη χρησιμοποιεί το παλιό ημερολόγιο αλλά και αυτές οι ημερομηνίες φαίνεται πως είναι συγκεχυμένες στο μυαλό της. «Στες 4 το πρωΐ της 1ης Σεπτεμβρίου φθάσαμε στο Κορδελιό, προάστειο της Σμύρνης. Οι Τούρκοι για να δείχνουν δυσκίολες στους χριστιανούς, ζητούσαν διάφορα πιστοποιητικά. Ο πατέρας κατώρθωσε με τη βοήθεια ενός δικηγόρου, Τούρκου να κάνη ένα τέτοιο πιστοποιητικό, που έπρεπε να επικυρωθή από την Τουρκική κυβέρνησι, και γι αυτό πήγε στο Διοικητήριο. Αλά δυστυχώς για μας εκεί κρατήθηκε από τους Τούρκους. Ήτανε Σαββάτο στες 15 Σεπτεμβρίου του 1922, η πιο δυστυχισμένη μέρα της ζωής μου . Αφού άδικα γυρέψαμε να τον σώσωμε και δεν μπορέσαμε, στες 15 Σεπτεμβρίου το πρωΐ φύγαμε αφήνοντας πίσω μας τον καλό μας πατέρα, περιουσία, σπίτι και την πατρίδα μας, με ένα επίτακτο Αμερικανικό που ήλθε να μας σώση».Πιθανόν αναφέρεται στο Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου, τελευταία μέρα που επιτρέπονταν η ελεύθερη αποχώρηση του χριστινικού πληθυσμού από τον Τουρκικό στρατό. Φαίνεται ότι η οικογένεια εξάντλησε άδικα κάθε περιθώριο για τη σωτηρία του πατέρα… Ξεριζωμός Φύγαμε αφήνοντας πίσω μας τον καλό μας πατέρα, περιουσία, σπίτι και την πατρίδα μας Ο ξεριζωμός ενός μεγάλου μέρους του χριστιανικού πληθυσμού, Ελλήνων και Αρμενίων, προς τη μικρασιατική ακτή, που -κατά τους υπολογισμούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου- έφτανε τις 250.000, άρχισε μετά την ήττα του ελληνικού στρατού και την κατάρρευση του Μετώπου στα μέσα Αυγούστου του 1922. Την επομένη της αναχώρησης και του τελευταίου ελληνικού στρατιωτικού τμήματος από τη Σμύρνη, οι χιλιάδες των προσφύγων Έλληνες και Αρμένιοι που κατέκλυζαν όλο το μήκος της περίφημης Προκυμαίας “Κε” μάταια περίμεναν πλέον τα επιταγμένα ελληνικά πλοία για τη μεταφορά τους στα γειτονικά ελληνικά νησιά. Μετά από παρέμβαση του Αμερικανού Προξένου G. Horton, στάλθηκαν δύο αμερικανικά αντιτορπιλικά για την εξυπηρέτηση των προσφύγων. Οι μαρτυρίες για όσα συνέβησαν στην πόλη πριν την πλήρη εκκένωση της είναι ανατριχιαστικές. Οι Αρμένιοι και οι Έλληνες άντρες από 15 μέχρι και 45 ετών οδηγήθηκαν στα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού) που βρήκαν τραγικό θάνατο από την εξουθενωτική εργασία και τις ταλαιπωρίες. Περίπου 160.000 άντρες δεν γύρισαν ποτέ. Όλη η Σμύρνη καλύφθηκε από τις στριγκλιές και τα ουρλιαχτά των γυναικών που βιάσθηκαν, οι Ευρωπαίοι μάρτυρες διέκριναν ακέφαλα βρέφη στους δρόμους της αρμένικης συνοικίας, ολόκληρες οικογένειες εκτελέσθηκαν εν ψυχρώ ενώ από τη μανία των Τούρκων δεν γλίτωσαν ούτε οι Γαλλίδες νοσοκόμες του Ερυθρού Σταυρού και οι καθολικές αδελφές του Τάγματος του Ελέους που σφαγιάσθηκαν εν ώρα καθήκοντος. Ο ευαγγελιστής ιερέας πατήρ Μαλτάς εκτελέσθηκε και ο πρόεδρος του Αμερικανικού Κολεγίου Αλεξ Μακ Λάχλαν υπέστη βασανιστήρια μέχρι θανάτου. Ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός έστειλε αντιπροσωπεία στον Κεμάλ Ατατούρκ ώστε να συγκαταθέσει στην εκκένωση της πόλης. Η εκκένωση της Σμύρνης άρχισε στις 11 Σεπτεμβρίου και διήρκησε μια εβδομάδα.Κατόπιν ασφυκτικών πιέσεων ο Κεμάλ Ατατούρκ επέτρεψε σε ελληνικά και άλλα πλοία να μπουν στο λιμάνι. Όταν η πόλη τυλίχτηκε στις φλόγες στις 13 Σεπτεμβρίου, 19 συνολικά πλοία μπήκαν στη Σμύρνη να σώσουν τον κόσμο.Συνολικά 300.000 πρόσφυγες πέρασαν στην Ελλάδα.Οι εμπρησμοί κατέστρεψαν τα 3/5 της έκτασης της Σμύρνης αφήνοντας άθικτη την τουρκική συνοικία. Από τις φωτιές δεν γλίτωσαν ούτε τα πολυτελή κτίρια της πόλης, όπως το Sporting Club, τα κομψά ξενοδοχεία του Και, τα εστιατόρια και οι επαύλεις.
Από τις 46 ορθόδοξες εκκλησίες σώθηκαν οι τρεις. Τα τελευταία τραγικά δείγματα της σμυρνιώτικης φωτογραφίας Την έκταση της καταστροφής αποτυπώνει καρέ καρέ η συλλογή φωτογραφιών που έθεσε στη διάθεσή του NEWS247 το Φωτογραφικό Αρχείο του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου και έχει αξιοποιηθεί από το νεοϊδρυθέν Ψηφιακό Μουσείο Νέας Σμύρνης σε μια προσπάθεια συγκέντρωσης και ψηφιοποίησης του σχετικού με τον ελληνισμό της Σμύρνης υλικού που βρίσκεται σε κάθε γωνιά της Ελλάδας και του κόσμου. «Αυτή η σχετικά άγνωστη ιδιωτική συλλογή, που παραχωρήθηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, είναι επί της ουσίας τα τελευταία τραγικά δείγματα της σμυρνιώτικης φωτογραφίας» επισημαίνει ο ιστορικός Μιχάλης Βαρλάς, υπενθυμίζοντας πως η Σμύρνη, η Νέα Υόρκη της Ανατολής όπως αποκαλείτο λόγω της ιδιαίτερης κουλτούρας της, είχε έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων της εικόνας: επαγγελματίες φωτογράφους, φωτορεπόρτερ, καλλιτέχνες, κινηματογραφιστές αλλά και απλούς ανθρώπους που ήταν εξοικειωμένοι με τη φωτογραφία και την εικονοληψία.«Από τέτοιες συλλογές όχι μόνο ξαναζούμε την καταστροφή αλλά βλέπουμε και πως οι άνθρωποι αποτύπωναν την ιστορία» τονίζει ο κύριος Βαρλάς.

Πηγή Φωτογραφιών: Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Ιστορικού Μουσείου.Ευχαριστούμε για τις πληροφορίες και τη βοήθεια τον Μιχάλη Βαρλά, επιμελητή και υπεύθυνο τεκμηρίωσης της έκθεσης του Ψηφιακού Μουσείου Νέας Σμύρνης, καθώς και την Νίκη Μαρκασιώτη, υπεύθυνη του Φωτογραφικού Αρχείου στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Αθήνας.

Περίπου 2700 χρόνια αργότερα, το μουσικο-γυμναστικό σωματείο Ορφεύς Σμύρνης και το η ποδοσφαιρική ομάδα Γυμνάσιον Σμύρνης ενώθηκαν για να σχηματίσουν τον Πανιώνιο Γυμναστικό Σύλλογο Σμύρνης.   Στη Σμύρνη πραγματοποιήθηκαν και οι Ά Πανιώνιοι Αγώνες, το 1896. Η διεθνής αυτή διοργάνωση αγωνισμάτων με κορωνίδα τον στίβο αλλά και αθλήματα όπως γυμναστική, ποδηλασία, άρση βαρών, κολύμβηση και πάλη, διεξήχθη 19 φορές ως τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Μετά το δραματικό ξεριζωμό του συλλόγου, ο Δημητρός Δάλλας, οραματιστής και επονομαζόμενος «Αετός του Πανιωνίου» αναζήτησε στέγη για το σύλλογο αλλά και τους αθλητές του Πανιωνίου στους προσφυγικούς καταυλισμούς. Δύο μόλις μήνες μετά την Καταστροφή της Σμύρνης, εγκαινίαζε τα γραφεία του συλλόγου στην Αθήνα.  Oι Κ’ Πανιώνιοι Αγώνες διοργανώθηκαν μόλις ένα χρόνο αργότερα στο Καλλιμάρμαρο, το 1923! Αυτός ο πρωτοπόρος υποστηρικτής κάθε αθλητικής προοδευτικής κίνησης που κοιμόταν πάνω στο ξύλινο γραφείο στο δωμάτιο του συλλόγου αποκρινόταν σε όσους αποθάρρυναν τις προσπάθειές του: «Ο Πανιώνιος είναι Ιδέα. Και οι Ιδέες δεν πεθαίνουν».

Το χάρισμα

Από τους Ίωνες και τον Μέγα Αλέξανδρο, έως τον Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο και τον Δάλλα, το Πανιώνιον εμφανίζεται σε πολλές σελίδες της ελληνικής ιστορίας, άλλοτε με λαμπρότητα κι άλλοτε τραυματισμένο από τις δυσκολίες.  Αυτή η διαδρομή έχει χαράξει την κουλτούρα του συλλόγου και αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο πόρο του.  Λόγω της διαδρομής του, βαθιά ριζωμένη στην κουλτούρα του Πανιωνίου βρίσκεται η πεποίθηση ότι ο σύλλογος έχει τη δυνατότητα να αναγεννάται από τις στάχτες του, να διαθέτει το χάρισμα «να μην πεθαίνει ποτέ».

Επίσης, η ιστορία του αντανακλά μία κουλτούρα προοδευτικής και πολύπλευρης προσφοράς στον ελληνικό αθλητισμό και πολιτισμό. Ο σύλλογος διαδραμάτισε, για παράδειγμα, καταλυτικό ρόλο στην εισαγωγή του μπάσκετ και του βόλεϊ στον ελληνικό αθλητισμό αλλά και στη δημιουργία γυναικείων αθλητικών ομάδων 5 χρόνια πριν επιτραπεί στις γυναίκες το δικαίωμα ψήφου από το ελληνικό κράτος. Βραβεύθηκε για την προσφορά του στον ελληνικό αθλητισμό και την αθλητική παιδεία από την Ακαδημία Αθηνών το 1949, η οποία μνημόνευσε μεταξύ άλλων τους Πανιώνιους Αγώνες που «εξαιρέτως συνετέλεσαν στην επίρρωση του εθνικού φρονήματος και της εθνικής φιλοτιμίας».

Το όραμα

Η αναβίωση των Πανιώνιων Αγώνων με προοδευτικό χαρακτήρα και οικονομικά βιώσιμο τρόπο θα μπορούσε να εμπνεύσει, να ενώσει και να ωφελήσει πολλαπλά την ελληνική κοινωνία, προάγοντας τον αθλητισμό, τον πολιτισμό και την παιδεία.  Η τέλεση των Αγώνων θα έχει μεγάλη συμβολική αξία στην Ελλάδα την εποχή της κρίσης, στέλνοντας μηνύματα ιστορικής συνέχειας, αναγέννησης και δημιουργίας σε δύσκολες εποχές.  Αν τα εμπόδια μοιάζουν ανυπέρβλητα, ας μας ενθαρρύνει ότι ο Δημητρός Δάλλας μεγαλούργησε αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Η διοργάνωση των Πανιώνιων Αγώνων χρειάζεται πρωτίστως μία ηγετική ομάδα με στρατηγικές και διοικητικές ικανότητες η οποία θα είναι διατεθειμένη να αναλάβει αυτό το ιστορικό καθήκον και την συμμετοχή όλων των εργαζομένων του συλλόγου.  Οι θεσμοί και οι οργανισμοί της Νέας Σμύρνης όπως ο Δήμος και η Εστία θα είναι καταλύτες στην τέλεση των Αγώνων. Οι προσφυγικές αλλά και οι Ιωνικές πόλεις της Ελλάδος και οι σύλλογοί τους θα κληθούν ως συμπαραστάτες και όπου είναι εφικτό συνδιοργανωτές των Αγώνων σε μια προσπάθεια που επί της ουσίας ενώνει παρά χωρίζει τις αντίπαλες ομάδες. Οι πολίτες της Νέας Σμύρνης, οι φίλοι του Πανιωνίου και τα σχολεία θα ανταποκριθούν συναισθανόμενοι την πνευματική κληρονομιά των προγόνων τους και τη χαρά των Αγώνων.  Επιφανείς επιχειρηματίες φίλοι του Ιστορικού θα σταθούν στο ύψος των περιστάσεων, δίχως αυτό να σημαίνει ότι οι Αγώνες θα πρέπει να είναι εξαρτώμενοι από έκτακτες χορηγίες.

Οι σύγχρονοι Πανιώνιοι Αγώνες θα μπορούσαν να βασίζονται σε τρείς άξονες, τον αθλητισμό, τις τέχνες και τα γράμματα. Ο πρώτος άξονας θα μπορούσε να περιλαμβάνει αθλήματα για τα οποία ο σύλλογος ήδη διαθέτει τεχνογνωσία, όπως ο στίβος, το μπάσκετ, το πόλο, η γυμναστική και το σκάκι, καθώς και ορισμένα από τους αγώνες στην Σμύρνης όπως ο Ιωνικός δρόμος και η αναρρίχηση επί κάλω (σχοινί ύψους 14 μέτρων στηριγμένο σε ιστό).   Παράλληλα, διαγωνισμοί στις τέχνες και τα γράμματα όπως η μουσική, η φωτογραφία, τα ντοκιμαντέρ, η εικαστική δημιουργία και ο Πανιώνιος Ποιητικός Διαγωνισμός (από τον οποίο το 1900 προέκυψε ο ύμνος του συλλόγου) θα αναδείξουν την πολυποίκιλη προσφορά του σωματείου.  Οι Αγώνες θα απευθύνονται σε επαγγελματίες από διάφορες χώρες, στο κοινό, αλλά κυρίως στα παιδιά όλης της Ελλάδας. Θα προβλέπονται βραβεία για νέους και νέες που διακρίνονται τόσο στον αθλητισμό όσο και στις τέχνες ή τα γράμματα.

Το εγχείρημα θα μπορούσε να βρει αρωγούς πολλούς οργανισμούς και ιδρύματα που έχουν τις ρίζες τους στη Σμύρνη και τη Μικρά Ασία.  Για παράδειγμα, το Κοινωφελές Ίδρυμα Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης θα μπορούσε να συνδράμει φιλοξενώντας διαγωνισμούς στη Στέγη σε θέματα γραμμάτων και τεχνών. Ο Αριστοτέλης Ωνάσης και ο αδικοχαμένος γιος του που ετοιμαζόταν να επενδύσει στον Πανιώνιο πριν τον θάνατό του πιθανότατα θα στήριζαν με θέρμη αυτό το εγχείρημα.  Το Αμερικανικό Κολλέγιο της Ελλάδας που ιδρύθηκε το 1875 στη Σμύρνη και μετεγκαταστάθηκε στην Αθήνα μετά την Μικρασιατική Καταστροφή ίσως στεκόταν στο πλευρό αυτής της πρωτοβουλίας με παρόμοιο τρόπο.

Οι Πανιώνιοι Αγώνες μας προσφέρουν ένα ωραίο ταξίδι στο παρελθόν και στο μέλλον, μια ευκαιρία να σκεφτούμε τις αξίες και την ταυτότητά μας, μέσω του αθλητισμού, των τεχνών και των γραμμάτων.

του Κώστα Τασούλη

Αναπληρωτή Καθηγητή Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού ALBA Graduate Business School & DEREE School of Business, Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος

πηγή: Η Καθημερινή

Το μαρτυρικό οδοιπορικό από το Ικόνιο ως το Πανόραμα Ηρακλείου

πρόσφυγες μικρά ασία κρήτη πανόραμα καδεμλής

Ο Καδεμλής  Σαρόγλου στο Πανόραμα Ηρακλείου, το χωριό των προσφύγων…

 

Άρθρο του Μανόλη Παντινάκη

Από τα σημαντικότερα γεγονότα χαρακτηρίζεται στο Ηράκλειο η έκθεση φωτογραφίας του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων, που αναφέρεται σε σπάνιο υλικό από την εγκατάσταση των προσφύγων στην Κρήτη και στην Αττική. Πρόκειται για μια εξαιρετική έκθεση που έρχεται 91 χρόνια μετά, να ανασύρει μνήμες από «την Καταστροφή των αιώνων», όπως χαρακτήρισε την Μικρασιατική Καταστροφή ο προϊστάμενος της Βικελαίας Βιβλιοθήκης Ηρακλείου Δημήτρης Σάββας. Την εκδήλωση μνήμης στην αίθουσα της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου που θα διαρκέσει έως τις 26 Σεπτεμβρίου, συνδιοργανώνουν η Περιφερειακή Ενότητα Ηρακλείου της Περιφέρειας Κρήτης και ο Δήμος Ηρακλείου…

Στο πλαίσιο του εξαιρετικού γεγονότος, το MadeinCreta, αντί άλλου αφιερώματος, φιλοξενεί σήμερα σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του Καντεμλή Σαρόγλου, που από τα βάθη της μικρασιατικής γης την Αξό Ικονίου, το Χασέκουι στα τουρκικά, βρέθηκε με την ανταλλαγή των πληθυσμών στο Πανόραμα Ηρακλείου, εκεί που ρίζωσαν και εκατοντάδες άλλες οικογένειες προσφύγων. Η καταγραφή της αφήγησης του έγινε πριν δέκα χρόνια περίπου στο σπίτι του όταν ο ίδιος βρίσκονταν σε προχωρημένη ηλικία…

Στα ελληνικά, εξήγησε από την αρχή, το όνομα Καντεμλής σημαίνει Ευτύχιος, όμως «έτσι είναι γραμμένος στα χαρτιά» και γεννήθηκε το 1908 από τον Γεώργιο και την Δέσποινα, το γένος Γκενζ αγά «ελληνικά Γενιτσαρίδη». Το χωριό του «έβγαζε τρεις προέδρους», στον Κάτω Μαχαλά, στον Μέσα Μαχαλά και στον Πάνω Μαχαλά και ήταν «ας πούμε σαν συνοικίες, αλλά ήταν κολλημένες». Θυμάται χωριανούς «τον Ανέστη το Βελή, και τα αδέλφια Γιρίκ» και συμμαθητές στο σχολείο «τον Τρύφωνα Τσάκα, τον Μηνά Ιακωβίδη και τον Θωμά Θωμαΐδη».

ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ…

Βρέθηκε στην Κρήτη μετά από κάποιες… στάσεις σε πόλεις και χωριά και αφού επιτροπή έκανε εκτίμηση της περιουσίας που άφηνε. Τότε, «απ’ το χωριό μας όταν μας βγάλανε απ’ το τελευταίο σπίτι οι Τούρκοι, φύγαμε και πήγαμε στο Νίγδη και κάναμε ‘κει πέρα τρεις μήνες. Ήρθε η επιτροπή κι έγραψε τις περιουσίες και πόσες χρυσές λίρες κάνανε…». Ξεκαθαρίζει, ωστόσο, από την αρχή ότι «εμάς δε μας διώξανε οι Τούρκοι», αλλά, «φύγαμε με την ανταλλαή» και θυμάται σε ηλικία τότε 14 χρόνων, στον πόλεμο το ’22, ότι «βάζαν τ’ αυτιά τους στο έδαφος οι μεγάλοι κι ακούανε τσι βομβαρδισμοί, τσι μπόμπες».

πρόσφυγες μικρά ασία κρήτη πανόραμα καδεμλήςΑπό την έκθεση που φιλονείται στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου

Αναπολεί με νοσταλγία το σπίτι τους, που «ήταν ωραίο σπίτι, το είχε χτίσει ο πατέρας μου, είχε κάμει οντά, μισαφίροντα που λένε, είδαν πως είναι ωραίο το σπίτι και μας βγάλαν ‘μας και πήγαμε στου γαμπρού μου στο Γεώργιο Βελίδη». Ήλθε ύστερα «μια άλλη παρτίδα Τούρκων», ζήτησαν να φύγουν και από εκεί και «πήαμε σ’ ένα σπίτι στου Χουσάν», όπου έμειναν με άλλες δυο με τρεις οικογένειες…

Η περιπέτεια για τη νέα πατρίδα έχει όμως και συνέχεια! Πρώτος σταθμός η Αλβανία κι ύστερα η Πάργα, ο Καρβουνιάρης και η Παραμυθιά και ακολούθως «συγγενείς μας πήρανε ‘μας και τον Τσάκα και μας έβγαλε και μας έφερε ‘δω στην Κρήτη». Η φουρνιά των προσφύγων βρέθηκε στο Ρέθυμνο και «στο Ρέθυμνο πήαμε μ’ ένα βαπόρι και σ’ ‘ένα σκολειό τι ήτανε δεν ξέρω(!), κάτσαμε ‘κει και ύστερα βρήκαμε σπίτι και κάτσαμε στη Φορτέτζα, σ’ ένα τούρκικο σπίτι».

Όμως, γρήγορα κατάλαβαν ότι ο τόπος «δεν τους σήκωνε», οδηγοί πήγαν στη Μεσαρά, ερεύνησαν και διαπίστωσαν ότι η περιοχή μπορεί να τους ζήσει. «Μας έφερε καράβι απ’ το Ρέθυμνο στο Ηράκλειο», συνεχίζει την εξιστόρηση, «κάτσαμε στον Άη Κωνσταντίνο μερικές μέρες κι από ‘κει έπιασε ο καθένας και πήε όπου ήθελε. Εμείς ήρθαμε στο Πανόραμα. Δεν ηρχούνταν δρόμος μέχρι εδώ και μέχρι τις Μελέσες ήταν αμαξωτός. Ήρθαμε με τον πατέρα μου, τη μάνα μου, τα’ αδέλφια μου εκτός απ’ τη Δέσποινα που έφυγε με τον άντρα της στη Μακεδονία. Ήταν παντρεμένη στη Μικρασία μ’ ένα Παντελή Παπαδόπουλο δάσκαλο. Η άλλη μου αδελφή η Κυριακούλα ήτανε παντρεμένη με τον Γεώργιο Βελίδη και εγώ και η Ελευθερία η άλλη μου αδελφή παντρευτήκαμε εδώ στο Πανόραμα. Σε μια μέρα κάναμε κι οι δυο τους γάμους μας. Η Ελευθερία παντρεύτηκε τον Θοδωρή τον Αχίνα…»

ΤΑ ΓΟΥΡΝΙΑ ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΤΗΚΑΝ ΠΑΝΟΡΑΜΑ

Το πρώτο όνομα που συνάντησαν οι πρόσφυγες στο Πανόραμα ήταν Γουρνιά και ήταν αμιγώς τουρκοχώρι. Όταν όμως πήγαν το είδαν άδειο. Οι Τούρκοι είχαν φύγει και όσοι βρήκαν σπίτια κάθισαν. Άρχισαν ύστερα τα δύσκολα και «ούτε ψωμί δεν βρίσκαμε να φάμε». Ο Σαρόγλου αναζήτησε μεροκάματο στο Ηράκλειο «στσι λεμονάδες και στ’ αναψυκτικά» και εργάστηκε «στον Ραπίδη και στον Λάζο που ήταν μπατζανάκηδες και έβγαζαν τα αναψυκτικά στο Βαλιδέ Τζαμί».

Γύρισε στο Πανόραμα, παντρεύτηκε την πατριώτισσά του Βαρβάρα Σισμανίδη και ασχολήθηκε με γεωργικές δουλειές. «Νομίζεις», ρωτάει «ότι μέχρι την κατοχή υπήρχε τίποτα εδώ; Μετά την κατοχή γινήκαν όλα. Δέντρο δεν υπήρχε, αγριάδες ήταν, καλαμιές ήταν! Βρήκαμε καμιά εικοσαριά-εικοσιπέντε τούρκικα σπίτια όταν ήρθαμε. Εμείς ήρθαμε δυο φορές, μπορεί να ‘ρθαμε εικοσιπέντε οικογένειες όλες κι όλες!»

Όμως η πατρίδα τον πληγώνει! «Μακάρι να γινόταν να γυρίσω στην πατρίδα», λέει. «Πιο καλά ήταν εκεί, δεν πήγα να τη δω από τότε που έφυγα και έπρεπε να πάω. Στο Πανόραμα ήταν όλο αγριάδα, είχα πρόβατα ‘ γω ‘δω πέρα και τα ενοικίαζα όλα απέναντι και τα παιδιά μου έζησαν με τα μεροκάματα που έκανα. Μας πήρανε με την αναταλλαή στη Μικρασία τα καλύτερα χωράφια και μας δώκανε από δυο-τρία στρέμματα στην αρχή και αυτά τα πληρώσαμε! Πλήρωσα δυο-τρείς δόσεις και άμα ήλθε ο Σβώλος τα ξεκαθάρισε. Αν έλειπε ακόμα θα χρωστούσα!πρόσφυγες μικρά ασία κρήτη πανόραμα καδεμλής

»Χωράφια ‘κει πέρα, όχι τέτοια! Κάμποι ολόκληροι, ανοίγεις ένα λάκκο ‘κει πέρα τρία μέτρα στο βάθος και βγαίνει νερό και εδώ γυρεύουν νερό και δεν βρίσκουνε. Φέραμε τ’ αμπέλια, δεν υπήρχαν εδώ τα σουλτανιά, είχαν κρασάμπελα και οι πρόσφυγοι φέραν το σουλτανί εδώ. Φέραμε τη μαγειρική της πατρίδας εδώ και στην αρχή τη φέρανε όλοι και δεν ταίριαζε η ντόπια με τη προσφυγική παλιά, αλλά τώρα ταιριάζει. Οι Μικρασιάτες έχουν πιο βαριά κουζίνα, βάζαμε πολλά μπαχαρικά…»

ΕΜΕΙΝΕ ΕΝΑΣ ΤΟΥΡΚΟΣ…

Ένας από τους Τούρκους που έφυγαν με την ανταλλαγή των πληθυσμών, παρέμεινε στο Πανόραμα και αυτός, όπως αποκαλύπτει ο Σαρόγλου, ήταν ο Αλή Κανταϊμάκης, που βαφτίστηκε χριστιανός. «Έμεινε εδώ ένας Τούρκος», θα πει, «τον λέγανε Αλή Κανταϊμάκη, βαφτίστηκε κι έγινε Λευτέρης Ζαχαριουδάκης και  πέθανε στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Αυτός δεν ήξερε τούρκικα, εγώ καταλαβαίνω μερικά, αλλά εδώ δεν τα μιλάμε…»

Για τον ξεριζωμό διατυπώνει τη δική του άποψη: «Όλοι έχουν ευθύνη! Υπάρχουν ορισμένοι μεγάλοι και κάνουν τον κόσμο άνω-κάτω. Τι ήθελε ο Μπους να πάει να σκοτώσει τόσο λαό; Τι ήθελε ο Χίτλερ; Καταλάβανε πράμα; Δεν υπάρχει αγάπη στον κόσμο. Ο Βενιζέλος, πραγματικώς Βενιζέλος, είπε να σταματήσουν εκεί που πήγαν και αν σταματούσαν η Μικρασία θα ήταν η μισή ελληνική…»

Οσιακές μορφές του σύγχρονου γυναικείου μοναχισμού: η καθηγουμένη της Μονής Παναγίας Οδηγήτριας Πορταριάς Πηλίου γερόντισσα Μακρίνα Βασσοπούλου (γεννηθείσα στο Βιλαέτι της Σμύρνης το 1921) , η καθηγουμένη της Μονής Αναλήψεως Ταξιαρχών Δράμας γερόντισσα Ακυλίνα Παρμαξίδου (γεννηθείσα στα Θείρα της Σμύρνης το 1921), η γερόντισσα Άννα Γιοβάνογλου της Δράμας (γεννηθείσα στην Πάνορμο της Μικράς Ασίας το 1903) και η γερόντισσα Τιμοθέη Χριστοδούλου, ηγουμένη Μονής Αγίου Γεωργίου Βρανά Μαραθώνα Αττικής.

%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b1%cf%87%ce%b7-%ce%b1%ce%ba%cf%85%ce%bb%ce%b9%ce%bd%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%bc%ce%b1%ce%be%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85

μοναχή Ακυλίνα Παρμαξίδου, η εκ Θείρων Σμύρνης, καθηγουμένη της Μονής Αναλήψεως Ταξιαρχών Δράμας

Γέννηση στα Θείρα Σμύρνης και η Μικρασιατική Καταστροφή

Η  Ερασμία, κόρη των ευλαβών πολύτεκνων Γεωργίου και Ευτυχίας Παρμαξίδου, γεννήθηκε στα Θείρα της Σμύρνης στις 23 Απριλίου 1921. Η Μικρασιατική Καταστροφή με τις δύσκολες συνέπειες και για την οικογένεια της -επτά συγγενείς της μαρτύρησαν στην αγχόνη- ήταν ή αιτία ώστε να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες. Πρόσφυγες ήρθαν στον Πειραιά στις 14 /09/1922 και λίγο αργότερα εγκαταστάθηκαν στην Δράμα.

Εγκατάσταση στη Δράμα

Στην όμορφη αυτή πόλη της Ανατολικής Μακεδονίας, όπου ήταν Μητροπολίτης ό Νεομάρτυς και Ίερομάρτυς Χρυσόστομος Επίσκοπος Σμύρνης, μεγάλωσε ή μικρή Ερασμία. Χρωστούσε την κατά Θεόν μόρφωσή της στην βαθειά και αυθεντική ορθόδοξη ευλάβεια της Μικρασιάτισσας μητέρας της και της Μικρασιάτισσας γιαγιάς της. Στα δεκατρία της μόλις χρόνια αποφάσισε να μην παντρευτεί και να αφιερωθεί ακόμη περισσότερο στον Θεό με προσευχή και προσφορά στον συνάνθρωπο.

Παράλληλα ενδιαφέρθηκε για την πνευματική της καθοδήγηση. Έτσι με την μητέρα της ανέβηκαν με τα πόδια στο χωριό Σίψα (τώρα Ταξιάρχες), που είναι κοντά στην πόλη της Δράμας, για να επισκεφτούν το καινούριο μοναστήρι της Θείας Αναλήψεως τού Σωτήρος. Εκεί συνάντησαν τον όσιο γέροντα Γεώργιο Καρσλίδη τον εν Δράμα, τον κτήτορα και ιδρυτή της Μονής Αναλήψεως . Όταν εξομολογήθηκε στον όσιο Γεώργιο, εκείνος κατάλαβε τις αγνές προθέσεις της, πρόβλεψε την κατά Θεό πραγματοποίηση τού Ιερού της πόθου και της έδειξε πνευματική αγάπη. Άν και ήταν δεκαπέντε χρόνων, ό όσιος την αποκάλεσε «Μάνα-Ερασμία» προβλέποντας τον ηγετικό-μητρικό της ρόλο μέσα στην Εκκλησία. Της όρισε θέση στο αναλόγιο της Μονής και την έμαθε να ψάλλει τον «Πολυέλεο» και όποιους άλλους ύμνους γνώριζε στην ελληνική γλώσσα.

Προσφορά κατά την Κατοχή στη Θεσσαλονίκη

Νέες δοκιμασίες έρχονται στην Ελλάδα με την Ίταλογερμανική Κατοχή. Ή νεαρή Ερασμία μετακομίζει οικογενειακώς στην Θεσσαλονίκη. Με ακατάβλητο ψυχικό σθένος και περίσσια ανδρεία προσφέρει τις υπηρεσίες της στην πολυαγαπημένη της πατρίδα, πρωτοστατώντας στα συσσίτια για τους πεινώντες στην περιοχή τού Λαγκαδά. Τολμηρή και ανδρεία και με κίνδυνο για την ίδια της την ζωή ανέλαβε την τροφοδοσία των Ελλήνων στο στρατόπεδο Παύλου Μελά πού κρατούνταν από τούς Γερμανούς. Από εκείνα τα χρόνια συνδέθηκε πνευματικά με τον επίσης κρατούμενο Μητροπολίτη Τρίκκης και Σταγών Διονύσιο. Στην αγνή ψυχή της κατέγραψε πολλά από την διδαχή τού αγίου αυτού επισκόπου και έγινε αυτόπτης μάρτυρας της αρνήσεως του να σώσει την ζωή του.

Επιστροφή και δράση στη Δράμα

Επέστρεψε στην πόλη της με την λήξη τού πολέμου και της Βουλγαρικής Κατοχής. Το πρόγραμμά της ήταν μοιρασμένο στην προσευχή, την μελέτη, την εργασία στους οικογενειακούς κήπους και τα χωράφια και την προσφορά διακονίας στους συνανθρώπους της. Ήταν ένας πρότυπος κοινωνικός εργάτης στην εξάσκηση της αγάπης, διότι προστάτευε και κατηχούσε κορίτσια πού βρίσκονταν σε ανάγκη κατά την μετακατοχική εκείνη περίοδο. Οργάνωσε την Χ.Ε.Ν. Δράμας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Δεν ήταν ψυχρή κατηχήτρια, αλλά ο πατέρας, ή μητέρα, ή αδελφή πού εμψύχωνε τις κοπέλες και τις βοηθούσε να μορφωθούν, να αποκατασταθούν να γίνουν σωστές Ελληνίδες χριστιανές και μητέρες. Τις έμαθε να ψάλλουν ύμνους, να εξομολογούνται και να κοινωνούν, να έχουν μία γνήσια πνευματική ζωή μακριά από μια τυπική συμπεριφορά. Την υπηρεσία αυτή δεν προσέφερε μόνο στην πόλη της, αλλά με τα μέσα της εποχής όργωσε την επαρχία για να μεταδώσει το φώς τού Χριστού πού είχε πλημμυρίσει το είναι της.

Όταν διαχωρίστηκε ή αδελφότητα «Ζωή» και άρχισαν οι παλινωδίες στους κόλπους της, αποσύρθηκε διακριτικά. Με πίστη στον Θεό και την τόλμη που την διέκρινε στις επιλογές της μαζί με μία ομάδα νέων γυναικών ίδρυσε αδελφότητα στη Δράμα και αγοράστηκε το σπίτι τους με τον ολοήμερο κόπο και ίδρωτα τους. Τη δεκαετία του 1950 οργάνωσε συσσίτια στην Δράμα για να αντιμετωπιστούν οι πληγές που άφησε η τρίτη κατά σειρά Βουλγαρική Κατοχή στην Ανατολική Μακεδονία. Επίσης ξεκίνησε τις κατασκηνώσεις της Μητροπόλεως Δράμας στον Γρανίτη. Παράλληλα όλη ή αδελφότητα εργαζόταν ακατάπαυστα ως δασκάλες, νοσοκόμες, μοδίστρες και συγκέντρωναν τα χρήματά τους με σκοπό να ιδρύσουν μοναστήρι για να πραγματοποιήσουν τον ιερό τους πόθο να μονάσουν.

Αναζήτηση τόπου για τη στέγαση της αδελφότητας

Ή Ερασμία γύρισε όλη την Ελλάδα να βρει κατάλληλο τόπο και ξεκίνησε το κτίσιμο της Αγίας Παρασκευής στην Θήβα. Σε όλο αυτό το διάστημα γνώρισε κάθε δοκιμασία και πειρασμό. Συνάντησε πολλά εμπόδια και αφάνταστες δυσκολίες. Είδε την εγκατάλειψη από τούς εν Χριστώ αδελφούς και πνευματικούς. Είχε περιπέτειες, αντιμετώπισε αρρώστιες. Ακατάβλητη, θωρακισμένη με πίστη και πολλή προσευχή, υποτάχτηκε ταπεινά στο θέλημα τού Κυρίου αποδέχθηκε την στέγαση της αδελφότητας στο μοναστήρι της Σίψας μετά από προτροπή της Μοναχής Άννας Μακκαβαίου, την οποία είχε κάνει μεγαλόσχημη ό όσιος Γεώργιος.

%ce%b7-%ce%bc%ce%b9%ce%ba%cf%81%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%b3%ce%b5%cf%81%cf%8c%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%b1%ce%ba%cf%85%ce%bb%ce%af%ce%bd%ce%b1

Εγκατάσταση και Ηγουμενία στη Μονή Αναλήψεως Δράμας

Στις 25 Μαρτίου 1970 με την ευλογία και προτροπή του επιχώριου μητροπολίτη Δράμας Διονυσίου, επισκέφτηκε με την αδελφότητα της την εγκαταλειμμένη για έντεκα χρόνια Ιερά Μονή της Θείας Αναλήψεως. Αμέσως ξεκίνησαν τον αγώνα για να ευπρεπίσουν τον ιερό χώρο. Για έξι μήνες έκαιγαν σκουπίδια, καθάριζαν πέτρες και βοηθούσαν τούς εργάτες να κτίζουν. Με πολλές στερήσεις και προσωπικό κόπο εργάστηκαν με πρωτοφανή ζήλο και ακούραστα, ενώ τα βράδια έμεναν σε εγκαταλειμμένα σπίτια πού ήταν κοντά στη Μονή. Τελικά , στις 25 Απριλίου τού 1971 τελέσθηκαν τα εγκαίνια  από τον μητροπολίτη Δράμας Διονύσιο.

Στις 17 Ιουλίου 1970 και σε ηλικία 50 ετών πήρε το μέγα και αγγελικό σχήμα και ονομάσθηκε Άκυλίνα μοναχή. Από τότε επιδόθηκε σε ανώτερους πνευματικούς κόπους για την κατάρτιση της ψυχής της και την καθοδήγηση των μοναχών της. Ταυτόχρονα εργάσθηκε για το κτίσιμο και το μεγάλωμα της Μονής. Ολόκληρο το κτιριακό οικοδόμημα της Μονής είναι κόπος της δραστηριότητάς της μαζί με την πρώτη αδελφότητα άλλα και τις νεώτερες αδελφές, πού κράτησε 36 χρόνια. Στελέχωσε την Ιερά Μονή με πολυμελή αδελφότητα πού την αγάπησαν σαν αληθινή τους μητέρα.

Η Μονή, μετά από τον αγώνα και τις προσπάθειες της αδελφότητας με επικεφαλής την ηγουμένη Ακυλίνα, απέκτησε κελιά, ηγουμενείο, νοσοκομείο, βιβλιοθήκη, τράπεζα μοναχών και το ναΐσκο της αγίας Ακυλίνας, ενώ στο ισόγειο δημιουργήθηκσν βοηθητικοί χώροι και τα εργαστήρια των μοναζουσών. Στο κέντρο των κτισμάτων ανεγέρθηκε ο ιερός ναός της Υπαπαντής του Σωτήρος και της Υπεραγίας Θεοτόκου (καθολικό της μονής). Είναι σταυροειδής με τρούλο και πέτρινη εξωτερικά επένδυση, ενώ εσωτερικά είναι αγιογραφημένος από τους Παχωμαίους μοναχούς Θεόφιλο και Χρυσόστομο, συνεχιστές της βυζαντινής παραδόσεως. Τα εγκαίνιά του έγιναν στις 3 Μαΐου του 1987.

Το κέντρο της ζωής και της διδαχής της ηγουμένης Ακυλίνας ήταν ή ενεργοποίηση της εντολής της αγάπης. Ή αγάπη στον Νυμφίο της Ιησού Χριστό και ή εφευρετική για τον συνάνθρωπο αγάπη και στοργή. Υπήρξε σιωπηλή ευγενής, αδιαλείπτως προσευχόμενη και πολύ ελεήμων. Ήταν τύπος δυναμικός και υπερβολικά έξυπνος, πού ήξερε να χειρίζεται τις καταστάσεις για την ωφέλεια των ψυχών και σύμπτυξη τού ποιμνίου της. Ή συμπεριφορά της χαρακτηρίσθηκε από την αφάνεια την ταπεινοφροσύνη, την απέχθεια για τούς επαίνους και την ανθρώπινη αναγνώριση. Για όλα αυτά ό Θεός της χάρισε το προορατικό και διορατικό χάρισμα, ώστε ή αδελφότητα και τα πνευματικά παιδιά της Μονής να οδηγούνται στην σωτηρία. Ή άξια αυτή πνευματική μητέρα ήταν για όλους και Γερόντισσα και μητέρα και αδελφή και φίλη. Ή μεγάλη και αδιάπτωτη αγάπη της δεν άφησε κανέναν να περάσει τα όρια. Σε όλους ενέπνεε τον σεβασμό, ακόμη και στους εχθρούς της τούς όποιους αποκαλούσε ευεργέτες της ψυχής της.

Λίγο πριν από το τέλος της αξιώθηκε να προσκυνήσει την τίμια κάρα τού οσίου Γεωργίου κατά την ανακομιδή των ιερών του λειψάνων.

Με την προσευχή και την γνήσια μοναχική της μαρτυρία κόπιαζε νύχτα και ήμερα για τις ψυχές πού της χάρισε ό Κύριος, ενώ συγχρόνως οικοδομούσε, στήριζε, παρηγορούσε και ευεργετούσε αμέτρητο αριθμό πονεμένων, απελπισμένων και φτωχών. Κοιμήθηκε εν Κυρίω στις 16 Νοεμβρίου 2006.

Στον απλό και απέριττο τάφο της γράφηκε από την Κλίμακα τού Αγίου Ιωάννου τού Σιναΐτου το εξής:

Αγάπη Πνεύματος έλλαμψις

Αγάπη, προφητείας χορηγός

%ce%bc%ce%b9%ce%ba%cf%81%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%b3%ce%b5%cf%81%cf%8c%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%b1%ce%ba%cf%85%ce%bb%ce%af%ce%bd%ce%b1

Είπαν για τη γερόντισσα Ακυλίνα…

Την Γερόντισσα Άκυλίνα σέβονταν και αγαπούσαν όλοι οι σύγχρονοι Γέροντες και Γερόντισσες:

*    Ό άγιος Παίσιος ό Αγιορείτης καθώς και ό Γέροντας Ιωσήφ ό Βατοπαιδινός την εκτιμούσαν ιδιαίτερα αποκαλώντας την «Γερόντισσα των Γεροντισσών». Ό Γέροντας Γαβριήλ ό Διονυσιάτης διανυκτέρευε στην Μονή της, όταν βρισκόταν στην Δράμα.

*    Ό Γέροντας Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης την εκτιμούσε και την επισκεπτόταν.

*    Ό Γέροντας Έφραιμ ό Φιλοθείτης, Προηγούμενος, πού βρίσκεται σήμερα στην Αριζόνα όταν κατά τα δύο πρώτα χρόνια επισκεπτόταν την Μονή, της έβαλε τα θεμέλια της «ευχής».

*    Ό Γέροντας Αιμιλιανός, ό Σιμωνοπετρίτης Προηγούμενος και ή Ηγουμένη Νικοδήμη της Μονής της Όρμυλίας καθώς και ή μακαριστή Ηγουμένη Φεβρωνία της Μονής τού Πανοράματος ήταν φίλοι της Μονής και διατηρούσαν πνευματικές σχέσεις με την Γερόντισσα Άκυλίνα.

*    Ό άγιος Πορφύριος ό Καυσοκαλυβίτης σε μία μοναχή της Μονής της Σίψας πού τον επισκέφτηκε την αποκάλεσε «Χερουβείμ με χρυσά φτερά».

Η αοίδιμη Γερόντισσα Ακυλίνα ήταν κεφάλαιο της Μοναχικής Πολιτείας, μία μεγάλη μορφή, τομή στον γυναικείο Μοναχισμό, πού ή ευρύτητα τού νου της με την άγιοπνευματική της μεταμορφωμένη προσωπικότητα αποτέλεσε σταθμό και πρότυπο ζωής. Δεν υπέκυψε στην εκσυγχρονιστική τάση της εποχής και με καλή «αγωνία» έψαχνε πρότυπα παλαιών μοναχών και μοναζουσών. Το ενδιαφέρον και ό πόνος της καρδιάς της που ήξερε να αγαπάει ήταν να μεταμορφώσει άγιοπνευματικά τις μοναχές της σε αληθινές νύμφες Χριστού και να μεταδώσει το φώς τού Χριστού στα πνευματικά παιδιά της Μονής. Ο συγγραφέας του πονήματος »Γέροντες και γυναικείος μοναχισμός» ιερομ. Δημήτριος Καββαδίας γράφει για τη Γερόντισσα Άκυλίνα: Αρχοντική μορφή, αρχοντικό περπάτημα, αρχοντικό ύφος. Το καθαρό της πρόσωπο έδειχνε εξαϋλωμένο. Μεταλάμβανε των Αχράντων Μυστήριων αλλοιωμένη και φωτεινή. Όταν σού ευχόταν. «αϊρουσα όμματα και χείρας εις τον ούρανόν», θεωρούσες ότι είχες μπροστά σο μία βιβλική μορφή της Παλαιάς Διαθήκης, μία Δικαία πού ευαρέστησε εις Κύριον.

mikrasia

μοναχή Μακρίνα Βασσοπούλου, η εκ Βιλαετίου Σμύρνης, καθηγουμένη της Μονής Παναγίας Οδηγήτριας Πορταριάς Πηλίου

%ce%bc%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b1-%ce%b2%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%bf%cf%85

Ή Μαρία Βασσοπούλου γεννήθηκε το 1921, άπό ευσεβείς γονείς στό Βιλαέτι της Σμύρνης. Μέ τήν Μικρασιατική Καταστροφή ή οικογένεια της αναγκάσθηκε να άφήσει τήν πατρική Ιωνική γη καί να μεταφυτευθεί στον Βόλο. Ένώ όμως ήταν μόλις 10 ετών,  κοιμήθηκαν καί οι δύο γονείς της. Έτσι ή μικρή Μαρία, μαζί μέ το μικρότερο αδερφό της, τον Γιωργάκη, έμειναν παντελώς έρημοι καί εγκαταλελειμμέναοι.
Όμως ή μικρή Μαρία δεν ήταν άπό τους ανθρώπους πού άπελπίζοντο εύκολα. Έπιασε δουλειά, πρώτα σέ μία μικρή βιοτεχνία μεταποιήσεως τροφίμων, όπου έσπαζε καρύδια γιά λίγο ψωμί. Κατόπιν εργάσθηκε σε ένα καπνεργοστάσιο. Έτσι, μέ πολλές στερήσεις, το ορφανό κοριτσάκι κατάφερε νά μεγαλώσει το πολυαγαπημένο μικρό της αδελφάκι. Καί ένώ τά πράγματα άρχισαν κάπως νά ομαλοποιούνται, ξέσπασε ξαφνικά ό Β’ Παγκόσμιος πόλεμος καί μαζί του τά δίσεκτα χρόνια της Κατοχής.
Στις αρχές της Κατοχής οι γείτονες πρόσφεραν κάποια βοήθεια στά ορφανά. Όταν όμως άρχισαν οί άνθρωποι νά πεθαίνουν κατά δεκάδες στους δρόμους άπό τήν πείνα, κανείς δέν ενδιαφερόταν πλέον τά δύο παιδιά. Γιά μέρες ολόκληρες έμεναν νηστικά καί κόντευαν νά πεθάνουν άπό ασιτία.
Τά αδελφάκια, λοιπόν, χρειάσθηκε νά χωρίσουν, μέ τήν ελπίδα πώς έτσι ίσως τουλάχιστον επιζήσει τό ένα άπό τά δύο. Ό μικρός Γιωργάκης έφυγε στην Θεσσαλονίκη καί ή Μαρία παρέμεινε στον Βόλο παντελώς μόνη της καί βυθισμένη στην θλίψι γιά τον χωρισμό τους.
Καί τά χρόνια της Κατοχής, άλλα καί τά μεταπολεμικά χρόνια στάθηκαν γιά τήν Μαρία πολύ δύσκολα. Δούλευε σκληρά σε διάφορες εργασίες γιά λίγο ψωμί, άλλα καί αυτό τό μοίραζε από ευσπλαχνία.
Χαρακτηριστικά της γνωρίσματα ήταν: ή μεγάλη της ευσπλαχνία, ή συγχωρητικότητα, ή ελεημοσύνη, ή μεγάλη της υπομονή, ή εργατικότητα καί ή ολονύκτιος προσευχή. Σε όλη της τήν ζωή ή προσευχή στάθηκε πυξίδα και βακτηρία.
Συνέβη μάλιστα αρκετές φορές να γευθεί «χειροπιαστά» τήν θεϊκή άντίληψη. »Τήν περίοδο αυτή ή νεαρή Μαρία γνωρίσθηκε μέ τήν όσιωτάτη μητέρα μου», γράφει ο πατήρ Εφραίμ Φιλοθεϊτης.
»Οι δύο αυτές αγιασμένες ψυχές προσηύχοντο μαζί στην κουζίνα τού πατρικού μου σπιτιού, γονατιστές όλο το βράδυ, μέ πάμπολλα δάκρυα καί γονυκλισίες. Πολλά μέ δίδαξε το άγιο παράδειγμα τους! Αυτές οι αρετές της στάθηκαν ή αιτία νά μαζευτούν γύρω της μερικά ευλαβέστατα κορίτσια, άπό τά χρόνια τής Κατοχής καί νά ζητήσουν νά γίνουν νύμφες τού Χριστού μας». Οι κοπέλες ζούσαν ύπό τήν πνευματική καθοδήγηση τού πατρός Έφραίμ από τον Βόλο.
‘Όταν όμως έκείνος αναγκάσθηκε νά γυρίσει στο Άγιον Όρος, οι κοπέλες βρέθηκαν ξαφνικά ορφανές…
Πολλοί πνευματικοί ζήτησαν νά τις αναλάβουν, άλλα δέν άνεπαύοντο μέ κανέναν, διότι είχαν αποκτήσει το πνευματικό φρόνημα τού Γέροντος Ιωσήφ.
Γι’ αυτό καί έγραψαν στον Γέροντα μου τον Ιωσήφ τον Σπηλαιώτη καί ζήτησαν νά τίς άναλάβει αυτός.
Έγώ, ήδη ήμουν στο ΄Αγιον Όρος, κοντά στον Γέροντα. Ό Γέροντας έκανε προσευχή καί απάντησε:
«»Αν κάνετε υπακοή, θά σας αναλάβω. Έάν δέν κάνετε, θά σας αφήσω». Κι΄ έκείνες του απάντησαν:
«Γέροντα, σ’ ό,τι θά μας πήτε, θά κάνουμε υπακοή…»
Μόλις ό Γέροντας πήρε τήν άπάντησή τους, έκανε πάλι προσευχή. Καί μετά τούς έγραψε νά κάνουν υπακοή στην Μαρία, τήν μετέπειτα Γερόντισσα Μακρίνα, τήν οποία ποτέ του δέν είχε δεί. Και τους εξήγησε το λόγο:
«Είδα σέ όραμα τήν Μαρία. Θά κάνετε υπακοή σ’ αυτήν, διότι έγώ απόψε τήν είδα σέ οπτασία τήν ώρα πού προσευχόμουν. Τήν είδα στην μέση καί γύρω-γύρω ήσαν πολλά προβατάκια. Κι’ έτσι κατάλαβα ότι αυτήν πρέπει νά τήν βάλω Γερόντισσα. Όποτε θά κάνετε ύπακοή και καμμιά σας να μην άντιλογήση».
Οι αγνές κοπέλες του είπαν: «Να ‘ναι ευλογημένο» καί πολύ χάρηκε ό Γέροντας μέ την υπακοή τους. Τις αγαπούσε πάρα πολύ, διότι μέ τους νοερούς του οφθαλμούς έβλεπε την αγάπη πού είχαν για τον Νυμφίο Χριστό. Γι’ αυτό καί συχνά τους έγραφε γράμματα προς στηριγμό τους μέ λόγια άπλα, αλλά πολύ δυνατά σάν καί τά ακόλουθα:
«Λοιπόν, άλλο μην κοιτάζετε, αλλά ομόνοια καί αγάπη, κάντε ύπακοήν, διά νά κερδίσετε την ταπείνωση, διότι ό Κύριος Ιησούς Χριστός έγινε παράδειγμα εις ημάς καί μας δίδαξε την ταπείνωση, γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου. Λοιπόν ύποτάσεσθε στην Μαρία, όπου προσπαθεί νά σας ώφελήσει καί έμείς έδώ όλοι προσευχόμεθα νά σας βοηθήση ό Κύριος καί νά σας άξιώση της αιωνίου ζωής. Σας εύχομαι έξ όλης ψυχής ο Ταπεινός Γεροντάκης Ιωσήφ»
%ce%ba%ce%b1%ce%b8%ce%b7%ce%b3%ce%bf%cf%85%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b7-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b1-%ce%b2%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%bf%cf%85
Ό Γέροντας στάθηκε για τίς αγνές αυτές ψυχές αλάνθαστος νηπτικός, διορατικός καί διακριτικός οδηγός. Μιά άπ’ αυτές τίς μοναχές διηγήθηκε τα εξής για τήν ζωή τους κοντά στον Γέροντα:
«Όλα μας τα προέλεγε. Ό,τι συνέβαινε στο μοναστήρι τα έγραφε στα γράμματα του δίχως να του το πούμε.»Οταν ήμουν στην αρχή τής καλογερικής, είχε αρρωστήσει ή αδελφή μου, που ήταν κι’ αυτή δόκιμη τότε.’ Εγώ πολύ στενοχωρήθηκα καί λέω:
–Παναγία μου, γιατί; Έμείς ήλθαμε έδω να σέ υπηρετήσουμε. Γιατί να άρρωστήσει καί να μήν μπορή να προσφέρη τήν βοήθεια της στο μοναστήρι; Καί πήγα καί κάθισα στην αυλή κάτω άπό μια ελιά καί έκλαιγα όλη νύκτα…
Μετά άπό λίγες μέρες, ήλθε ένα γράμμα γιά μένα άπό τον Γέροντα πού έγραφε: «Μικρό μου παιδάκι, ακούω τήν φωνούλα σου, καί δεν μπορώ, μου σπαράζει τήν ψυχή άπό τον πόνο καί με διακόπτει άπό τήν προσευχούλα. Μήν κλαις. Ή αδελφούλα σου θά γίνη καλά».
Καί το έγραψε δίχως κανείς νά τό ξέρη! Μου λένε οι αδελφές:
–Τί έκανες αδελφή;Τους λέω:
–Νά, πήγα καί έκλαιγα κάτω άπό τήν ελιά. Πώς όμως αυτός τό γνώριζε, άφου ήταν μακριά στο «Αγιον Όρος;
Παρομοίως, κάποτε είχε αρρωστήσει ή Γερόντισσα Μακρίνα κι’ έκανε αίμόπτυσι. Κι’ έμείς δέν είχαμε τηλέφωνο νά επικοινωνήσουμε μέ τόν Γέροντα καί νά του πούμε. ‘Αλλά καί στό γράμμα πού γράψαμε μετά, τού τό κρύψαμε, γιά νά μήν τόν στενοχωρήσουμε καί νά τόν διακόψουμε άπό τήν προσευχή του. Εκείνος όμως μας στέλνει ένα γράμμα καί μας γράφει:
«Παιδάκια μου, γιατί δέν μου γράψατε ότι ή Γερόντισσα είναι άρρωστη καί πάσχει, γιά νά προσευχηθούμε; Κάνατε πολύ κακώς νά νομίζετε ότι θά μέ διακόψετε άπό τήν προσευχή. Διότι έμείς τήν είδαμε νοερώς τό βράδυ, πού προσευχόμασταν μέ τόν πατέρα Αρσένιο, ότι ή Γερόντισσα Μακρινά ήταν σοβαρά άρρωστη. Καί κάναμε πολλή προσευχή. Παιδιά μου, θέλω νά με ενημερώνετε γιά ό,τι θα σας συμβαίνει στο μοναστήρι καί ιδίως με τήν Γερόντισσα. Νά μου τά γράφετε».
Αλλά καί ή Γερόντισσα Μακρίνα τους έβλεπε το βράδυ δίπλα στο μαξιλάρι της και τους δυό, τον Γέροντα Ιωσήφ καί τον πατέρα Αρσένιο, οτι έκαναν κομποσχοίνι με σταυρό καί έλεγαν: «Κύριε, θεράπευσον τήν δούλην σου».
«Πολλές φορές μας το έκανε αυτό ό Γέροντας. Τήν ώρα πού προσηύχετο, έβλεπε τί κάναμε και πού βρισκόμασταν. Καί έμείς απορούσαμε πώς ό,τι σκεφτόμασταν, αυτός μας τά έγραφε μόνος του. Καί μετά γέμιζαν οι ψυχές μας άπό δέος καί φόβο!» . Αυτά έλεγε ή Γερόντισσα.
Το μοναστήρι αυτό πρόκοψε πάρα πολύ. Άπό εκείνο το ευλογημένο κοινόβιο βγήκαν πολλοί ευκλεείς καρποί, ψυχές αγνές, αφιερωμένες στην αγάπη καί τήν λατρεία του επουρανίου Νυμφίου.Μετά τήν κοίμησι του Γέροντος Ιωσήφ, ό παπα-Έφραίμ ό Κατουνακιώτης, πολλές φορές τά βράδυα στην αγρυπνία του έβλεπε μέ τους νοερούς του οφθαλμούς, δύο στύλους πυρός πάνω από τον Βόλο, νά υψώνωνται άπό τήν γη στον ουρανό.
Επρόκειτο γιά τήν ήδη μακαριστή Γερόντισσα Μακρίνα καί μία άπό τις χαριτωμένες μοναχές της.
Τό μοναστήρι της Πορταριάς διακρίθηκε διά τήν πνευματικότητα του καί χιλιάδες πιστών, όχι μόνον άπό τήν περιοχήν, άλλα καί άπό όλην τήν Ελλάδα εύρήκαν καταφύγιο κοντά στην αλησμόνητη Γερόντισσα Μακρίνα καί ωφελήθηκαν πνευματικά.
Τό πρόσωπο της ακτινοβολούσε καλωσύνη, αγάπη, ειλικρίνεια καί πίστι. Ή ηρεμία της καί ό γλυκός της λόγος ήταν στήριγμα καί πηγή δυνάμεως γιά όσους ευτύχησαν νά τήν γνωρίσουν. Άπό αυτήν τήν χαριτωμένη αδελφότητα, στάλθηκαν μοναχές καί επάνδρωσαν τήν Μονή του Τιμίου Προδρόμου στις Σέρρες και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στην Θάσο. Καί άπ’ αυτές τις Μονές στάλθηκαν κατόπιν μοναχές σαν προζύμι, στην Βόρειο Αμερική καί στον Καναδά, για νά φυτεύσουν κι’ έκεί το Όρθόδοξο μοναχικό ιδεώδες…

 

Ο Θεός θέλει προσευχή, προσοχή, και ταπείνωση. Να προσέχουμε την αργολογία. Να δαγκώνουμε λίγο τη γλώσσα μας για να λέμε και καμιά ευχή. Για να μπορέσουμε να προσευχηθούμε και λίγο τη νύχτα, να θυμηθούμε και τους ανθρώπους πού έχουν ανάγκη….Γι’ αυτό να ζητάμε σύνεση, επίγνωση των πραγμάτων που θα πούμε, τι δεν θα πούμε.

Να είμαστε συνεπείς στην εκκλησία, στο διακόνημά μας και ο Θεός θα μας βοηθήσει. Προσέξτε την παρρησία, την μεγαλοφωνία, την αργολογία και την κατάκριση.
%ce%b7-%ce%b3%ce%b5%cf%81%cf%8c%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b1
Η Γερόντισσα Μακρίνα στο Λονδίνο…
Προ ετών η Γερόντισσα είχε ένα θέμα υγείας και μετά από προσευχή και κατόπιν υπακοής πήγε στο Λονδίνο. Έκανε μια μικρή επέμβαση στο έντερο. Συνοδεύετο από μερικά πνευματικά παιδιά της.
Το πρώτο βράδυ ήταν δύσκολο. Σύμφωνα με το τυπικό του Νοσοκομείου στην Γερόντισσα δεν επέτρεψαν να μείνει κάποιος το βράδυ κοντά της. Όταν όλοι έφυγαν η Ηγουμένη της Ιεράς της Παναγίας Οδηγητρίας έμεινε μόνη. Μόνη με αρκετή δυσκολία το πρώτο βράδυ μετά την επέμβαση…
Ξαφνικά χτυπά η πόρτα και μπαίνουν μέσα δύο γιατροί μαύροι.
Της συμπεριφέρονται ευγενικά και συμπαρίστανται στην αγωνία της Ο ένας την κρατά αγκαλιά και ο άλλος με το πτυελοδοχείο και γάζες βοηθούν να περάσει το σημείον της δυσκολίας. Το πρωί φεύγουν οι ιατροί. Μάρτυρες του γεγονότος οι γάζες σε μια γωνιά του δωματίου ευρισκόμενες. Όταν έρχονται τα πνευματικά παιδιά της, η Μητέρα είναι πολύ καλά.
Όταν ζητούν από την προϊσταμένη τα ονόματα των ιατρών, πληροφορούνται ότι ιατροί δεν υπάρχουν στο Νοσοκομείο.
Η Γερόντισσα προσεύχεται δια την λύσιν του προβλήματος και παίρνει την πληροφορία, ότι οι μαύροι ιατροί ήταν το ζεύγος των Αγίων Αναργύρων από την Αιθιοπία.Το ίδιο βράδυ γινόταν πολύ προσευχή και στο Άγιον Όρος.
Τέτοιες καταστάσεις περνούσε πολλές η Γερόντισσα, δια τούτο ευρίσκετο πάντοτε εις κατάσταση Χάριτος και προσφοράς Αγάπης…
Η γερόντισσα Μακρίνα, έκοιμήθη έν όσιότητι, την Κυριακή 4 Ιουνίου 1995.

 

mikrasia

μοναχή Άννα Γιοβάνογλου η γερόντισσα της Δράμας, η εκ της Πανόρμου Μικράς Ασίας

%ce%b3%ce%b5%cf%81%cf%8c%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%ac%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b4%cf%81%ce%ac%ce%bc%ce%b1%cf%82

Η μακαριστή γερόντισσα Άννα Γιοβάνογλου γεννήθηκε το 1903 στην Πάνορμο της Μικράς Ασίας από ευλαβείς γονείς , τον Ιωάννη και την Δήμητρα. Ήταν πρωτότοκη και είχε άλλα οκτώ αδέλφια. Στην βάπτιση της δόθηκε το όνομα Αναστασία.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών, έπειτα από πολλές ταλαιπωρίες, εγκαταστάθηκαν στο χωριό Πηγάδια Κυργίων Δράμας. Στα Πηγάδια ο πατέρας της έγινε κτηνοτρόφος. Αυτή ως μεγαλύτερη φρόντιζε για τα μικρότερα αδέλφια της, γιατί και η μητέρα της εργαζόταν.

Προσευχόταν και μερικές νύχτες άκουγε αγγελικές ψαλμωδίες. Διηγείτο: «Ήμασταν εννιά αδέλφια και μόνο κρατούσαμε (τηρούσαμε) του πατέρα μας τον λόγο. Αλλά ήρθε καιρός που να μην τον κρατήσω εγώ, γιατί ήμουν μεγαλύτερη τριάντα χρόνων κοπέλα και ήρθε καιρός να παντρευτώ και τ’ αδέλφια μου όλα μεγάλωσαν και ήταν για παντρειά και μουρμούριζαν (γόγγυζαν) εναντίον μου, πότε θα παντρευτείς; τι θα κάνεις;».

Η ίδια αρεσκόταν να βρίσκεται μόνη στη φύση μαζί τα ζώα, γιατί αυτό της έδινε την ευκαιρία να μένει μόνη με το Θεό και να προσεύχεται. Όταν τύγχανε να βρεθεί σε κάποιο βουνό με εκκλησάκι , άδραχνε την ευκαιρία για πνευματική συζήτηση με τους μοναχούς που περιόδευαν, τα λόγια των οποίων κυριολεκτικά ρουφούσε.

Όταν έφτασε σε ηλικία ικανή ο πατέρας της την πάντρεψε με κάποιο βοσκό που δούλευε κοντά του αλλά αυτός μετά από λίγο καιρό την εγκατέλειψε. Τότε η Άννα πήγε σε μια θεία της στο Δοξάτο και εργαζόταν στα καπνά της περιοχής. Εκεί υπήρχε η εκκλησία του αγίου Μάρκου στην οποία είχε ένα μοναχό με τον οποίο συχνά συνομιλούσε και της είχε δώσει ένα ξύλινο σταυρό , τον οποίο η Άννα ποτέ δεν αποχωρίστηκε. Από το σύντομο γάμο της απέκτησε μια κορούλα, τη Βενετία την οποία μεγάλωσε μόνη της και με τη βοήθεια της αδελφής της.

Η Άννα ήταν αναλφάβητη αλλά αυτό δεν την εμπόδιζε να μαθαίνει το Λόγο του Θεού από την εκκλησία και τα κηρύγματα. Άκουγε επίσης με πολύ ενδιαφέρον τους βίους των αγίων και δεν έχανε ευκαιρία να επαναλαμβάνει όσα άκουγε σε γνωστούς και φίλους. Με τον τρόπο αυτό από τη μια γινόταν απόστολος των θείων μηνυμάτων και από την άλλη αποστήθιζε όσα άκουγε.

Η Άννα έκανε οικονομίες και έτσι μπόρεσε να πραγματοποιήσει διάφορα ταξίδια που ήθελε όπως στην Παναγία της Τήνου και στα Ιεροσόλυμα. Τα τελευταία επισκέφτηκε για πέντε φορές όπου και εκάρη μοναχή παίρνοντας το όνομά της το 1972. Αυτό έγινε στην ιερά μονή αγίου Γεωργίου Χοζεβά. Μετά από αυτό επέστρεψε στο Δοξάτο και άρχισε να ζει ασκητικά. Ολονύκτιες αγρυπνίες και αδιάλειπτη προσευχή ήταν οι κύριες ασχολίες της , ενώ δεν αποχωριζόταν το κομποσχοίνι ποτέ από τα χέρια της . Ζούσε σε μικρά φτωχικά σπιτάκια που νοίκιαζε και πάντοτε μεριμνούσε να έχει ένα μικρό κήπο που καλλιεργούσε η ίδια. Μάλιστα διατηρούσε εσπεριδοειδή , δένδρα που δεν ευδοκιμούσαν στην περιοχή, λόγω θερμοκρασίας. Αυτά της Άννας όμως έδιναν καρπούς.

Έμενε στο Δοξάτο μόνη της σ’ ένα μικρό και παλαιό κελλάκι, χωρίς φως με μια σομπούλα. Δεν θέλησε να μείνει στο σπίτι της κόρης της αλλά κοντά της, από ευαισθησία για να μην την επιβαρύνη, αλλά και για να έχει την ησυχία της να κάνη τα μοναχικά της καθήκοντα. Το δωμάτιό της ήταν λιτό και στο κρεβάτι της είχε μια μικρή βαλίτσα όπου φύλαγε τα σάβανά της και κάθε μέρα την άνοιγε για να τα βλέπει και έτσι κατάφερε να έχει συνεχή μνεία θανάτου. Συνήθιζε να θυμιατίζει με καρβουνάκια που έφτιαχνε η ίδια από ξυλάκια κληματαριάς. Τα βράδια όταν οι εργάτες των καπνών πήγαιναν δουλειά, η Άννα έβγαινε στο δρόμο και τους θυμιάτιζε. Αυτό όμως προκαλούσε ποικίλες αντιδράσεις, διότι άλλοι την κορόιδευαν για αυτό. Συχνά γινόταν αντικείμενο κοροϊδίας και εμπαιγμού και για τα ρούχα της που αποτελούνταν από ένα σχισμένο ράσο.

Έκανε το παν για να μην λείψη τίποτε από την κόρη της Βενετία. Δούλευε νύχτα-μέρα διότι επιπλέον βοηθούσε τα αδέλφια της και γηροκόμησε την μητέρα της. Εργαζόταν σκληρά όλη την ημέρα στα χωράφια και τη νύχτα προσευχόταν. Συνήθιζε, με άλλες γυναίκες του χωριού, να συγκεντρώνονται σε κάποιο σπίτι εκ περιτροπής, ενώπιον μιας θαυματουργής εικόνας του Αγίου Γεωργίου, να αγρυπνούν και να προσεύχονται για όλον τον κόσμο. Και η ίδια ξυπνούσε πάντα πρωί για να προσεύχεται, γιατί πίστευε ότι ο Θεός τότε σ’ ακούει καλύτερα. Όταν πιστεύεις και παρακαλάς, ο Θεός δεν σε ξεχνά.

Όποιος την επισκεπτόταν ένιωθε κοντά της χαρά και χάρη. Κερνούσε τους επισκέπτες καφέ, κανένα αυγουλάκι και απαντούσε στις ερωτήσεις τους μεταδίδοντας την χάρη και τα βιώματα της. Τα βαθυγάλαζα μάτια της έλαμπαν και ακτινοβολούσαν από καλωσύνη. Θύμιαζε τις εικόνες στο κελλάκι της, αλλά τη νύχτα έβγαινε στον δρόμο και θύμιαζε τους ανθρώπους που πήγαιναν στα καπνά. Θύμιαζε όλο το Δοξάτο και προσευχόταν για τον κόσμο.

Συμβούλευε: «Να προσεύχεσαι χαράματα και έξω από το σπίτι με τα χέρια στον ουρανό. Τότε σε ακούει ο Θεός, βλέπεις και τους Αγγέλους. Όταν παρακαλάς, να παρακαλάς πρώτα τον Χριστό και έπειτα τους Αγίους, όσους θυμάσαι, όχι μόνον έναν. Και αυτά τα παρακάλια τα παίρνουν οι Άγιοι και τα πάνε στην Παναγία και η Παναγία τα δίνει στον Χριστό. Εγώ μια φορά παρακαλούσα και ξέχασα τον άγιο Θεόδωρο. Εμφανίστηκε, λοιπόν, και μου λέει: «Όλους τους παρακαλάς και μένα με ξέχασες». «Ποιος είσαι», λέω, «δεν σε γνώρισα». «Ο άγιος Θεόδωρος είμαι», λέει. Από τότε κάθε φορά τον παρακαλάω».

Έλεγε με απλότητα στην προσευχή της: «Η αδελφή Άννα σας παρακαλεί: «Άγιε Αλέξιε, άγιε Παντελεήμων»» και μνημόνευε πολλούς Αγίους που είχε σε ευλάβεια, και όσων Αγίων είχε εικονάκια.

Ήταν φυσική η επικοινωνία της Γερόντισσας με τους Αγίους. Δεχόταν απλά και απερίεργα τις εμφανίσεις των Αγίων με πίστη, χωρίς να περνούν λογισμοί κενοδοξίας. Όταν πήγαινε η κόρη της στο κελλάκι της, η Γερόντισσα την απέτρεπε να κάθεται με την πλάτη προς την Ανατολή, γιατί εκεί έβλεπε να στέκεται κάποιος Άγιος και το θεωρούσε ασέβεια. Την συμβούλευε να κάνη πάντα προσευχή πριν από κάθε της έργο για να πετύχη. Στις δυσκολίες έλεγε στην κόρη της: «Μη στενοχωριέσαι. Θα κάνω προσευχή και όταν έρθη η ώρα θα γίνει (ξεπεραστή). Εάν δεν θέλη ο Θεός, δεν γίνεται. Εκείνος ξέρει, ξέρω κι εγώ γιατί δεν γίνεται;».

Κάποια χρονιά, Κυριακή της Ορθοδοξίας, η Γερόντισσα κρατούσε εικόνα στην λιτανεία και έβλεπε τον εικονιζόμενο Άγιο να προπορεύεται.

Η γερόντισσα Άννα είχε τέτοια απλότητα, ώστε δεν της περνούσε λογισμός υπερηφάνειας, διότι τα θεωρούσε όλα φυσικά. Με την μακάρια απλότητα, την ευλάβεια, την καθαρότητα και τον φιλότιμο αγώνα της, αξιώθηκε να έχει πολλές αγιοφάνειες. Είδε τον προφήτη Ηλία και του ασπάσθηκε το χέρι. Τον Τίμιο Πρόδρομο και μάλιστα παρατήρησε το σημάδι της απότομης από το ξίφος στον λαιμό του! Τους Αγίους Θεοδώρους τους έβλεπε συχνά να περνούν τις νύχτες με τα άλογα και τις στολές τους μέσα από το Δοξάτο. Υπάρχει εξωκκλήσι των Αγίων Θεοδώρων και αυτοί προστατεύουν το χωριό. Είδε και τον άγιο Βασίλειο σε ώρα θείας Λειτουργίας.

Ζήτησε να γνωρίση και το Άγιο Πνεύμα, όπως διηγήθηκε η ίδια. «Είχα απορία, δεν μπορούσα να καταλάβω πως είναι το Άγιο Πνεύμα. Ήθελα να ξέρω όλα τα Άγια». Έκανε προσευχή και το είδε εν είδει περιστεράς.
Κάποτε η Γερόντισσα ηρπάγη στον Παράδεισο, όπως διηγήθηκε η ίδια: «Η Χάρις με πήρε… πηγαίνομε με σ’ ένα δρόμο, καλός ο δρόμος, (περνούσε) μέσα από χωράφια που είχαν και αγκάθια. Μετά ανοίξαμε μια πόρτα και αρχίσαμε να πηγαίνομε σε κήπο. Μπήκαμε μέσα κανά δύο βήματα και άρχισα να βλέπω καλά πράγματα. Είχε πράγματα για φαγώσιμο. Είδα τα μούρα, να τα λιμπίζεσαι. «Να φθάσω ένα μούρο»; «όχι δεν είναι δικά σ'», μου είπε «θα ‘ρθή η ώρα να είναι δικά σ'». Γυρίσαμε πίσω, δεν προχωρήσαμε άλλο μέσα στον Παράδεισο».

«Μια άλλη φορά», διηγήθηκε, «μια καλοσύνη έκανα, αλλά δεν θυμάμαι τι, όμως θυμάμαι με ανέβασε μια και μια στον ουρανό. Ανέβηκα και έβλεπα τους ανθρώπους να περπατάν σαν μυρμήγκια. Πως να κατέβω εγώ από δω; Σκεύομαι, σκεύομαι… μοναχή ήμουν εκεί. Τα πουλιά πετούσαν εκεί κάτ’, τάβλεπα. Ύστερα ήρθε ένας αγέρας δυνατός και εφθάσαμε κάτ’ Αλλά λέω που είμαι τώρα, που να είμαι; Τότε κατάλαβα ότι πατούσα στη γη, ότι είμαι στον κόσμο που γνωρίζω, διότι εκείνον τον κόσμο δεν τον γνωρίζω. Ακόμα θυμούμαι τα πουλιά που ήταν από κάτω μου».

Κάποτε άκουσε μια φωνή που της είπε: «Η αρετή σου περίσσεψε», και ταυτόχρονα αισθάνθηκε και μια χάρι. Η μακάρια και απλούστατη γερόντισσα Άννα ενώ ζούσε την αρετή, δεν ήξερε τι είναι «αρετή» και ρωτούσε κάποιον: «Είχα μια γειτόνισσα στα Κύργια που την έλεγαν Αρετή και πέθανε. Που με θυμήθηκε τώρα μετά από χρόνια και ήρθε στον ύπνο μου;»!

Αν της έδιναν χρήματα, τα έδινε στην Εκκλησία, ενώ τα τρόφιμα τα μοίραζε σε φτωχούς.

%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b7-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%bb%ce%b7%cf%88%ce%b5%cf%89%cf%82-%ce%b4%cf%81%ce%b1%ce%bc%ce%b1%cf%82
Η γερόντισσα Άννα επισκεπτόταν και το μοναστήρι της Αναλήψεως στη Σίψα Δράμας. Οι αδελφές την αγαπούσαν και χαίρονταν να την φιλοξενούν. Η σημερινή γερόντισσα Πορφυρία ενθυμείται και σημειώνει για την γερόντισσα Άννα: «Του Αγίου Χαραλάμπους, το 1992, μετά από μια αγρυπνία η γερόντισσα μας Ακυλίνα, μας έστειλε τρεις αδελφές στο Δοξάτο να δούμε την γερόντισσα Άννα και να της πάμε ξύλα και άλλες ευλογίες. Ήταν μια σκηνή από αρχαίο Γεροντικό. Το σπίτι παμπάλαιο, εγκαταλελειμμένο, πάμπτωχο. Η γερόντισσα Άννα κυρτωμένη, αδύνατη, με δύο γαλανά ματάκια που λάμπανε από το φως του Χριστού, μας είπε πολλά: «Για σας που νέα κορίτσια φύγατε από τα σπίτια σας και ζήτε μέσα στα βουνά που είναι το Μοναστήρι σας, που δώσατε την ζωή σας, που είστε παιδιά του θεού και το Άγιο Πνεύμα είναι κρυμμένο μέσα σας, αργότερα με τα χρόνια θα σας φανέρωση ο Θεός τα μυστικά Του». Ήταν τότε αυτός ο λογισμός που πολύ με απασχολούσε, αν δηλ. η μοναχική μου ζωή θα είχε ποτέ καρπούς. Εγώ», μας έλεγε με μία φοβερή απλότητα, «τώρα τα βλέπω αυτά που βλέπω και είμαι τόσο μεγάλη στην ηλικία». Ευωδίαζε ολόκληρη. Μας σταύρωσε μία μία και στην κάθε μία έλεγε χείμαρρο από ευχές που ήταν ότι η κάθε μια είχε ανάγκη. Είπε ότι είχε δει ένα όραμα με τρία κορίτσια. Το ένα λεγόταν νερό, το άλλο φωτιά, το άλλο τιμή. «Η τιμή», είπε, «αν την χάσης δεν την ξαναβρίσκεις, την φωτιά την βρίσκεις, το νερό επίσης».

«Κάποια στιγμή που βρεθήκαμε μόνες, μας λέει ξαφνικά: Εγώ πολλά πέρασα αλλά τα κράτησα μέσα μου και ζυμώθηκαν μέσα μου και γίναν ένα με μένα και το Άγιον Πνεύμα».
-Δηλαδή να μην μιλάμε Γερόντισσα;
-Ε! μοναχούτσικες είσαστε (μοναχούλες δηλαδή). Να μιλάτε και λίγο αλλά να λέτε πάντα τα καλά όχι τα στραβά.

»Όταν είχαμε κάποια μεγάλη δυσκολία, ξαφνικά η γερόντισσα Άννα εμφανιζόταν στο Μοναστήρι μας απροειδοποίητα. Σκυφτή, γαλήνια, με τα γαλανά ματάκια της γεμάτα αγάπη. Στήριζε τις αδελφές, φερόταν με απέραντο σεβασμό στην Γερόντισσα μας , καθόταν δυό-τρεις μέρες και έφευγε πάλι. Τις νύχτες την άκουγαν οι αδελφές από τα γειτονικά κελλιά να σηκώνεται και να προσεύχεται με δοξολογία, ευχαριστία, δάκρυα, γεμάτη θείο έρωτα. Έμπαιναν στο κελλί της και ούτε τις καταλάβαινε. Έλεγε ότι τα δάκρυα της προσευχής να μην τα σκουπίζουμε με μαντήλια αλλά με την φούντα από το κομποσχοίνι, διότι τα δάκρυα αυτά είναι ιερά.

»Ένα πρωινό, (τότε τις καθημερινές Ακολουθίες τις κάναμε στην Ανάληψη), όταν έφθασε η ώρα που προσκυνάμε τις εικόνες, η γερόντισσα Άννα έτυχε να στέκεται δίπλα μου. Την βάζαμε να χαιρετά μετά την Γερόντισσα και ουδέποτε και για τίποτε δεν είχε φέρει αντίρρηση. Εκείνο το πρωί την έβλεπα να μην κουνιέται. Της λέω σιγά: «Πάτε να προσκυνήσετε». Μου έκανε εντύπωση που δεν μου έδωσε σημασία. Της το ξαναείπα. Όλες οι αδελφές την περίμεναν. Μ’ έπιασε αγωνία και την σκούντησα ελαφρά. Ντρεπόμουν κι όλας, ήμουν η τελευταία στην σειρά ρασοφόρα και την σεβόμουνα πολύ. Η Γερόντισσα άγαλμα. Δεν κουνιόταν. Οι αδελφές πήγαν στην σειρά τους καί χαιρέτησαν. Τελείωσε η πρώτη ώρα, πήραμε ευχή και φύγαμε. Η γερόντισσα Άννα μετά την πρωινή τράπεζα ζήτησε να μιλήση στην Γερόντισσα μας. Της είπε λοιπόν ότι εκεί δίπλα της στο παγκάρι της Αναλήψεως ανάμεσα μας στεκόταν ο γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης και αυτή από το δέος δεν κουνιόταν. «Με σκουντούσαν», είπε, «με έλεγαν να πάω να προσκυνήσω. Καλά, δεν βλέπανε τον Γέροντα»;».

Και άλλη αδελφή σημειώνει: «Το έτος 1994 ήταν η χρονιά που για πρώτη φορά επισκέφθηκε και φιλοξενήθηκε στο μοναστήρι μας η γερόντισσα Άννα. Η χάρις ήταν διάχυτη στο πρόσωπο της, χαρίζοντας στην όλη μορφή της μια μυστηριώδη γλυκύτητα που είλκυε τον κάθε πνευματικό άνθρωπο προς αυτήν. Αυτή η γλυκύτητα της, προξένησε και σ’ εμένα την επιθυμία να την πλησιάσω και να συνομιλήσω μαζί της με πνεύμα μαθητείας στα όσα θα είχε τυχόν να με διδάξη. Η γερόντισσα Άννα ήταν πολύ γνωστή και είχε φήμη αγίας γυναικός, αλλά παρόλ’ αυτά δεν έτυχε ποτέ να φθάση κάτι στ’ αυτιά μου γι’ αυτήν, γι’ αυτό και την πλησίασα, έχοντας το μυαλό μου καθαρό και ανεπηρέαστο από εντυπώσεις τρίτων. Έσκυψα, πήρα ταπεινά την ευχή της και σηκώνοντας το κεφάλι μου συγκλονίστηκα ολόκληρη, καθώς το βλέμμα έπεσε στα βαθυγάλανά της μάτια που με διαπερνούσαν ολόκληρη και βυθίζονταν στο είναι μου. Πνευματική ακτινογραφία, σκέφτηκα.

»Το όλο της παρουσιαστικό θύμιζε παλαιά ασκήτρια. Ένα μικρό άνθος της ερήμου. Τα φτωχικά της μοναχικά ενδύματα, το εξαϋλωμένο της παρουσιαστικό από τις αέναες νυχθήμερες προσευχές της, Τα βαθουλωμένα της μάτια, σου δημιουργούσαν την εντύπωση ότι βρισκόσουν μπροστά σε μια ασκήτρια του όρους της Νιτρίας. Προπαντός δε η ασκητική ευωδία που ανέπεμπε στην όλη ατμόσφαιρα γύρω της. Ακόμη θυμάμαι το ξεθωριασμένο από την πολυκαιρία κομποσχοίνι της που έφερνε ατέλειωτους γύρους στα ροζιασμένα της δάκτυλα, λέγοντας την αγαπημένη της μονολόγιστη ευχή.

»Στην Εκκλησία ήταν πάντοτε όρθια, σπανίως θα καθόταν, και αυτό μόνο αν η δική μας Γερόντισσα ήταν καθιστή. Όταν δε η ακολουθία ετελείτο στο μικρό εκκλησάκι του γέροντος Γεωργίου Καρσλίδη, την Ανάληψη, την βλέπαμε, αν ήταν καθιστή να πετάγεται πάνω, ή όταν ήταν όρθια, να μένη αποσβολωμένη και να κοιτάη με επιμονή προς μια κατεύθυνση. Κατόπιν, γύριζε έκπληκτη προς εμάς και μας ρωτούσε με απορία: «Καλά, εσείς δεν είδατε τον Γέροντα; Τόση ώρα βρισκόταν ανάμεσα σας και σας κοίταζε!». Τέτοια καθαρότητα είχαν τα μάτια της ψυχής της ώστε έβλεπαν τους ουράνιους επισκέπτες. Αυτή όμως δεν μπορούσε να το συνειδητοποίηση αυτό λόγω της μεγάλης της απλότητας.

»Η γερόντισσα Άννα φιλοξενούμενη στο μοναστήρι μας, διέμενε πλησίον στο νάΐδριο του Γέροντα. Πολλές φορές τα πρωινά μας έλεγε με θαυμασμό: «Πω, πω! τί αγρυπνία ήταν αυτή που είχατε απόψε! Μα τι ψαλμωδίες ήταν αυτές!». Και πάλι στις δικές μας αντιρρήσεις ότι δεν είχαμε αγρυπνία εκείνο το βράδυ, αδυνατούσε να συνειδητοποίηση ότι δεν ήταν ανθρώπινες ψαλμωδίες εκείνες που άκουσε.

Το φτωχικό κελλάκι της γερόντισσας Άννας συγκέντρωνε πολλούς πονεμένους και διψασμένους πνευματικά ανθρώπους και αυτή η ευλογημένη μετέδιδε παρηγοριά και ειρήνη. Ανάλογα με τις πνευματικές ανάγκες του καθενός, συμβούλευε απλά και πρακτικά από την πείρα και την Χάρι που είχε:
«Να πας (για προσκύνημα) στα Ιεροσόλυμα, εκεί είναι όλοι οι Άγιοί μας».
«Πρέπει να τυραννήσης την ψυχή σου για να σε ακούση ο Θεός».
«Σ’ αυτή την ζωή είμαστε προσωρινοί. Ήρθαμε και φεύγομε. Μόνο τα βουνά μένουν στην θέση τους».

«Όταν παρακαλήτε την Παναγία για κάτι, θέλει να σας ακούση αλλά θέλει και την δική σας υπομονή και θέληση. Να βαστάζετε Τετάρτη και Παρασκευή νηστεία. Γενικά την θέλει η Παναγία τη νηστεία. Χαίρεται και μπορεί να μεσιτεύση στον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν».

«Οποιαδήποτε στενοχώρια να την σηκώνουμε με υπομονή. Δεν θα μαραίνουμε την ψυχή μας, κακό λόγο δεν θα πούμε, ούτε στον Θεό ούτε σε κείνον που προξενεί την στενοχώρια. Θα την κρατούμε σαν δικό μας βίο (βίωμα). Για μας ήρθε, ο Θεός θα την πάρει και θα φέρει καλύτερα. Και να παραπονεθούμε και να στενοχωρηθούμε, θα το βάλουμε στον τόπο του (θα το διορθώσουμε); Εμείς και να στενοχωριώμαστε και να σφιγγώμαστε χαλνάμε (ζημιώνουμε) τον εαυτό μας. Εμείς θα κάνουμε το ανθρώπινο και τάλλα στον Θεό. Η υπομονή άκρα (όρια) δεν έχει».

«Όλα τα δοκίμασα, μόνο η υπομονή με βοήθησε. Δόξα τω Θεώ».

«Ότι θέλετε δεν μπορείτε να το ζητήσετε από τον Θεό, άμα δεν κρατάτε τις νηστείες και την δικαιοσύνη. Ελεημοσύνες όσο μπορείτε να δίνετε. Που τα-χουμε όλα, να δοξάζουμε τον Θεό. «Δόξα τω Θεώ», να το λέμε. Γιατί θυμάσαι και το χαίρεσαι. Εκείνη την χαρά την αναλαβαίνει ο Θεός».

«Να παρακαλάμε πρώτα τον Χριστό, υστέρα Αγγέλους, Αγίους. Όσους βάλεις στο μυαλό σου, όποιους θέλεις. Όχι μόνο κάποιον συγκεκριμένον. Γιατί όλοι προσπαθούν για μας. Και τη νύχτα κι όλας. Τη νύχτα όπως και μείς προσευχόμαστε και κείνοι τα παίρνουν εκείνα και τα πηγαίνουν στην Παναγία και η Παναγία τα πηγαίνει στον Χριστό».

«Όσο προσπαθούμε και μας έρχεται η ευλάβεια, θέλουμε πιο πολύ να δυσκολευτούμε. Και (για) κείνο μας δοκιμάζει ο Θεός. Λίγο να δη, θα μπορούμε να το βαστάξουμε; Θα κάνουμε υπομονή. Και καλό να είναι θα το βαστάξουμε και κακό να είναι θα το βαστάξουμε. Γιατί όλα ο Θεός εδώ τα έδωσε».

«Καμιά φορά με έρχεται μια στενοχώρια χωρίς να θέλω. Όμως δεν απελπίζομαι. Ας έρθει και αυτή. Ο καιρός τα φέρνει, ο καιρός τα παίρνει. Να τα περάσουμε όλα, διότι είμαστε υποχρεωμένοι στον Θεό. Ο Θεός όπως τα δίνει, θα τα πάρει. Και άλλο καλύτερο δεν έχουμε από την υπομονή. Μην απελπιζόμαστε. Όσο περισσότερο βαστήξει, τόσο περισσότερη χαρά θα έχουμε».
«Να κρατάς τόσο πολύ τον εαυτό σου (το νου σου) στην ψυχή σου (συγκεντρωμένο), μην την βάζεις την λογική μέσα, να φέρεις (σκέφτεσαι) άγια πράγματα, και να σκέφτεσαι ποιος Άγιος θα σε βοηθήσει. Ότι και να κάνης, Άγιοι θα σε εξυπηρετήσουν».

Σε πολλούς νέους έδινε την ευχή της να παντρευτούν και είχαν ευτυχισμένο γάμο. Σε άλλους προέλεγε την γέννηση των παιδιών τους και μάλιστα έλεγε πόσα θα είναι.

Μερικές φορές, ενώ προσευχόταν στο κελλί της και χτυπούσε κάποιος την πόρτα, αυτή τον καλωσόριζε με το όνομα του πριν να τον δει. Βάδιζε στους δρόμους της Δράμας, και ενώ περνούσαν πολλά αυτοκίνητα, αυτή, χωρίς να παρατηρεό τα αυτοκίνητα, φώναζε κάποιον γνωστό της και τον χαιρετούσε από μακρυά, ενώ ήταν μέσα σε αυτοκίνητο. Ανθρωπίνως δεν ήταν δυνατόν ούτε το αυτοκίνητο να ξεχωρίση, αλλά αυτή τα έβλεπε διαφορετικά και διέκρινε ακόμη και τα γνωστά της πρόσωπα από μακρυά.

Κάποια που την γνώρισε μαρτυρεί: «Όταν γνώρισα την γερόντισσα Άννα, ήταν πάνω από ενενήντα χρόνων. Την ένιωσα όχι σαν ηλικιωμένη αλλά σαν μικρό απίστευτα χαρούμενο παιδάκι. Ήταν ανάλαφρη και αθώα, και ο χρόνος θαρρείς πως δεν την είχε αγγίξει. Ήταν το ομορφότερο και γλυκύτερο πρόσωπο που είχα δει στην ζωή μου. Αναπαύομαι και αισθάνομαι παρηγοριά ακόμη και τώρα, όταν μόνο σκέφτωμαι την γλυκύτητα και την χάρη του προσώπου της γερόντισσας Άννας».

Η Άννα απέκτησε από τον Κύριό μας το προορατικό χάρισμα και συχνά την επισκέπτονταν μοναχοί από το Άγιο Όρος για να πάρουν την ευχή της ή και να συνομιλήσουν μαζί της. Όταν πήγαιναν μοναχοί στο σπίτι μιας φίλης της, της κυρίας Τουμπαλίδου, η Άννα χωρίς να την ειδοποιήσει κάποιος έτρεχε να τους συναντήσει. Ο πατήρ Γρηγόριος από το ιερό κελλί Ιωάννη του Θεολόγου σύστησε να την επισκέπτονται και να παίρνουν την ευχή της για ψυχική ωφέλεια. Χαρακτηριστικά έλεγε «τα λόγια της είναι Άρτος». Επίσης ο Γέροντας Παϊσιος ο Αγιορείτης έλεγε σε επισκέπτες του να πάνε στο Δοξάτο να πάρουν την ευχή της Άννας. Έλεγε: «η προσευχή της είναι πάνω από τη δική μου». Επισκέψεις δεχόταν επίσης και από άλλες σημαίνουσες προσωπικότητες, όπως καθηγητές πανεπιστημίων και επιστήμονες από τη γύρω περιοχή. Όλοι αυτοί μετέβαιναν να συνομιλήσουν μαζί της και να πάρουν συμβουλές και νουθεσίες.

Η Άννα δε δεχόταν ποτέ να την μεταφέρουν με αυτοκίνητο έστω και αν έπρεπε να διανύσει μεγάλες αποστάσεις. Αυτό το έκανε αφενός για άσκηση και αφετέρου για να αποφεύγει την πολλή συνάφεια με τον κόσμο.
Κατά τις τελευταίες επίγειες στιγμές της, επικαλείτο όλους τους γνωστούς της αγίους και ιδιαίτερα τον άγιο Αλέξιο που τον είχε σε ξεχωριστή ευλάβεια. Εκοιμήθη το έτος 1998 σε ηλικία 95 ετών.

mikrasia

Διαβάστε επίσης :

Η Μικρασιάτισσα Γερόντισσα Τιμοθέη Χριστοδούλου

Άγιος Γεώργιος Τροπαιοφόρος: ο μεγαλομάρτυς των Μικρασιατών

Του Μικρασιάτη γέροντα Παϊσίου

πηγές:

ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ. ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ. 2015

ΛΟΓΙΑ ΚΑΡΔΙΑΣ, ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ, έκδοση της Ι. Μ. ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΟΔΗΓΗΤΡΙΑΣ ΠΟΡΤΑΡΙΑ ΒΟΛΟΥ,  2013

http://www.hristospanagia.gr/?p=8091#more-8091

«Ασκητές μέσα στον κόσμο». Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής, 2008.

http://eisdoxantheou-gk.blogspot.gr/2012/10/blog-post_7.html

http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2016/04/blog-post_315.html

“Εμπαίζοντες «Ημείς μωροί δια Χριστόν»” Ίκαρος Πετρίδης Εκδόσεις: ΜΟΡΦΗ εκδοθήτω Αθήνα Μάρτιος 2008

sykies (2).jpg

Η βόμβα που «περίμενε» 74 σχεδόν χρόνια στα έγκατα της γης για να εξουδετερωθεί δεν είναι ιστορικό «ενθύμιο» των Γερμανών κατακτητών, αλλά των Εγγλέζων συμμάχων μας.

Ένα φρικαλέο λάθος που έκαναν το βράδυ της 5ης Δεκεμβρίου 1943 τα εγγλέζικα – συμμαχικά αεροπλάνα είχε ως επίπτωση περί τους 500 νεκρούς, και μια σειρά από ογκώδεις βομβιστικούς μηχανισμούς που …»διασώζονται» μέχρι σήμερα.

«…Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 1943. Ο καιρός είναι καλός. Έφαγα μπιζέλια νερόβραστα. Χθες το βράδυ ενώ η ωχρά σελήνη εφώτιζε τα πάντα και ήταν πραγματικώς μαγευτική η βραδιά αντήχησαν αι τρομεραί σειρήναι. Εγώ δεν εσηκώθηκα ποσώς. Σχεδόν μαζί με τας σειρήνας ήρχισαν να πίπτουν βροχηδόν αντιαεροπορικά παντός διαμετρήματος, ως και πολυβόλα, διότι τα αεροπλάνα ήταν πολύ χαμηλά. Αλλά μετ’ ολίγον έλαμψε ο τόπος και τρομεροί κρότοι σαν εκρήξεις βομβών ηκούοντο επί ένα τέταρτον. Εμείς και όλος ο κόσμος βέβαια ετρομοκρατήθημεν. Τα παράθυρα έτριζον απειλητικώς, αι θύραι ήνοιγον μόναι των και ολόκληρον το οικοδόμημα εσείετο εκ θεμελίων […].

Περί ώραν 11-12 ηκούσθησαν και πάλιν αι σειρήναι, τίποτα όμως περισσότερο. Την πρωίαν έμαθα ότι βομβάρδισαν την Νεάπολη, Συκιές, Βάρνα. ‘Απαντες συνοικισμοί. Περί τους πεντακοσίους ανέρχονται οι νεκροί. Το απόγευμα επεσκέφθην την πληγείσαν περιοχήν της Βάρνας. Οι φονιάδες γκρέμισαν τις παράγκες και σκότωσαν τον κόσμο στα κρεβάτια τους. Σχεδόν τα θύματα τα είχαν μαζέψει. Εγώ είδα δύο νεκρούς σκεπασμένους με ένα σεντόνι. Τα ερείπια μαρτυρούν περί της αναισχύντου ατιμίας που διεπράχθη από τους «φίλους» μας!» » (Γ.Ιωάννου «Η πρωτεύουσα των προσφύγων» – «Κατοχικό ημερολόγιο») .

Από το 1943 άρχισαν τα εγγλέζικα αεροπλάνα να βομβαρδίζουν τις γερμανικές εγκαταστάσεις στο λιμάνι και στον σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης

Η μικροϊστορία της λογοτεχνίας (και μάλιστα από συγγραφείς «αυτόπτες» και «αυτήκοες» ) συμπληρώνει εντυπωσιακά την επίσημη ιστορία.

sykies (1).jpg

«Δεκέμβρης του 43 ήταν, βράδυ Κυριακής – το γράφω και στο βιβλίο μου- όταν τα συμμαχικά αεροπλάνα έκαναν ένα φρικαλέο λάθος. Στους προσφυγικούς συνοικισμούς της Βάρνας, της Νεάπολης και του Τόπαλτι (σημερινό Ροδοχώρι) υπήρχαν πολλές παράγκες με σκεπές από λαμαρίνες… Γυάλιζαν οι λαμαρίνες τη νύχτα και τις ανταύγειες από τις σκεπές τις εξέλαβαν οι Εγγλέζοι πιλότοι των βομβαρδιστικών για…θάλασσα , για το λιμάνι και τις επιταγμένες από τους Γερμανούς αποθήκες κι άρχισε ένας ανελέητος βομβαρδισμός …» λεει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο λογοτέχνης Περικλής Σφυρίδης (83 ετών σήμερα – μόλις 10 το βράδυ εκείνο που οι Εγγλέζοι «αφησαν» από …λάθος τα …συμμαχικά τους «δώρα»… ).

«Γεννιέται το ερώτημα πώς τα παράθυρα έτριζον απειλητικώς, αι θύραι ήνοιγον μόναι των και ολόκληρον το οικοδόμημα εσείετο εκ θεμελίων, αφού οι συνοικισμοί Βάρνας, Νεάπολης και Συκεών βρίσκονται πολύ μακριά από το κέντρο της πόλης, όπου διέμενε τότε η οικογένεια του συγγραφέα Γ.Ιωάννου» αναρωτιέται στη μελέτη της «Η γερμανική κατοχή σε πεζογράφους της Θεσσαλονίκης» , η καθηγήτρια της Νεοελληνικής Φιλολογίας του ΑΠΘ Σωτηρία Σταυρακοπούλου.

«Παρατηρούμε ότι αυτό συνέβη όταν μετ’ ολίγον έλαμψεν ο τόπος. Από το κεφάλαιο του «Ψυχή μπλε και κόκκινη» του Περικλή Σφυρίδη, που αναφέρεται στον βομβαρδισμό αυτόν, διαβάζουμε πως όταν άρχισαν να φωνάζουν οι σειρήνες, η οικογένεια Σφυρίδη δεν ανησύχησε, διότι, όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας, αυτό γινόταν συχνά. Θεωρούσαν τους Εγγλέζους δικούς τους ανθρώπους, συμμάχους, που ήξεραν πού χτυπούσαν. Γράφει: «Θα τους αλλάξουνε τα φώτα», είπε ο πατέρας, «θα ρημάξουν τα τρένα και το λιμάνι», κι είχε η φωνή του μια δόση χαράς ή θριάμβου.

Μόλις όμως άρχισαν να πέφτουν οι βόμβες δίπλα τους, όλα τα μέλη της οικογένειας, αλλόφρονα, έτρεξαν να φύγουν από το σπίτι, να προφυλαχτούν όπου μπορούσαν. Ο πατέρας του Σφυρίδη πήρε τη σύζυγό του και τον μικρό Περικλή και έτρεξαν σε παρακείμενο εγκαταλειμμένο παλαιό καταφύγιο.

Γράφει:

»Αυτό το πανδαιμόνιο θα κράτησε κάνα εικοσάλεπτο, όταν ένα αεροπλάνο, σφυρίζοντας πάνω από τα κεφάλια μας, έριξε μια υπέρλαμπρη φωτοβολίδα που έκανε τη νύχτα μέρα, κι αμέσως, ως δια μαγείας, σταμάτησε ο βομβαρδισμός κι απομακρύνθηκαν τα συμμαχικά αεροπλάνα αφήνοντας πίσω τους κόλαση. Εύκολα συμπεραίνει κανείς ότι η φωτοβολίδα βοήθησε τους πιλότους να αντιληφθούν το λάθος τους και να συνεχίσουν τον βομβαρδισμό στο λιμάνι, που βρίσκεται κοντά στο κέντρο της πόλης. Ο Ιωάννου, επομένως, περιγράφει τη συνέχεια του βομβαρδισμού μετά το «λάθος» στις Συκιές, Βάρνα και Νεάπολη.

«Το πρωί ξυπνήσαμε νωρίς από τα κλάματα, το θρήνο μιας ολόκληρης γειτονιάς. «Ευτυχώς που οι Πόντιοι έλειπαν», είπε ο πατέρας και αναφερόταν στους γείτονές μας, όπου το καταφύγιο στην αυλή και η βόμβα που έσκασε σύρριζα στο σπίτι τους και μας γέμισε λάσπη και σουβάδες. «Είχαν γάμο κι ύστερα τραπέζι σε ταβέρνα στις Συκιές», τον πληροφόρησε η μάνα, αλλά σε λίγο ακούστηκαν σπαραχτικές φωνές από τα απέναντι σπίτια των Ποντίων, γιατί μια οβίδα έσκασε πάνω στη συγκεκριμένη ταβέρνα όπου γλεντούσαν κι έπεσε η πλάκα, η οροφή, και σκότωσε πολλούς, τους περισσότερους από τους θαμώνες, μαζί με τη νύφη και το γαμπρό. Ανάμεσα στα θύματα ήταν κι η Σεβαστή με την αδελφή της Ανθούλα, δυο ψηλές και γεμάτες κοπέλες, που όταν ήμουν μικρός, αλλά και αργότερα, με έπαιρναν συχνά αγκαλιά στα αφράτα τους μπράτσα. Είχε σωθεί μόνο ο αδελφός τους ο Αντρέας, που μαζί με άλλους προσπαθούσαν όλη νύχτα, με κασμάδες και φτυάρια, να ξεθάψουν τους πλακωμένους. Όταν έφεραν τα κορίτσια στο σπίτι πάνω σ’ ένα κάρο, ο Αντρέας δεν ξεκολλούσε από πάνω τους, έκλαιγε, χτυπιόταν και καταριόταν τους Εγγλέζους, αυτός που μισούσε τους Γερμανούς και ξέραμε ότι ήταν οργανωμένος και τους πολεμούσε. Οι γονείς τους γέρασαν ξαφνικά μεμιάς, δυο χούφταλα που μαράθηκαν πάνω σε δυο σκαμνιά, δίπλα στα φέρετρα που εν τω μεταξύ κάποιοι είχαν φέρει, και έκρυβαν το πρόσωπό τους με τα χέρια κι άλλοτε τραβούσαν τα μαλλιά τους. Οι δικοί μου όλοι είχαν αμέσως τρέξει στο σπίτι της Σεβαστής και της Ανθούλας για να συμπαρασταθούν στους επιζήσαντες. Έτσι βρήκα εγώ την ευκαιρία να βγω έξω για να δω τι είχε γίνει, τη συμφορά με τα δικά μου μάτια. Θυμάμαι ότι ήταν ένα πρωινό με ήλιο, έναν ήλιο που δάγκωνε, αφού το κρύο ήταν τσουχτερό και υπήρχαν λίγα χιόνια στις παρυφές του δρόμου. Τράβηξα προς τις Συκιές για να βρω την ταβέρνα που έγινε ομαδικός τάφος. Στην άκρη του δρόμου υπήρχαν κάποια πτώματα, οι νεκροί που δεν τους είχαν ακόμη αναγνωρίσει ή μαζέψει οι δικοί τους. Μα πιο πολλά, ανατριχιάζω ακόμα και τώρα που το γράφω, ήταν τα σκόρπια μέλη, χέρια και πόδια, αφού οι συγγενείς τους σήκωσαν τα πτώματα, αλλά ήταν νύχτα ή χρόνος χαμένος για να ψάξουν για τα μέλη που έλειπαν. Τη μνήμη μου καίει ακόμα ένα ποδαράκι που φορούσε ένα καινούργιο παιδικό παπούτσι. Παρότι ήμουν συνηθισμένος από νεκρούς, όπως άλλωστε κι όλα τα παιδιά της Κατοχής, που είχαμε δει αρκετούς σκοτωμένους ή πεθαμένους από πείνα, αυτή η μαζική δολοφονία – τι τραγικό, από λάθος!»(Περικλή Σφυρίδη «Ψυχή μπλέ και κόκκινη» σελ. 93-94 «Βιβλιοπωλείον της Εστίας ) .

«Οι νεκροί θάφτηκαν άρον-άρον…Λίγες μέρες μετά τελέστηκε μνημόσυνο τους στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας .Παρέστη μάλιστα και ο Γερμανός διοικητής της πόλης που συλλυπείται -σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του τύπου της εποχής τους οικείους των νεκρών και μιλά για…»αχρείους δολοφόνους…» Τόσο θράσος..» συνεχίσει στη διήγηση του στο ΑΜΠΕ ο συγγραφέας Περικλής Σφυρίδης.

Αναφορές στον κατα λάθος βομβαρδισμό της περιοχής κάνει στο μυθιστόρημα «Μεγάλη Πλατεία» και ο Θεσσαλονικιός λογοτέχνης Νίκος Μπακόλας.

Είναι η δεύτερη βόμβα!

Μια ακόμη βόμβα πάντως, της εποχής του Β΄Παγκοσμιου πολέμου (αγγλικής κατασκευής και… άρα του ιδίου «λάθους» ) είχε αποκαλυφθεί και εξουδετερωθεί στην ίδια ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης πριν απο 20 χρόνια.

Σύμφωνα με τηλεγράφημα του ΑΠΕ (Αριθμός Είδησης: 281985 της 15/3/1997) :

»Βόμβα αεροπλάνου από την εποχή του Β’Παγκοσμίου Πολέμου αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια χωματουργικών εργασιών στα θεμέλια οικοδομής υπό ανέγερση στην περιοχή του Κορδελιού της Θεσσαλονίκης.

Η βόμβα, βάρους 200 κιλών, αποκαλύφθηκε ευτυχώς έγκαιρα και φυλάσσεται ήδη στην περιοχή από άνδρες της αστυνομίας, προκειμένου την ερχόμενη Τετάρτη να εξουδετερωθεί από ομάδα ειδικών πυροτεχνουργών που θα φθάσουν από την Αθήνα.

Είναι χαρακτηριστική η δήλωση ανωτέρου αξιωματικού της αστυνομίας, που υπογράμμισε πως αν η βόμβα, που παρά την εξωτερική οξείδωση που είχε υποστεί διέθετε τους πυροδοτικούς της μηχανισμούς και είχε εκραγεί, θα άλλαζε θέση ολόκληρος ο δήμος του Κορδελιού. Η βόμβα είναι αγγλικής κατασκευής και εντοπίσθηκε από τους εργάτες που εκτελούσαν χωματουργικές εργασίες στο οικόπεδο της οδού Μακεδονίας 23, στην περιοχή του Κορδελιού».

Πηγή: ΑΜΠΕ