Οι μάρτυρες πρόσκοποι του Αϊδινίου, των Σωκίων και της Κάτω Παναγιάς της Μικράς Ασίας

Στις 15 Ιουνίου 1919 μια μεγάλη δύναμη ανταρτών χτύπησε το Αϊδινι. Τμήματα του πρόχειρα οργανωμένου Τουρκικού στρατού μαζί με άτακτους (Τσέτες) άρχισαν να προσβάλουν την πόλη του Αϊδινίου, με πολυβολισμούς και κανιονοβολισμούς απο τα νότια της πόλεως.

Στη μεγάλη αυτή καταστροφή οι Πρόσκοποι, με επικεφαλής τον Τοπικό τους Έφορο Νικόλαο Αυγερίδη δεν έμειναν αδρανείς και αρχίζουν να τρέχουν παντού να βοηθήσουν. Η μάχη στις 16 Ιουνίου προχωράει προς το κέντρο της πόλεως και τα πυρά των Τούρκων πυκνώνου. Τότε εμφανίζονται και οι πρώτες πυρκαγιές, οι οποίες παίρνουν γρήγορα τρομερές διαστάσεις. Οι μάχες γίνονται σκληρές, μπροστά στην αριθμητική υπεροχή των ανταρτών ο Ελληνικός Στρατός, αναγκάζεται να υποχωρήσει στα υψώματα περιμένοντας ενισχύσεις. Ο Τοπικός Έφορος, οι Αρχηγοί και οι Πρόσκοποι αδυνατούν όμως να εγκαταλείψουν εγκαίρως την κόλαση αυτή, και να αφήσουν αβοήθητους τους συγχωριανούς τους. Έτσι παραμένουν ακλόνητοι στις θέσεις τους ως γνήσιοι Έλληνες Πρόσκοποι, προσφέροντας μέχρι την τελευταία στιγμή τις υπηρεσίες τους προς τον πλησίον μέχρι την ολοκληρωτική καταστροφή της πόλης. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να συλληφθούν 31 Πρόσκοποι μαζί με τον Τοπικό Έφορο Νίκο Αυγερίδη και τους Αρχηγούς τους.

Το πρωί της 18ης Ιουνίου τους μεταφέρουν στις όχθες του Εύδωνα ποταμού και καλούν πρώτο τον Νίκο Αυγερίδη να αλλαξοπιστήσει και να απαρνηθεί την Ελλάδα. ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ ! αναφωνεί ο ήρωας Τοπικός Έφορος και εκτελείται. Την ίδια τύχη είχε ορίσει η μοίρα και για τους υπόλοιπους Προσκόπους που αναφωνώντας και αυτοί: ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ! εκτελούνται ο ένας μετά τον άλλο. Τον Νίκο Αυγερίδη του έβγαλαν τα μάτια, τον Φιλοκτήτη Αργυράκη τον έγδαραν, τον 19χρονο Μίνωα Βεϊνόγλου τον αποκεφάλισαν με σκουριασμένο μαχαίρι, τους λοιπούς τους λόγχισαν και τους κατακρεούργησαν. 

 

ΟΙ ΗΡΩΙΚΟΙ ΠΡΟΣΚΟΠΟΙ ΤΟΥ ΑΪΔΙΝΙΟΥ:
1. Νικόλαος Αυγερίδης (Ιδρυτής και Τ.Ε.)
2. Επαμεινώνδας Αναστασιάδης (μέλος Τ.Ε.)
3. Μιχαήλ Τσοχατζής (μέλος Τ.Ε.)
4. Φιλοκτήτης Αργυράκης (Αρχηγός 1ης Ο.Π.)
5. Μίνως Βεϊνόγλου (Αρχηγός 2ης Ο.Π.)
6. Αιμίλιος Παπαδόπουλος (Αρχηγός 3ης Ο.Π.)
7. Ιωάννης Αβραάμ
8. Κωνσταντίνος Ανδρεάδης
9. Ηρακλής Αντωνίου
10. Δήμος Αραδούλης
11. Γεώργιος Θεοδώρου
12. Βασίλειος Ιωάννου
13. Γεώργιος Ιωάννου
14. Χρυσόστομος Κανάτας
15. Γεώργιος Καραγιαννόπουλος
16. Δήμος Καραμαούνας
17. Δημήτριος Κουγιουμτζής
18. Κυριάκος Μανθόπουλος
19. Εμμανουήλ Μαρινάκης
20. Ευδόκιμος Μιναρεδζόγλου
21. Θεοδόσιος Μιναρεδζόγλου
22. Νικόλαος Μιναρεδζόγλου
23. Γεώργιος Νικητόπουλος
24. Κωνσταντίνος Νομικός
25. Γεώργιος Παναγής
26. Γεώργιος Παπαδάκης
27. Δημήτριος Πρωτοψάλτης
28. Πλάτων Σαμιωτάκης
29. Δημοσθένης Σακελλαρίδης
30. Μάνθος Τσοχατζής
31. Ευστάθιος Χριστοδούλου
σφαγή προσκόπων Αϊδίνι.jpg
 
Τρία χρόνια μετά, τον Απρίλιο του 1922, νέα συμφορά έπληξε τους Έλληνες Προσκόπους. Τα Σώκια, μικρή πόλη στον ποταμό Μαίανδρο, ήταν υπό την κατοχή του Ιταλικού Στρατού, ο οποίος διατάχτηκε να παραδώσει την περιοχή στα ελληνικά στρατεύματα. Οι τούρκικες αρχές είχαν ρίξει εδώ και μήνες στη φυλακή πολλούς Έλληνες, μεταξύ των οποίων και τους Προσκόπους. Μόλις πλησίασε ο Ελληνικός Στρατός, οι Τούρκοι πήραν φεύγοντας και τους κρατούμενους, παρά τις υποσχέσεις που είχαν δώσει στους Ιταλούς. Προσπαθώντας να τους καταδιώξουν έτσι όπως έφευγαν άτακτα, οι Έλληνες στρατιώτες βρέθηκαν μπροστά στα πτώματα δεκαπέντε και πλέον Ελληνόπουλων…
 
ΟΙ ΗΡΩΙΚΟΙ ΠΡΟΣΚΟΠΟΙ στα Σώκια:
1. Χρήστος Χριστίδης (Αρχηγός)
2. Γεώργιος Βενέτος
3. Βασίλειος Γεωργιάδης
4. Δημήτριος Καραμηνάς
5. Θρασύβουλος Καραμηνάς
6. Δημήτριος Μελάς
7. Ευστράτιος Ματθαίου
8. Ιωάννης Στολίδης
9. Γεώργιος Σαβράκης
10. Βασίλειος Χαραλάμπους
11. Γεώργιος Χαραλάμπους
12. Γεώργιος Χατζημιχαήλ
13. Κωνσταντίνος Χειμωνίδης.
ΠΡΟΣΚΟΠΟΙ Κ ΠΑΝΑΓΙΑΣ.jpg
 
Ένα τρίτο γεγονός σφαγής προσκόπων αναφέρεται στο χωριό Κάτω Παναγιά στην περιοχή της Ερυθραίας της Μικράς Ασίας, τον Αύγουστο του 1922, κατά την υποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Μικρά Ασία. Στο χωριό εισέβαλαν τουρκικά σώματα αφήνοντας πίσω τους 800 νεκρούς, ανάμεσά τους και τους 13 νέους προσκόπους.
«Με την πρώτη εμφάνιση τους στο χωριό, οι ληστοσυμμορίτες εξαπολύουν πρωτοφανή τρομοκρατία. Λεηλασίες, σφαγές, βιασμοί και βρησμοί παντού. Ξεχωρίζουν και συλλαμβάνουν τους δυο ιερείς, το δάσκαλο και τους πρόσκοπους, που θα υποστούν θάνατο από μαρτύρια. Τον παπα-Κουρμπά και τον παπα-Νικολή τους κομματιάζουν και τους κρεμάνε στα τσιγκέλια των σφαγίων του Τσεσμέ. Το δάσκαλο Ιωάννη Θεονίδη, τον ποιητή Αρσένιο Σάρικα και τους αθώους πρόσκοπους… τους υποβάλλουν σε απερίγραπτα μαρτυρία και τους θανατώνουν με μοναδική κατηγορία ότι ήταν πρόσκοποι. Όσοι Κατωπαναγιουσήδες επέζησαν από το δράμα του Αυγούστου το 1922, έχουν να λένε και να θυμούνται ότι τα τραγικότερα θύματα ιστορικής λαίλαπας ήταν οι ανήλικοι πρόσκοποι».»Με την πρώτη εμφάνιση τους στο χωριό, οι ληστοσυμμορίτες εξαπολύουν πρωτοφανή τρομοκρατία. Λεηλασίες, σφαγές, βιασμοί και βρησμοί παντού. Ξεχωρίζουν και συλλαμβάνουν τους δυο ιερείς, το δάσκαλο και τους πρόσκοπους, που θα υποστούν θάνατο από μαρτύρια. Τον παπα-Κουρμπά και τον παπα-Νικολή τους κομματιάζουν και τους κρεμάνε στα τσιγκέλια των σφαγίων του Τσεσμέ. Το δάσκαλο Ιωάννη Θεονίδη, τον ποιητή Αρσένιο Σάρικα και τους αθώους πρόσκοπους… τους υποβάλλουν σε απερίγραπτα μαρτυρία και τους θανατώνουν με μοναδική κατηγορία ότι ήταν πρόσκοποι. Όσοι Κατωπαναγιουσήδες επέζησαν από το δράμα του Αυγούστου το 1922, έχουν να λένε και να θυμούνται ότι τα τραγικότερα θύματα ιστορικής λαίλαπας ήταν οι ανήλικοι πρόσκοποι».
[Από το βιβλίο του Συλλόγου Κάτω Παναγιάς Μικράς Ασίας με τίτλο: «Πενήντα χρόνια του ζεριζωμού»(1922 – 1972)]
mikrasia
Από την ταινία «Πολίτικη Κουζίνα» η αναφορά για τη σφαγή των προσκόπων στο Αϊδίνιο:
https://www.youtube.com/watch?v=fhF6hUFv70w
mikrasia
zvh tvn proskopvn.png
Πηγές
http://malkidis.blogspot.gr/2016/06/blog-post_17.html
https://el.wikipedia.org/

Περίπου 2700 χρόνια αργότερα, το μουσικο-γυμναστικό σωματείο Ορφεύς Σμύρνης και το η ποδοσφαιρική ομάδα Γυμνάσιον Σμύρνης ενώθηκαν για να σχηματίσουν τον Πανιώνιο Γυμναστικό Σύλλογο Σμύρνης.   Στη Σμύρνη πραγματοποιήθηκαν και οι Ά Πανιώνιοι Αγώνες, το 1896. Η διεθνής αυτή διοργάνωση αγωνισμάτων με κορωνίδα τον στίβο αλλά και αθλήματα όπως γυμναστική, ποδηλασία, άρση βαρών, κολύμβηση και πάλη, διεξήχθη 19 φορές ως τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Μετά το δραματικό ξεριζωμό του συλλόγου, ο Δημητρός Δάλλας, οραματιστής και επονομαζόμενος «Αετός του Πανιωνίου» αναζήτησε στέγη για το σύλλογο αλλά και τους αθλητές του Πανιωνίου στους προσφυγικούς καταυλισμούς. Δύο μόλις μήνες μετά την Καταστροφή της Σμύρνης, εγκαινίαζε τα γραφεία του συλλόγου στην Αθήνα.  Oι Κ’ Πανιώνιοι Αγώνες διοργανώθηκαν μόλις ένα χρόνο αργότερα στο Καλλιμάρμαρο, το 1923! Αυτός ο πρωτοπόρος υποστηρικτής κάθε αθλητικής προοδευτικής κίνησης που κοιμόταν πάνω στο ξύλινο γραφείο στο δωμάτιο του συλλόγου αποκρινόταν σε όσους αποθάρρυναν τις προσπάθειές του: «Ο Πανιώνιος είναι Ιδέα. Και οι Ιδέες δεν πεθαίνουν».

Το χάρισμα

Από τους Ίωνες και τον Μέγα Αλέξανδρο, έως τον Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο και τον Δάλλα, το Πανιώνιον εμφανίζεται σε πολλές σελίδες της ελληνικής ιστορίας, άλλοτε με λαμπρότητα κι άλλοτε τραυματισμένο από τις δυσκολίες.  Αυτή η διαδρομή έχει χαράξει την κουλτούρα του συλλόγου και αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο πόρο του.  Λόγω της διαδρομής του, βαθιά ριζωμένη στην κουλτούρα του Πανιωνίου βρίσκεται η πεποίθηση ότι ο σύλλογος έχει τη δυνατότητα να αναγεννάται από τις στάχτες του, να διαθέτει το χάρισμα «να μην πεθαίνει ποτέ».

Επίσης, η ιστορία του αντανακλά μία κουλτούρα προοδευτικής και πολύπλευρης προσφοράς στον ελληνικό αθλητισμό και πολιτισμό. Ο σύλλογος διαδραμάτισε, για παράδειγμα, καταλυτικό ρόλο στην εισαγωγή του μπάσκετ και του βόλεϊ στον ελληνικό αθλητισμό αλλά και στη δημιουργία γυναικείων αθλητικών ομάδων 5 χρόνια πριν επιτραπεί στις γυναίκες το δικαίωμα ψήφου από το ελληνικό κράτος. Βραβεύθηκε για την προσφορά του στον ελληνικό αθλητισμό και την αθλητική παιδεία από την Ακαδημία Αθηνών το 1949, η οποία μνημόνευσε μεταξύ άλλων τους Πανιώνιους Αγώνες που «εξαιρέτως συνετέλεσαν στην επίρρωση του εθνικού φρονήματος και της εθνικής φιλοτιμίας».

Το όραμα

Η αναβίωση των Πανιώνιων Αγώνων με προοδευτικό χαρακτήρα και οικονομικά βιώσιμο τρόπο θα μπορούσε να εμπνεύσει, να ενώσει και να ωφελήσει πολλαπλά την ελληνική κοινωνία, προάγοντας τον αθλητισμό, τον πολιτισμό και την παιδεία.  Η τέλεση των Αγώνων θα έχει μεγάλη συμβολική αξία στην Ελλάδα την εποχή της κρίσης, στέλνοντας μηνύματα ιστορικής συνέχειας, αναγέννησης και δημιουργίας σε δύσκολες εποχές.  Αν τα εμπόδια μοιάζουν ανυπέρβλητα, ας μας ενθαρρύνει ότι ο Δημητρός Δάλλας μεγαλούργησε αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Η διοργάνωση των Πανιώνιων Αγώνων χρειάζεται πρωτίστως μία ηγετική ομάδα με στρατηγικές και διοικητικές ικανότητες η οποία θα είναι διατεθειμένη να αναλάβει αυτό το ιστορικό καθήκον και την συμμετοχή όλων των εργαζομένων του συλλόγου.  Οι θεσμοί και οι οργανισμοί της Νέας Σμύρνης όπως ο Δήμος και η Εστία θα είναι καταλύτες στην τέλεση των Αγώνων. Οι προσφυγικές αλλά και οι Ιωνικές πόλεις της Ελλάδος και οι σύλλογοί τους θα κληθούν ως συμπαραστάτες και όπου είναι εφικτό συνδιοργανωτές των Αγώνων σε μια προσπάθεια που επί της ουσίας ενώνει παρά χωρίζει τις αντίπαλες ομάδες. Οι πολίτες της Νέας Σμύρνης, οι φίλοι του Πανιωνίου και τα σχολεία θα ανταποκριθούν συναισθανόμενοι την πνευματική κληρονομιά των προγόνων τους και τη χαρά των Αγώνων.  Επιφανείς επιχειρηματίες φίλοι του Ιστορικού θα σταθούν στο ύψος των περιστάσεων, δίχως αυτό να σημαίνει ότι οι Αγώνες θα πρέπει να είναι εξαρτώμενοι από έκτακτες χορηγίες.

Οι σύγχρονοι Πανιώνιοι Αγώνες θα μπορούσαν να βασίζονται σε τρείς άξονες, τον αθλητισμό, τις τέχνες και τα γράμματα. Ο πρώτος άξονας θα μπορούσε να περιλαμβάνει αθλήματα για τα οποία ο σύλλογος ήδη διαθέτει τεχνογνωσία, όπως ο στίβος, το μπάσκετ, το πόλο, η γυμναστική και το σκάκι, καθώς και ορισμένα από τους αγώνες στην Σμύρνης όπως ο Ιωνικός δρόμος και η αναρρίχηση επί κάλω (σχοινί ύψους 14 μέτρων στηριγμένο σε ιστό).   Παράλληλα, διαγωνισμοί στις τέχνες και τα γράμματα όπως η μουσική, η φωτογραφία, τα ντοκιμαντέρ, η εικαστική δημιουργία και ο Πανιώνιος Ποιητικός Διαγωνισμός (από τον οποίο το 1900 προέκυψε ο ύμνος του συλλόγου) θα αναδείξουν την πολυποίκιλη προσφορά του σωματείου.  Οι Αγώνες θα απευθύνονται σε επαγγελματίες από διάφορες χώρες, στο κοινό, αλλά κυρίως στα παιδιά όλης της Ελλάδας. Θα προβλέπονται βραβεία για νέους και νέες που διακρίνονται τόσο στον αθλητισμό όσο και στις τέχνες ή τα γράμματα.

Το εγχείρημα θα μπορούσε να βρει αρωγούς πολλούς οργανισμούς και ιδρύματα που έχουν τις ρίζες τους στη Σμύρνη και τη Μικρά Ασία.  Για παράδειγμα, το Κοινωφελές Ίδρυμα Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης θα μπορούσε να συνδράμει φιλοξενώντας διαγωνισμούς στη Στέγη σε θέματα γραμμάτων και τεχνών. Ο Αριστοτέλης Ωνάσης και ο αδικοχαμένος γιος του που ετοιμαζόταν να επενδύσει στον Πανιώνιο πριν τον θάνατό του πιθανότατα θα στήριζαν με θέρμη αυτό το εγχείρημα.  Το Αμερικανικό Κολλέγιο της Ελλάδας που ιδρύθηκε το 1875 στη Σμύρνη και μετεγκαταστάθηκε στην Αθήνα μετά την Μικρασιατική Καταστροφή ίσως στεκόταν στο πλευρό αυτής της πρωτοβουλίας με παρόμοιο τρόπο.

Οι Πανιώνιοι Αγώνες μας προσφέρουν ένα ωραίο ταξίδι στο παρελθόν και στο μέλλον, μια ευκαιρία να σκεφτούμε τις αξίες και την ταυτότητά μας, μέσω του αθλητισμού, των τεχνών και των γραμμάτων.

του Κώστα Τασούλη

Αναπληρωτή Καθηγητή Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού ALBA Graduate Business School & DEREE School of Business, Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος

πηγή: Η Καθημερινή

Agios Prokopios Ikoniou

Ο Άγιος Προκόπιος Ικονίου (1859 – 31 Μαρτίου 1923), κατά κόσμον Προκόπιος Λαζαρίδης, ήταν Έλληνας θεολόγος και επίσκοπος, μητροπολίτης Ικονίου στη Μικρά Ασία.

Τα πρώτα χρόνια

Ο Προκόπιος Λαζαρίδης γεννήθηκε από Έλληνες Ορθόδοξους γονείς στα Τύανα της επαρχίας Ικονίου Μικράς Ασίας το 1859. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης αποφοίτησε από αυτή το 1889 και διακόνησε ως διάκονος και πρεσβύτερος στις Μητροπόλεις Μελενίκου, Νικαίας και Νικομηδείας.

Η δράση του στο Μελένικο

Ο Προκόπιος Λαζαρίδης διακόνησε ως αρχιδιάκονος του Μητροπολίτη Μελενίκου Προκοπίου.

Τον Ιούνιο του 1890, συστάθηκε συντακτική επιτροπή για τη μεταρρύθμιση του παλαιού Κανονισμού της Ελληνικής Κοινότητας του Μελενίκου, υπό την προεδρία του αρχιδιακόνου Προκοπίου. Κατόπιν συνεννοήσεως με τις δύο εφορείες της πόλης προέβη στη σύνταξη νέου Κανονισμού, με βάση τους Κοινοτικούς Κανονισμούς της Θεσσαλονίκης και των Σερρών. Η μεταρρύθμιση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να παύσουν οι κομματικές έριδες μεταξύ των Ελλήνων και να αναπτυχθεί εκ νέου πνεύμα συνεργασίας και ενότητας.

Ενδεικτικό στοιχείο αποτελεί το γεγονός πως, κατά την απουσία του από το Μελένικο, ο Μητροπολίτης Προκόπιος άφηνε ως αντιπρόσωπό του στην πόλη τον αρχιδιάκονό του Προκόπιο, καθώς ο τελευταίος ήταν απόφοιτος της Χάλκης με οργανωτικές και κηρυκτικές ικανότητες. Κέρδισε μάλιστα τη συμπάθεια των κατοίκων του Μελενίκου, ιδίως μέσω των συνελεύσεων των εφοροεπιτροπών της Ελληνικής Κοινότητας και των Εκπαιδευτηρίων.

Η παρουσία του Προκοπίου Λαζαρίδη στο Mελένικο καταδείκνυε το ενδιαφέρον του μητροπολίτη Προκοπίου για την πνευματική ανάπτυξη του ποιμνίου του. Σε αυτό το πλαίσιο πραγματοποιήθηκε και η ενεργοποίηση του Προκοπίου Λαζαρίδη ως ιεροκήρυκα της μητρόπολης Mελενίκου, γεγονός που ικανοποίησε τον χριστιανικό πληθυσμό της περιοχής που είχε στερηθεί για πολλά χρόνια το κήρυγμα.

Μάλιστα από τις ευχαριστήριες επιστολές των κοινοτήτων Πετριτσίου και Kάτω Tζουμαγιάς (σημερ. Ηράκλεια Σερρών) προς τον μητροπολίτη Mελενίκου, διαφαίνεται όχι μόνο η ευαρέσκεια που εκφράζουν οι Ελληνικές Κοινότητες αλλά και η κηρυκτική ικανότητα του Προκοπίου καθώς και ο άριστος χειρισμός από μέρους του της ελληνικής γλώσσας όπως και της τουρκικής, την οποία συχνά χρησιμοποιούσε για να γίνεται αντιληπτός από το σύνολο του πληθυσμού.

Ὁ πρό ἡμερῶν εἰς τήν ἡμετέραν κωμόπολιν σταλείς ὑφ’ ἡμῶν ἀρχιδιάκονος κ. Προκόπιος Λαζαρίδης λίαν ηὐχαρίστησε τήν πνευματικήν ποίμνην ὑμῶν, διά τῆς ἠθικῆς διδασκαλίας, ἥν μετ’ ἄκρας εὐπροσηγορίας καί θρησκευτικοῦ ζήλου ἀνέπτυξεν εἰς ἀμφοτέρας τάς ἐκκλησίας. Mή δυνάμενοι δέ ν’ ἀποσιωπήσωμεν τήν ζωηράν ἐντύπωσιν, ἥν ἐλάβομεν ἐκ τῆς εὐσυνειδήτου ἐπιτελέσεως τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων τοῦ ἱεροκήρυκος, ὡς καί τήν ἡμετέραν κεντρικήν ὑπέρ τῶν εἰς τήν πνευματικήν ποιμαντορίαν ὑμῶν ἐμπιστευθέντων πνευματικῶν τέκνων μέριμναν, γράφομεν τήν παροῦσαν, δι’ ἧς ἐκφράζομεν ὑμῖν τάς ἀπείρους ἡμῶν εὐχαριστίας, παρακαλοῦντες ἅμα τε ὑμᾶς, ὅπως καί αὖθις ἀποστείλητε τόν ἱεροκήρυκα, ὁπόταν κρίνητε εὔλογον, ἵνα ποτίσῃ ἡμᾶς διά τοῦ γάλακτος τῆς ἀρετῆς καί εὐσεβείας … [επιστολή της Κοινότητας Kάτω Tζουμαγιάς προς τον μητροπολίτη Μελενίκου Προκόπιο, 8 Μαρτίου 1890]

Προκόπιος_Μητροπολίτης_Ικονίου.jpg

Ο Προκόπιος Λαζαρίδης παρέμεινε στο Μελένικο έως τα τέλη Μαΐου του 1891, λίγους μήνες πριν το θάνατο του γέροντός του, μητροπολίτη Μελενίκου Προκοπίου, τον Αύγουστο του ίδιου έτους.

Η δράση του ως Πρωτοσύγκελλος και Επίσκοπος

Άποψη της Μονής Θεοτόκου Εικοσιφοινίσσης Παγγαίου, όπου το 1898 ο τότε επίσκοπος Αμφιπόλεως Προκόπιος Λαζαρίδης εστάλη ως Έξαρχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Στα τέλη Μαΐου του έτους 1891 προσελήφθη ως ιεροκήρυκας στην περιφέρεια Αδά Παζαρίου Νικομηδείας, όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.

Αργότερα ο Προκόπιος διακόνησε ως πρωτοσύγκελλος στη Μητρόπολη Νικαίας στη Μικρά Ασία. Στις 14 Φεβρουαρίου 1893 συμμετείχε ως υποψήφιος στο τριπρόσωπο για την εκλογή βοηθού επισκόπου στη Μητρόπολη Μελενίκου, υπό τον τίτλο Δαφνουσίας, με ευθύνη τη διαποίμανση των χριστιανών της περιοχής Σιντικής της Μακεδονίας (σημ. Σιδηρόκαστρο).

Διετέλεσε τιτουλάριος επίσκοπος Αμφιπόλεως (1894-1899) και εγκατεστάθη στην αρχιεπισκοπή Κωνσταντινουπόλεως υπηρετώντας στη συνοικία Βλάγκα. Το 1898 εστάλη ως πατριαρχικός έξαρχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Μακεδονία και ειδικώς στις ιερές μονές Αγίας Αναστασίας Βασιλικών Θεσσαλονίκης και Θεοτόκου Εικοσιφοινίσσης Παγγαίου, προκειμένου να φέρει την ειρήνευση στις εκεί μοναστικές αδελφότητες.

Η δράση του ως Μητροπολίτης

Διετέλεσε Μητροπολίτης Δυρραχίου (1899-1906) όπου εργάστηκε με αφοσίωση για την πνευματική κατάρτιση του ποιμνίου με ειδική μέριμνα για τη στήριξη των κρυπτοχριστιανών της Βορείου Ηπείρου. Για τη δράση του αυτή απομακρύνθηκε από το Δυρράχιο μετά από απαίτηση και πιέσεις των Οθωμανικών αρχών. Ακολούθως εξελέγη Μητροπολίτης Φιλαδέλφειας (1906-1911).

Το 1911 εξελέγη Μητροπολίτης Ικονίου όπου ανέπτυξε πολύπτυχη δράση σε ποιμαντικό εθνικό και εκπαιδευτικό επίπεδο. Για το λόγο αυτό ο Μουσταφά Κεμάλ διέταξε την εξορία του από το Ικόνιο. Στις 12 Μαρτίου του 1923 συνελήφθη από τον κεμαλικό στρατό, φυλακίσθηκε, βασανίστηκε και τελικά δολοφονήθηκε.

Συγκεκριμένα, παρέδωσε την ψυχή του στη φυλακή της Καισάρειας την επαύριο της πυρπόλησης των εκκλησιών της, το Σάββατο του Λαζάρου, 31 Μαρτίου 1923 – συγκυρία που οπωσδήποτε ενισχύει την περί δηλητηρίασης του θεωρία – ενώ ο θάνατος του ανακοινώθηκε στην Συνεδρία της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου της 21ης Απριλίου 1923.

Άγιος Προκόπιος Μητροπολίτης Ικονίου, μαρτυρήσας το 1923.

Άγιος Προκόπιος Μητροπολίτης Ικονίου, μαρτυρήσας το 1923.

Αγιοκατάταξη

Η αγιοκατάταξη του μάρτυρα Προκοπίου Μητροπολίτου Ικονίου καθώς και των μαρτύρων μητροπολιτών Χρυσοστόμου Σμύρνης, Γρηγορίου Κυδωνιών, Αμβροσίου Μοσχονησίων, Ευθυμίου Ζήλων και των συν αυτοίς Μικρασιατών νεομαρτύρων, πραγματοποιήθηκε το 1992 από την Εκκλησία της Ελλάδος και η μνήμη τους τιμάται την Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (Σεπτέμβριος).

Τιμές στη μνήμη του

Προς τιμήν του υπάρχουν οδοί στη Θεσσαλονίκη, το Περιστέρι, τη Νέα Σμύρνη, τη Νέα Ιωνία, τον Υμηττό και τα Ιωάννινα που φέρουν το όνομά του.

 

 

%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%ce%ba%ce%ac%ce%bb%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b1

Ελλήνων κάλαντα (δια χειρός Κωνσταντίνου Κουτούμπα: http://skiathosiconography.blogspot.gr)

Στην πανέμορφη ελληνική Σμύρνη πριν το 1922, τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά αποτελούσε μια από τις επισημότητες σκόλες της χρονιάς με ιδιομορφία δραστηριότητας και χαρακτηριστικών εκδηλώσεων. Ας ζήσουμε για λιγο στη Σμύρνη τις άγιες τούτες μέρες…

«…Από την παραμονή των Χριστουγέννων ανάστατη ολη η οικογένεια στο σμυρναϊκό σπιτι. Απο νωρίς το απογευμα αρχίζαν τα λουσίματα και η καθαριότητα, πρώτα των παιδιων. Θα μεταλαβαίνανε του «Χριστού τη μέρα» που ξημέρωνε, γι’ αυτό ήπρεπε να γινει «ειδική καθαριότητα». «Σώμα και ψυχή», οπως έλεγε η μητέρα/ σαν φέρνανε αντίρηση τα παιδιά. Λούσιμο, χτένισμα με το ψιλό χτένι/ κόψιμο σύριζα τα νύχια και σαπούνισμα γερό ουλο το κορμί για να μπουν τα παστρικά μοσκομυρισμένα ασπρόρουχα. Νηστεία κρατούσανε ολο το σαρανταήμερο, αλλα για τη μετάληψη έπρεπε να γινει «τρίμερο» με σκέτο νερόβραστο.

Αφου γινούτανε η γενική καθαριότητα στο σώμα, η μητέρα φώναζε ένα – ένα παιδί χωριστά και τόκλεινε στην κρεββατοκάμαρη. «Τώρα και τάλλα σου χρέη», έλεγε σοβαρή – σοβαρή, «τα χρέη της ψυχής, οπως τάπαμε»/ Αυτά ητανε: – Να πούνε το πιστεύω, τρεις φορές/ το πατερ ημων και να κάνουνε δέκα μετάννοιες μπροστά στα εικονίσματα. Οταν τελειώνανε κι αυτά τα χρέη/ ερχότανε η σειράγια τα χειροφιλήματα της συγχώρεσης. «Πρώτα τον παππουλη και τη νενέ/ και μη ξεχάσεις να κάνεις μετάνοια,/ αρμήνευε σιγανά η μητέρα. Παντα, τις γιορτινές μερες, απο τις παραμονές, ερχόντουσαν οι παππουληδες στα παντρεμένα τους παιδιά, για να περάσουν μαζί τους τα πατροπαράδοτα έθιμα. Οταν ερχόταν η ώρα να δώσουν την ευχή τους, για να πανε να μεταλάβουνε τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους, άπλωναν με συγκίνηση το γέρικο χέρι τους να το φιλήσουν και έδιναν χιλιες ευκές με τρέμουλη απο τη συγκίνηση φωνη, για υγεία, προκοπή και προ παντων για γνώση.

Το ιδιο γινότανε κι αυτό απο τον πατέρα και τη μητέρα και οσους θειους και θειες βρισκόντουσαν κοντά. Ποτέ ομως δεν ξεχνούσανε τη νονά. Απο πολυ μικρά τα πήγαινε η μάνα τα παιδια στη νουνά, για να τα ευχηθεί τη μέρα που θα μεταλαβαίνανε. Σαν μεγαλώνανε πηγαίνανε προθυμα μόνα τους. Γιατι, η συγχώρευση της νουνάς, είχε μια ιδιαίτερη χαρά. Παντα μετά το χειροφίλημα και τις ευχές «να γίνουν καλοί Χριστιανοί», ήβαζε κάμποσα μεταλίκια στις τσέπες των βαφτισιμιών της, λέγοντας: «για να ανάψετε κερι αύριο που θα μεταλάβετε». Μετά τη μετάληψη η μητέρα είχε έτοιμο στο σπιτι, σ’ ένα ρακοποτηρο, μοσχάτο κρασί κι έδινε στα παιδια, να πιούνε μια γουλια/ «για να πάει η αγία κοινωνια κάτω»/ και συνάμα παρέγγελνε, οσο πειστικα μπορούσε: «Προσέξτε παιδια, να μη φτύστε καθόλου σήμερα/ να μη χτυπήστε και ματώστε/ και προ πάντων/ να μη πειτε ασκημο λογο/ προσέξτε! έχετεμεταλάβει μη το ξεχάστε!» Οι μέρες απο τα Χριστουγέννα ισαμε τον Αγιο Βασίλη ητανε σωστό αναστάτωμα, για μικρούς και μεγάλους στην αξέχαστη πατρίδα. Τα σκολειά κλειστά και τα σπιτια ολο ετοιμασίες.
smyrna
Οι νοικοκυράδες μπαινοβγαίνανε φουριόζες κι ολο μουρμουρίζανε για τα παιδιά, που μπερδεύανε μέσα στα ποδάρια τους και δεν περνούσε μέρα που να μη τα καταχερίσουνε. Μα ανήμερα την Πρωτοχρονιά τα παντα ηταν εντάξει. Τα σπιτια «πετούσαν» απο πάστρα και μοσκοβολουσαν κανέλλα και καριοφύλλι, περιμένοντας τον καινούργιο χρόνο. Ούλα τα πατροπαράδοτα αντέτια, ήπρεπε να γινουν οπως τα βρήκανε απο τσι γονιοί τους. Πρωί – πρωί ξεκινούσε ολη η οικογένεια, με τα κατάκαλά τους, να πανε στην εκκλησία. Ο νοικοκύρης κρατούσε στην τζέπη του το ροδι, που θα σπούσε στην πορτα του σπιτιού σαν θα γυρνούσαν. Για το καλό του χρόνου και για πολλά μπερικέτια, όπως λεγανε. Μετά απ’ αυτό ήπρεπε να μπει με το δεξί στο σπιτικό και να ευχηθεί σ’ ολη τη φαμίλια του «καλη χρονιά», φιλωντας έναν – εναν σταυρωτά. Σαν τέλειωναν οι ευχές, ολη η φαμίλια καθότανε με τάξη γύρω στο αηβασιλιάτικο τραπέζι. Η μητέρα έφερνε αμεσως το θυμιατό, και θυμιαζε με μοσκολιβανο, πρώτα την πίττα και μετά έναν – έναν κάνοντας το σημείο του σταυρού. Ο πατέρας ήκοβε την βασιλιόπιττα με την ιδια κάθε χρόνο σειρά:

Το πρώτο κομμάτι του Χριστού,/ της Παρθένου/ και μετά κατά ηλικία, αρχίζοντας απο τους παπουλήδες. Το νόμισμα ήτανε παντα μεταλλίκι χρυσό και σ’ εκείνον που θάπεφτε θάφερνε μεγάλο γουρι. Πολλες φορές τύχαινε, την ώρα που κόβανε την πιττα, να έρθουν τα παιδια του μαχαλά να τα πούνε. Το σήμαντρο χτυπούσε με τέχνη και το ντουμπελέκι κρατούσε το ισιο.Οι παιδικές φωνές συμπληρωναν τη χαρούμενη ατμόσφαιρα του σπιτιού και τα λόγια τους έφερναν στον καθένα ένα καλό μήνυμα:

Αρχή μηνια κι αρχή χρονιά ψιλή μου δεντρολιβανιά κι αρχή καλός μας χρόνος εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνο τραγουδούσαν τα παιδόπουλα, μα τόνιζαν ιδιαίτερα τις ευχές για τον νοικοκύρη του σπιτιού: χρόνια πολλά να ζήσει, ποντάροντας σ’ ένα καλύτερο μπαξίσι. Δεν πρόφταινε καλά – καλά να τελειώσει το κόψιμο της πιττας/ και το μοίρασμα των μπουναμάδων/ κι αρχίζανε να καταφτάνουν τα πρώτα βίζιτα./ Παλιό αντένι κι αυτό. Ανήμερα την Πρωτοχρονιά, συγγενείς και φίλοι/ μονο άντρες/ ανταλάανε βίζιτα για να ευχηθούν «τα έτη πολλά».Ακόμη και άγνωστοι μπαίνανε απο μέσα, για να πουνε τις ευχές τους. Οι πόρτες του σμυρναίικου σπιτιού, ούλη μέρα της Πρωτοχρονιάς εμεναν ανοιχτές, για ολο τον κόσμο. Μονοι οι γιατροί,/ σαν γιατροί/ πηγαίνανε/ τη χρονιάρα μέρα/ στα σπιτια. Και ανάγκη να ήτανε αποφεύγανε να τους καλέσουνε. Ολοι οι επισκέπτες ήπρεπε να σερβιριστούν απο το μεγάλο τραπέζι της σάλας, που ηταν ανοιγμένο περα για πέρα. Στρωμενο με το άσπρο λινό τραπεζομάντηλο, απο τα προυκιά της νοικοκυράς, με κεντημένα στη μέση τα ψημια της. Ολα τα καλά του Θεού βρισκόντουσαν, για το καλό της χρονιας, απανω σε εκείνο το τραπεζι. Βαλμένα με τάξη στα καλά σερβίτσια, που φύλαγαν για τις χρονιάρες μέρες.

XristougennaSmyrnis.jpg

Μεσ’ τη μεση η μεγάλη φρουτιέρα με το «Χριστό». Ετσι λέγανε τη μέρα εκεινη τα λογιών – λογιών ξερά φρούτα. Σωστό φρουτατζίδικο ητανε ο λεγόμενος «Χριστός». Τίποτα δεν έλειπε. Και τι δεν είχε σε κεινη την πελώρια κρυστάλινη φρουτιέρα. Ο,τι ήθελες και τραβούσε η όρεξή σου. Δαμάσκηνα, φουντούκια, τζίτζιφα, κουκουνάρια, σουλτανιές σταφίδες, μύγδαλα, καρύδια, ως και κουντουρούδια. Μα ποτέ δεν ήλιπε το μανα τ’ ουρανού. Ούλα αυτά στολισμένα με πρασινάδες και ου, δείχνανε πραγματικά την ευλογία του Χριστού. Ασε πια εκεινα που είχανε φτιάξει τα άξια χέρια της νοικοκυράς. Μια στοιβα σεκέρ λουκούμια/ πασπαλισμένα με άχνη/ μοιάζανε με χιονισμένο βουνό. Δίπλα τα φοινίκια ποτισμένα στο μέλι. Βασιλοπιττάκια λογιών λογιών. Αστρουλάκια καρδίτσες, αετουδάκια, ολα με το καρεφυλάκι στη μέση που μοσκομυρίζανε και θρούσανε μολις τάβαζες στο στόμα. Μα στην πρώτη γραμμή, απ’ ολα τα κατασκευάσματα ερχούντανε η Βασιλόπιττα. Κάθε Σμυρνιά νοικοκυρά, ήβαζε ουλα τση τα δυνατά να στολίσει καλύτερα απο τσ’ άλλης την πιττα του σπιτικού της. Στη μέση ήπρεπε να μπει / απαραίτητα/ ο δικέφαλος αετός και γύρω – γύρω μικρότερα αετουδάκια και λογιών – λογιών πλουμιά. Αστρα, πουλουδάκια και ο,τι άλλο κατέβαζε το γούστο της για να γίνει πιο όμορφη.

Αυτά ητανε αντέτια που τα κρατούσανε, ανάλογα, ολα τα σπιτικά της Σμύρνης, πλούσια και φτωχά. Οι νοικοκυρές δεχόντουσαν τα βίζιτα στολισμένες με ούλα τα καλά τους/ για να τιμήσουν τους αντρες τους/ και να φανεί η αγάπη που τους εχουν. Μεγάλη τιμή για τη νοικοκυρά ηταν/ τα βίζιτα να πάρουν απ’ ούλα τα καλούδια που είχε φτιαξει και να τα παινέψουν. Το σμυρναιϊκο σπιτι ηταν φιλόξενο και οι Σμυρνιές τόχανε καμάρι να ρετσιβάρουν τους μουσαφιραίους. Τα φαγιά τους ητανε μιλημένα. Ο χριστουγεννιάτικος διανος ηθελε ολόκληρη επιστήμη για να γινει οπως πρέπει. Παραγεμισμενος με καβουρντισμένο κυγμά με ψιλό – ψιλό κρεμμυδάκι, και ξεροψημένα κάστανα στη χόβολη του μαγκαλιού. Μπόλκο μαύρο πιπερι και κουκουναράκια. Ροδοκοκκινισμένος και γαρνιρισμένος με ολόκληρες πατετούλες, άνοιγε σ’ ολους την όρεξη. Ολα τα φαγια που ψήνανε οι Σμυρνιές νοικοκυράδες ητανε σωστός πειρασμός. Οποιος έτυχε να φάει το στιφάδο τους, ποτέ δεν το ξεχνά. Με μπολικα ολόκληρα κρεμμυδάκια και ολων των λογιών τα μπαχαρικά μέσα. Το κρέας, όμως, ήπρεπε νάναι γουρουνίσιο ή αγριογούρουνο, άμα ητανε η εποχή του. Αμ οι γιαπρακιένιες ντολμάδες με κιμα ή γιαλαντσί, τι σου λενε! ‘Η το ατζέμ πιλάφι πούμενε κουκι – κουκί, ακομη και την άλλη μέρα. Ασε πια τα σουτζουκάκια! με το σκορδάκι και το μπολικο κίμινο, που μύριζαν δυο μαχαλάδες πέρα.  Στα γλυκίσματα και τα ρετσέλια πια, δεν τις έφτανε κανείς. Σαν έτρωγες απ’ αυτά, ηταν να γλύφεις και τα δάχτυλά σου, που λέει ο λόγος…

Οι γυναίκες στη Σμύρνη, δεχοντουσαν μόνο ανήμερα της Πρωτοχρονιάς και κανανε τα βίζιτά τους  (τις επισκέψεις τους) την άλλη μέρα ή την παραπανω. Σκέτο «γυναικείο» οταν το λέγανε. Στα βιζιτα αυτά πια, γινούτανε και το «μορστράρισμα» των μποναμάδων. Ο,τι ήθελε να τους δωρήσουν την Πρωτοχρονιά, ήπρεπε να το φορέσουν στο βιζιτο εκεινο. Προ πάντων οι παντρεμένες και αρραβωνιασμένες. Ο,τι χρυσαφικό παίρνανε απο τσι άντρες τους και αρραβωνιαστικούς, για  καμάρι το βάζανε κι ας είχαν άλλα τόσα. Κι ήβλεπες μάτια μου χρυσαφικά/ σαν να βρισκόσουνα στα κουγιουμτζίδικα του καπαλι τσαρσιού. Κορδόνια, μακριά και κοντά και Κωσταντινάτα. Μαλαματένια βραχιόλια, λογιών – λογιών. Στριφτα, μάπες ή βέργες. Σκουλαρίκια καφασωτά που λαμποκοπουσανε. Δαχτυλίδια μονόπετρα με διαμάντια σα ρεβύθι. Στα καρέ τους φιγουράρανε ρέστες – ρέστες τα μαργαριτάρια. Πολλές φορές ανακατωμένες με αληθινά κοράλια. Καταστόλιστες ξεκινούσαν για τα βίζιτα οι Σμυρνιές της καλής τάξης οπως τις λεγανε, με τα πιο καλά τους λούσα και στολιδια. Μπουάδες, μανσόν και παπούτσι λουστρίνι καϊκάκι να τρίζει. Απαραίτητο ομως ηταν το καπελλο με φτερό. Κορδωμένες στα αστραφτερά «λαντώ», κάνανε πιο πρωτοχρονιατικο αντέτι στα συγγενικά και φιλικά σπιτια…
Ας μη κόψουμε τα αόρατα νήματα που μας δένουν με τις αλησμονητες πατρίδες μας και που δεν ειναι άλλα απο τις μνήμες/ εστω και θολωμένες…

mikrasia

Δωδεκαήμερο Χριστουγέννων στην αγαπημένη μας πατρίδα τη Μικρά Ασία

Όπως σε όλη τη Μικρασιατική Ελλάδα έτσι και στην Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ, το σημερινό Κιόστε, το δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων γιορταζόταν με χαρές, τραγούδια και ξεφαντώματα, πιο πολύ γιατί όλοι οι ταξιδεμένοι ήταν στο χωριό.

Παρέες παιδιών τη παραμονή των Χριστουγέννων το βράδυ και όχι το πρωί όπως γίνεται σήμερα , κρατώντας πολύχρωμα , φωτεινά φαναράκια ξεχύνονταν στους γιορτινούς δρόμους για να πουν σε συγγενικά και φιλικά σπίτια το «Καλήν Εσπέραν άρχοντες» που ήταν και στους στίχους και στη μουσική ίδια όπως τα λέμε σήμερα.

Η μέρα όμως που τα παιδιά πραγματικά ξεχνιόνταν στους δρόμους ήταν το βράδυ της παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Τότε που γύριζαν όλο το χωριό, σπίτια και μαγαζιά κρατώντας στα χεράκια τους τραμπούκες και βαποράκια. Μέρες ολόκληρες ετοίμαζαν τα βαπόρια τους και τα αρματώνανε. Ήταν καταστόλιστα με πολύχρωμα, φωτεινά φαναράκια και χάρτινα φουντάκια. Έμοιαζαν με εξωτικά βαπόρια. Μερικα παιδιά είχαν την υπομονή και αντί βαπόρια έκαναν εκκλησίες χάρτινες που έμοιαζαν στην Αγία Σοφιά. Ήταν μεγάλη χαρά να τις βλέπει κανείς φωτισμένες εσωτερικά καθώς έμοιαζαν παραμυθένιες. Τραγουδούσαν τον Άγιο Βασίλη όπως τραγουδιέται και σήμερα σε στίχους 16 σύλλαβους και 15 σύλλαβους Ιαμβικού μέτρου και σε στίχο και σε μουσική. Επίσης μπορεί να τραγουδούσαν και έναν άλλο Αγιο Βασιλη Τσεσμελήδικο με στίχους 15 συλλαβους αλλα μουσική ίδια με τα καλαντα των Χριστουγεννων.

Τα φιλοδωρήματα ήταν αρκετά και πάντοτε σε χρήμα. Τη νύχτα της παραμονής οι νοικοκυρες αφηναν γλυκίσματα και νερό για να κατέβει ο Αγιος Βασιλης και να φάει. Η συνήθεια αυτή, υποστηριζαν οι κάτοικοι της Αγίας Παρασκευής, συνδεόταν με τη λατρεια των νεκρων συγγενών τους κατά την αρχαιότητα και τα μειλίγματα, τις ιλαστήριες θυσιες των Αρχαιων Ελληνων. Δεν ξεχναμε την υψηλη μόρφωση των Μικρασιατών, ωστε να ειναι σε θεση να γνωριζουν αυτη τη λεπτομερεια. Μετα τη Μικρασιατική Καταστροφη οι Έλληνες Μικρασιάτες ως πρόσφυγες πλέον μετέφεραν το έθιμο αυτό το οποίο διατηρείται έως σήμερα.

(της Βούλας Σαριντζιώτη, προέδρου Συλλόγου Μικρασιατών Ανατολικής Αττικής)

 

mikrasia

Κάλαντα Σμύρνης

Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας,
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλη,
εν τω σπηλαίω τίκτεται εν φάτνη των αλόγων.

Κερά ψηλή, κερά λιγνή, κερά καμαροφρύδα,
κεράμ’ όταν στολίζεσαι να πας στην εκκλησία,
έχεις και κόρην έμορφη που δεν έχει ιστορία.

Μηδέ στην πόλη βρίσκεσαι μηδέ στην Καισαρεία,
έχεις και γιον στα γράμματα, υγιόν και στο ψαλτήρι,
να τον ‘ξιώσει ο Θεός να βάλει πετραχήλι.

Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα Καππαδοκίας

Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει.
Εν τω σπηλαίω τίκτεται, εν φάτνη των αλόγων
οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει κι η φύσις όλη.
Εκ της Περσίας έρχονται τρεις Μάγοι με τα δώρα
άστρον λαμπρόν τους οδηγεί, χωρίς να λείψει ώρα.
Γονατιστοί τον προσκυνούν και δώρα του χαρίζουν
σμύρνα, χρυσόν και λίβανον, Θεόν τον ευφημίζουν.
Και επληρώθη το ρηθέν, προφήτου Ησαΐου
μετά των άλλων προφητών και του Ιερεμίου.
Φωνή ηκούσθη εν Ραμά, Ραχήλ τα τέκνα κλαίει
παραμυθήν ουκ ήθελεν, ότι αυτά ουκ έχει.
Ιδού όπως σας είπαμεν όλην την υμνωδίαν
του Ιησού μας του Χριστού, γέννησιν την αγίαν.
Χρόνους πολλούς να χαίρεσθε, πάντα ευτυχισμένοι
σωματικώς και ψυχικώς να είσθε πλουτισμένοι.

rh_karanlik

Η Γέννησις. Τοιχογραφία από τη Σκοτεινή Εκκλησία στην Καππαδοκία.

 

Κάλαντα Ανατολικής Θράκης

Χριστός γεννιέται, χαρά στον κόσμο, χαρά στον κόσμο, στα παλικάρια.

Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες, η Παναγιά μας κοιλοπονούσε.

Κοιλοπονούσε, παρακαλούσε, τους αρχαγγέλους , τους ιεράρχες.

-Σεις αρχάγγελοι και ιεράρχες, στη Σμύρνη πηγαίνετε , μαμές να φέρτε.

Άγια Μαρίνα, άγια Κατερίνα, στη Σμύρνη πάνε , μαμές να φέρουν.

Όσο να πάνε κι όσο να έρθουν, η Παναγιά μας ελυτρώθη.

Στην κούνια το ΄βαλαν και το κουνούσαν, και το κουνούσαν , το τραγουδούσαν.

Σαν ήλιος λάμπει ,σα νιο φεγγάρι, σα νιο φεγγάρι, το παλικάρι.

Φέγγει σε τούτον το νοικοκύρη, με τα καλά του, με τα παιδιά του, με την καλή τη νοικοκυρά του.

mikrasia

Διαβάστε επίσης:

Ορθόδοξο και βυζαντινό το χριστουγεννιάτικο δέντρο

%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%af%ce%b1-%ce%ba%ce%bb%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%cf%83%ce%af%ce%b4%ce%b1-7

Σμίλεψε πάλι, δάσκαλε, ψυχές! 
Κι ότι σ’ απόμεινε ακόμη στη ζωή σου, 
Μην τ’ αρνηθείς! Θυσίασέ το ως τη στερνή πνοή σου! 
Χτισ’ το παλάτι, δάσκαλε σοφέ! 

Κι αν λίγη δύναμη μεσ’ το κορμί σου μένει, 
Μην κουρασθείς. Είν’ η ψυχή σου ατσαλωµένη. 
Θέµελα βάλε τώρα πιο βαθειά, 
Ο πόλεμος να μη μπορεί να τα γκρεμίσει. 

Σκάψε βαθειά. Τι κι’ αν πολλοί σ’ έχουνε λησμονήσει; 
Θα θυμηθούνε κάποτε κι αυτοί 
Τα βάρη που κρατάς σαν Άτλαντας στην πλάτη, 
Υπομονή! Χτίζε, σοφέ, της κοινωνίας το παλάτι …

Κωστής Παλαμάς (»Στον Δάσκαλο»)

__________

επιμέλεια: Γιώργος Καζάνας

 

Η φιλόλογος Μαρία Κληματσίδα αποτέλεσε μια Καθηγήτρια-σύμβολο στη σχολική ζωή πολλών μαθητών της πόλης της Θεσσαλονίκης. Στο 16ο Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης, στην ιστορική περιοχή της Ξηροκρήνης όπου και διέμενε, ανάλωνε όλες τις δυνάμεις της για την καλλιέργεια των μαθητών που είχε υπό τη διδασκαλική της μέριμνα. Γνωρίζοντας τη θεμελιώδη σημασία της ανάπτυξης του πνεύματος των μαθητών σε στέρεες βάσεις αξιών, στο μεταίχμιο της μετάβασης από την παιδική στην εφηβική ηλικία, εξέφραζε λόγω και έργω συνεχή αγωνία και αγώνα για τη μάθηση και την προετοιμασία των μαθητών – μελλοντικών πολιτών. Η δωρική μορφή και ο πάντοτε μεστός και τεκμηριωμένος λόγος, αποτελούσαν το δίπολο που προσωποποιούσε το ήθος, την ευγένεια και τις γνώσεις της.

15240277_10211149174627268_355865466_n

Η Μαρία Κληματσίδα γεννήθηκε στις 16 Νοεμβρίου του 1946 στο Αξιοχώρι του νομού Κιλκίς, εκεί όπου βρισκόταν η αρχαία μακεδονική πόλη Αμυδών, η ομηρική πρωτεύουσα της αρχαίας Παιονίας. Ήταν το τρίτο παιδί των Αποστόλου και Κοκκώνης Κληματσίδα. Τα άλλα δύο της αδέρφια ήταν ο Νικόλαος και ο Χρήστος. Από μικρή έδειξε τη θερμή της αγάπη για τα ελληνικά γράμματα και τη χριστιανική πίστη. Τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο Αξιοχωρίου ενώ αποφοίτησε από το εννιατάξιο Γυμνάσιο στο Πρόχωμα Θεσσαλονίκης. Είχε όμως ταυτόχρονα μαθητεύσει στον ευαγγελικό λόγο μέσα από τη λειτουργική ζωή, έχοντας ως πρότυπο τον πατέρα της, όπως η ίδια τόνιζε. Έπειτα έρχεται η επιτυχία της εισαγωγής της στο τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η φοίτησή της στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο αποτέλεσε μια σημαντική περίοδο στη ζωή της, η οποία διαμόρφωσε τον τελικό της χαρακτήρα. Μετά τη λήψη του πτυχίου εισέρχεται αμέσως στον στίβο της μάχιμης εκπαίδευσης και εργάζεται σε ιδιωτικό Γυμνάσιο της Φλώρινας ενώ την αμέσως επόμενη χρονιά, διορίζεται στο δημόσιο Γυμνάσιο στην ίδια πόλη. Κατά τη δεκαετία του 1980 εργάζεται στο Γυμνάσιο του Κατσικόπουλου στους Αμπελόκηπους Θεσσαλονίκης. Ακολούθως δίδαξε στο 4ο Γυμνάσιο και τελικά στο 16ο Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης, τον εκπαιδευτικό αμπελώνα όπου ευόρκως και αόκνως εργάστηκε ως αυθεντική λειτουργός της Παιδείας κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της.

Ισχυρή ενθύμηση για τους μαθητές της αποτελεί η πρώτη ημέρα μαθήματος στην πρώτη τάξη του Γυμνασίου, ημέρα υποδοχής των νέων μαθητών στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, που αποτέλεσε ένα ορόσημο, κατά το οποίο η σεβαστή φιλόλογος εξέφρασε λακωνικά την ειρηνική πνευματική της διακήρυξη, ήτοι το πανόραμα αξιών, συμπεριφορών και μαθημάτων του σχολείου: Σεβασμός στα πρόσωπα και την υποδομή, τακτικότητα στη μελέτη και την αισθητική, καλλιέργεια λόγου και πνεύματος.

15227991_10211149174587267_285902853_n

Στα μαθήματα που δίδασκε έδινε το μοναδικό προσωπικό της στίγμα, που αποτελούσε ανεξίτηλο οδοδείκτη ζωής για τους μαθητές αλλά και πρότυπο διαδασκαλίας για συναδέλφους της. Σταχυολογούμε εδώ ενδεικτικά μερικές πτυχές της διδασκαλίας της : οι παραστατικές περιγραφές της Οδύσσειας και της Ιλιάδας, η επιμελής ανάλυση των λογοτεχνικών κειμένων ταυτόχρονα με την ανάδειξη των διδαγμάτων που ως απόσταγμα προσέφερε αλλά και τη μεταδοτικότητα και η συστηματική διδασκαλία της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας.

Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη: Το περίτεχνο και καλλιεργημένο πνεύμα της δεν μπορούσε παρά να αποκαλύπτεται λαμπρό σε κάθε παραίνεση και πράξη της. Ανάμεσα στο πλήθος αυτών καταγράφουμε την έντονη κοινωνική της συνείδηση με πράξεις στήριξης εμπερίστατων προσώπων, το αμιγές εθνικό δημοκρατικό της φρόνημα και την άδολη πρωτοχριστιανικού ήθους αγάπη της. Η ετήσια δράση που καθιέρωσε με αγορά τετραδίων και σχολικών Unicef από καθηγητές και μαθητές αποτελεί ένα μόνο ελάχιστο τμήμα του πλέγματος της φιλάνθρωπης δράσης της, το σύνολο της οποίας Κύριος μόνον οίδε.

Όσον αφορά τα θέματα ιστορίας, η ανυπόκριτη και αυθόρμητη απάντησή της σε σχετικό ερώτημα μαθητή της, συμπυκνώνει όλο της το υψηλό ήθος: «Θα σκεφτόσασταν σε αντίστοιχη περίσταση να συνδράμετε τη χώρα όπως οι γυναίκες του ’40;» και η αφοπλιστική απάντηση «Αναμφισβήτητα, καθώς η πατρίδα θα το ζητούσε». Έτερο στοιχείο που αξίζει να αναδειχθεί είναι το γεγονός πως της προτάθηκε επανειλημμένως να αναλάβει τη διεύθυνση της σχολικής μονάδας αλλά πίστευε και το εξέφραζε πάντα ότι η προσφορά της από τη θέση που κατείχε ήταν αρκετή. Από προφορικά σπαράγματα μνήμης, που διασώθηκαν από μαθητές της, καταγράφουμε τους εξής παραμυθητικούς (παρηγορητικούς) λόγους της: «να μη φοβόμαστε αλλά να χαιρόμαστε διότι όπως σε κάθε εποχή έτσι και σήμερα υπάρχουν άγιοι και κυκλοφορούν ανάμεσά μας» όπως επίσης «Να μην ξεχνάμε πως ο ύπνος είναι ένας μικρός θάνατος και ο θάνατος ένας μεγάλος ύπνος». Δεν πρέπει να παραληφθεί το αφιέρωμα που πραγματοποιούσε λιτά εντός της σχολικής αίθουσας για τον Μακεδονικό Αγώνα, διαβάζοντας η ίδια το γράμμα του Παύλου Μελά προς τη σύζυγό του Ναταλία. Η αξία της οικογένειας, η συζυγική αγάπη, η θυσιαστικότητα για τον συνάθρωπο ήταν μερικά από τα ιδανικά που πήγαζαν μέσω των αναφορών της στην ιστορική αυτή αλληλογραφία. Κατ΄ έτος διοργάνωνε και την εορτή της 28ης Οκτωβρίου με εργώδεις προσπάθειες, ώστε οι μαθητές να αντιληφθούν τη σημασία της επετείου και να αποδώσουν βιωματικά και με ορθή τεχνική τα επίκαιρα ιστορικά κείμενα. Σεφέρης, Ελύτης, Βέμπο, μορφές που αγαπούσε και αναδείκνυε. Η επιλογή των μαθητών που λάμβαναν μέρος γινόταν με το οξυμένο της αισθητήριο, διακρίνοντας ποιός μαθητής είχε συναίσθηση και παρουσία ώστε να αξιοποιούνται τα ενδιαφέροντα και τα ταλέντα του κάθε προσώπου ξεχωριστά.

16ο Θεσσαλονικης.jpg

16ο Γυμνάσιο και Λύκειο Θεσσαλονίκης.

Παροιμιώδη έμειναν τα πραγματικά σαρωτικά διαγωνίσματα που έθετε και τα οποία κάλυπταν όλο το εύρος της εξεταζόμενης ύλης, καταδεικνύοντας αφενός μεν την εκπαιδευτική της εμπειρία αφετέρου δε τον ζήλο της για εντοπισμό και θεραπεία των αδυναμιών των μαθητών, με σεβασμό στις δυνατότητες και τις ιδιαίτερες κλίσεις του καθενός.

Ως μια απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, απέδιδε με κάθε αφορμή τον προσήκοντα σεβασμό στους Καθηγητές που διαμόρφωσαν τη σκέψη της αλλά και σε αυτόν καθαυτόν το θεσμό του Πανεπιστημίου ως αστείρευτη πηγή παιδείας και χώρο πνευματικής άνθησης και ολοκλήρωσης για κάθε έναν που εισέρχεται με συναίσθηση να φοιτήσει σε αυτό. Ακόμη ενθυμούμαστε, πολλοί εκ των μαθητών της, την παρουσία της κατά τις εκάστοτε εκπαιδευτικές εκδρομές του Γυμνασίου μας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, τον τρόπο που προσέγγιζε τον χώρο, τη διακριτική της παρουσία αλλά και τη χαρά της για τη γνωριμία των δυνάμει στο μέλλον φοιτητών με το ανώτατο πνευματικό ίδρυμα που γαλούχησε και την ίδια.

Στο 16ο Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής της, στις 16 Νοεμβρίου 2008. Δασκάλα με όλη τη σημασία της λέξης. Ένας άνθρωπος του Θεού στη γη που μόνη της μέριμνα αποτελούσε το ενδιαφέρον ώστε τα παιδιά της, οι μαθητές της, να γίνουν συνειδητοί άνθρωποι και χριστιανοί.

Αυτές οι λίγες σκέψεις για το πρόσωπο της Μαρίας Κληματσίδα* καταγράφηκαν εδώ ως αντίδοτο λήθης και ευλαβικό θυμίαμα αντιπελάργωσης από έναν μαθητή της, συνοδευόμενες από βιογραφικά στοιχεία που από διακριτικότητα αποσιωπήθηκαν από την ίδια και μετά την κοίμησή της ευγενώς παραχωρήθηκαν από τους κατά σάρκα και πνεύμα συγγενείς της Διδασκαλίσσης μας.

Επιμέλεια άρθρου: Γιώργος Καζάνας

Αποτέλεσμα εικόνας για αρχαιο νομισμα κουκουβαγια

[*] Η ίδια η Μαρία Κληματσίδα επεσήμανε πως το επώνυμό της δεν κλίνεται και συνεπώς δεν λαμβάνει τελικό σίγμα, όπως και όλα τα θηλυκά επώνυμα. Έτσι στη γενική είναι: της Κληματσίδα. Επιθυμίας της άλλωστε ήταν να γράφουμε και να μιλούμε ορθά Ελληνικά.

Θυμότανε κανεὶς

γέροντες δασκάλους ποὺ μᾶς ἄφησαν ὀρφανούς.

Γιῶργος Σεφέρης (῾Η τελευταία μέρα)

Ευχαριστούμε θερμά τον ανηψιό της μακαριστής Μαρίας Κληματσίδα, δημοσιογράφο κ. Θανάση Κληματσίδα, για την ευγενή παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού και των βιογραφικών της στοιχείων για το παρόν αφιέρωμα.

 

georgios_neapolitis

Ανεβαίνοντας κάποιος στη συνοικία του Περισσού αρχίζει να διακρίνει ομοιόμορφες προσφυγικές κατοικίες. Ο τόπος έχει δυναμική διαφορετική. Σα βγει κανείς ν’ αγναντέψει αυτή την ομοιομορφία των παλιών κατοικιών, που πλέον στα μάτια κάποιου απλού παρατηρητή θα φαίνονταν ακόμη και γραφικές, κλείνει τα μάτια και μεταφέρεται -όχι σε χρόνους τόσο παλιούς- σχεδόν ενενήντα χρόνια πίσω. Γη ακατοίκητη που δόθηκε ως λύση στη προσφυγιά των Ελλήνων της Ανατολής για να γίνει νέα τους πατρίδα. Ο τόπος ξένος αλλά η πατρίδα, πατρίδα. Ήξεραν, οι ευλογημένοι, ότι πατρίδα δεν είναι η γη, ούτε οι περιουσίες, ούτε τα σπίτια, ούτε και τα υποστατικά. Πατρίδα είναι η καρδιά κι ό, τι την ξεχωρίζει κι ανθρώπινη την κάνει. Πατρίδα είναι το Πνεύμα μας, το φύσημα του Θεού και τα βιώματα που ζυμώνουν τον άνθρωπο απ’ την στιγμή της δημιουργίας του. Πατρίδα είναι η Αλήθεια μας.

Οι Μικρασιάτες είχαν Πνεύμα. Πατρίδα των προσφύγων, τότε, ήταν πάνω απ’ όλα η ουράνια πατρίδα των πατέρων απ’ τη Μικρασία, ήτανε η Θεία Λειτουργία. Κι όποιος γυρίσει και πει ότι τάχα αυτός ο λόγος εκφέρεται τέτοιος γιατί τονε γράφουνε παπαδικά χέρια, ας δει όχι απλώς πτυχές της ζωής των Μικρασιατών αλλά σύγκορμη τη ζωή τους: τα τραγούδια και τους θρήνους, τους χορούς -που δε κοιτούν ν’ απομακρύνουν τον άνθρωπο και να κρύψουν τη χαρά του προσώπου του αλλά στυλώνονται στη συμπόρευση σωμάτων και συναισθημάτων. Ας δούμε τσ’ Αγίους που ήσανε παρόντες μες την κοινωνία: συναυλίζονταν με τον λαό και συνομιλούσαν. Ο λαός ζητούσε ευχή συγχωρητική σε κάθε αρχή, σε κάθε έργο. Τους ήξεραν τους Αγίους οι Μικρασιάτες, τους είχαν ζήσει -ένα με το πετσί τους- Άγιοι Νεομάρτυρες κατοικούσαν στις ίδιες γειτονιές μ’ αυτούς. Την Αγιότητα, τηνε ζούσαν: δε φάνταζε ούτε σα θρύλος, ούτε σαν παραμύθι.

Αν πάει κανείς στο κοιμητήριο του Κόκκινου Μύλου, στο οποίο αναπαύονται παλαιοί Νεαπολίτες πρόσφυγες, θα δει νεκρούς που τους παππούδες τους είχε βαφτίσει ο Άη Γιώργης ο Νεαπολίτης. Σε κάθε ναό της Μητρόπολης ψάλλεται σήμερα το απολυτίκιό του. Αυτός γυρνά στους δρόμους και ευλογεί, αρχίζοντας από τον Περισσό, απ΄ το ναό του Αγίου Ευσταθίου, στον οποίο βρίσκεται το άχραντο λείψανό του και ευλογεί τις γειτονιές και τα άγχη των παιδιών του. Τα ονόματα των δρόμων δεν του είναι ξένα. Είναι παρμένα απ’ τις άγιες πατρίδες της Ανατολής που μεταμόρφωσαν σε νέες πατρίδες τα προάστια των Αθηνών. Θωρεί ο Άγιος απ’ τις ελιές και τα χώματα, όσα έμειναν στη Ν. Ιωνία αλλά και τις πολυκατοικίες, τις εργατικές κατοικίες. Θωρεί ακόμα τις ξύλινες παράγκες που γίνανε περίλαμπρες εκκλησιές για να δοξάζεται το όνομα τ’ αφέντη του κι αφέντη μας, Χριστού.

Η Εκκλησία είναι η Πατρίδα μας κι ο Άη Γιώργης ευλογεί τα έργα των χεριών που δε λογαριάζουν την Αγάπη με αριθμούς, διακονώντας τον πάσχοντα αδελφό ανεξαίρετα κι ομολογώντας ως μόνο Κύριο τον Ιησού Χριστό. Βλέπει ο Άγιος, ο Νεαπολίτης, τις ενορίες της Μητροπόλεως που προστατεύει, περπατά μαζί μας κι απ’ τον ουρανό μας ευλογεί, συναινεί στην Αγάπη. Ξέρουν καλά οι Μικρασιάτες ότι δεν κάνουν το “καλό” επειδή λυπούνται τον πάσχοντα αλλά επειδή στο πρόσωπό του βλέπουν το δικό τους, στο πρόσωπό του βλέπουν τον Χριστό που πάνω απ’ όλα αγαπούν. Πώς να μισήσουν τώρα και ν’ αρνηθούν την Αγάπη όταν κάποτε τόσο πολύ μισήθηκαν;

Σήμερα, 3 Νοεμβρίου, η γειτονιά εκείνη με τα προσφυγικά σπίτια, θα λάμψει όταν ο Επίσκοπος κι ο κλήρος του σηκώσουν στα χέρια το άχραντο λείψανο του Αγίου Γεωργίου του Νεαπολίτου, τελώντας πομπή λιτανευτική με πρωτοπανηγυριστή τον ένδοξο Μάρτυρα του Χριστού, τον Καλογερόπαπα, τον Άη Γιώργη τον Νεαπολίτη. Κάθε λιτανεία είναι μια ηρωική έξοδος, ένας γύρος θριάμβου, όχι σαν του αυτοκράτορα της Ρώμης, που δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά πομπή επίδειξης δύναμης κοσμικής. Οι λιτανείες των Ορθοδόξων είναι έξοδοι της Δόξας του Βασιλέως, ομολογία της Βασιλείας των Ουρανών στο κόσμο, ομολογία της Άνω Ιερουσαλήμ, της ουράνιας πατρίδας, μέτοικος της οποίας ο Νεαπόλεως γόνος, ο Μάρτυρας Γεώργιος και Όσιος μαζί. Αυτή είναι η Πατρίδα μας, η Δόξα της Εκκλησίας. Σε κάθε πομπή πρώτος πάει ο Σταυρός. Χωρίς αγώνα, Ανάσταση πώς θα ‘ρθει; Χωρίς Σταυρό, καμία Δόξα.

Άγιε Γεώργιε, για τον αγώνα μας μη παύσεις στον Χριστό πάντοτε να πρεσβεύεις!

 

Ιάσων Ιερομ.

Αγιος Γεώργιος Νεαπολίτης.jpg

ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΟΥ ΕΚ ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

Τῇ τρίτῃ τοῦ μηνός Νοεμβρίου μνήμη τοῦ ἁγίου Ἱερομάρτυρος Γεωρ­γίου τοῦ Νεαπολίτου.

Γεώργιος ὁ ἅγιος Πατήρ ἡμῶνκαί νέος Ἱερομάρτυς τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἱερέων ἡ κοσμιότης και τῶν Μαρτύρων ὁ ἰσοστάσιος, διέπρεψεν κατά τόν 18οαἰώναεἰςΝεάπολιν, τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἥτις τουρκιστί λέγεται «Νέβ Σεχίρ», ἐφημερεύων εἰς τον ἐκεῖσε Ἱερόν Ναόν τῆς Κοιμή­σε­ως τῆς Θεοτόκου. Κατά το ἔτος 1797 προσεκλήθη ὑπό τοῦ χωρίου Μαλακοπή, ἀπέχοντος ἕξ ὥρας, διά να ὑπάγῃ και ἱερουργήσῃ ἐκεῖ, εἴς τινα μεγάλην ἑορτήν και ἁγιάσῃ τούς εὐσεβεῖς Χριστιανούς. Ἐδέχθη εὐχαρίστως ὁ θεῖος Γεώργιος την πρόσκλησιν τῶν ἐν Μαλακοπῇ ἀδελφῶν Χριστιανῶν και ἀναβάς ἐπί ὄνου, διότι ἦτο γέρων καί καχεκτικός, ἐπορεύε­το πρόθυμος την ὁδόν. Ἀλλ’ αἴφνης, ἐνῷ ἐπλησίαζε προς την Μαλα­κοπήν, ἐνεφανίσθησαν πρό αὐτοῦ Τοῦρκοι ποιμένες λίαν ἐξηγριω­μέ­νοι, οἵτινες ἐπιπεσόντες μετά μανίας κατά τοῦ πραοτάτου ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, ἐλήστευσαν αὐτόν και ἐγύμνωσαν καί τέλος ἐφόνευσαν, ἀποκόψαντες την τιμίαν αὐτοῦ κεφαλήν, το δε λείψανον, γυμνόν και καθῃμαγμένον, ἀπέρριψαν εἰς παρακείμενην φάραγγαν, ὁμοῦ μετά τῆς κεφαλῆς.

Οἱ Χρι­στιανοί μετά τέσσαρας ἡμέρας ἀνεῦρον το τίμιον λείψανον και ἐκή­δευ­σαν αὐτό εἰς τόν τόπον τῆς εὑρέσεως. Παρελθόντος καιροῦ ὁ ἅγιος ἐνε­φα­νί­σθη ἐν ὁράματι εἴς τινα γυναῖκα εὐλαβῆ, εἰς την ὁποίαν διηγήθη τό τί ἔπαθε και ἐνετείλατο αὐτήν ἵνα μεταβῇ ἡ Δημογεροντία εἰς τόν τόπον τοῦ προχείρου τάφου του. Οἱ εὐσεβεῖς Νεαπολῖται ἔσπευσαν πάραυτα καί με­τέ­φεραν το τίμιον λείψανον εἰς Νεάπολιν, ὅπου ἔγινεν αἰτία διά πολλάς θεραπείας και ἰάσεις και ἄλλα θαύματα. Κατά την ἀνταλλαγήν τῶν πληθυσμῶν τοῦ ἔτους 1924 οἱ Νεαπολῖται μετέφερον αὐτό εἰς την Ἑλλάδα και το ἐτοποθέτησαν εἰς τον Ἱερόν Ναόν τοῦ Ἁγίου Εὐσταθίου εἰς Περισ­σόν Ἀθηνῶν. Τεμάχιον τοῦ λειψάνου εὑρίσκεται ὡσαύτως και εἰς τον Μητροπολιτικόν Να­όν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Νεαπόλεως Θεσσαλονίκης, ἔνθα ἑορτά­ζε­ται πανδήμως ἡ μνήμη του κατά την πρώτην Κυριακήν τοῦ Νοεμβρίου, ὁμοῦ μετά τῶν νεομαρτύρων Ἀθανασίου Κουλακιώτου και Ἀκακίου Ἀσβε­στοχωρίτου.

Γιώργου Καζάνα

Προέδρου Ένωσης Μικρασιατών Φοιτητών

mykonos

Το νησί της Μυκόνου πήρε το όνομά του από τον ήρωα Μύκονο, γιό του Αινίου του Καρύστου και Ρυούς της Ζάρυκος κατά τον Στέφανο Βυζάντιο.
Αποικήθηκε αρχικά από τους Αιγυπτίους, Ικάριους, Φοίνικες και Μινωίτες, και κατόπιν από τους Ίωνες, υπό την καθοδήγηση του Ιπποκλέους του γιού του Νήλου και πατέρα του Φοβίου. Στο νησί, κατά τη μυθολογία, συνέβη ο φόνος των γιγάντων από τον Ηρακλή.

manto

Η Σμυρνείκη φορεσιά της Μαντούς Μαυρογένους.

Στα ιστορικά νεότερα χρόνια, ο Νικόλαος Μαυρογένης (θείος της ηρωίδας Μαντούς Μαυρογένους) διατηρούσε στην Τεργέστη με τον αδελφό του και πατέρα της Μαντούς, εμπορικό και τραπεζικό γραφείο. Απέκτησε μεγάλη περιουσία για εκείνη την εποχή με εμπορικούς οίκους στη Σμύρνη, τη Χίο, την Τήνο, την Πάρο και την Άνδρο καθώς και κτήματα στην Αγία Πετρούπολη, την Τεργέστη και πολλά κτήματα και ακίνητα στη Μύκονο.

Κατά τον Ιερό Αγώνα του 1821 η Μύκονος πρωτοστάτησε ηρωικά με τα πλοία της, τα οποία ενώθηκαν με αυτά του λοιπού ελληνικού στόλου και αντιστάθηκαν κατά των Τούρκων επανειλημμένως, χάρη στη μυκονιάτισσα Μαντώ Μαυρογένους. Η μεγάλη ηρωίδα της Επανάστασης διατηρούσε μάλιστα ως επίσημη φορεσιά της την Σμυρνέικη (σημειώνεται πως η ιστορική Σμυρνέικη φορεσιά της Μαντούς Μαυρογένους αναδημιουργήθηκε το 2011 με βάση τη λιθογραφία του Δανού φιλέλληνα Adam Friedel Von Friedestsburg και εκτίθεται σήμερα στο Γρυπάρειο Πολιτιστικό Κέντρο Μυκόνου). Αναμφισβήτητα αυτό το στοιχείο, όπως άλλωστε και η γέννησή της στην Τεργέστη, ισχυρό κέντρο των αποδήμων Ελλήνων, αποδεικνύει την πεποίθηση της ηρωίδας για την οικουμενικότητα του Ελληνισμού και την διαφορετική προσέγγισή της σε σχέση με την προσκόλληση πολλών καιροσκόπων συγχρόνων της στον στείρο τοπικιστικό ελλαδισμό των ιδίων συμφερόντων. Καταγράφηκε άλλωστε και η ιστορική μνημειώδης φράση της:

’’Δεν έχει σημασία τι θ’ απογίνω εγώ, αρκεί να ελευθερωθεί η πατρίδα μου. Αφού δώσω όλα όσα μπορώ να διαθέσω για τον ιερό σκοπό της ελευθερίας, θα πάω στο στρατόπεδο των Ελλήνων για να πεθάνω αν χρειαστεί γι’ αυτήν’’.

Παράλληλα, στο πεδίο των Γραμμάτων, σημαντικοί ιεράρχες των αλησμόνητων Πατρίδων κατάγονταν από τη Μύκονο και διατηρούσαν δεσμούς με την γενέτειρα νήσο τους. Ο Μητροπολίτης Σμύρνης Καλλίνικος ο Μυκόνιος απέστειλε στις 27 Ιουλίου 1768 πεντακόσια περσικά γρόσια στο Σχολείο της Μυκόνου. Επίσης ο εκ Μυκόνου Μητροπολίτης Λιτίτσης Άνθιμος (έδρα της Μητροπόλεως Λιτίτσης ήταν το Ορτάκιοϊ της Ανατολικής Ρωμυλίας – σημαντικό κέντρο του Θρακικού Ελληνισμού) απέστειλε πεντακόσια γρόσια προς ενίσχυση της λειτουργίας του Σχολείου Μυκόνου. Από τον 18ο αιώνα πολλοί κάτοικοι των Κυκλάδων ως ναυτικοί και έμποροι διατηρούσαν επαφές με τα παράλια της Μικράς Ασίας και αντίστοιχα πολλοί Μικρασιάτες με τις Κυκλάδες. Ενδεικτικό είναι πως στη Σμύρνη υπήρχε πολυπληθής παροικία Τηνίων αλλά και έτερων νησιωτών.

mikrasiates

Ο Γιώργης και ο Μήτρος Σαμιωτάκης, Μικρασιάτες έμποροι στη Μύκονο στις αρχές του 20ού αι. πριν την Καταστροφή του ’22.

Στον 20ό αιώνα, σε φωτογραφία του 1920 στο Στενό Πόρτας Γιαλού, αποτυπώνονται οι μορφές δύο Μικρασιατών, του Γιώργη και του Μήτρου Σαμιωτάκη από το Αϊβαλί (Κυδωνιές). Και οι δύο έρχονταν στη Μύκονο ως κοντραμπατζήδες (ανεπίσημοι έμποροι – αντίθετοι στα επίσημα διατάγματα) πριν την Καταστροφή του 1922. Μετά από αυτή, εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο νησί και απόγονοί τους ζουν έως σήμερα στη Μύκονο.

Ιδιαίτερο κειμήλιο αποτελεί και η καμπάνα του ναού του Αγίου Σώστη. Την καμπάνα αυτή έφεραν από τη Μικρά Ασία, ως τάμα για την ασφαλή επιστροφή τους στο νησί, Μυκονιάτες πολεμιστές του Μικρασιατικού Μετώπου.

Το 1923 με τη Μικρασιατική Καταστροφή και την Ανταλλαγή Πληθυσμών, εγκαθίστανται στο νησί Μικρασιάτες πρόσφυγες οι οποίοι εμπλούτισαν τον πολιτισμό του νησιού με νέα στοιχεία όπως την τεχνογνωσία της ύφανσης που κατέστησε τη Μύκονο κέντρο υφαντικής.

»Σαλβάρια, κασούλες, ταμπάρα, κάμποσα μέτρα ζωνάρι και ακόμα περισσότερα μέτρα νταηλίκι…

Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες που ήρθαν στο νησί φέρανε μαζί τους πολλά από τον σπουδαίο πολιτισμό και τις συνήθειές τους…

Φέρανε τον αγέρα και τα λόγια της Ανατολής, τα τραγούδια, τα φαγητά τους, τον καημό και την καλοσύνη τους, μα και το ευερέθιστο και οργιλό ενός αδάμαστου χαρακτήρα: θεριά ανήμερα ήταν μερικοί από αυτούς που εμείς προλάβαμε…»

%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%82-%cf%83%cf%89%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%82

Ο Άγιος Σώστης Μυκόνου και η ιστορική καμπανα κειμήλιο από τη Μικρά Ασία.

Πηγές:
http://www.imsyrou.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=5081:kai-pali-i-mykonos-apedeikse-oti-epaksia-katexei-ta-proteia&catid=209&Itemid=861
http://mykonensis.blogspot.gr/2011/03/blog-post_31.html
http://mykonoswomenculture.gr/blog/politismos/afieroma-sti-manto-mafrogenous/
« Μύκονος και η Δήλος στην Αυγή του 20ου αιώνα», εκδόσεις Μ.ΤΟΥΜΠΗ
Θεόδρος Μπλανκάρ, «Ο οίκος των Μαυρογένη», σ. 398, δεύτερη έκδοση, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2006
Προσφυγικά
Από την »Εφημερίδα των Συντακτών»
Συντάκτης: Σταύρος Μαλαγκονιάρης

Παρά τα προβλήματα, τις καθυστερήσεις και τις διαφόρων ειδών «εξυπηρετήσεις» διεφθαρμένων κρατικών υπαλλήλων, το πρόγραμμα στέγασης των προσφύγων ήταν ένα γιγαντιαίο έργο.

Σύμφωνα με στοιχεία της απογραφής του 1928, στην Ελλάδα βρίσκονταν συνολικά 1.221.849 πρόσφυγες, από τους οποίους το 1.069.957 είχαν καταφτάσει μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Ετσι, ο πληθυσμός της χώρας αυξήθηκε στα 6.204.681 από 5.016.889 (πηγή: Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος – Στατιστική Επετηρίς της Ελλάδος 1930).

Ο υπουργός Προνοίας, Φίλανδρος, σε δηλώσεις του τον Νοέμβριο του 1925, ανέφερε ότι οι άστεγοι πρόσφυγες ανέρχονταν σε 350.000 άτομα ή σε 75.000 οικογένειες, από τις οποίες η κάθε μια υπολογίζεται με 5 άτομα.

«Ούτω παρίσταται ανάγκη όπως ανεγερθούν 75.000 οικήματα εκάστου αποτελούμενου εκ δύο δωματίων, μαγειρείου και αποχωρητηρίου» (εφ. «Παμπροσφυγική», φ. 9/11/1925).

Από έναν απολογισμό της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ) στο τέλος του 1929, πληροφορούμαστε ότι σε αυτή την πρώτη 7ετία του έργου της είχε δαπανήσει συνολικά 13.400.000 λίρες Αγγλίας.

Απ’ αυτά, τα 10.388.987 λίρες Αγγλίας (περίπου 3,5 δισεκατομμύρια δραχμές) για την αγροτική αποκατάσταση και μόλις 2.422.961 λίρες (περίπου 767,7 εκατομμύρια δραχμές) για την αστική στέγαση και τα λοιπά γενικά έξοδα (πηγή: εφ. «Ακρόπολις», 3/1/1930).

Πάντως, χρειάζονταν ακόμα πολλά να γίνουν, καθώς πολλοί πρόσφυγες, ιδιαίτερα στην περιοχή της Αθήνας, έμεναν ακόμα σε άθλιες παράγκες.

Η ίδια εφημερίδα, σε μια μεγάλη έρευνα που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες (βλ. «Ακρόπολις», φ. 5, 6 & 7/1/1930), καταγράφει τη δυστυχία πολλών προσφύγων.

«Ανθρωποι άστεγοι από όλη την Ανατολή που κατέκλυσαν τας Αθήνας και έγιναν τρωγλοδύται», αναγράφει ο παραστατικός υπότιτλος του δημοσιεύματος, στο οποίο αναφερόταν ότι το ένα δέκατο του πληθυσμού των Αθηνών (σύμφωνα με την απογραφή του 1928 ο πληθυσμός ήταν 459.211, από τους οποίους οι πρόσφυγες ανέρχονταν σε 129.380) ζούσαν ως «τρωγλοδύται».

«Το έργον της στεγάσεως των προσφύγων προώδευσε, συνοικισμοί εκτίσθησαν, αλλά οι σκηνές και οι τρώγλες δεν έλειψαν ούτε έπαψαν να χρησιμοποιούνται έκτοτε ως στέγη ανθρώπων. Πολλοί που έλυσαν… χωρίς τη βοήθεια της Επιτροπής Αποκαταστάσεως των Προσφύγων και του Κράτους το ζήτημα της στέγης των (σ.σ. με τα πρώτα “αυθαίρετα”) έφυγαν από τις σκηνές, τις παράγκες, τα λασπόκτιστα σπίτια, τα υπόγεια μπουντρούμια και κατοίκησαν σε ευπρεπέστερα σπίτια».

Κατά τα δημοσιεύματα, οι «τρώγλες» ήταν «άθλιες παραγκούλες από παληόξυλα κατασκευασμένες, από σκουριασμένους τενεκέδες και ποικίλα υλικά που ανασύρονται συνήθως από σωρούς σκουπιδιών».

Υπήρχαν, δε, «στα πέριξ της Ακροπόλεως, στους συνοικισμούς των Αμπελοκήπων, στον Ιλισό, στον συνοικισμό Καισαριανής, τον συνοικισμό Νέων Σφαγείων (σ.σ. ο σημερινός Ταύρος), στο Περιστέρι, στους συνοικισμούς του Πεδίου του Αρεως».

Παράλληλα, κάποιοι έμεναν σε μικρές σπηλιές από τους Αμπελοκήπους μέχρι τη «Σωτηρία», στην κοίτη του Ιλισού, στα Τουρκοβούνια και στον Λυκαβηττό.

Ωστόσο και σε ολοκληρωμένους συνοικισμούς συνέχισαν να υπάρχουν για πολλά χρόνια μεγάλα προβλήματα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο νεόδμητος συνοικισμός της Νέας Ιωνίας μαστιζόταν από την ελονοσία και επισημαινόταν ότι «το κυριώτερον πράγμα […] που πρέπει να συγκεντρώση όλην την προσοχήν […] είναι η υγιεινή κατάστασις του Συνοικισμού», καθώς είναι «εστία ελεογενών νοσημάτων» (εφ. «Παμπροσφυγική», 2/5/1925).

Αφιέρωμα στην Κοκκινιά «Ριζοσπάστης», 1934 Αφιέρωμα στην Κοκκινιά «Ριζοσπάστης», 1934 |

Η Κοκκινιά περιγραφόταν (εφ. «Ριζοσπάστης, 1.1.1934) ως «ένας τεράστιος συνοικισμός που κολυμπάει στη δυστυχία» και μετά από μια νεροποντή «οι κάτοικοι της Κοκκινιάς, η προσφυγιά και η φτωχολογιά κοιμούνταν πάνω στα μουσκεμένα κουρέλια. Από πάνω οι σάπιες σκεπές τρέχανε. Το πισσόχαρτο από καιρό έχει σαπίσει».

Σε 500 τέτοιες παράγκες κατοικούσαν 800 οικογένειες με 4 και 5 άτομα η κάθε μια.

Αλλες παράγκες στον προσφυγικό συνοικισμό «Νέα Σφαγεία» (Ταύρος) και στον Βοτανικό, όπου όσοι έχουν δουλειά στα εργοστάσια της περιοχής «είναι φαντάσματα από την καταπίεση» (εφ. «Ριζοσπάστης», ό.π.).

Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 πάνω από δέκα χιλιάδες παραπήγματα στην περιοχή της Αθήνας και του Πειραιά εξακολουθούσαν να στεγάζουν κάτω από απαράλλαχτες συνθήκες την προσφυγική δυστυχία.

Οι συνοικίες του «πισσόχαρτου» στέγασαν τη δυστυχία των αστών προσφύγων για αρκετά χρόνια.

Στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης πάνω από δύο χιλιάδες οικογένειες χρησιμοποίησαν για οικοδομικό υλικό τις λαμαρίνες από τους τενεκέδες κηροζίνης και βενζίνης που είχαν αφήσει τα συμμαχικά στρατεύματα μετά τη λήξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου.

Ο συνοικισμός που χτίστηκε ήταν γνωστός ως «τενεκεδούπολη» (πηγή: Κατσάπης Κωνσταντίνος, «Αποκατάσταση των Προσφύγων στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου», 2002, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία).

Οι γειτονιές των ξεριζωμένων

Προσφυγικά

Το έργο της αποκατάστασης των προσφύγων ανέλαβε αρχικά το Ταμείο Περίθαλψης Προσφύγων και από το 1923 (μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1930) η Επιτροπή Αποκατάσταση Προσφύγων (ΕΑΠ), με πρώτο πρόεδρο τον Χένρι Μοργκεντάου.

Η δομή της ΕΑΠ έγινε σε κεντρικό επίπεδο με μια κάθετη ιεραρχία: τα κεντρικά γραφεία της βρίσκονταν στην Αθήνα και περιελάμβανε τρία τμήματα που ασχολήθηκαν με τη γεωργία και την αγροτική αποκατάσταση, την αστική αποκατάσταση και την κατανομή των οικονομικών πόρων.

«Πρώτο έργο που επιχείρησε η ΕΑΠ ήταν η κατασκευή οικισμού στον Βύρωνα, δίπλα στο Παγκράτι. Ακολούθησε η δημιουργία τριών μεγάλων οικισμών, ο πρώτος δίπλα σ’ έναν παραπόταμο του Κηφισού, στους Ποδαράδες, που στη συνέχεια ονομάστηκε Νέα Ιωνία, ο δεύτερος στην κοιλάδα της Καισαριανής και ο τρίτος στην Κοκκινιά. Κριτήριο της επιλογής της χωροθέτησης […] υπήρξε η ύπαρξη πόσιμου νερού και η εγγύτητα στα όρια των πόλεων.

Ακολούθησε η γέννηση ενός ολόκληρου γαλαξία με 12 μεγάλους και περισσότερους από 40 μικρότερους οικισμούς που απλώθηκε σε όλη την έκταση του λεκανοπεδίου. […] Οι οικισμοί απλώθηκαν σε όλο το λεκανοπέδιο. […] Ομως χωροθετήθηκαν σε μεγαλύτερη ή μικρότερη εγγύτητα από τον παλιό αστικό ιστό της Αθήνας και του Πειραιά.

Λίγοι εξ αυτών τον άγγιζαν: τέσσερεις μικροί οικισμοί του Ασύρματου στα Πετράλωνα, των Κουντουριώτικων, της λεωφόρου Αλεξάνδρας και του Ιλισσού και ένας στον Πειραιά στο Τουρκολίμανο. Οι υπόλοιποι κατασκευάστηκαν έξω από την υπάρχουσα πόλη σε αποστάσεις από 1 έως 4 χιλιόμετρα από αυτή» (πηγή: Ν. Μπελαβίλας «Σημειώσεις για την προσφυγική εγκατάσταση στον Πειραιά του Μεσοπολέμου»).

Ωστόσο, κάτω από τις δυσκολίες αναπτύχθηκε αρκετά νωρίς μια αντίδραση εκ μέρους των προσφύγων, η οποία εκφράστηκε αρχικά με την κατάληψη βαγονιών, αποθηκών και κάθε είδους χώρων που θα μπορούσαν να στεγάσουν προσωρινά τις οικογένειές τους, ενώ αργότερα πήρε τη μορφή άρνησης πληρωμής των οφειλόμενων χρεών.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’20, οι αθηναϊκές εφημερίδες αποτύπωναν στις σελίδες τους ενέργειες που εξέφραζαν την αγανάκτηση των προσφύγων και συνέθεταν έναν αυθόρμητο και πρωτόγνωρο για την εποχή κοινωνικό ακτιβισμό.

Ο ρόλος του Τύπου ή στο ίδιο έργο θεατές

Εμπρηστικά δημοσιεύματα

Δύο εφημερίδες του Πειραιά,  «Σφαίρα» και «Σημαία»

Ο Τύπος έπαιξε (και παίζει) έναν κρίσιμο ρόλο στο προσφυγικό ζήτημα και στον τρόπο αντιμετώπισης των προσφύγων από τις τοπικές κοινωνίες.

Σε μια ενδιαφέρουσα έρευνα της Γεωργίας Εγγλέζου, που περιέχεται στο βιβλίο «Μετανάστευση, από και προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη: Ιστορική και πολιτιστικές πτυχές» (Klaus Roth, Robert Hayden «Migration in, from, and to Southeastern Europe», Part 1: Historical and Cultural Aspects, Εκδοση 2009, σελ. 79-80-81), εξετάζονται τα δημοσιεύματα δύο εφημερίδων του Πειραιά, της «Σφαίρας» και της «Σημαίας», στο διάστημα από τον Σεπτέμβρη μέχρι και τον Δεκέμβρη του 1922.

Οι μελετητές των Μέσων Ενημέρωσης υποστηρίζουν ότι η γλώσσα που χρησιμοποιείται στις εφημερίδες δεν είναι «ουδέτερη» αλλά επηρεάζει τις ιδέες και τις πεποιθήσεις.

Ακόμα, επισημαίνεται ότι «αν αναλύσουμε τη γλώσσα στον Τύπο μπορούμε να αποκαλύψουμε ιδεολογίες».

«Ο στόχος εδώ είναι να δείξουμε ότι ο Τύπος στον Πειραιά, στην παρουσίαση των ρεπορτάζ σχετικά με τις αντιδράσεις προς την άφιξη των προσφύγων, η γλώσσα που χρησιμοποίησε έπαιξε ισχυρό ρόλο στην περιθωριοποίηση των προσφύγων παρουσιάζοντάς τους τότε ως απειλητικά και ανεπιθύμητα στοιχεία», αναφέρει η έρευνα.

Ορφανά προσφυγόπουλα μεταφέρθηκαν από τα βάθη της Μικράς Ασίας στον Μαραθώνα, όπου είδαν για πρώτη φορά τη θάλασσα Ορφανά προσφυγόπουλα μεταφέρθηκαν από τα βάθη της Μικράς Ασίας στον Μαραθώνα, όπου είδαν για πρώτη φορά τη θάλασσα |

Από εκεί και πέρα, με βάση τα στοιχεία της έρευνας αλλά και αναζήτηση στα αρχεία της εφημερίδας (πηγή: Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων) διαπιστώνουμε, μεταξύ άλλων, τα εξής:

Η πλειονότητα των δημοσιεύσεων (στον χρόνο της έρευνας) στα «Επίκαιρα» της «Σφαίρας» (14) αναφέρεται σε θέματα σχετικά με τη στέγαση των προσφύγων, ενώ την 1η Νοεμβρίου 1922 υπάρχει σχόλιο στο οποίο, αφού αναφέρεται ότι «οι Ναοί γέμουν προσφύγων και εξακολουθούν να είναι αι συχαμερώτεραι εστίαι μιασμάτων», προτείνεται για «ν’ αραιώσωμεν» να μεταφερθούν σε νησιά (Υδρα, Ανδρο, Τήνο, Κύθηρα), αλλά και στη Μακεδονία…

Σε άλλο σχόλιο (17/10/1922) η εφημερίδα θεωρεί ότι «επιβάλλεται η διά παντός τρόπου μέριμνα και περισυλλογή των προσφυγοπαίδων», διότι «όπως πλημμυρίζουν τους δρόμους γυμνά και επαιτούν παρουσιάζουν το οικτρότερον, αλλά και το ενοχλητικώτερον (!) θέαμα».

Σε άλλο σχόλιο (20/10/1922) εκφράζεται η άποψη ότι ο Πειραιάς έχει μετατραπεί σε «ατσιγγανούπολιν, ως εκ του συνωστισμού των προσφύγων».

Οκτώ δημοσιεύσεις αναφέρονται σε θέματα υγείας, όπως η εξάπλωση των επιδημιών και η έλλειψη υγιεινής που ήταν, σύμφωνα με αυτή την εφημερίδα, «η αιτία της επιδημίας».

Στα «Σημειώματα» της «Σημαίας» η πλειονότητα των δημοσιεύσεων αναφέρεται στους κινδύνους για τη δημόσια υγεία, που προέκυψαν από τις κακές υγειονομικές συνθήκες εξαιτίας της συσσώρευσης πάρα πολλών ανθρώπων σε εκκλησίες, σχολεία και πλατείες.

Αλλα θέματα ήταν η μεταφορά των προσφύγων έξω από την πόλη και η αύξηση της εγκληματικότητας, η οποία, σύμφωνα με τον Τύπο, συνέπεσε με την άφιξη τους.

Πάντως, όσο κλιμακώνονται οι αντιδράσεις των «γηγενών», ο τοπικός Τύπος αρχίζει να τους… εκφράζει όλο και περισσότερο.

Περισσότερα ξεσπάσματα της εχθρότητας από τους ντόπιους ακολούθησε το διάταγμα της «αναγκαστικής επίταξης κατοικιών», σύμφωνα με το οποίο κάθε οικογένεια έπρεπε να στεγάσει άστεγους πρόσφυγες.

Αυτό ήταν ένα θέμα το οποίο έλαβε ευρεία κάλυψη από τον Τύπο.

Οι εφημερίδες, που δεν απευθύνονται μόνο άμεσα τους αναγνώστες τους, αλλά επίσης θεωρείται ότι μιλούν εκ μέρους τους, παρουσίασαν το μέτρο ως απειλή για τις τοπικές οικογένειες, ως «ένα πρόσωπο άγνωστου χαρακτήρα, ηθικής και ανατροφής», ως μια δοκιμασία «για την οικεία οικογενειακή σχέση και τα μυστικά», αναφέρεται χαρακτηριστικά στην έρευνα.

Ομως, και η στάση του αθηναϊκού Τύπου είχε διαφοροποιήσεις.

Αρχικά, η «Καθημερινή» και το «Ελεύθερο Βήμα» ακολουθούν μια «ήπια» φρασεολογία αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες στήριξης, αλλά στη συνέχεια η «Καθημερινή» ακολουθεί τις πιο ακραίες φωνές.

Χαρακτηριστικά είναι ορισμένα άρθρα του Γεώργιου Βλάχου στην εφημερίδα «Καθημερινή», ο οποίος φτάνει στο σημείο να αρνείται ακόμα και τις προσφυγικές ψήφους για το Λαϊκό Κόμμα:

«Με έκπληξίν μας είδομεν εις τα χθεσινά φύλλα ότι το Λαϊκόν Κόμμα θα περιλάβη τρεις πρόσφυγας πολιτευομένους εις τον συνδυασμόν Αθηνών. Διατί θα τους περιλάβη; […]. Αλλά είναι Ελληνες και όμαιμοι και αδελφοί. Ας είναι και αδελφοί και εξάδελφοι. Οταν αποκτήσουν συνείδησιν πολιτικήν και θέλησιν πολιτών ελευθέρων -πράγμα το οποίον δεν θα συμβή ποτέ- τότε θα δικαιούνται να θεωρούνται μεταξύ ημών, όχι μόνον ως εκλογείς αλλά και ως εκλέξιμοι. Επί του παρόντος οι πρόσφυγες δεν έχουν καμμίαν θέσιν εις τους συνδυασμούς του Λαϊκού Κόμματος» («Καθημερινή», 19/7/1928).

Ανάλογη πρόταση είχε κάνει σε κύριο άρθρο της και η εφημερίδα της Θεσσαλονίκης «Το Φως» στις 19/11/1925, καταγγέλλοντας όσους έδωσαν δικαίωμα ψήφου σε ανθρώπους που ήρθαν και έμειναν στην πόλη 2-3 χρόνια.

Μέχρι και το 1936 ακόμα, ο συντηρητικός Τύπος πρόβαλλε το αίτημα της εκλογικής και πολιτικής γκετοποίησης του προσφυγικού κόσμου, καλώντας για την «πλήρη εκλογική αποκέντρωση των προσφύγων, ώστε να εκλέγουν πρόσφυγας βουλευτάς… και όχι ν’ αλλοιώνουν τα εκλογικά αποτελέσματα των γηγενών».

Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να ενταχθούν οι βίαιες καταλήψεις σπιτιών από πρόσφυγες στην Καισαριανή, τη Νέα Ιωνία, τον Βύρωνα και σε άλλες προσφυγικές συνοικίες στα τέλη της δεκαετίας του ’20 και ο αγώνας που ακολούθησε για άμεση απόδοσή τους στους καταληψίες.

Σε μία τουλάχιστον από αυτές τις περιπτώσεις, η κυβέρνηση έστειλε εναντίον προσφύγων που είχαν καταλάβει σπίτια στον συνοικισμό της Καλλιθέας περισσότερους από εβδομήντα στρατιώτες του Α’ Σώματος Στρατού, για να ακυρώσουν με βίαιο τρόπο την εγκατάστασή τους.

Μετά το πρώτο σοκ

Μοχλός για την αναγέννηση

Πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, 1922

Οταν το προσφυγικό «τσουνάμι» έφτασε στην Ελλάδα, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι αυτοί οι ταλαιπωρημένοι, τρομαγμένοι και νηστικοί πληθυσμοί θα αποτελούσαν δύναμη αναγέννησης και προόδου σε μια χώρα που τη στιγμή εκείνη περνούσε την πιο δύσκολη πολιτική και οικονομική κρίση.

«Ουδέποτε η Ελλάς», θα γράψει ο οικονομολόγος και πολιτικός Γ. Κοφινάς το 1928, σε αναφορά του για την περίοδο του 1922-1923, «είχεν ευρεθή εις την από πάσης απόψεως κρίσιμον θέσιν εις ην περιήλθεν μετά τη Μικρασιατικήν καταστροφήν. Ιδιαίτερα, το οικονομικόν πρόβλημα ηγείρετο απειλητικώς και ματαίως η Επανάστασις του 1922 ανεζήτει υπουργόν Οικονομικών. Από του Αυγούστου του 1922 μέχρι της 16 Δεκεμβρίου 1922 είχον διαδοχικώς αλλάξει επτά υπουργοί Οικονομικών (Ε. Λαδόπουλος, Αθ. Ευταξίας, Γ. Εμπειρίκος, Αλ. Διομήδης, Σωτ. Κροκίδας, Α. Πρέκας και Γ. Σιδερής). Προϋπολογισμός της χρήσεως του 1922-23 δεν είχε συνταχθεί…» (πηγή: Γ. Λαμψίδης, santeos.blogspot.gr).

Μέσα σ’ αυτό το οικονομικό και πολιτικό χάος βρισκόταν η χώρα μας όταν κατέκλυζαν τις ακτές τα πλήθη των προσφύγων.

Ωστόσο, φαίνεται ότι από ένα σημείο και μετά άρχισε να διαμορφώνεται ένα σχέδιο, θεωρώντας εξαρχής την αγροτική αποκατάσταση πιο συμφέρουσα και πιο βιώσιμη από την αστική.

Σε αυτή την επιλογή βάρυναν τα εξής:

Η διαθεσιμότητα των κτημάτων στις περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης.Στις περιοχές αυτές υπήρχαν οι απαραίτητες γαίες που είτε είχαν εγκαταλειφθεί από τους ανταλλάξιμους μουσουλμάνους είτε εντάσσονταν σε μεγάλα τσιφλίκια τα οποία ήταν δυνατό να απαλλοτριωθούν.

Πράγματι, η χαρτογράφηση της προσφυγικής εγκατάστασης παρουσιάζει μια διασπορά των προσφύγων με ιδιαίτερη πυκνότητα στις βόρειες επαρχίες του κράτους.

Η διασπορά αυτή βοηθούσε και σε μια άλλη πολιτική επιλογή, με στόχο την «εθνική» ομογενοποίηση των περιοχών αυτών.

Η πεποίθηση του πολιτικού κόσμου της εποχής πως για το μέλλον της χώρας η Ελλάδα έπρεπε να ακολουθήσει τον δρόμο του αγροτικού εκσυγχρονισμού.Ο δρόμος αυτός περνούσε μέσα από την κατάτμηση της μεγάλης ιδιοκτησίας και τη δημιουργία ενός εκτεταμένου στρώματος μικροκαλλιεργητών.

Εξάλλου, η αναβάθμιση της αγροτικής οικονομίας, τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά, γινόταν αντιληπτή την εποχή εκείνη ως η βασικότερη προϋπόθεση για τη βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας.

Η πιο χαρακτηριστική έκφραση αυτής της πολιτικής επιλογής υπήρξε η ανάπτυξη της βιομηχανίας επεξεργασίας καπνού σε πόλεις όπως η Καβάλα, το Αγρίνιο και ο Βόλος.

Μονάχα στην Καβάλα περίπου 12.300 πρόσφυγες απασχολούνταν κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου στις καπνοβιομηχανίες, αποδεικνύοντας έτσι τη στενή σχέση που υπήρξε ανάμεσα στην καλλιέργεια ενός γεωργικού προϊόντος και την ανάπτυξη της βιομηχανίας επεξεργασίας του.

Η αγροτική αποκατάσταση θεωρήθηκε σαφώς πιο φτηνή και πιο γρήγορα υλοποιήσιμη απ’ ό,τι η αστική, καθώς προϋπέθετε τη στήριξη του αγρότη σε χρήμα και σε γεωργικά εφόδια μέχρι την πρώτη συγκομιδή.Γι’ αυτό η αστική αποκατάσταση δεν επιδιώχθηκε συστηματικά και προγραμματισμένα -στον βαθμό τουλάχιστον που επιδιώχθηκε η αγροτική-, παρά το γεγονός ότι, στα χρόνια που είχαν προηγηθεί, οι πολεμικές περιπέτειες της χώρας είχαν δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας.

Για την επίτευξη των παραπάνω το ελληνικό Δημόσιο είχε παραχωρήσει στην ΕΑΠ κτήματα συνολικής έκτασης άνω των 8.000.000 στρεμμάτων και χρήματα που προήλθαν από τη σύναψη μιας σειράς προσφυγικών δανείων τη δεκαετία του ’20.

Η διαδικασία για την εγκατάσταση προσφύγων στις αγροτικές περιοχές οριζόταν από το νομοθετικό διάταγμα της 6ης Ιουλίου 1923.

Η δημιουργία συνοικισμού απαιτούσε την ύπαρξη τουλάχιστον δέκα οικογενειών προσφύγων, οι αρχηγοί των οποίων είχαν την υποχρέωση να εκλέξουν μια επιτροπή που θα τους αντιπροσώπευε στις υποθέσεις τους.

Για την επιλογή της κατάλληλης τοποθεσίας η ΕΑΠ ερχόταν σε συνεννόηση με τους αντιπροσώπους των προσφυγικών ομάδων και στη συνέχεια αναλάμβανε τη μεταφορά των προσφύγων στην τοποθεσία που είχε επιλεγεί.

Κριτήριο για την επιλογή της κατάλληλης θέσης ήταν, στον βαθμό που μπορούσε να εφαρμοστεί, η ειδίκευση των προσφύγων σε συγκεκριμένους τύπους καλλιέργειας.

Ετσι, καπνοκαλλιεργητές από τις περιφέρειες της Σμύρνης και της Νικομήδειας εγκαταστάθηκαν κυρίως στα εδάφη της ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης, σηροτρόφοι σε κτήματα του Σουφλίου και της Εδεσσας, ενώ πρόσφυγες ειδικευμένοι στην καλλιέργεια της σουλτανίνας εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη.

Σε κάθε οικογένεια αποδιδόταν με προσωρινό παραχωρητήριο ο κλήρος που της αναλογούσε, καθώς και ενισχύσεις, όπως ζώα, δενδρύλλια και γεωργικά εργαλεία.

Οι ενισχύσεις αυτές αποσκοπούσαν στη στήριξη και τη συντήρηση των αγροτικών οικογενειών μέχρι την πρώτη συγκομιδή.

Ωστόσο, η εξαρχής χρέωση των προσφυγικών οικογενειών με τα έξοδα εγκατάστασης δημιούργησε σοβαρό οικονομικό πρόβλημα, που απειλούσε να δυναμιτίσει την προοπτική της οικονομικής βιωσιμότητας των προσφυγικών νοικοκυριών.

Το πρόβλημα οξύνθηκε με επικίνδυνο τρόπο μετά τη σοβαρή κρίση των αρχών της δεκαετίας του ’30, υποχρεώνοντας το κράτος να προβεί σύμφωνα και με το διεθνές παράδειγμα σε νομοθετική ρύθμιση το 1937 με σκοπό τη μείωση των προσφυγικών χρεών (πηγή: Κατσάπης Κωνσταντίνος, «Αποκατάσταση των Προσφύγων στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου», 2002, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία).

Με τη γλώσσα των αριθμών

Εφεραν την πρόοδο σε όλους τους τομείς

Στο λιμάνι του Πειραιά, αυτοσχέδιο κουρείο έστησαν «επιχειρηματίες» πρόσφυγες για την εξυπηρέτηση των εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων και Αρμενίων προσφύγων από τη Μικρά Ασία Στο λιμάνι του Πειραιά, αυτοσχέδιο κουρείο έστησαν «επιχειρηματίες» πρόσφυγες για την εξυπηρέτηση των εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων και Αρμενίων προσφύγων από τη Μικρά Ασία |

Αρκετοί ήταν οι πρόσφυγες που αναδείχθηκαν ως επιχειρηματίες, βιομήχανοι ή μεγαλέμποροι. Και μάλιστα σε σύντομο χρόνο από την άφιξή τους

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 τα πρώτα αποτελέσματα της παραγωγικής ανασυγκρότησης ήταν ορατά.

Αναδιαρθρώθηκαν οι καλλιέργειες και η αγροτική παραγωγή πολλαπλασιάστηκε.

Σε μία δεκαετία (1922-1931) οι καλλιεργούμενες εκτάσεις αυξήθηκαν περίπου κατά 50%, η γεωργική παραγωγή διπλασιάστηκε και εξασφαλίστηκε επάρκεια σε σιτηρά.

Οι πρόσφυγες εφάρμοσαν νέες μεθόδους καλλιέργειας και στήριξαν τον θεσμό της μικρής γεωργικής ιδιοκτησίας.

Σε έναν απολογισμό της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων στα τέλη του 1929 διαβάζουμε ότι «τω 1923-4 είχε καλλιεργηθή εις όλας τας εποικιστικάς περιφερείας όλου του Κράτους έκτασις 1.416.213 στρεμμάτων. Τω 1927 εκαλλιεργήθησαν παρά προσφύγων 2.491.971 στρέμματα» (εφ. «Ακρόπολις», φ. 3/1/1930).

Συνολικά από στοιχεία της απογραφής του 1928 φαίνεται ότι ενώ το 1921 οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις ήταν 12.328.680 στρέμματα, το 1928 είχαν αυξηθεί σε 15.974.278 στρέμματα (πηγή: Στατιστική Επετηρίδα της Ελλάδας-1930).

Πιο ειδικά στοιχεία έδειχναν ότι το 1922 παρήχθησαν 245.000 τόνοι σιτηρών και το 1928 450.000 τόνοι.

Επίσης πως το 1922 παρήχθησαν 25.306.000 κιλά καπνού και το 1927 61.709.013 κιλά (εφ. «Ακρόπολις», φ. 3/1/1930).

Η αστική και βιομηχανική ανάπτυξη

Επάνω: Πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, 1922. Κάτω: Πρόσφυγες από τη Σαμψούντα κατευθύνονται με τρένα από την Τουρκία στην Πάτρα. Επάνω: Πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, 1922. Κάτω: Πρόσφυγες από τη Σαμψούντα κατευθύνονται με τρένα από την Τουρκία στην Πάτρα. | Πηγή: Caption for similar image in «History’s Greatest Trek», National Geographic Magazine, Nov. 1925

Η προτεραιότητα που δόθηκε εξαρχής στην αγροτική αποκατάσταση είχε αρνητικές συνέπειες στη στέγαση των αστών προσφύγων.

Αποτέλεσμα ήταν να αποτελεί χρόνια πληγή της ελληνικής κοινωνίας και για τον λόγο αυτό ένα από τα πιο συζητημένα θέματα του ελληνικού Κοινοβουλίου.

Ουσιαστικά, το πρόβλημα αυτό δεν λύθηκε πριν περάσουν αρκετές δεκαετίες από την άφιξη των προσφύγων, καθώς η επίσημη άποψη ήταν ότι οι αστοί πρόσφυγες δεν θα έπρεπε να έχουν διαφορετική μεταχείριση από τους «ντόπιους» άστεγους, για τους οποίους ούτε είχαν ληφθεί ούτε επρόκειτο να ληφθούν κάποια μέτρα προστασίας.

Το πρόβλημα της στέγασης που υπήρχε στα αστικά κέντρα πριν από το ’22 οξύνθηκε δραματικά με την έλευση 165.000 οικογενειών μετά το 1922. Αν εξαιρέσει κανείς τους ελάχιστους πρόσφυγες που είχαν τη δυνατότητα να νοικιάσουν κατοικία, η συντριπτική πλειονότητα στεγάστηκε είτε σε σπίτια είτε σε δωμάτια που επιτάχθηκαν από την κυβέρνηση είτε σε συνοικισμούς που έχτισαν η ΕΑΠ και το υπουργείο Πρόνοιας.

Ως το 1930 η ΕΑΠ έχει ανεγείρει πάνω από 10.000 κατοικίες στην ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας.

Αυτή η μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα είχε σημαντικά αποτελέσματα και σε άλλους τομείς της οικονομίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι το 1920 υπήρχαν στην Ελλάδα δύο εργοστάσια παραγωγής τσιμέντου (ΑΓΕΤ Ηρακλής, που ιδρύθηκε το 1911 στην Ελευσίνα, και «ΤΙΤΑΝ», το 1919, στον Πειραιά) και η απορρόφηση της παραγωγής τους από την εγχώρια αγορά ήταν ελάχιστη.

Μετά το 1920 η τοπική τσιμεντοβιομηχανία γνωρίζει μεγάλη άνθηση και δημιουργούνται δύο ακόμα εργοστάσια («Ολυμπος» στον Βόλο το 1924 και ένα άλλο στη Χαλκίδα το 1929).

Ο βασικός λόγος αυτής της ανάπτυξης ήταν η επείγουσα ζήτηση για κατοικίες που προέκυψε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Αυτή η ανάπτυξη αποτυπώνεται και στο γεγονός ότι ενώ η ετήσια παραγωγή τσιμέντου στη χώρα ήταν το 1921 περίπου 28.000 τόνοι, έφτασε το 1929 σε 155.000 τόνους και το 1934 ανήλθε σε 248.000 τόνους.

Να σημειωθεί ότι μέχρι τα τέλη του 1920 η ετήσια παραγωγή δεν επαρκούσε για την αυξημένη ζήτηση της αγοράς και χρειαζόταν να γίνονται ορισμένες εισαγωγές.

Ομως, τη δεκαετία του 1930 η αύξηση της παραγωγής επέτρεψε να γίνονται και εξαγωγές τσιμέντου.¹

Η κατασκευή των προσφυγουπόλεων απαίτησε τη δημιουργία ενός ισχυρού τεχνικού επιτελείου από μηχανικούς, ελεγκτές, αποθηκάριους υπό την ΕΑΠ.

Για την κάλυψη αυτών των αναγκών διαμορφώθηκε μια πολιτική αξιοποίησης του ίδιου του δυναμικού των προσφύγων ως εργολάβων ή ως τεχνιτών, η οποία φαίνεται ότι απέδωσε καλά αποτελέσματα στην ταχύτητα και στο κόστος κατασκευής.

Από τους 77 εργολάβους οι οποίοι ανέλαβαν για λογαριασμό της ΕΑΠ το έργο της κατασκευής των οικισμών σε όλη την Αθήνα και τον Πειραιά, 34 ήταν πρόσφυγες, ενώ από τους 5.900 εργάτες, πρόσφυγες ήσαν οι 5.488.²

Εκτός από τον κατασκευαστικό τομέα, η άφιξη των προσφύγων αναζωογόνησε γενικότερα τη βιομηχανία, καθώς:

1) Τροφοδοτήθηκε με νέο, ειδικευμένο και φτηνό εργατικό δυναμικό. Η άφιξη των προσφύγων επέδρασε και στην ένταξη των γυναικών στον ενεργό πληθυσμό.

Το 1930 οι γυναίκες αποτελούσαν την πλειονότητα των εργατών στην κλωστοϋφαντουργία, την καπνοβιομηχανία και τη βιομηχανία ετοίμων ενδυμάτων.

2) Διευρύνθηκε η καταναλωτική αγορά.

3) Δραστηριοποιήθηκαν άνθρωποι με επιχειρηματικές ικανότητες.

Οι Ελληνες που προέρχονταν από τα αστικά κέντρα της Μικράς Ασίας και την Κωνσταντινούπολη υπερείχαν σε σύγκριση με τους αυτόχθονες σε επιχειρηματικό πνεύμα, εκπαίδευση, κατάρτιση και προοδευτικές αντιλήψεις.

Ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας της ζωής τους, η γνώση ξένων γλωσσών, οι επαφές που είχαν αναπτύξει με την Ευρώπη και η πείρα που διέθεταν τους βοήθησαν, όταν εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, να οργανώσουν δικές τους επιχειρήσεις ή να στελεχώσουν επιχειρήσεις άλλων, προσφύγων ή γηγενών.

Η συμμετοχή των προσφύγων (ως κεφαλαιούχων και ως εργατών) ήταν μεγαλύτερη στην κλωστοϋφαντουργία, την ταπητουργία, τη μεταξουργία, την αλευροβιομηχανία και την παραγωγή οικοδομικών υλικών.

Αρκετοί ήταν οι πρόσφυγες που αναδείχθηκαν ως επιχειρηματίες, βιομήχανοι ή μεγαλέμποροι.

Και μάλιστα σε σύντομο χρόνο από την άφιξή τους στην Ελλάδα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τον Νοέμβριο του 1925 η «Παμπροσφυγική» δημοσιεύει σειρά ειδήσεων για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες προσφύγων, όπως «η ίδρυση εργοστασίου Κεραμουργίας από τον Πρόδρομο Μποδοσάκη Αθανασιάδη, του οποίου το εργατικό προσωπικό αποτελείται από πρόσφυγας ειδικούς» (εφ. «Παμπροσφυγική», 17/11/1925).

Δύο μέρες αργότερα (19/11), η ίδια εφημερίδα δημοσιεύει μια άλλη είδηση που αφορούσε την ίδρυση στον Πειραιά του «Σκανδιναβικού Πρακτορείου Εγγύς Ανατολής», για την πρακτόρευση ατμόπλοιων και την εκτέλεση παντός είδους ναυτικής εμπορίας. Ιδρυτές είναι πέντε άτομα, ανάμεσά τους ο μετέπειτα μεγάλος εφοπλιστής και ευεργέτης Ευγένιος Ευγενίδης.

Αποκαλυπτικά της βιομηχανικής ανάπτυξης που γνώρισε η Ελλάδα είναι τα στοιχεία των απογραφών των βιομηχανικών επιχειρήσεων, οι οποίες τον Δεκέμβρη του 1920 ήταν 33.811 και απασχολούσαν 154.633 άτομα.

Τον Σεπτέμβρη του 1930 απογράφηκαν σχεδόν διπλάσιες βιομηχανικές επιχειρήσεις (76.591), στις οποίες εργάζονταν 280.331 άτομα (πηγή: Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος – Απογραφές επιχειρήσεων 1920 & 1930).

Σύμφωνα με υπολογισμούς του διοικητή της Εθνικής Τράπεζας, την τετραετία 1923-1927 οι συναλλαγματικές καταθέσεις των προσφύγων στην ΕΤΕ υπολογίζονταν περίπου σε 130.000.000 χρυσές λίρες και κάπου 100.000.000 στις υπόλοιπες τράπεζες.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, μιλώντας στη Βουλή στις 22 Οκτωβρίου 1928, τόνισε:

«Είναι γνωστόν, κύριοι, ότι η δεκαετής πολεμική μας προσπάθεια, η Μικρασιατική Καταστροφή και η συρροή ενός και ημίσεος εκατομμυρίου προσφύγων εις το έδαφός μας εδημιούργησαν μίαν τρομεράν οικονομικήν κρίσιν εις την Ελλάδα.

Αλλά, ο πλέον αίσιος οιωνός διά το μέλλον είναι το γεγονός ότι ο προσφυγικός πληθυσμός, ο οποίος, κατά τα πρώτα έτη απετέλεσεν εν βάρος διά την χώραν και διά τον οποίον συνεχίζονται να γίνονται πολλαί θυσίαι, ήρχισε να αποτελεί ενεργητικόν.

Και αν σκεφθώμεν, κύριοι, το υπέροχον ανθρώπινον υλικόν, από το οποίον συντίθεται ο πληθυσμός αυτός, δυνάμεθα να είμεθα βέβαιοι ότι η Ελλάς, με την σημερινήν σύνθεσιν του λαού της, δύναται να ατενίζει μετ’ εμπιστοσύνης εις το μέλλον…».

Από εκεί και πέρα, η συνολική εικόνα της θετικής συνεισφοράς των προσφύγων στην ελληνική οικονομία αποτυπώνεται στα εξής στοιχεία:

Ο Α. Διομήδης σε άρθρο του στο «Ελεύθερον Βήμα» της 29 Ιουνίου 1933 σημείωνε:

«Εις όλους τους κλάδους της εργασίας, η επίδοσίς των [των προσφύγων] είναι χαρακτηριστική. Η καλλιεργούμενη έκτασις, από 14.500.000 στρέμματα το 1924, αυξάνει εις 19.300.000. Αι εξαγωγαί μας, από 8.000.000 στερλίνας το 1923, φθάνουν εις 18.700.000 στερλίνας το 1929, η αξία δε του εξαγομένου καπνού, από 21.000.000 κιλά, το 1923 αξίας 5.600.000 στερλινών, φθάνει 50.000.000 κιλά αξίας 10.500.000 στερλινών το 1929. Η αξία της βιομηχανικής παραγωγής από 4.986.000.000 δρχ. το 1925, φθάνει εις 7.157.000.000 δρχ. το 1929. Η κινητήριος δύναμις από 110.673 ίππους το 1920, φθάνει εις 359.300 ίππους το 1930…».

Με τη συμπλήρωση πενήντα χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή, το «Δελτίον του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων» της 30ής Σεπτεμβρίου 1972 υπογράμμισε, μέσα σε πλαίσιο, τα παρακάτω:

«Μολοταύτα το έθνος [με τη Μικρασιατική Καταστροφή], όπως εις τόσας άλλας δοκιμασίας δεν ελύγισε και η συμπύκνωσις [με τον ερχομό των προσφύγων] αποτέλεσε την αφετηρίαν πραγματοποιήσεων, των οποίων η εκτίμησις εις την προοπτικήν του χρόνου που διέρρευσεν, είναι εξόχως αισιόδοξος – τώρα οπότε η χώρα δρέπει τους καρπούς της θαυμάσιας αυτής διασταυρώσεως, εις την σποράν και την γονιμοποίησιν των οποίων συνεμόχθησαν προσκομίζοντες την πείραν, την πρωτοβουλίαν, την εργατικότητα, το επιχειρηματικόν των δαιμόνιον, τα προσφυγόντα εις την πατρίδα τέκνα ενός προηγμένου οικονομικού και κοινωνικού πολιτισμού, που εζυμώθη, συνεμίχθη και ενίσχυσε τον ελλαδικόν.

Ούτω, η Γεωργία, το Εμπόριον και κυρίως η Βιομηχανία, εις τας οποίας ενετάχθη νέον δραστήριον και με τολμηράς επιχειρηματικάς πρωτοβουλίας ανθρώπινον δυναμικόν, επεξετάθησαν εις νέους παραγωγικούς κλάδους, που αξιοποίησαν, κατά τον πλέον αποδοτικόν τρόπον, τους εθνικούς πόρους και συνετέλεσαν εις την διεύρυνσιν της εθνικής προόδου…» (Γ. Λαμψίδης, ό.π.).

Πηγές:
1. Αννα Μανδηλαρά «Οικονομική πολιτική και επιχειρήσεις μετά την «Μικρασιατική καταστροφή». Η στέγαση και ο κατασκευαστικός τομέας στην αστική εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου»
2. Νίκος Μπελαβίλας «Σημειώσεις για την προσφυγική εγκατάσταση στον Πειραιά του Μεσοπολέμου»

Νέες κατοικίες, νέες πόλεις

Μέσα σε μια εξαετία (1924-1930) η ΕΑΠ δημιούργησε τέσσερις κατοικημένες περιοχές: Βύρωνας με 1.764 κατοικίες, Καισαριανή με 1.998, Νέα Ιωνία με 3.864 και Υμηττού με 400.

Από το 1934-1935 εννέα μεγάλες πολυκατοικίες που περιελάμβαναν 215 διαμερίσματα χτίστηκαν στη Νέα Κοκκινιά.

Ακολούθησαν πολυκατοικίες για τους πρόσφυγες στη λεωφόρο Αλεξάνδρας και στη Στέγη Πατρίδος, στον Βύρωνα, με συνολικά 360 κατοικίες.

Από το 1934-1939 κατασκευάστηκαν στο Δουργούτι (συνοικία του Νέου Κόσμου) εννέα πολυκατοικίες που περιελάμβαναν 273 κατοικίες.

Υπήρχε επίσης σημαντική κατασκευαστική δραστηριότητα στην Καισαριανή, στους Αγίους Αναργύρους, στον Πειραιά και στον Αγιο Ιωάννη Ρέντη.¹

Στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά ένας μεγάλος αυτοσχέδιος οικισμός παραπηγμάτων δημιουργήθηκε στη Δραπετσώνα και ένας μικρότερος στο Χατζηκυριάκειο.

Από τους κρατικούς οικισμούς, οι τρεις μεγάλοι κατασκευάστηκαν σε φάσεις στη Νίκαια («Γερμανικά», Ασπρα Χώματα, Νέα Κοκκινιά, Νεάπολη), στην Πειραϊκή (Νέα Καλλίπολη) και στην Αμφιάλη του Κερατσινίου.

Οι μικρότεροι στο Ικόνιο του Περάματος, στα Ταμπούρια, στην Ευγένεια, στον Αγιο Γεώργιο και στην Ανάσταση στο Κερατσίνι, στον Αγιο Διονύση της Δραπετσώνας, στην Παλιά Κοκκινιά (Αγιοι Ανάργυροι και Αγία Σωτήρα), στη Σούδα του Νέου Φαλήρου, στην περιοχή νότια του Ατμοηλεκτρικού Σταθμού του Νέου Φαλήρου, στο Τουρκολίμανο και πέντε ακόμη στην περιοχή του Αγίου Ιωάννη Ρέντη και των Καμινίων, συγκεκριμένα στο κέντρο του Αγίου Ιωάννη Ρέντη, στη συνοικία Απόλλωνας, δύο στην οδό Θηβών και ένας στη λεωφόρο Πέτρου Ράλλη.²

Το Λεκανοπέδιο των Αθηνών υποδέχτηκε περίπου 225.000 πρόσφυγες, οι οποίοι αντιπροσώπευαν περίπου το 20% του συνολικού αριθμού των μεταναστών στην Ελλάδα.

Η κρατική πολιτική για τη στέγαση των προσφύγων στην Αθήνα δεν επικεντρωνόταν αποκλειστικά σε πολυώροφες πολυκατοικίες στην πόλη, αλλά και στην ίδρυση συνοικιών στα προάστια και κοντά σε περιοχές όπου οι πρόσφυγες είχαν προσωρινά εγκατασταθεί.

Αυτό επιτυγχανόταν είτε μέσω οργανωμένων κατασκευαστικών έργων, συνήθως μικρών πολυκατοικιών ή διώροφων κατοικιών, είτε μέσω των προγραμμάτων ιδιωτικής κατασκευής με την παροχή οικοπέδων με ευνοϊκούς όρους αποπληρωμής για τους πρόσφυγες που είχαν το δικαίωμα σε αυτά.

Περισσότερα από 15.000 οικόπεδα μοιράστηκαν με τον τρόπο αυτό, κυρίως στη Νέα Σμύρνη και στην Καλλίπολη του Πειραιά.¹

Πηγές:
1. Αννα Μανδηλαρά «Οικονομική πολιτική και επιχειρήσεις μετά την «Μικρασιατική καταστροφή». Η στέγαση και ο κατασκευαστικός τομέας στην αστική εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου»
2. Νίκος Μπελαβίλας «Σημειώσεις για την προσφυγική εγκατάσταση στον Πειραιά του Μεσοπολέμου»
Πρόσφυγες από τη Σμύρνη κάτω από την Ακρόπολη

Ο ξεριζωμός των Ελλήνων το ’22: Από την καταστροφή της Σμύρνης στον Γολγοθά των προσφύγων, τις αντιπαραθέσεις και τις συγκρούσεις στην Ελλάδα ως την οικονομική ανάσταση που έφεραν οι κατατρεγμένοι.

Πριν από το τσουνάμι του 1922

Καταφύγιο ξεριζωμένων από νωρίς η Ελλάδα

Προσφυγικός καταυλισμός στον Εβρο

Από τον 19ο αιώνα προσφυγικά και μεταναστευτικά ρεύματα διαμόρφωσαν νέα δεδομένα στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Ομως, κατά το πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα το προσφυγικό «τσουνάμι», που προκάλεσε ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων στην περιοχή μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έφερε, τα πάνω κάτω.

Η Ελλάδα, στο σταυροδρόμι των δύο ηπείρων, βρέθηκε στο επίκεντρο αυτών των μετακινήσεων, όπως συμβαίνει και τώρα με τους πρόσφυγες από τη Συρία, το Ιράκ κ.α., που αποτελούν τα θύματα του σύγχρονου ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, για τη διεύρυνση των γεωστρατηγικών συμφερόντων τους.

Κατά τον 19ο αιώνα η επίδραση των προσφυγικών/μεταναστευτικών ροών αποτυπώνεται ανάγλυφα στον Πειραιά.

Από ένα έρημο χωριό του 1835 έφτασε να αριθμεί, στο τέλος του αιώνα, περισσότερους από 50.000 κατοίκους.

Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της δημογραφικής ανάπτυξης οφειλόταν στη μετανάστευση προς τη νέα πόλη.

Ενα μικρό ποσοτικά τμήμα αυτής της μετανάστευσης μπορεί να χαρακτηριστεί προσφυγικού τύπου (Β. Τσοκόπουλος, «Ο Πειραιάς του 19ου αιώνα ως προσφυγούπολη», Από τον συλλογικό τόμο «Ο ξεριζωμός και η άλλη πατρίδα, οι προσφυγουπόλεις στην Ελλάδα», Επιστημονικό Συμπόσιο, Ιδρυμα Μωραΐτη 11 &12/4/1997. Ιστορικό Αρχείο Δήμου Πειραιά).

Οι συγκεκριμένες προσφυγικές ελεύσεις στον Πειραιά συνέπεσαν με τις πιο σημαντικές καμπές της πορείας του στον 19ο αιώνα:

◾ Tη γένεσή της, η οποία συνδέθηκε με τη δημιουργία του χιακού συνοικισμού, και

◾ Tη στροφή προς τη δευτερογενή παραγωγή, την καθαυτή εκβιομηχάνιση της πόλης, η οποία συνέπεσε και εν πολλοίς συνδέθηκε με την έλευση των Κρητών προσφύγων τα έτη 1867- 69 (Β. Τσοκόπουλος, ό.π.)

Αντίθετα, οικονομικοί μετανάστες ήταν οι Υδραίοι, που έφτασαν στη πόλη λόγω της οικονομικής παρακμής του νησιού και οι Μανιάτες, που άρχισαν να φτάνουν μετά το 1860.

Ολες οι φυλές

1922- πρόσφυγες στην Ελλάδα

Ομως, με την «ανατολή» του 20ού αιώνα και την όξυνση του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων έγιναν μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών και άρχισαν να καταφθάνουν, δεκάδες, στον ελλαδικό χώρο (την Παλαιά Ελλάδα, όπως λεγόταν) οι πρόσφυγες, κυρίως Ελληνες αλλά και άλλων εθνοτήτων, όπως Αρμένιοι, Ρώσοι κ.ά.

Σε έκδοση του υπουργείου Περιθάλψεως με τίτλο «Η περίθαλψις των προσφύγων 1917 – 1920» διαβάζουμε ότι μέχρι το 1920 είχαν φτάσει στην Ελλάδα περίπου 800.000 πρόσφυγες, που προέρχονταν από:

▶ Τις επαρχίες, που είχαν περάσει στη Βουλγαρία με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (Ξάνθη, Δεδέ Αγάτς -η σημερινή Αλεξανδρούπολη, Γκιουμουλτζίνα -η σημερινή Κομοτηνή, Πόρτο Λάγος, Στρωμνίτσα, Μελένικο κ.λπ.) (1913).

 Τη Βουλγαρία (1913), από την Ανατολική Θράκη (συγκεκριμένα την τότε Τουρκική Θράκη) 1914, τη Βόρεια Ηπειρο (1915- 16) και από την Αίγυπτο (αιχμάλωτοι του αγγλικού στρατού, οι οποίοι συνελήφθησαν καθώς υπηρετούσαν στο τουρκικό στρατό).

▶ Την Ανατολική Μακεδονία, κατά την κατοχή της από τον βουλγαρικό στρατό (1916) και από τη Βουλγαρία μετά την απελευθέρωση της Ανατολικής Μακεδονίας, κάτοικοι που είχαν απαχθεί ως όμηροι και κάτοικοι της Νέας Βουλγαρίας, όπως διαμορφώθηκε μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1918).

▶ Την Τουρκία, κάτοικοι της Θράκης και της Μικράς Ασίας, που είχαν σταλεί στη Βουλγαρία πριν από την κήρυξη του πολέμου με τους Συμμάχους (1918).

▶ Τη Ρωσία, κάτοικοι της Νοτίου Ρωσίας και Πόντιοι εγκατασταθέντες εκεί πριν και μετά την κήρυξη του πολέμου από την Τουρκία εναντίον των Συμμάχων (1919).

▶ Τη Ρουμανία, από επαρχίες που γίνονταν πολεμικές συγκρούσεις (1919).

▶ Την ιταλοκρατούμενη Μ. Ασία (1919).

▶ Τα Δωδεκάνησα, που από το 1910 έφταναν, κατά περιόδους, κάτοικοι λόγω της ιταλικής κατοχής.

Ειδική περίπτωση αποτελούσε ο πρώτος διωγμός των Ελλήνων από τη Μικρά Ασία, που έγινε από το 1912-14, με ένταση από τον Μάιο μέχρι και τον Σεπτέμβρη του 1914.

Αυτός ο πρώτος διωγμός αποδυνάμωσε το ελληνικό στοιχείο, παρότι αρκετοί επέστρεψαν στα πατρογονικά τους μετά την άφιξη του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία.

Ενδεικτικό είναι «εμπιστευτικό» έγγραφο του υπουργείου Εξωτερικών (Τμήμα Β’ Πολιτικόν Ανατολικόν) προς τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Εμ. Ρέπουλη, με ημερομηνία 21 Μαΐου 1919, το οποίο αναφέρεται στον «καζά» (Επαρχία) της Περγάμου, γράφοντας ότι οι Τούρκοι με τους συμπατριώτες τους μετανάστες φτάνουν σε 75.000-80.000 ενώ «οι μέλλοντες να επιστρέψουν ομογενείς μόλις θα ανέρχονται σε 15.000- 16.000 εκ των 25.000 […]. Το πλείστον των ελληνικών κτημάτων επωλήθησαν εις τους Τούρκους κατοίκους παρ’ αυτής της Τουρκικής κυβέρνησης» (Π.Γ. Πρωθυπουργού, Εμπιστευτικό Πρωτ. 387/27-2-1918, Γενικά Αρχεία του Κράτους)

Στο ίδιο έγγραφο του υπουργείου Εξωτερικών με αποδέκτη το Πολιτικό Γραφείο του Προέδρου της Κυβερνήσεως επισυνάπτεται πίνακας από τον οποίο προκύπτει ότι οι Ελληνες της Μικράς Ασίας και της περιοχής της Κωνσταντινούπολης ανέρχονταν σε 1.982.376.

Σύμφωνα με το έγγραφο, τα στοιχεία προήλθαν από στατιστική που κατάρτισε το 1907 ο Μικρασιατικός Σύλλογος έπειτα από έλεγχο και επικαιροποίηση, που έγινε το 1912 με μέριμνα των προξενικών αρχών (Π.Γ. Πρωθυπουργού, ο.π.)

Οπως φαίνεται στον Πίνακα οι Ελληνες αποτελούσαν περίπου το 20% του πληθυσμού της περιοχής, το οποίο πάντως κυριαρχούσε οικονομικά και είχε καταφέρει να διατηρήσει την πολιτιστική του κληρονομιά, παρ’ ότι αποτελούσε μειονότητα σε εχθρικό περιβάλλον.

Ο εθνικός διχασμός οδήγησε σε εκτελέσεις

Οι αυθαιρεσίες των βασιλικών και οι ακραίες αντιλήψεις ακροδεξιών

Πρόσφυγες στην Ελλάδα (1915)

Για κακή τύχη των προσφύγων και η αντιμετώπιση του επίσημου ελληνικού κράτους δεν ήταν η καλύτερη δυνατή.

Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις, στα χρόνια του μεγάλου εθνικού διχασμού έπεσαν θύματα διωγμών καθώς «χρεώνονταν» στο «βενιζελικό» στρατόπεδο.

Σε υπόμνημα, που κατέθεσαν στη Βουλή, αντιπρόσωποι των προσφύγων από τη Μικρά Ασία που βρίσκονταν στη Λέσβο, με ημερομηνία 11 Σεπτεμβρίου 1914, διαβάζουμε:

«Δεν αγνοεί η Βουλή των Ελλήνων τα τραγικά γεγονότα εξ αιτίας των οποίων εκατοντάδες χιλιάδων γνησιωτάτων Ελλήνων εξηναγκάσθησαν εις εκπατρισμόν […] Οι εύποροι της προτεραίας τείνουσι σήμερον χέρι επαίτου, εξαιτούμενοι το έλεος της φιλανθρωπίας. Διαδίδεται ότι το προς συντήρησιν των προσφύγων ευτελέστατον σιτηρέσιον θέλει διακοπή προσεχώς».

Και καταλήγει με μια έκκληση -που όπως αποδείχτηκε δεν βρήκε «ευήκοα ώτα»- για να αποτραπούν τα μελλούμενα:

« […] Μη επιτρέψετε τον ακρωτηριασμόν, την ατίμωσιν, τον εξανδραποδισμόν του ελληνικού γένους. Κατ’ ανάγκην εκ της τοιαύτης πολιτικής του ελληνικού κράτους θα επακολουθήσωσι διαιρέσεις και μίση μεταξύ των εθνικών ομάδων, της απεμπολησάσης και της απεμποληθείσης. Μην επιτρέψετε τούτο». (Πηγή: «Οι διωγμοί των Ελλήνων εν Θράκη και Μικρασία». Εκδοση των επιτροπών των εν Μυτιλήνη Μικρασιατών Προσφύγων- Αθήνα 1915, Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών «Ανέμη»)

Τελικά, όμως, ούτε η έκκληση για να μην εγκαταλειφθούν οι πρόσφυγες έπιασε τόπο…

Ετσι, στην έκθεση του υπουργείου Περιθάλψεως (ό.π.) διαβάζουμε ότι η κυβέρνηση Βενιζέλου είχε τη σκέψη συστάσεως ειδικής και συστηματικής υπηρεσίας για το προσφυγικό, αλλά δεν μπόρεσε να την πραγματοποιήσει «και από της εποχής της ανόδου των άλλων κυβερνήσεων η περίθαλψις των προσφύγων έπαυσε κατ’ ουσίαν υφισταμένη».

«Η κατάστασις αύτη, καθ’ ην οι πρόσφυγες είχον αφεθή εις την τύχην των υποστάντες τα πάνδεινα, εξηκολούθησε διά το κράτος των Αθηνών μέχρι του Ιουνίου του 1917», σύμφωνα με την ίδια έκθεση.

Προσφυγόπουλο (1915)

Ενδεικτική της αντιμετώπισης των προσφύγων από το κράτος ήταν μια… υπόγεια κίνηση για να εμφανιστούν ως μετανάστες!

Αυτό έγινε με την αποστολή από την Αθήνα και τη διανομή σε πρόσφυγες, που βρίσκονταν σε Χίο και Μυτιλήνη δελτίου απογραφής, στο οποίο χαρακτηρίζονταν μετανάστες…

Η αντίδραση ήταν άμεση!

«Επιτροπές Μικρασιατών Προσφύγων» έστειλαν, με ημερομηνία 10 Ιανουαρίου 1915, έγγραφη διαμαρτυρία προς τον γενικό διοικητή των νήσων του Αιγαίου, στην οποία ανέφεραν μεταξύ άλλων «επειδή διά των δελτίων τούτων χαρακτηριζόμεθα ημείς μεν ως μετανάσται και εγκατασταθέντες ενταύθα, αι δε περιουσίαι μας ως εγκαταλειφθείσαι, λυπούμεθα πολύ μη δυνάμενοι να υπογράψωμεν τοιαύτα δελτία». (Πηγή: «Οι διωγμοί των Ελλήνων εν Θράκη και Μικρασία», ό.π.).

Τα… χειρότερα ήταν όμως μπροστά. Ο εθνικός διχασμός μετά την πτώση της κυβέρνησης Βενιζέλου ήταν βαθύς.

Οι βασιλικές αυθαιρεσίες, οι ακραίες αντιλήψεις ορισμένων κοντινών του ανθρώπων, όπως ο μετέπειτα δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς κ.ά., απομόνωσαν την Ελλάδα και οδήγησαν στα δραματικά γεγονότα του Νοέμβρη του 1916, που έμειναν στην Ιστορία ως «Νοεμβριανά».

Στη διάρκεια αυτών των γεγονότων δεκάδες πολίτες κακοποιήθηκαν ή εκτελέστηκαν μόνο και μόνο επειδή θεωρήθηκαν «βενιζελικοί», ανάμεσά τους και πολλοί πρόσφυγες.

«Από τις 19 μέχρι στις 23 Νοεμβρίου ωδηγούντο πλησίον του φθισιατρείου «Σωτηρία» Μικρασιάται ιδίως πρόσφυγες και εθανατώνοντο ως κατάσκοποι εις την υπηρεσίαν των Αγγλογάλλων!» (Πηγή: Γ. Βεντήρης «Η Ελλάδα του 1910- 1920», Ιστορική μελέτη, Β’ Τόμος- Εκδόσεις «Πυρσός» 1931, Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών «Ανέμη»).

Λάδι στη φωτιά από τα κομματικά μέσα ενημέρωσης

Η κατάσταση των προσφύγων ήταν δραματική. Ομως, η κάθε εφημερίδα αντιμετώπιζε διαφορετικά το θέμα, ανάλογα με την πολιτική (κομματική) τοποθέτησή της.

Ετσι, στην εφημερίδα «Ακρόπολις», στις 23 Αυγούστου 1914, διαβάζουμε μια είδηση, που περιγράφει την κατάσταση και την αγωνία των προσφύγων:

«Πληροφορούμεθα ότι ευρίσκονται ενταύθα πολλοί πρόσφυγες διδάσκαλοι εκ Τουρκίας και Βουλγαρίας, οίτινες ως εκ της καταδιώξεως και των όρων, υπό τους οποίους ηναγκάσθησαν να εγκαταλείψουν τας εστίας των, τας οικογενείας των, ευρίσκονται σήμερον εις δεινήν θέσιν, άνευ μέσων συντηρήσεως, άνευ ουδεμίας υποστηρίξεως. Η κατάστασίς των έφθασεν εις το απροχώρητον».

Παρακάτω διαβάζουμε ότι συγκεντρώθηκαν 40 από αυτούς και εξέλεξαν τετραμελή επιτροπή «διά να φροντίση αμέσως μεν περί της οικονομικής υποστηρίξεώς των, γενικώς δε περί της θέσεώς των εις το μέλλον».

Στον αντίποδα, σε μια «αντιβενιζελική» εφημερίδα της εποχής, ονόματι «Σκριπ», διαβάζουμε στο φύλλο της 28ης Αυγούστου 1914 περί ύπαρξης κινδύνου επιδημιών στον Πειραιά από την παρουσία τόσων προσφύγων και την 1η Σεπτεμβρίου, σε ανταπόκριση από τη Θεσσαλονίκη, προχωράει ένα… βήμα παραπέρα, γράφοντας, με κεφαλαία, τονισμένα γράμματα, ότι εν όψει του επερχόμενου χειμώνα οι πρόσφυγες «ΘΑ ΚΑΤΑΛΑΒΟΥΝ ΟΙΚΗΜΑΤΑ ΔΙΑ ΤΗΣ ΒΙΑΣ»….

Πάντως, από το ίδιο δημοσίευμα πληροφορούμαστε ότι υπήρχαν 20.000 πρόσφυγες στη Θεσσαλονίκη, που έμεναν σε αντίσκηνα και περίπου 8.000 πρόσφυγες διέμεναν σε σχολικά κτίρια.

Επίσης, 60.000- 70.000 πρόσφυγες βρίσκονταν σε Χίο και Μυτιλήνη.

Η αντίδραση στο πρώτο κύμα προσφύγων από τη Ρωσία

Η χώρα κλείνει τα σύνορα

Με όλα τα μέσα πρόσφυγες κατακλύζουν από τον 19ο αιώνα τη χώρα Με όλα τα μέσα πρόσφυγες κατακλύζουν από τον 19ο αιώνα τη χώρα |

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, πριν από τη Μικρασιατική καταστροφή, αρχίζει να εμφανίζεται ένα ακόμα μεγάλο «κύμα» προσφύγων από τη Ρωσία.

Αρχικά, κατέφθασαν, μεταξύ του 1920- 22, στην Ελλάδα κάποιοι Ρώσοι ευγενείς και αξιωματούχοι, που «απέδρασαν» από το νεοσύστατο σοβιετικό κράτος και δημιούργησαν μια μικρή παροικία προσωπικοτήτων, την οποία πλαισίωσαν και Ελληνες από τη Ρωσία.

Ομως, το μεγάλο «κύμα» ερχόταν.

Η εφημερίδα της Θεσσαλονίκης «Εφημερίς των Βαλκανίων» (φ. της 15ης Δεκεμβρίου 1920) έγραφε ότι στον Μαρμαρά είχαν φτάσει 60 σκάφη «με έναν τεράστιον πληθυσμόν, φοβισμένον, στερούμενον των πάντων πεινώντα δε γυμνητεύοντα».

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, στα πλοία επέβαιναν περίπου 130.000 άτομα, από τα οποία οι 53.000 πολίτες και γυναικόπαιδα, 700 τραυματίες και περίπου 70.000 στρατιωτικοί, βαθμοφόροι και οπλίτες.

Ηταν οι μαχητές του τελευταίου τμήματος του τσαρικού στρατού που είχε ηττηθεί από τους μπολσεβίκους.

Αρχικά κατανεμήθηκαν σε 20 οργανωμένα στρατόπεδα, τα περισσότερα στην Τουρκία και από ένα σε Βελιγράδι, Τύνιδα και Λήμνο.

Οι μετακινήσεις

Από τα στρατόπεδα αυτά άρχισε, στις αρχές του 1922, η ροή προς κάθε κατεύθυνση, ιδιαίτερα προς τις θρησκευτικά συγγενείς βαλκανικές χώρες.

Ετσι, έφτασε το αίτημα της χορήγησης αδείας εγκατάστασης στη χώρα από Ρώσους πρόσφυγες που έφτασαν στον Πειραιά με πλοία από την Κωνσταντινούπολη.

Στις 29 Μαΐου 1922 δημοσιεύεται ρεπορτάζ στην εφημερίδα «Εμπρός» (σελ. 4) για τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, το οποίο «απησχολήθη επί μακρόν με το ζήτημα των μεταφερομένων εκ Ρωσίας άνευ αδείας της Κυβερνήσεως Ελλήνων Προσφύγων».

Στο υπουργικό συμβούλιο ανακοινώθηκε ότι μία εβδομάδα νωρίτερα είχαν αφιχθεί περίπου 2.000 και πριν από δύο ημέρες περίπου 3.000.

Μάλιστα, έγινε γνωστό ότι «υπάρχουν εν Ρωσσία χιλιάδες Ελλήνων, οι οποίοι ζητούν να εγκατασταθούν εν Ελλάδι».

Ομως, η τότε κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη- Γούναρη αποφασίζει να μη δεχτεί αυτούς τους πρόσφυγες!

«[…] η κυβέρνησις ευρίσκεται εν αδυναμία να επιτρέψει τούτο ως στερούμενη των αναγκαίων χρηματικών μέσων», αναφέρει το ρεπορτάζ προσθέτοντας ότι γι’ αυτό αποφασίστηκε «επί του παρόντος» να αποτραπεί η «περαιτέρω μετανάστευσις αυτών εις την Ελλάδα».

Αντιδράσεις

Την επόμενη μέρα η ίδια εφημερίδα («Εμπρός» φ. της 30/5/1922) έχει πρωτοσέλιδο ένα ιδιαίτερα σκληρό άρθρο, με τίτλο «Σώσατε τους Ελληνες της Ρωσίας», για την παραπάνω κυβερνητική απόφαση, στο οποίο μεταξύ άλλων διαβάζουμε ότι:

Εάν ανταποκρίνεται στην αλήθεια ότι λήφθηκε τέτοια απόφαση «[…] η κυβέρνησις δεν ήτο δυνατόν να καταστή ένοχος απανθρωποτέρας και μάλλον ανάνδρου, κακουργοτέρας και μάλλον ηλιθίας, αντεθνικωτέρας και μάλλον τερατώδους πράξεως παρ’ αυτήν ήτις καταδικάζουσα εις θάνατον δι’ Ελληνικών χειρών δεκάδας και εκατοντάδας χιλιάδας Ελλήνων […]».

Ωστόσο, η κυβέρνηση δεν κάνει… πίσω. Συντάσσει νομοσχέδιο «περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής», το οποίο κατατίθεται στη Βουλή και συζητείται ως «κατεπείγον» στις 9 Ιουνίου 1922 [Πρακτικά Γ’ Εθνικής Συνέλευσης- Τόμος 4. Συνεδρίαση ΡΙΑ’ 9 Ιουνίου 1922 (σελ. 3.029, 3.030)- Βουλή των Ελλήνων].

Οι κάτοικοι

Μάλιστα, προηγείται η κατάθεση αναφοράς κατοίκων κοντά στο Λοιμοκαθαρτήριο, στον Αγιο Γεώργιο Σαλαμίνας, από το βουλευτή Λ. Τσουκαλά.

Οι κάτοικοι ζητούν «όπως ληφθώσι μέτρα προς μεταφοράν των εν τω Λοιμοκαθαρτηρίω συγκεντρωθέντων προσφύγων, διότι εκ των πολλαπλών θανατηφόρων νόσων, αίτινες μαστίζουσι τούτους, κινδυνεύει και η ιδική των υγεία».

Ο βουλευτής «παρακαλεί να ληφθεί υπ’ όψιν η αναφορά αυτή και ληφθώσιν άμεσα και επείγοντα μέτρα προς διακανονισμόν του σοβαρωτάτου τούτου ζητήματος, μεταφερομένων αλλαχού των προσφύγων».

Λίγες μέρες αργότερα, δημοσιεύεται εκτενές πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ στην εφημερίδα «Εμπρός» (φ. της 17ης Ιουνίου), στο οποίο αναφέρεται ότι υπάρχουν κοντά στο Λοιμοκαθαρτήριο 7 πλοία με περίπου 10.000 Ελληνες, από τους οποίους καθημερινά αρκετοί πεθαίνουν από κακουχίες, εξάντληση και αρρώστιες.

Μετά την κατάθεση της αναφοράς από τον βουλευτή Τσουκαλά παίρνουν τον λόγο και κάνουν τις ίδιες συστάσεις προς τη κυβέρνηση οι βουλευτές Αντ. Μάτεσις, Δ. Σπηλιωτόπουλος και Χ. Μητσόπουλος.

Στα πρακτικά της Βουλής (Συνεδρίαση ΡΙΑ’ 9 Ιουνίου 1922) διαβάζουμε:

«Οι κ. Π. Πρωτοπαπαδάκης, Πρωθυπουργός και Δ. Γούναρης, υπουργός Δικαιοσύνης, απαντώσιν ότι το ζήτημα τούτο απασχολεί ήδη από δέκα και πλέον ημερών την Κυβέρνησιν και μελετάται ο ταχύς διακανονισμός αυτού.

Ο κ. Μ. Γούδας, Υπουργός Εθνικής Οικονομίας παρακαλεί επ’ ευκαιρία να ψηφισθεί κατεπειγόντως το παρ’ αυτού υποβεβλημένον νομοσχέδιον, σχετικόν προς διακανονισμόν του ζητήματος τούτου.

Πρόεδρος: Είναι αναγεγραμμένον εξαιρετικώς εν τη Ημερησία Διατάξει και θέλει ψηφισθεί.

Εισέρχεται η Συνέλευσις εις την Ημερησίαν Διάταξιν του συντακτικού και νομοθετικού αυτής έργου.

Γίνεται δι’ ανατάσεως δεκτόν εις α’ και κατ΄ άρθρον συζήτηση το νομοσχέδιο “περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων, ομαδόν ερχομένων εις ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής”».

Δύο μέρες, αργότερα, στις 11 Ιουνίου 1922 (Συνεδρίαση ΡΙΓ’ της 11ης Ιουνίου 1922, σελ. 3699) «κλείνει», χωρίς συζήτηση η ψήφιση του νομοσχεδίου, καθώς διαβάζουμε ότι:

«Γίνονται δι’ ανατάσεως δεκτά εις β’ κατ’ άρθρον και σύνολον συζήτησιν τα κάτωθι σχέδια νόμου:

(…) Περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομάδων ερχομένων εις Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής».

Τελικά, ο νόμος 2870 δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 20 Ιουλίου 1922 (ΦΕΚ Α’ 119) προβλέποντας αυστηρές ποινές για όσους μεταφέρουν παράνομα στην Ελλάδα διάφορα άτομα.

Και μπορεί η τότε κυβέρνηση να ήθελε να «φρενάρει» τις εισροές Ελλήνων από τη Ρωσία, όμως, κανένας νόμος ή κυβερνητική επιθυμία δεν ήταν ικανή να σταματήσει ή να ανακόψει το τεράστιο προσφυγικό κύμα, αποτέλεσμα της επερχόμενης Μικρασιατικής καταστροφής, που έμελλε να αλλάξει τον ρου της Ιστορίας του Ελληνισμού.

 

Ελληνες στρατιώτες στη Μ. Ασία

Έλληνες Στρατιώτες στη Μικρά Ασία

Από την »Εφημερίδα των Συντακτών»
Συντάκτης: Σταύρος Μαλαγκονιάρης

Αρχές του καλοκαιριού του 1922. Στη Μικρά Ασία έχει αρχίσει να επικρατεί ανησυχία για την εξέλιξη των συνεχιζόμενων ελληνικών στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Ομως, η Αθήνα έμοιαζε να βρίσκεται πολύ μακριά…

Σε αυτό «βοηθούσε» η τότε κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη-Γούναρη, που τον Ιούνιο και τον Ιούλιο, παρά τις συχνές προσκλήσεις της αντιπολίτευσης να ενημερώσει τη Βουλή για τις εξελίξεις στο μέτωπο, τηρούσε «ένοχη σιωπή», αρνούμενη κάθε συζήτηση.

Σε αυτή την «επιχείρηση σιωπής» συντελούσε και η απροκάλυπτη, ασφυκτική λογοκρισία των εφημερίδων της εποχής, που κυκλοφορούσαν ακόμα και με «λευκά μπαλώματα», εξαφανίζοντας κάθε «ενοχλητική» αναφορά.

Οσο πλησίαζε δε η καταστροφή, η λογοκρισία κλιμακωνόταν, με αποτέλεσμα να γίνουν ακόμα και συλλήψεις δημοσιογράφων, όπως του μετέπειτα ακαδημαϊκού Σπύρου Μελά, αλλά και πολιτικών αντιπάλων, όπως του νεαρού -τότε- Γεώργιου Παπανδρέου, για ένα άρθρο του σε εφημερίδα.

Παράλληλα, όλα δείχνουν ότι η κυβέρνηση είχε σχεδόν κηρύξει… ανεπιθύμητους τους πρόσφυγες για να αποφύγει «προσφυγικό ζήτημα».

Και ταυτόχρονα:

«Χρεωνόταν» με «διπλωματική απομόνωση», όπως προκύπτει από τα επίσημα πρακτικά της Βουλής.

Είχε τοποθετήσει για κομματικούς λόγους μια τουλάχιστον «άκαπνη» και ανεπαρκή ηγεσία στο στράτευμα, όπως προκύπτει από τις ανταποκρίσεις τού μετέπειτα νομπελίστα συγγραφέα Ερνεστ Χέμινγουεϊ και διήγηση του πρόξενου των ΗΠΑ στην Εγγύς Ανατολή, Τζορτζ Χόρτον.

Εγκατέλειψε άοπλους τους Μικρασιάτες, παρά τις απελπισμένες εκκλήσεις τους να τους δοθούν όπλα για την άμυνά τους, όπως προκύπτει και από έγγραφο-ντοκουμέντο που παρουσιάζει η «Εφ.Συν.».Ο μητροπολίτης Εφέσου Χρυσόστομος, που σφαγιάστηκε από τους Τούρκους, σε μια προφητική επιστολή του προς τον Πατριάρχη, για την οποία έγραψαν, για πρώτη φορά, στις 24 Σεπτεμβρίου 1922 οι «Τάιμς της Νέας Υόρκης», ανέφερε ότι «οι ελληνικές αρχές πίστευαν πως οι Τούρκοι δεν θα τολμούσαν να προχωρήσουν σε σφαγές στον 20ό αιώνα» (αναφέρεται και στην «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους», τόμος ΙΕ’, σελ. 234).

Παράλληλα, ο εθνομάρτυρας μητροπολίτης προέβλεψε, στην ίδια επιστολή, που γράφτηκε στις 23 Αυγούστου, ότι θα σκοτωθούν χιλιάδες χριστιανοί και κατηγόρησε τις ελληνικές αρχές ότι οι Τούρκοι που ζούσαν στη Μικρά Ασία ήταν «οπλισμένοι μέχρι τα δόντια», ενώ οι Ελληνες είχαν αφοπλιστεί από τον ύπατο αρμοστή, έτσι ώστε δεν είχαν κανένα μέσο άμυνας…

Αποκαλυπτικά για τη στάση της φιλοβασιλικής κυβέρνησης, που είχε ανέλθει στην εξουσία μετά τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, με αρχηγό της πλειοψηφίας τον Δ. Γούναρη, είναι τα Πρακτικά της Βουλής των Ελλήνων, στα οποία διαβάζουμε για τη συνεδρίαση της 29ης Ιουνίου 1922 τα εξής:

«Ο κ. Ν. Λεβίδης λαμβάνων τον λόγο προς της Ημερησίας Διατάξεως λέει ότι 25 πληρεξούσιοι -ανηκόντων εις διάφορα κόμματα- υπέβαλον κατά τη συνεδρίαση της 22ας Ιουνίου ερώτηση προς την Κυβέρνηση με την οποία παρακάλουν αυτήν να δηλώση προς την Εθνοσυνέλευση πότε σκοπεί ίνα καταστήση ταύτην ενήμερον της θέσεως των Εθνικών ζητημάτων κ.λπ. […] Ηδη πέρασαν 8 μέρες […] και δικαιούμεθα να ρωτήσουμε την κυβέρνηση αν δύναται άνευ ζημίας των εθνικών συμφερόντων ν’ απαντήση στην ερώτηση ημών;

Ο κ. Περ. Αργυρόπουλος λέει ότι δεν δυνάμεθα να παρέλθωμεν εν σιγή τη σιγή της Κυβερνήσεως […] για το πότε θα καταστήσει σε εμάς γνωστές τις αντιλήψεις της επί του Εθνικού ζητήματος. Από μακρών μηνών η εθνική αντιπροσωπεία παρακολουθεί το εθνικό ζήτημα από των εφημερίδων […]

Π. Πρωτοπαπαδάκης (Πρωθυπουργός): Ομολογώ ότι η κυβέρνηση θα ήτο ευτυχής αν ηδύνατο ταύτην την στιγμήν άνευ βλάβης των εθνικών συμφερόντων ν’ ανακοινώση εις τη Συνέλευση την θέσιν στην οποίαν ευρίσκεται το εθνικό μας ζήτημα. [….] Ερώτημα πρώτον: Δύναται η Κυβέρνησις να παράσχη σήμερον πληροφορίας τινάς εις την Συνέλευσιν; Εις τούτο απαντώ όχι ταύτην τη στιγμήν, […] η Κυβέρνησις νομίζει ότι οιαδήποτε ανακοίνωσις, η οποία θα εγίνετο εις την Συνέλευσιν επί του εθνικού ζητήματος θα παρέβλαπτε τούτο.

Χρ. Μητσόπουλος: Μπορώ να εικάσω ότι εάν καλών ειδήσεων εγίνετο άγγελος ο κ. πρωθυπουργός διά να είναι ευτυχής να τα είπη θα έσπευδε να τα είπη.

Π. Πρωτοπαππαδάκης: Νομίζω ότι επί τοιούτων ζητημάτων δεν επιτρέπονται εικασίαι απολύτως.

Ο κ. Χ. Μητσόπουλος, ευχόμενος όπως εκ των πραγμάτων επαληθεύτωσιν αι εικασίαι του, λέγει ότι γνωρίζει πόσον η θέσις της Ελλάδος είναι δύσκολος έναντι συμμάχων, […] Δεν ζητεί, λοιπόν, από την κυβέρνησιν να προβεί σε εκμυστηρεύσεις των απορρήτων και σχεδίων της […] αλλ’ υπάρχει και εν όριον εν τη σιγή. […] Σεις πράξατε ό,τι θέλετε. Ημείς σας ειδοποιούμεν απλώς εκ των προτέρων ότι θα σας θέσωμεν εις κατηγορητήριον διά πάσαν βραδύτητα της ενεργείας, εις την οποίαν περιεπέσατε».  (Πρακτικά της Γ’ Εθνικής Συνελεύσεως, τόμος 5, Βουλή των Ελλήνων).

Η αντιπολίτευση θα επανέλθει με την κατάθεση νέας επερώτησης, η οποία προσδιορίζεται να συζητηθεί, στις 28 Ιουλίου 1922, λίγο πριν διακοπούν οι εργασίες της Βουλής… επ’ αόριστον.

Ο επικεφαλής της πλειοψηφίας και υπουργός Δικαιοσύνης Δ. Γούναρης προσπαθεί να αποφύγει το θέμα ζητώντας να αναβληθεί η συζήτηση των επερωτήσεων.

Ομως, όπως διαβάζουμε στα Πρακτικά της Βουλής, αρκετοί βουλευτές διαφωνούν και ο πρόεδρος δίνει τον λόγο σε όσους επιθυμούν να αναπτύξουν επερωτήσεις:

«[…] Ο κ. Χρ. Βασιλάκης ομιλών επί επερωτήσεώς του εκφράζει την λύπην του διότι η Κυβέρνησις αφήνει την Εθνοσυνέλευσιν να διακόψη τας εργασίας της χωρίς να διαφωτίση αυτήν επί του εθνικού ζητήματος.

Ο κ. Γ. Μπαλταζής (Υπουργός επί των Εξωτερικών) λέγει ότι, αφ’ ης ημέρας, η Κυβέρνησις απήντησεν εις σχετικήν ερώτησιν ότι δεν δύναται να προβεί εις ανακοινώσεις, ουδέν εμεσολάβησεν, επιτρέπον να μεταβάλη την απόφασίν της ταύτην.

Π. Πρωτοπαπαδάκης (Πρωθυπουργός): Η Ελλάς δεν ευρίσκεται προ ουδενός αδιεξόδου και παρακαλώ υμάς να μας αφήσετε να προχωρήσωμεν εις το έργον μας».  (Πρακτικά της Γ’ Εθνικής Συνελεύσεως, τόμος 5, Συνεδρίαση ΡΑΗ’ της 28-7-1922, σελ. 4.259 και 4.267).

Ο Γ. Παπανδρέου επιτίθεται: Ανισόρροπος ο Αρχιστράτηγος

«Η ήττα είνε του Στρατηγείου. Είνε της Κυβερνήσεως. Είνε του καθεστώτος»

Ελεύθερος Τύπος- Αρθρο Γεωργίου Παπανδρέου

Η διπλωματική τακτική της κυβέρνησης δεν ήταν το μόνο σημείο για το οποίο της ασκήθηκε, από πολύ νωρίς, σκληρή κριτική.

Ιδιαίτερα αρνητικά κρίθηκε και η απόφασή της να αντικαταστήσει την ηγεσία του στρατεύματος, για κομματικούς λόγους, όπως κατηγορήθηκε, σε μια κρίσιμη στιγμή, τοποθετώντας ως αρχιστράτηγο τον Γ. Χατζηανέστη ή Χατζανέστη.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου, σε ένα ιδιαίτερα σκληρό άρθρο του, που δημοσιεύτηκε στις 28 Αυγούστου 1922 στην εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος», έγραφε χαρακτηριστικά:

«Η ήττα είνε του Στρατηγείου. Είνε της Κυβερνήσεως. Είνε του καθεστώτος. Οταν ο Αρχιστράτηγος ήτο ανισόρροπος. Οταν οι Επιτελάρχαι εγνώριζαν να συνωμοτούν κατά των Ελλήνων, αλλά δεν ησχολούντο με τον εχθρόν….»

Την επόμενη μέρα, ο «Ριζοσπάστης» δημοσιεύει την είδηση ότι «εξεδόθη ένταλμα συλλήψεως κατά του κ. Παπανδρέου διά το σημερινόν του άρθρον εν τω «Ελευθέρω Τύπω»».

Ομως, επικριτικοί για την ηγεσία του στρατεύματος δεν ήταν μόνο οι πολιτικοί αντίπαλοι της κυβέρνησης.

Ο νεαρός τότε και μετέπειτα νομπελίστας συγγραφέας Ερνεστ Χέμινγουεϊ, που κάλυψε ως πολεμικός ανταποκριτής τον ελληνοτουρκικό πόλεμο για λογαριασμό της εφημερίδας «Toronto Star», έγραφε σε ανταπόκρισή του, στις 3 Νοεμβρίου 1922:

«Οι Ελληνες ήταν πρώτης τάξεως πολεμιστές και, σίγουρα, κάμποσα σκαλοπάτια παραπάνω από τον στρατό του Κεμάλ. Αυτή είναι η άποψη του Γουίταλ (σ.σ. αναφέρεται στον λοχαγό Wittal του Ινδικού Ιππικού, που βρισκόταν στην Ανατολία ως παρατηρητής). Πιστεύει (ο Γουίταλ) ότι οι τσολιάδες θα είχαν καταλάβει την Αγκυρα και θα είχαν τελειώσει τον πόλεμο αν δεν είχαν προδοθεί. Οταν ο Κωνσταντίνος ήρθε στην εξουσία, όλοι οι Ελληνες αξιωματικοί που ήταν σε επιτελικές θέσεις υποβαθμίστηκαν αμέσως σε χαμηλότερες θέσεις.

Πολλοί απ’ αυτούς είχαν πάρει τα γαλόνια τους με ανδραγαθήματα στο πεδίο της μάχης. Ηταν έξοχοι πολεμιστές και σπουδαίοι ηγέτες. Αυτό δεν εμπόδισε το κόμμα του Κωνσταντίνου να τους διώξει και να τους αντικαταστήσει με αξιωματικούς που δεν είχαν ακούσει ποτέ τους να πέφτει ούτε μία τουφεκιά. Αυτό είχε αποτέλεσμα να σπάσει το μέτωπο».

Ενδιαφέρουσα είναι και η περιγραφή του αρχιστράτηγου Γ. Χατζηανέστη από τον επί σειρά ετών πρόξενο των Ηνωμένων Πολιτειών στην Εγγύς Ανατολή, Τζορτζ Χόρτον (George Horton) στο βιβλίο του «Η κατάρα της Ασίας» (Το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά στις ΗΠΑ το 1926 και στην Ελλάδα τυπώθηκε από τις εκδόσεις «Ατλαντίς» με δαπάνη μικρασιατικών σωματείων), όπου διαβάζουμε μεταξύ άλλων:

«Ηταν η τελευταία φορά που τον έβλεπα, όταν όμως αργότερα διάβασα ότι αντίκρισε το εκτελεστικό απόσπασμα στην Αθήνα, είχα μπροστά μου ζωηρή την εικόνα της τελευταίας μας εκείνης συναντήσεως στο Στρατηγείο της Σμύρνης. Εάν ήταν πράγματι υπεύθυνος αποστολής των καλλίτερων στρατευμάτων του για ν’ απειλήσει την Κωνσταντινούπολη σε μια περίσταση που αυτά ήταν απαραίτητα μέσα στην Μικρά Ασία, ήταν πράγματι άξιος αυστηρής τιμωρίας ή εισαγωγής σε φρενοκομείο.

Είχε τη φήμη ενός μεγαλομανούς χωρίς σπουδαίες ικανότητες. […] Ο,τι χρειαζόταν ήταν ένας άνθρωπος με ενεργητικότητα και με καθαρή δύναμη κατανοήσεως της καταστάσεως, ώστε να περισώσει όσο το δυνατό περισσότερα πράγματα από την κατάρρευση. Ο Χατζηανέστης όμως ήταν απασχολημένος με την πολυτελή επίπλωση και επισκευή ενός μεγάρου στην προκυμαία που είχε επιτάξει για τη διαμονή του. Είναι άξιος οίκτου, γιατί είναι πολύ πιθανό πως δεν ήταν διανοητικά ισορροπημένος».

Ομως, αποκαλυπτικά ήταν και τα ρεπορτάζ των εφημερίδων.

Ο «Ελεύθερος Τύπος» (φ. 28/8 – με το νέο ημερολόγιο 10/9/1922) έγραφε:

«Ο μέγας (!!!) Στρατηγός Χατζηανέστης του οποίου ολόκληρος η δράσις από την ημέραν της αφίξεώς του εις Σμύρνην περιωρίσθη εις την εξέλεγξιν των κουμπιών των στρατιωτών και των πωμάτων των παγουριών αυτών (…) κατώρθωσε να δραπετεύση νύκτα από την Σμύρνην».

Η ίδια εφημερίδα, τρεις μέρες αργότερα (31/8-13/9/1922), σε ανταπόκριση του Θ. Αντωνόπουλου από τη Σμύρνη, αναφερόμενη στην αποχώρηση Χατζηανέστη, έγραφε ότι «καθ’ ην στιγμήν εκρίνετο η τύχη της φυλής ολοκλήρου αυτός και οι επιτελείς του ητοίμαζον τας αποσκευάς των προς αναχώρησιν».

Ο μοιραίος αφοπλισμός

Επιστολή- έκκληση του προέδρου της Εθνικής Αμυνας Σμύρνης, Μιλτ. Σεϊζάνη.

Η μοναρχική κυβέρνηση των Αθηνών «κώφευσε», με προκλητικό τρόπο, στις γραπτές εκκλήσεις των Μικρασιατών να βοηθηθούν ώστε να συγκροτήσουν μια στοιχειώδη άμυνα απέναντι στις ορδές του Κεμάλ. Αρχικά, απέρριψε κάθε σκέψη για αυτονόμηση της Μικράς Ασίας που θα έδινε τη δυνατότητα συγκρότησης δικού της στρατού και στη συνέχεια ο Δ. Γούναρης ζήτησε τον αφοπλισμό των ελληνικών πολιτοφυλάκων.Στις 8 Αυγούστου του 1922 (21/8 με το νέο ημερολόγιο) ο πρόεδρος της Εθνικής Αμυνας Σμύρνης, Μιλτ. Σεϊζάνης, στέλνει μια συγκλονιστική επιστολή προς την Υπατη Αρμοστεία Σμύρνης ζητώντας να παρέμβει προς την κυβέρνηση για να στείλει 1.000 όπλα «άτινα δοθώσι εις την προ καιρού γυμνασθείσα Πολιτοφυλακή Σμύρνης ήτις άνευ όπλων με εσταυρωμένας τας χείρας αχρήστως διαμένει» (Αρχείο Υπατης Αρμοστείας Σμύρνης, Φ. 70, Γενικά Αρχεία του Κράτους).

Συνεχίζοντας, ο ίδιος αναφέρει ότι ο στρατός του Κεμάλ σχεδιάζει να περάσει τον αβαθή (ποταμό) Μαίανδρο «ίνα κατασφάξωσι τους κατόχους κτημάτων» και πως όπου και εάν αποτάθηκαν στον τοπικό πληθυσμό «μας είπαν ότι δεν έχωμε όπλα».

Παρακάτω, ο Μιλτ. Σεϊζάνης κάνει μια προφητική αναφορά, επιδιώκοντας να ευαισθητοποιήσει διά της Υπατης Αρμοστείας τους κυβερνώντες:

«Σας διαβεβαιώ ότι καλώς γνωρίζω ότι εάν δεν εξοπλισθώσι οι πολιτοφύλακες […] θα κατακαή αυτή (η πόλις) μιαν εσπέραν […] εκλιπαρούντες κρούσατε τον κίνδυνο.

Πολλοί ήρξατο να απομακρύνωσι τας οικογενείας των. Ημείς ζητούμεν μόνο 1.000 όπλα και η Εθνική Αμυνα και η Σεβαστή Ελληνική Κυβέρνησις θα έχει την ευθύνην ενώπιον Θεού και ανθρώπων εάν δεν φροντίση εγκαίρως να εξοπλίση τους […] γενναίους πολιτοφύλακες οίτινες ούτε τροφή ούτε ενδυμασία ουδέ τίποτα άλλο ζητούσι από τη μητέρα πατρίδα παρά πώς να αποθάνωσι γενναίως».

Ο ρόλος του Στεργιάδη και η εντολή Γούναρη

«Αποφύγετε δημιουργία προσφυγικού ζητήματος» 

Ο «εκρηκτικός συνδυασμός» της διπλωματικής «απομόνωσης» και της ακατάλληλης στρατιωτικής ηγεσίας είχε προδιαγεγραμμένα αποτελέσματα. Εκείνο, όμως, που εντυπωσιάζει είναι ότι η τότε κυβέρνηση θεωρούσε τους πρόσφυγες σχεδόν… ανεπιθύμητους!

Ο ύπατος αρμοστής της Σμύρνης, Αρ. Στεργιάδης, ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο, που μεταξύ των προσφύγων έγινε συνώνυμο της προδοσίας, φέρεται να είχε ζητήσει, με τηλεγράφημά του, στις 17 Αυγούστου 1922, προς τον επικεφαλής της πλειοψηφίας Δ. Γούναρη, να μεριμνήσει η κυβέρνηση να σταλούν πλοία για την παραλαβή του πληθυσμού.

«Αποστείλατε τάχιστα πλοία προς παραλαβήν στρατού μετά υλικού πολέμου και του πληθυσμού. Α. ΣΤΕΡΓΙΑΔΗΣ»

Για να λάβει την εξής απάντηση:

«Αποφύγετε δημιουργία προσφυγικού ζητήματος. Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ»

Αυτά είχε αποκαλύψει η εφημερίδα «Πατρίς», η οποία τον Ιανουάριο του 1930 (από τις 5/1 έως τις 13/1) δημοσίευσε, σε συνέχειες, τη δεύτερη και τελευταία συνέντευξη που παραχώρησε ο Αρ. Στεργιάδης (η πρώτη είχε παραχωρηθεί, το 1927, στον «Ελεύθερο Τύπο», στον δημοσιογράφο Κ. Ουράνη, η δεύτερη στον δημοσιογράφο Α. Αποστολόπουλο), ο οποίος έμενε στη Νίκαια της Γαλλίας, όπου είχε αυτοεξοριστεί και παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του (1949).

Ετσι, πιθανότατα εξηγείται η στάση του Στεργιάδη σε συνάντησή του με τον Γ. Παπανδρέου στη Σμύρνη, όπου είχε πάει ο τελευταίος ως απεσταλμένος του Κόμματος των Φιλελευθέρων.

Εκεί, σύμφωνα με τον ιστορικό Γρηγόρη Δαφνή (Γρ. Δαφνής, «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων», Αθήνα 1997, σ. 31), όταν ο Στεργιάδης ανακοίνωσε στον Γεώργιο Παπανδρέου την επερχόμενη καταστροφή, δέχτηκε την εύλογη ερώτηση: «Γιατί δεν ειδοποιείτε τον κόσμο να φύγει;»

Η απάντηση του «Ελληνα αρμοστή Σμύρνης» φέρεται να ήταν η εξής:

«Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξει ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα!»

Η απόλυτα «πειθαρχημένη» στάση του Στεργιάδη στις επιθυμίες της Αθήνας να μην της «δημιουργηθεί προσφυγικό ζήτημα» δεν ήταν πρωτόγνωρη.

Ο ίδιος, μιλώντας στην εφημερίδα «Πατρίς», απέδωσε την κάκιστη συμπεριφορά του προς το ελληνικό στοιχείο της Σμύρνης, για την οποία είχε κατηγορηθεί πολλές φορές, σε πολιτικές εντολές κατ’ επιθυμίαν της Γαλλίας…

Εφημερίδα «Πατρίς»

Σύμφωνα με το πέμπτο συνεχόμενο δημοσίευμα (9/1/1930), η «απότομος και δεσποτική» συμπεριφορά του Στεργιάδη οφειλόταν «ακριβώς διά τον σκοπόν μιας ωρισμένης πολιτικής, την οποίαν ώφειλε να μετέλθη συμφώνως προς τας εκ Παρισίων οδηγίας».

«Διά τούτο και οσάκις διεβιβάζοντο προς τον κ. Βενιζέλον παράπονα και διαμαρτυρίαι κατά της αυστηρότητος και της τραχύτητος του Υπάτου Αρμοστού εναντίον του ομογενούς στοιχείου […], ο κ. Βενιζέλος ετήρησε πάντοτε σιγήν προς πάσαν εκείθεν διαμαρτυρίαν», έγραφε η εφημερίδα.

Στη συνέντευξή του ο Στεργιάδης, που είχε διοριστεί σε αυτή τη θέση από τον Βενιζέλο, με τον οποίο συνδεόταν με προσωπική φιλία, είχε αποδώσει την παραμονή του στη θέση του ύπατου αρμοστή μετά τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 σε παράκληση του τότε πρωθυπουργού Δ. Ράλλη και του Δ. Γούναρη.

Ομως, ο Γιάννης Κορδάτος έχει άλλη ανάγνωση της παραμονής του Στεργιάδη στην ίδια θέση, γράφοντας ότι «όταν έπεσε ο Βενιζέλος, έδωκε γην και ύδωρ στον βασιλιά Κωνσταντίνο και στον Γούναρη και έτσι κράτησε τη θέση του. Ηταν όμως πράκτορας της Ιντέλιζενς Σέρβις. Εκανε ό,τι ήθελαν οι Αγγλοι» (Γιάννης Κορδάτος, «Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας», τόμος Ε’, εκδ. 20ός αιώνας, Αθήνα, 1958, σελ. 575, υποσ. 1).

Σε αυτό φαίνεται να συμφωνεί και ο Μικρασιάτης δημοσιογράφος Χρήστος Αγγελομάτης, ο οποίος σε κείμενό του, που διαβάστηκε προ τεσσάρων ετών σε εκδήλωση για την ανατύπωση του βιβλίου του Μ. Ροδά «Η Ελλάδα στη Μ. Ασία», αναφέρει ότι ο Στεργιάδης ήταν «παντοδύναμος, ελέω Εγγλέζων» και προσθέτει παρακάτω πως «ο Στεργιάδης ήταν ο πρώτος πού έπρεπε να εκτελέσει ο Πλαστήρας στο Γουδί, αλλά οι Αγγλοι τους ανθρώπους τους ξέρουν να τους προστατεύουν».

Είναι αξιοσημείωτη η περιγραφή της αποχώρησης του Αρ. Στεργιάδη από τη Σμύρνη από την εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος» (φ. 31/8-13/9 με το νέο ημερολόγιο), η οποία φαίνεται ότι έγινε στις 26 Αυγούστου (8/9):

«Ωρα 7.20′ σήμερα το βράδυ, ο Αριστείδης Στεργιάδης, φρουρούμενος από έναν αξιωματικόν του αγγλικού ναυτικού και τον Διευθυντήν της Αστυνομίας κ. Νικηφοράκην, κατέρχεται την κλίμακα του φρουρίου της Βαστίλης του, υπό τους γιουχαϊσμούς και τας κατάρας του όγκου του μικρασιατικού λαού, ο οποίος ερρίφθη εναντίον του».

Η τραγωδία

Οι Τούρκοι μπαίνουν στη Σμύρνη

Η καταστροφή της Σμύρνης

«Η Σμύρνη καταλήφθηκε από τον Μουσταφά Κεμάλ». Με αυτές τις λέξεις ξεκινούσε το τηλεγράφημα που έστειλε, στις 10 Σεπτεμβρίου 1922 (26 Αυγούστου με το παλαιό ημερολόγιο), ο ύπατος αρμοστής των ΗΠΑ στην Κωνσταντινούπολη, ναύαρχος Μπρίστολ, στο υπουργείο Εξωτερικών.

Ο χρόνος σταμάτησε. Τίποτα δεν θα ήταν πια το ίδιο στην Ελλάδα, στη Μικρά Ασία και γενικότερα στην Εγγύς Ανατολή.

Το σχέδιο του Κεμάλ να απαλλαγεί οριστικά από διάφορες εθνότητες ετίθετο σε εφαρμογή.

Ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας, αφού βίωσε μέρες φρίκης και άγριων σφαγών, εξαναγκάστηκε να πάρει, για ακόμα μια φορά, τον δρόμο του ξεριζωμού.

Η καταγραφή των τελευταίων ημερών της «Γκιαούρ Ιζμίρ» (η άπιστη Σμύρνη, πιο ελεύθερα: η πόλη των απίστων) από τα αρχεία του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ (Στέιτ Ντιπάρτμεντ), τις ανταποκρίσεις των μεγάλων ειδησεογραφικών πρακτορείων (Ρόιτερς και Ασοσιέιτεντ Πρες) και τα ρεπορτάζ των εφημερίδων αποτελεί σημαντικό ιστορικό υλικό.

Οι δραματικές εξελίξεις άρχισαν να προδιαγράφονται στα τέλη Ιουλίου του 1922.

Ο Κεμάλ και οι σύμβουλοί του, παίρνοντας πληροφορίες για μεταφορά ελληνικών στρατευμάτων στη Θράκη (με τελικό στόχο την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης), προσανατολίστηκαν στην επίσπευση της αντεπίθεσής τους, η οποία καθορίστηκε για τις 13 Αυγούστου.

Αρχικά, ο τουρκικός στρατός προχώρησε σε ορισμένες παραπλανητικές επιθέσεις στις 6 και 11 Αυγούστου.

Ωστόσο, η ελληνική διοίκηση, υποτιμώντας τις πληροφορίες της, δεν έλαβε κανένα μέτρο.

Αντίθετα, θεωρήθηκε ακόμα και «ελεγκτέος» ένας αξιωματικός που προειδοποιούσε εγγράφως…

Ηξεραν αλλά…

Αποκαλυπτική είναι η απόρρητη αλληλογραφία που υπάρχει στο Αρχείο της Υπατης Αρμοστείας Σμύρνης για επικείμενη επίθεση του Κεμάλ.

Συγκεκριμένα, ο υποδιοικητής της περιοχής Σωκίων, Σταυρόπουλος, με «Απόρρητο, Απολύτου Προτεραιότητος» σήμα του προς την Διεύθυνση Εσωτερικών Σμύρνης, με ημερομηνία 9/8/1922, ενημερώνει ότι σύμφωνα με εμπιστευτικές πληροφορίες «ματαιωθείσης χθεσινής επιθέσεως Κεμαλικού στρατού με αντικειμενικόν σκοπόν κατάληψιν Μπαλατζίκ αναμένεται αύριο την πρωίαν ή αύριον το εσπέρας».

Στη συνέχεια ο Σταυρόπουλος αναφέρει τις ενέργειες που έκανε για τη μεταφορά των αρχείων της υπηρεσίας και των χρημάτων του ταμείου, ζητώντας διαταγές.

Το σήμα του Σταυρόπουλου διαβιβάζεται στη Γενική Γραμματεία με έγγραφο που υπογράφει ο διευθυντής (δεν αναφέρεται το όνομά του), ο οποίος δηλώνει ότι επικοινώνησε με τον επιτελάρχη της Στρατιάς Μικράς Ασίας και τον ανώτερο γενικό στρατιωτικό διοικητή, που του είπαν πως δεν έχουν ανάλογες πληροφορίες (!) και «αμφότεροι με εβεβαίωσαν ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας».

Μάλιστα, πρόσθεσαν ότι «εν προκειμένω ο Υποδιοικητής έδειξεν έλλειψιν ψυχραιμίας και ότι ελεγκτέος τυγχάνει»! (Αρχείο Υπατης Αρμοστείας Σμύρνης, Φ. 70 – Γενικά Αρχεία του Κράτους).

Η τουρκική επίθεση

Ετσι, την αυγή της 13ης/ 26ης Αυγούστου του 1922, αρχίζει η τουρκική επίθεση.

Στις 4.00 τα ξημερώματα, ο Κεμάλ μεταβαίνει στο παρατηρητήριό του, στο Κοτζά Τεπέ. Μισή ώρα αργότερα το τουρκικό πυροβολικό αρχίζει να βάλλει.

Η επίθεση των Τούρκων ήταν αναμενόμενη. Παρ’ όλα αυτά αιφνιδίασε με την ποιότητά της την ηγεσία του ελληνικού στρατού, που περίμενε να αντιμετωπίσει άτακτα σώματα.

Το τουρκικό πυροβολικό σε συνεργασία με το ιππικό συνέτριψαν σε ελάχιστο χρόνο την 1η και την 4η μεραρχία στρατού, ενώ σημαντική αιτία αποδιοργάνωσης θεωρείται ότι ήταν και η στρατολόγηση γεωργών και γενικά άμαχων χριστιανών, οι οποίοι, εξαιτίας της απειρίας τους και του φόβου τους, αποσυντόνισαν πλήρως τα τακτικά σώματα στρατού.

Στην ελληνική διοίκηση καταλογίζεται ακόμα ότι:

Οι ενισχύσεις δεν έφτασαν σύντομα, λόγω της ανασφάλειας που υπήρχε στο στράτευμα, αφού η κατάλυση του νότιου μετώπου είχε ήδη διαδοθεί.

Δεν υπήρχε σχέδιο σύμπτυξης, μολονότι υπήρχαν πολλές ενδείξεις ότι τα γεγονότα οδηγούσαν προς αυτή την έκβαση.

Δεν υπήρξε μέριμνα για διασφάλιση των επικοινωνιών με αποτέλεσμα, με τη διακοπή κάθε επικοινωνίας με τηλέφωνο ή τηλέγραφο, να παγιδευτεί ο ελληνικός στρατός σε μια εξ ολοκλήρου εχθρική περιοχή.Ετσι, η γραμμή του μετώπου γρήγορα διασπάστηκε και άρχισε η υποχώρηση που μεταβλήθηκε σε φυγή προς δύο κύριες κατευθύνσεις: προς την Προποντίδα και προς τις δυτικές ακτές.

Τον στρατό ακολουθούσαν οι ελληνικοί πληθυσμοί και οι Αρμένιοι από τις περιοχές που εγκαταλείπονταν στα χέρια των Τούρκων.

Ο Κεμάλ διέταξε την καταδίωξη των Ελλήνων κατά την οπισθοχώρησή τους.

Τα κεμαλικά στρατεύματα, όμως, αντιμετώπισαν δυσχέρειες, καθώς οι Ελληνες χρησιμοποίησαν την τακτική της «καμένης γης» για να δυσκολέψουν την καταδίωξή τους από τους Τούρκους.

Αυτό αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως άλλοθι για τις σφαγές των αμάχων, αν και στην πραγματικότητα ο Κεμάλ ήθελε να απομακρύνει από την περιοχή όλες τις εθνικές μειονότητες, ολοκληρώνοντας το σχέδιο που είχε ξεκινήσει η Τουρκία περίπου 10 χρόνια νωρίτερα.

Οι «σύμμαχοι» ανησυχούν

Στις 20 Αυγούστου/2 Σεπτεμβρίου ο γενικός πρόξενος των ΗΠΑ στη Σμύρνη, Τζορτζ Χόρτον, σε τηλεγράφημά του προς το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ αναφέρει τα εξής:

«Η στρατιωτική κατάσταση είναι εξαιρετικά σοβαρή λόγω της εξάντλησης και του χαμηλού ηθικού των Ελληνικών δυνάμεων. Η Κιουτάχεια (Kutaya) και το Αϊδίνι (Aidin) εκκενώθηκαν και κάηκαν χθες. Το Α’ Σώμα Στρατού κακώς είχε αποσυρθεί δυτικά του Ουσάκ (Ushak). Είχε ενωθεί με το Β’ Σώμα, το οποίο ξέφυγε (σ.σ. από την αιχμαλωσία) κάνοντας μεγάλη παράκαμψη. Αυτή η δύναμη εμποδίζει την τουρκική επίθεση στη Σμύρνη αλλά δεν είναι αξιόπιστη.

Το Γ’ Σώμα Στρατού είναι στο Εσκί-Σεχίρ αλλά πιθανότατα θα εκκενώσει και θα κάψει την πόλη. Ενίσχυση της Μεραρχίας προσδοκάται σήμερα. Η γνώμη μου είναι ότι η κατάσταση είναι τόσο σοβαρή ώστε δεν μπορεί να γίνει κάτι τώρα. Ο πανικός έχει εξαπλωθεί ανάμεσα στους ξένους χριστιανικούς πληθυσμούς όπως ακριβώς και στους Ελληνες και πολλοί προσπαθούν να φύγουν.

Καθώς ο αποθαρρυμένος ελληνικός στρατός φτάνει στη Σμύρνη, παρουσιάζονται μεγαλύτερα προβλήματα και οι απειλές για κάψιμο της πόλης [ακούγονται] ελεύθερα. Εν όψει των παραπάνω, μεθ’ υπολήψεως ζητάω να σταλεί καταδρομικό στη Σμύρνη για να προστατεύσει το Προξενείο και τους υπηκόους (σ.σ. των ΗΠΑ)». (Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ-Γραφείο Ιστορίας-Εγγραφα σχετικά με τις εξωτερικές σχέσεις των ΗΠΑ, 1922, Κεφάλαιο ΙΙ, Ελλάδα, σελ. 414, τηλεγράφημα 767.68/274).

Ο πανικός

Η καταστροφή της Σμύρνης

Την επόμενη μέρα, 21 Αυγούστου/3 Σεπτεμβρίου, οι συμμαχικές δυνάμεις αρχίζουν να στέλνουν πολεμικά πλοία στη Σμύρνη για να προφυλάξουν τους υπηκόους τους.

Καταπλέουν, σταδιακά, 11 αγγλικά, πέντε γαλλικά και τρία αμερικανικά πλοία.

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τη μαρτυρία του επικεφαλής του Γραφείου Τύπου της Υπατης Αρμοστείας Σμύρνης, Μ. Ροδά, στα λιμάνια της Χίου και της Μυτιλήνης ήταν καθηλωμένα 50 ελληνικά εμπορικά πλοία, καθώς η ελληνική κυβέρνηση δεν επέτρεπε να πάνε να βοηθήσουν στη Σμύρνη (Μ. Ροδάς, «Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία – Μικρασιατική Καταστροφή»).

Προφανώς, στο πλαίσιο της πολιτικής της αποφυγής «προσφυγικού ζητήματος»…

Στις 22 Αυγούστου/4 Σεπτεμβρίου, ο Τζορτζ Χόρτον στέλνει νέο τηλεγράφημα προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, στο οποίο αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής:

«Πρόσφυγες ξεχύνονται στη Σμύρνη και ξεσπάει πανικός. Στο πλαίσιο του ανθρωπισμού και για την ασφάλεια των αμερικανικών συμφερόντων σας ικετεύω (σ.σ. Ι beg you) να μεσολαβήσετε προς την κυβέρνηση της Αγκυρας για αμνηστία, ώστε να επιτρέψουν στις ελληνικές δυνάμεις να εκκενώσουν. […]. Ο Ελληνας Υπατος Αρμοστής χθες βράδυ επέτρεψε σ’ εμένα προφορικά να πάρω μέτρα για διαμεσολάβηση […]» (ό.π., σελ. 414 & 415, τηλεγράφημα 767.68/276).

Την επόμενη μέρα, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ ενημερώνει τον Τζορτζ Χόρτον ότι θα σταλούν αντιτορπιλικά στη Σμύρνη για να βοηθήσουν στην ασφάλεια των Αμερικανών και των ιδιοκτησιών τους, καθιστώντας σαφές ότι «η αποστολή των πολεμικών πλοίων είναι αποκλειστικά για την προστασία των Αμερικανών»! (ό.π., σελ. 415, τηλεγράφημα 767.68/274).

Στην Αθήνα φτάνουν από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες οι πρώτες ειδήσεις για το επερχόμενο προσφυγικό κύμα.

Στις 25/8 (7/9) η εφημερίδα «Αθήναι» του Γεώργιου Πωπ δημοσιεύει ανταπόκριση από το Λονδίνο, σύμφωνα με την οποία «κατόπιν της ήττης των Ελλήνων η εκκένωσις της Σμύρνης θεωρείται αναπόφευκτος. Χριστιανοί πρόσφυγες συρρέουν εις την Σμύρνην, όπου φόβοι υπάρχουν ταραχών».

Οι πρώτοι 80

Την ίδια ημέρα το «Εθνος» δημοσιεύει μια μικρή είδηση με τίτλο «Αφιξις των υπαλλήλων Σμύρνης», στην οποία διαβάζουμε τα εξής:

«Διά του καταπλεύσαντος σήμερον εκ Σμύρνης εις Πειραιά ατμοπλοίου «Υπεροχή» αφίκοντο ο Τούρκος νομάρχης Σμύρνης, πλείστοι υπάλληλοι της ελληνικής Αρμοστείας, οι υπάλληλοι των εκεί υποκαταστημάτων των Τραπεζών Εθνικής και Αθηνών, μετεφέρθησαν δε τα Αρχεία της Αρμοστείας και το ταμείον του υποκαταστήματος της Εθνικής Τραπέζης. Επίσης αφίκοντο 800 επιβάται, εξ ων οι πλείστοι πρόσφυγες».

Το απόγευμα της Παρασκευής 25/8 αναχωρούν από τη Σμύρνη όλα τα ελληνικά πλοία, μεταφέροντας κυρίως στρατιωτικές δυνάμεις.

Οπως γράφουν οι εφημερίδες (βλ. «Αθήναι» 28/8-10/9), η κυβέρνηση είχε δώσει εντολή να κατευθυνθούν προς Χίο ή Μυτιλήνη.

Ομως, οι εξαντλημένοι στρατιώτες υποχρέωσαν τους πλοιάρχους να αλλάξουν πορεία και να κατευθυνθούν στον Πειραιά.

Η κυβέρνηση φοβήθηκε ότι οι οπλισμένοι στρατιώτες θα προχωρούσαν σε έκτροπα με την άφιξή τους στον Πειραιά ή θα έπαιρναν μέρος στο Κίνημα που εκδηλώθηκε λίγες μέρες αργότερα.

Γι’ αυτό, όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα, είχαν ληφθεί έκτακτα μέτρα στο λιμάνι από το Φρουραρχείο και την Αστυνομική Διεύθυνση, με την ενίσχυση δύο λόχων πεζικού από την Αθήνα, «διότι είχον κυκλοφορήσει πολλαί ανησυχητικαί διαδόσεις περί των διαθέσεών των. Μάλιστα, συνεπεία των διαδόσεων τούτων εδημιουργήθη προς στιγμήν και μικροπανικός, πολλά δε των καταστημάτων ήρχισαν να κλείνουν».

Πρώτο κατέπλευσε το ατμόπλοιο «Αθήναι» με περίπου 600 στρατιώτες.

Oι στρατιώτες το μόνο που ζήτησαν ήταν τα απολυτήριά τους και μόλις πληροφορήθηκαν ότι αποβιβαζόμενοι θα έπαιρναν φύλλο αορίστου αδείας άρχισαν να εξέρχονται ήσυχα, χωρίς να δημιουργηθεί κανένα επεισόδιο.

Ακολούθησαν το ατμόπλοιο «Ρούμελη» με άλλους 600 στρατιώτες και το φορτηγό «Ιωάννης» με περίπου 2.000 στρατιώτες.

Την αποβίβαση των στρατιωτών παρακολουθούσε πλήθος συγκεντρωμένου κόσμου, κυρίως μητέρες, αδελφές και σύζυγοι, που περίμεναν τους δικούς τους ή κάποιο νέο για τους αγνοούμενους.

Τις ίδιες μέρες πρόσφυγες αρχίζουν και φεύγουν από τα παράλια της Μικράς Ασίας με όποιο μέσο μπορούν.

Αργότερα θα μάθουμε («Ριζοσπάστης», 3/16 Σεπτεμβρίου) ότι πολλοί έφτασαν στα απέναντι ελληνικά νησιά ακόμα και με βάρκες…

Οπως σημειώνεται σε τηλεγράφημα (27 Αυγούστου/9 Σεπτεμβρίου) από την Κωνσταντινούπολη προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, «η ελληνική διοίκηση της πόλης [της Σμύρνης] σταμάτησε στις 10 το βράδυ της Παρασκευής και οι Σύμμαχοι ανέλαβαν την πόλη» (ό.π., σελ. 418, τηλεγράφημα 767.68/297).

Από το ίδιο τηλεγράφημα μαθαίνουμε ακόμα ότι ο ύπατος αρμοστής Στεργιάδης δεν έφυγε με ελληνικό πλοίο αλλά «επιβιβάστηκε στο Αϊρον Ντιουκ [σ.σ. πρόκειται για το βρετανικό πολεμικό σκάφος Iron Duke]», με το οποίο έφτασε στη Γαλλία.

Και δεν επέστρεψε ποτέ στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, «το Ελληνικό Γενικό Αρχηγείο αποσύρθηκε στο Τσεσμέ, απέναντι από τη Χίο».

Είναι αποκαλυπτικό το τηλεγράφημα του διπλωματικού υπεύθυνου των ΗΠΑ για την Ελλάδα προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, στο οποίο αναφέρει ότι ο Ελληνας υπουργός Εξωτερικών του ζήτησε μόλις στις 26 Αυγούστου/8 Σεπτεμβρίου να κάνει επείγουσα έκκληση στην κυβέρνηση των ΗΠΑ για να βοηθήσουν στη σωτηρία 500.000 προσφύγων που συγκεντρώθηκαν στα λιμάνια της Μικράς Ασίας.

«Αυτός δηλώνει ότι […] τα Ελληνικά πλοία τώρα απασχολούνται στην εκκένωση της Μικράς Ασίας από τα ελληνικά στρατεύματα και η Ελληνική κυβέρνηση δεν έχει πλοία για να πάρει τους πρόσφυγες στην Ελλάδα ούτε φαγητό ή σκηνές γι’ αυτούς. […] Ιδια έκκληση έγινε στους εκπροσώπους των συμμάχων εδώ», ανέφερε ο διπλωματικός υπεύθυνος (ό.π., σελ. 416 & 417, τηλεγράφημα 868.48/87).

Στις 27 Αυγούστου/9 Σεπτεμβρίου οι πρώτοι έφιπποι Τσέτες μπήκαν στη Σμύρνη.

Ωστόσο, η είδηση θα μεταδοθεί λογοκριμένη στην Αθήνα.

Ετσι, η εφημερίδα «Αθήναι» θα δημοσιεύσει, στις 28 Αυγούστου/10 Σεπτεμβρίου ένα «μονόστηλο» της τελευταίας στιγμής (επί του πιεστηρίου) με τίτλο «Οι τούρκοι εισήλθον εις Σμύρνην».

Ομως, στο κείμενο δεν αναφέρεται τίποτα! Η λογοκρισία έχει κάνει το «θαύμα» της.

Ενα λευκό κενό ανάμεσα σε δύο παραγράφους έχει «εξαφανίσει» το θέμα που προαναγγέλλει ο τίτλος…

Η διαταγή του «χασάπη»

Τη διοίκηση της πόλης ανέλαβε ο γνωστός και ως «χασάπης της Σμύρνης», Νουρεντίν πασάς.

Η πρώτη επίσημη διαταγή του έλεγε μεταξύ άλλων:

«Α. Ολοι οι Ελληνες και οι Αρμένιοι από του 18ου έτους μέχρι του 45ου, οι ευρισκόμενοι εις τα απελευθερωθέντα εδάφη από τον στρατόν μας, καθώς και οι Ελληνες και οι Αρμένιοι οι μεταφερθέντες από τον ελληνικόν στρατόν εις τα παράλια προς επιβίβασιν και εγκαταλειφθέντες κατόπιν της ακατασχέτου καταδιώξεως του στρατού μας πρέπει να παραδοθούν πάραυτα. Θα κρατηθούν ως αιχμάλωτοι μέχρι πέρατος των εχθροπραξιών. Το μέτρον τούτο λαμβάνεται εναντίον των διότι έλαβον επισήμως τα όπλα εναντίον της πατρίδος, διότι κατετάγησαν εις τον εχθρικόν στρατόν, διότι τελευταίως ακόμη επυρπόλησαν πόλεις και χωριά και διέπραξαν ανηκούστους ωμότητας εναντίον του ειρηνικού πληθυσμού και διά να μην προσέλθουν, εάν αφεθούν ελεύθεροι, να ενισχύσουν τον εχθρικόν στρατόν.

Β. Ολοι εκείνοι τους οποίους δεν αφορά το πρώτον άρθρον και γενικώς όλαι αι σμυρναίικαι οικογένειαι ή Ελληνες ή Αρμένιοι πρόσφυγες δύνανται να μεταναστεύσουν μέχρι της 30ής Σεπτεμβρίου 1338 [σ.σ. τουρκική ημερομηνία]. Οσοι, παρελθούσης της προθεσμίας ταύτης, δεν έχουν εγκαταλείψει την χώραν και θα κριθούν ύποπτοι απειλής κατά της ασφαλείας του στρατού και της δημοσίας τάξεως, θα οδηγηθούν εκτός της πολεμικής ζώνης».

Τις ίδιες ημέρες στην Αγγλία η κυβέρνηση ενδιαφέρεται περισσότερο για το πώς θα εξασφαλιστεί η παρουσία της στην πετρελαιοπαραγωγό Μοσούλη.

Το θέμα συζητείται (στις 29 Αυγούστου/11 Σεπτεμβρίου) σε υπουργικό συμβούλιο υπό τον πρωθυπουργό Λόιντ Τζορτζ (D. Lloyd George), όπου ο υφυπουργός Πολέμου ενημερώνει ότι θα πρέπει να αισθάνονται την παρουσία του Κεμάλ «στην περιοχή της Μοσούλης και στο Ιράκ, γενικότερα», καθώς υπάρχουν 2.000-3.000 τουρκικά στρατεύματα (σ.σ. προφανώς του στρατού του σουλτάνου) βόρεια και βορειοδυτικά της Μοσούλης και με τη βοήθεια των στρατευμάτων του Κεμάλ «θα μπορούσαν να μας θέσουν εκτός της Μοσούλης σε ένα δεκαπενθήμερο» (πηγή: Βρετανικά Αρχεία, Υπουργική Διάσκεψη 137, 11 Σεπτεμβρίου 1922).

Η Μαύρη Τετάρτη

Διά πυρός και σιδήρου

Η καταστροφή της Σμύρνης

Η Μαύρη Τετάρτη της 31ης Αυγούστου 1922 (13 Σεπτεμβρίου) θα μείνει άσβεστη στη μνήμη όλων των Ελλήνων, καθώς κορυφώθηκε το μικρασιατικό δράμα.

Οι λεηλασίες και οι φόνοι είχαν αρχίσει πριν από 4 ημέρες, όταν μπήκαν στην πόλη οι Τσέτες (οι «Τάιμς της Νέας Υόρκης» σε δημοσίευμα της 15ης Σεπτεμβρίου 1922 έγραφαν ότι οι Τσέτες είχαν απελευθερωθεί από τις τουρκικές φυλακές και η αμοιβή τους ήταν το πλιάτσικο από τις λεηλασίες. Παρότι χρησίμευσαν ως μια «βολική» δικαιολογία για τις βιαιότητες του τουρκικού στρατού, στην πραγματικότητα υπάκουαν πλήρως στις εντολές των ανωτέρων τους).

Μπροστά στα μάτια του Νουρεντίν δολοφονήθηκε και κατακρεουργήθηκε ο μητροπολίτης Χρυσόστομος, ενώ από την επόμενη μέρα που έφταναν οι τακτικές δυνάμεις, οι σφαγές και οι λεηλασίες άρχισαν να συστηματοποιούνται στις ελληνικές και στην αρμενική συνοικία.

Πρόσφυγες από κοντινά χωριά αλλά και από τη Σμύρνη έτρεχαν στην ακτή ζητώντας τρόπο να ξεφύγουν από τις ορδές των Τούρκων.

Αλλοι κλείνονταν στα σπίτια τους και άλλοι ζητούσαν προστασία σε νεκροταφεία και εκκλησίες.

Σε τηλεγράφημα προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, με ημερομηνία 12 Σεπτεμβρίου, αναφέρεται:

«[περιγράφοντας τους πρόσφυγες], μερικοί μόνοι, οικογένειες, ομάδες και περίπου 5.000 κρυμμένοι σε ιδρύματα ή κουλουριασμένοι εδώ και εκεί, που μετακινούνται όταν κάποιοι ξεκινούν να τους πυροβολούν…»

Στους «Τάιμς της Νέας Υόρκης» δημοσιεύτηκε ότι δεν έμεινε σπίτι άθικτο.

Παραβιάζονταν οι πόρτες, ατιμάζονταν οι γυναίκες, οι άντρες σφάζονταν, τα σπίτια λεηλατούνταν.

Οι δρόμοι ήταν στρωμένοι από πτώματα φρικτά παραμορφωμένα.

Για τις ελληνικές συνοικίες αναφέρεται από τον Χ. Ε. Αγγελομάτη ότι «από της νύκτας όμως της 31ης Αυγούστου, το έργον της καταστροφής διά πυρός και σιδήρου της Αρμενικής Συνοικίας είχε τερματισθεί, οι Τούρκοι εστράφησαν εξ ολοκλήρου προς τας ελληνικάς».

Επίσης, ο Αγγλος συγγραφέας Michael Llewellyn Smith («Το Οραμα της Ιωνίας – Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία, 1919-1922», Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης», Αθήνα 2009, σελ. 51) δίνει την ακόλουθη περιγραφή για τους πρόσφυγες:

«Καθώς τα μαύρα μαντάτα, διαστρεβλωμένα από τις φήμες, έφταναν συνέχεια από το εξωτερικό, το ρυάκι των προσφύγων φούσκωνε και γινόταν σταθερό ρεύμα. Με την άφιξή τους επιβεβαίωναν αυτό που ήξεραν όλοι, ότι είχε έρθει το τέλος της ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία. Οι πρόσφυγες έφταναν κατά χιλιάδες στη Σμύρνη και σε όλες τις παράλιες πόλεις. Κοιμούνταν στις εκκλησίες, στα σχολεία, στα φιλανθρωπικά ιδρύματα των Αμερικανών, στις σχολές ιεραποστόλων της ΧΑΝ, και στους δρόμους…»

Και όμως, ακόμα και αυτή τη στιγμή, οι επικεφαλής των συμμαχικών πλοίων αρνούνταν να επέμβουν για τη διάσωση των χριστιανών χάριν της… ουδετερότητας.

Στις 13 Σεπτεμβρίου (31 Αυγούστου, με το παλαιό ημερολόγιο), κατά άλλες πηγές στη 1 το μεσημέρι και κατ’ άλλες στις 4 το απόγευμα, ξέσπασε η μεγάλη φωτιά στην αρμενική συνοικία, που κατέστρεψε ολόκληρο το δυτικό μέρος.

Κατά… σύμπτωση, ο άνεμος φυσούσε έτσι ώστε να απομακρύνει τη φωτιά από την τουρκική συνοικία.

Ηταν η πρώτη μέρα μετά την κατάληψη της Σμύρνης που φυσούσε νοτιοδυτικός άνεμος και ήταν σίγουρο ότι θα κατεύθυνε τη φωτιά προς τα δυτικά και όχι προς τη μουσουλμανική περιοχή της πόλης.

Ακόμα, υπάρχουν πολλές μαρτυρίες που αναφέρουν ότι Τούρκοι στρατιώτες άδειαζαν βενζίνη και απομακρύνονταν.

Οι «Τάιμς της Νέας Υόρκης» υπογραμμίζουν, σε δημοσίευμα της 15ης Σεπτεμβρίου 1922, ως ιδιαίτερα αξιόπιστη τη μαρτυρία της Minnie Β. Mills, διευθύντριας του Αμερικανικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος, η οποία δήλωσε ότι είδε έναν λοχία ή αξιωματικό του τουρκικού τακτικού στρατού να μπαίνει σε ένα κτίριο κοντά στο σημείο όπου παρατηρήθηκαν οι πρώτες φλόγες.

Αυτός μετέφερε μικρά κουτιά, τα οποία προφανώς περιείχαν κηροζίνη. Αμέσως μόλις έφυγε από το κτίριο, ξέσπασαν οι φλόγες.

Αλλες μικρότερες πυρκαγιές ξεκίνησαν λίγο μετά.

Ο ανταποκριτής του Ρόιτερς, που είχε επιβιβαστεί σε βρετανικό πλοίο, ανέφερε σε ανταπόκρισή του ότι «εκατοντάδες πτώματα των θυμάτων της τουρκικής σφαγής στη Σμύρνη βρίσκονταν στους δρόμους της πόλης».

«Οταν έφυγα από τη Σμύρνη», είπε ο ίδιος, «οι Τούρκοι εξακολουθούσαν τις λεηλασίες και τις σφαγές. Οι αποβάθρες ήταν γεμάτες με πρόσφυγες».

Ενδεικτική της ανθρώπινης τραγωδίας είναι η ακόλουθη εικόνα που δίνει ο Τζορτζ Χόρτον (George Horton «Η μάστιγα της Ασίας», «Εστία», Αθήνα 2006, σελ. 113-114):

«Πολλοί από τους πρόσφυγες κουβαλούσαν τους αρρώστους στους ώμους τους. Θυμάμαι ιδιαίτερα μια γυναίκα με γκρίζα μαλλιά η οποία σερνόταν μέσα στους δρόμους της Σμύρνης κουβαλώντας στην πλάτη της τον σκελετωμένο γιο της που ψηνόταν στον πυρετό. Ηταν πιο ψηλός από τη μητέρα του και τα πόδια του σερνόντουσαν στο χώμα».

Ο Θ. Πετσάλης-Διομήδης γράφει:

«Χιλιάδες μυριάδες χριστιανοί είχαν πια σωριαστεί στις ακρογιαλιές της Μικρασίας, ελπίζοντας να σωθούν, ας είναι και κολυμπώντας. Οι πρώτοι Τούρκοι είχαν φτάσει μπρος στη Σμύρνη. Χυθήκανε μέσα στην πολιτεία… Οι πρώτες φωτιές είχαν κιόλας ανάψει. Μέσ’ στην παραζάλη, μανάδες χάνουν τα παιδιά, ο άντρας τη γυναίκα. Τα ξένα καράβια σαλπάρουν, χωρίς να σώσουν από του χάρου τα δόντια τους δύστυχους χριστιανούς, που πηδάνε στο νερό παρακαλώντας, καλώντας «βοήθεια! βοήθεια!» .

Κι αν πρόκανε κανένας και κρεμάστηκε από μια κουπαστή ή από καμιά σκάλα καραβιού, του λύνουνε τα χέρια με το ζόρι…[…] Θηριωδίες θα πεις ανήκουστες. Φοβήθηκαν τάχα οι ξένοι καπεταναίοι να μη βουλιάξουν τα καράβια τους από το παραφόρτωμα.

Αντίκρυ η Σμύρνη καίγεται, τριζοβολάει μέσα στις φλόγες, πνίγεται στους καπνούς τους μαύρους. Το Κε (Quae) -η παραλία- πνιγμένη στον κόσμο που δέρνεται μ’ αλλοφροσύνη, ποιος να σωθεί. Οι φλόγες μανιάζουν δέκα – είκοσι το πολύ μέτρα πίσω τους.

Μπροστά τους θάλασσα με τα ξέχειλα καράβια, με τα τουμπανισμένα πτώματα που επιπλέουν, με τα βρώμικα νερά, να σωθούνε, να σωθούνε, να σωθούνε»… (Θ. Πετσάλη-Διομήδη, «Σελίδες τραγωδίας», Περιοδικό Νέα Εστία, Μνήμη Μικράς Ασίας, τ. 1.091, σ. 50, Αθήνα 1972).

Ο Ιάπωνας πλοίαρχος που δίδαξε αλληλεγγύη

Αυτό που δεν έκαναν τα «συμμαχικά» πλοία στους εκλιπαρούντες για σωτηρία πρόσφυγες το έκανε ο πλοίαρχος ενός ιαπωνικού φορτηγού πλοίου.

Η ηρωική στάση του Ιάπωνα πλοιάρχου έγινε γνωστή με τον κατάπλου στον Πειραιά του φορτηγού «Τάκεϊ-Μάρου», που διέσωσε 325 πρόσφυγες, κυρίως γυναίκες και παιδιά, που όπως πολλοί άλλοι ικέτευαν τα συμμαχικά πλοία να τους βοηθήσουν.

Η πειραϊκή εφημερίδα «Σημαία» έγραφε, στις 3/9/1922 (16/9, με το νέο ημερολόγιο):

«Ο Ιάπων Κυβερνήτης συγκινηθείς από το θέαμα απέστειλεν ατμακάτους δι’ ων παρέλαβε τα γυναικόπαιδα αυτά επί του πλοίου του. Ενώ όμως ο αντιπρόσωπος της Εταιρίας ητοιμάζετο να δώση το σύνθημα του απόπλου εκυκλώθη υπό αξιωματικών του Κεμαλικού Επιτελείου, μετ’ αποσπάσματος στρατιωτικού αξιωσάντων την παράδοσιν των επί του Ιαπωνικού επιβιβασθέντων Ελλήνων.

Ο κ. Λου αντιταχθείς εντόνως ειδοποίησε τον Κυβερνήτη του «Τάκεϊ-Μάρου». Ο δε Ιάπων Κυβερνήτης εν αγανακτήσει απήντησεν ότι απαξιοί απαντήσεως των αρχηγών τοιούτων κακούργων ορδών, αίτινες καταισχύνουν τον ανθρωπισμόν και ότι δεν εννοεί να παραδώση ουδένα των προσφύγων των τεθέντων υπό την προστασίαν της Ιαπωνικής σημαίας, έτοιμος να προκαλέση […] επέμβασιν της Κυβερνήσεώς του, εάν επεχείρουν προσβολήν κατά της σημαίας του.

Οι Κεμαλικοί καταπλαγέντες εκ του εντόνου ύφους της απαντήσεως του Ιάπωνος Κυβερνήτου, αφού συνεννοήθησαν μετά του Διοικητού των, απεχώρησαν […]. Ο Ιάπων αντιπρόσωπος διέταξε, σημειωτέον, την δωρεάν μεταφοράν των ανωτέρω γυναικόπαιδων εις Πειραιά.

Οι πρόσφυγες αφηγούνται ότι όταν το πλοίο απέπλεε εκ του λιμένος Σμύρνης το αίμα έρεε ποταμηδόν, άνευ υπερβολής, από τα θύματα, άτινα δεν ετουφεκίζοντο, αλλ’ εκρεουργούντο φρικωδώς…».

Η φωτιά ξύπνησε τους «συμμάχους»

Η καταστροφή της Σμύρνης

Μια μέρα μετά την εκδήλωση της μεγάλης πυρκαγιάς, η οποία έκαιγε για μέρες κτίρια της πόλης, έγινε σύσκεψη στη Σμύρνη μεταξύ Βρετανών, Γάλλων, Ιταλών και Αμερικανών στρατιωτικών αξιωματούχων.

Αυτή φαίνεται ότι ήταν καθοριστική για την αλλαγή της στάσης των «συμμάχων» απέναντι στους απελπισμένους πρόσφυγες.

Συγκεκριμένα, σε τηλεγράφημα από την Κωνσταντινούπολη προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ μαθαίνουμε ότι η σύσκεψη των αξιωματούχων έγινε στις 2/15 Σεπτεμβρίου και «αποφασίστηκε ότι η μόνη λύση είναι η απομάκρυνση των προσφύγων».

«Ο Ιταλός ναύαρχος θα προσπαθήσει να πάρει άδεια από τον Κεμάλ ώστε τα ελληνικά πλοία να εισέλθουν στο λιμάνι της Σμύρνης για την εκκένωση […]. Σε περίπτωση που ο Κεμάλ αρνηθεί, αυτό που πρέπει να αποφύγουμε είναι η καθυστέρηση στην ανάληψη δράσης. Εκτιμώ ότι 150.000 πρόσφυγες πρέπει να απομακρυνθούν», ενημερώνει ο ύπατος αρμοστής των ΗΠΑ, ναύαρχος Μπρίστολ (ό.π., σελ. 424 & 425, τηλεγράφημα 868.48/113).

Τηλεγράφημα του Αμερικανού Πρόξενου στη Σμύρνη στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ

Τρεις ημέρες αργότερα, σε νεότερο τηλεγράφημα, ενημερώνεται η Ουάσινγκτον ότι έγινε η συνάντηση του Ιταλού ναυάρχου με τον Κεμάλ, ο οποίος, όμως, εμφανίστηκε αρνητικός να επιτρέψει την προσέγγιση ελληνικών πλοίων στη Σμύρνη, λέγοντας ότι δεν θα μπορούσε να αναλάβει την ευθύνη για κάτι τέτοιο.

Την ίδια μέρα, συγκαλείται στο Λονδίνο υπουργικό συμβούλιο υπό τον πρωθυπουργό Λόιντ Τζορτζ, με δύο θέματα σχετικά με τους πρόσφυγες στη Σμύρνη, την παροχή βοήθειας και τη διάθεση πλοίων για την απομάκρυνσή τους (Βρετανικά Αρχεία – Υπουργικό Συμβούλιο 138 – 18/9/1922).

Οπως διαβάζουμε στα πρακτικά, «ο πρωθυπουργός εξήγησε εν συντομία την κατάσταση. Καθώς η κεμαλική κυβέρνηση αρνείται να επιτρέψει την αποστολή ελληνικών πλοίων στη Σμύρνη για να παραλάβουν πρόσφυγες, μπορεί (είπε) να είναι απαραίτητο να σταλούν συμμαχικά πλοία για τον σκοπό αυτό».

Ακολούθως, αναφέρεται ότι υπήρχαν 15 πλοία που θα μπορούσαν να βρίσκονται εντός 48 ωρών στη Σμύρνη, αλλά καθώς το κόστος εθεωρείτο υψηλό, συμφωνήθηκε να σταλούν δύο ή τρία πλοία και να ενημερωθεί σχετικά η Ελλάδα.

Ωστόσο, ο χρόνος που είχαν θέσει οι Τούρκοι για την απομάκρυνση των προσφύγων (30/9) κοντεύει να εκπνεύσει.

Ετσι, στις 23 Σεπτεμβρίου 1922, ο Αγγλος βαρόνος Μόρις Χάνκεϊ (Maurice Pascal Alers Hankey), στενός συνεργάτης του πρωθυπουργού Λόιντ Τζορτζ, στέλνει μια απόρρητη επιστολή στον Ρόναλντ Λίντσεϊ (Sir Ronald Charles Lindsay), βοηθό του τότε υφυπουργού Εξωτερικών, στην οποία του επισημαίνει ότι «δεν υπάρχει χρόνος, ως εκ τούτου, για χάσιμο στην ανάληψη δράσης».

Απόρρητη αγγλική επιστολή με την οποία ζητείται επειγόντως η απομάκρυνση προσφύγων από την Σμύρνη

«Σας προκάλεσε κάποια πίεση το γεγονός ότι υπάρχει ισχυρός λόγος να πιστέψετε ότι εάν πρόσφυγες δεν μετακινηθούν από τη Σμύρνη πριν από την 30ή Σεπτεμβρίου, το χειρότερο μπορεί να συμβεί, και ως εκ τούτου δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο στην ανάληψη δράσης, ειδικότερα καθώς οι Ελληνες δεν αναμένεται να μπορούν να είναι σε θέση να ολοκληρώσουν το έργο μέσα στις λίγες ημέρες που απομένουν», ανέφερε ο Χάνκεϊ, σημειώνοντας με έμφαση ότι στέλνει την επιστολή με πρωθυπουργική εντολή, καθώς να σημειώσουμε ότι είχε προηγηθεί το υπουργικό συμβούλιο (πηγή: Αρχεία Βρετανικού Κοινοβουλίου – Αρχείο Λόιντ Τζορτζ – LG_F_26_2_33.Hankey Letter).

Η άφιξη των προσφύγων στη «μητέρα πατρίδα» δεν σήμαινε και το τέλος των περιπετειών ή των δυσκολιών τους.

Αντίθετα, φτάνοντας σε ένα κράτος καθημαγμένο από τους πολυετείς πολέμους, με μια πολιτική ηγεσία υπό κατάρρευση, χρειάστηκε να παλέψουν σκληρά για να νικήσουν κακουχίες, στερήσεις, ακόμα και την επιφυλακτικότητα ή και εχθρότητα πολλών «γηγενών», και να «χτίσουν» ξανά τις ζωές τους δίνοντας μια νέα «ταυτότητα» στη χώρα.

«Εμείς οι άλλοι περιμέναμε τρεις μέρες, ώσπου μπήκαμε σε καΐκια και μπαρκάραμε για τη Μυτιλήνη. Ωσπου να πατήσει το ποδάρι του ο τούρκικος στρατός στο χωριό άραζαν καΐκια και μας παίρναν. Πίσω – πίσω στη Μυτιλήνη δεν μας δέχουνταν. Δεν είναι και πλούσιος τόπος. Από ένα μαξούλι [σοδειά] περιμένει. Βασανιστήκαμε, κακοκοιμηθήκαμε, κακοφάγαμε, μεγάλη συμφορά πάθαμε. Και ποιος δεν έκλαψε νεκρούς; Και ποιος δεν κακοπάθησε και ποιος δεν κλαίει ακόμα; Μονάχα τα παιδιά που γεννήθηκαν εδώ τ’ ακούνε σαν ψεύτικα παραμύθια», διηγούνταν ο Απόστολος Μυκονιάτης, πρόσφυγας από το παραθαλάσσιο χωριό Ατζανός, κοντά στην Πέργαμο, απέναντι από τη Λέσβο (Φ. Αποστολόπουλος, Γ. Τενεκίδης, Η Εξοδος: μαρτυρίες από τις επαρχίες των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας, τόμος Α’, σ. 142, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1980).

Ομως και όσοι έφτασαν στον Πειραιά ή στην Αθήνα όχι μόνο δεν ήταν… ευπρόσδεκτοι, απεναντίας είχαν να αντιμετωπίσουν και ένα εντελώς ανέτοιμο κράτος.

Χαρακτηριστική της κατάστασης που αντιμετώπιζαν οι πρόσφυγες μετά την αποβίβασή τους στο λιμάνι του Πειραιά είναι η εικόνα που καταγράφεται στην αφήγηση της Τασίας Χρυσάφη-Ακερμανίδου.

Η Ακερμανίδου ήταν από τα παιδιά που γεννήθηκαν πάνω στα πλοία κατά τη διάρκεια μεταφοράς των προσφύγων στην Ελλάδα.

Οταν η οικογένειά της έφτασε μετά από πολυήμερο ταξίδι στο λιμάνι του Πειραιά, βρέθηκε αντιμέτωπη με την παρακάτω εικόνα:

«Εκεί ήτανε το μεγάλο δράμα των γονιών μου, γιατί με το μωρό στην αγκαλιά η μαμά μου […] πηγαίνανε στα ξενοδοχεία και ρωτούσανε αν υπάρχει κρεβάτι, αν υπάρχει δωμάτιο και τους λέγανε “τσ!”, ούτε όχι δεν λέγανε, “τσ!” κάναν με τη γλώσσα τους και αυτό ήτανε. Εζήτησε λέει ένα ποτήρι γάλα για τη λεχώνα και του είπανε δεν έχουμε. Γιατί μας θεωρούσανε παράσιτα. Ηρθαν οι “πρόσφυγγες” να πάρουν το ψωμί μας, έτσι λέγανε».

Μετά από περιπλάνηση αρκετών ημερών, η οικογένεια Ακερμανίδη βρήκε στέγη με τη βοήθεια μιας γυναίκας που έμενε στη συνοικία της Γαργαρέττας κάτω από την Ακρόπολη.

Ο μοναδικός χώρος που μπορούσε να τους προσφέρει ήταν ένα κοτέτσι στην αυλή του σπιτιού της.

Αφού πρώτα έσφαξε τη μοναδική κότα που είχε και ασβέστωσε καλά τον χώρο, το κοτέτσι αποτέλεσε το πρώτο «σπίτι» της οικογένειας Ακερμανίδη για έναν τουλάχιστον μήνα μετά την άφιξή της στην Αθήνα (Μενέλαος Χαραλαμπίδης «Πρόσφυγες και γηγενείς στη μεσοπολεμική Αθήνα: πτυχές μιας δύσκολης συμβίωσης», tvxs.gr).

Πρόσφυγες από τη Σμύρνη στον Πειραιά

Σε μια ενδιαφέρουσα μελέτη του αναπληρωτή καθηγητή του ΕΜΠ, Νίκου Μπελαβίλα, με τίτλο «Σημειώσεις για την προσφυγική εγκατάσταση στον Πειραιά του Μεσοπολέμου», διαβάζουμε ότι «η μάζα των προσφύγων, για να επιβιώσει, εγκαταστάθηκε οργανωμένα ή ανοργάνωτα στην αρχή στις πλατείες και στις προβλήτες του κεντρικού τμήματος του λιμανιού, από τον Αγιο Νικόλαο μέχρι την Αγία Τριάδα, σε σχολεία και δημόσια κτίρια, και στη συνέχεια τις άκτιστες εκτάσεις στην αδόμητη περιφέρεια της πόλης».

Το βράδυ της 22ας Σεπτεμβρίου συγκαλείται στο Δημαρχείο Πειραιά ευρεία σύσκεψη υπό τον υπουργό Περιθάλψεως, Δοξιάδη, στην οποία «απεφασίσθη όπως το ταχύτερον στεγασθούν οι πρόσφυγες προχείρως εις διαφόρους αποθήκας και οικήματα» (εφ. «Σφαίρα», 23/9/1922).

Εκεί ο υπουργός ανακοίνωσε ότι μέχρι τότε οι πρόσφυγες πλησίαζαν τις 500.000, αλλά υπήρχε η εκτίμηση ότι ο αριθμός θα ξεπερνούσε το εκατομμύριο.

Στη Θεσσαλονίκη βρίσκονταν περίπου 50.000 πρόσφυγες.

Τη Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 1922, μετά από αίτημα 10 δημοτικών συμβούλων πραγματοποιείται διεξοδική συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο Πειραιά για το προσφυγικό.

Ο δημοτικός σύμβουλος Δομεστίνης θεωρεί ότι:

«Ολη η πόλις μας έχει μεταβληθεί εις μιαν απέραντον υπαίθριον κατασκήνωσιν. Από της ακτής Αλκίμων μέχρι και πέραν του λιμένος των Αλών χιλιάδες αδελφών μας παραμένουν άστεγοι και δυστυχούντες […] τη δε κατάστασιν της πόλεως τραγικωτέραν. Ο Τινάνειος Κήπος, ο Αγ. Νικόλαος, η Ακτή Τζελέπη και παντού ένθα υπάρχουν κατασκηνώσεις προσφυγικαί παρουσιάζουσι μιαν απέραντον φρίκην» (πηγή: Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου – Ιστορικό Αρχείο Δήμου Πειραιά).

Ο ίδιος θεωρεί ότι απειλείται η υγεία των Πειραιωτών, ισχυρίζεται ότι η κατάσταση στην Αθήνα δεν είναι ίδια και ζητάει να οριστεί αριθμός προσφύγων που θα φιλοξενήσει ο Πειραιάς.

Ο δήμαρχος Αναστάσιος Παναγιωτόπουλος, απαντώντας ανέφερε μια σειρά από μέτρα που είχαν ληφθεί σε συνεννόηση με τα υπουργεία και την αστυνομία για την καθαριότητα και ανακοίνωσε ότι θα δοθεί έκτακτη ενίσχυση στον δήμο.

Ο δημοτικός σύμβουλος Στρίγκος αναφέρει ότι στην πόλη υπάρχουν περίπου 30.000 πρόσφυγες, από τους οποίους στεγάστηκαν μόνο 13.000.

Στη Θεσσαλονίκη 40.000, στη Μυτιλήνη 100.000, στη Χίο 60.000, στη Σύρο 40.000 κ.ά.

Να σημειωθεί ότι στις αρχές Δεκεμβρίου του 1922, σύμφωνα με ανακοίνωση του γραφείου του δημάρχου Αθηναίων, περίπου 70.000 πρόσφυγες διέμεναν σε 130 πρόχειρους καταυλισμούς διάσπαρτους σε ολόκληρη την πόλη.

Πάντως, σε συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου Πειραιά αναφέρεται, στις 20 Νοεμβρίου 1922, ότι στον Πειραιά υπήρχαν 48 καταυλισμοί προσφύγων και ο δήμος θα διέθετε 500.000 δραχμές για την καθαριότητα, την απολύμανση, την εκκένωση βόθρων και τη μεταφορά των νεκρών… (πηγή: Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου, Ιστορικό Αρχείο Δήμου Πειραιά).

Το τελευταίο είχε ιδιαίτερη σημασία διότι οι θάνατοι των προσφύγων ήταν καθημερινοί.

Οπως ακούστηκε στο Δημοτικό Συμβούλιο, χρειαζόταν να εργάζονται τρεις νεκροφόρες την ημέρα!

Ο δείκτης των θανάτων ως προς τις γεννήσεις για την περίοδο 1923-1925 ήταν 3 προς 1, ενώ σύμφωνα με υπολογισμούς της Κοινωνίας των Εθνών, 6.000 άτομα απεβίωσαν κατά μέσο όρο κάθε μήνα, μόλις τους πρώτους 9 μήνες μετά την άφιξή τους σε ελληνικό έδαφος (πηγή: «Ριζοσπάστης», 15/11/2015).

Χαρακτηριστικές για τις αιτίες θανάτου είναι ορισμένες ειδήσεις που δημοσιεύτηκαν στην πειραϊκή εφημερίδα «Σφαίρα».

Μια απ’ αυτές (φ. της 30/9/1922) αναφερόταν στον θάνατο της προσφυγοπούλας Στυλιανής Διαμαντοπούλου, από το χωριό Κόλδερη της Μαγνησίας, η οποία «απεβίωσε εκ των κακουχιών»

Αλλη (φ. 5/10/1922) αναφερόταν στον θάνατο του 60χρονου πρόσφυγα Παντελή Καπλανίδη από τη Φιλαδέλφεια μέσα στο ατμόπλοιο «Πηνειός» «εκ κακουχιών και κακώσεων ας υπέστη υπό των Τούρκων κατά την αναχώρησίν του εκ Σμύρνης».

Και μια τρίτη είδηση (φ. 12/10/1922) αναφερόταν σε τρεις θανάτους προσφύγων.

Οι δύο σημειώθηκαν επί του ατμόπλοιου «Ευγενία Εμπειρίκου», που μετέφερε πρόσφυγες, «εξ ατροφίας» και «εκ των κακουχιών», αντίστοιχα.

Ο τρίτος είχε πεθάνει έξω από το εργοστάσιο Βασιλειάδη στον Πειραιά «εξ ασιτίας»

Τις ίδιες μέρες στις εφημερίδες δημοσιεύονται «αγγελίες» προσφύγων που αναζητούν πληροφορίες για συγγενείς τους ή γνωστούς τους με τους οποίους χάθηκαν στη διάρκεια του ξεριζωμού.

Ταυτόχρονα, πολλές ειδήσεις αποτυπώνουν τα δράματα που «ξετυλίγονται» πίσω από τους πρόσφυγες, καθώς πολλές γυναίκες βρέθηκαν μόνες με τα παιδιά τους σε έναν ξένο τόπο.

Ετσι, διαβάζουμε (εφημερίδα «Σφαίρα», φ. της 3ης Οκτωβρίου 1922) ότι μια «νεαρωτάτη κυρία» πήγε στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου και έπεισε την Αρμένισσα πρόσφυγα Μαρία Χατζετιάν να της δώσει την 7χρονη κόρη της Λουίζα, «όπως το τοποθετήση παρά καλή οικογενεία και υπό τον όρον να επανέλθη την επιούσαν όπως παραλάβη και τον 10ετή υιόν της Αρμενίσσης προς τον αυτόν σκοπόν».

Εκτός από τις δραματικές ελλείψεις, οι πρόσφυγες είχαν να αντιμετωπίσουν και την αισχροκέρδεια.

Σε πρωτοσέλιδο σχόλιο στην εφημερίδα «Εθνος» (φ. 8 Σεπτεμβρίου 1922) διαβάζουμε, χαρακτηριστικά

«Νέον εθνικόν πένθος, νέα ευκαιρία πλουτισμού διά τους αισχροκερδείς. Τα εστιατόρια π.χ. υπεδέχθησαν τους εκ Μ. Ασίας φεύγοντας αδελφούς μας με συμπληρωματικήν υπερτίμησιν των μερίδων τους».

Παράλληλα, καθημερινά αρχίζει να γίνεται ακόμα μεγαλύτερη η επιφυλακτικότητα/εχθρότητα των «γηγενών» απέναντι στους πρόσφυγες.

Στις 19 Οκτωβρίου 1922 η (πειραϊκή) εφημερίδα «Σημαία» έγραψε ότι οι εργαζόμενοι στο τελωνείο εξέφρασαν αντιρρήσεις όταν πληροφορήθηκαν ότι ορισμένοι πρόσφυγες θα προσληφθούν για να εργαστούν μαζί τους.

«Αποφάσισαν ότι θα εμποδίσουν με κάθε τρόπο την πρόσληψη των προσφύγων και θα ζητήσουν τη βοήθεια και των άλλων συνδικαλιστικών οργανώσεων». Φάνηκε (με το δημοσίευμα) ότι οι εργαζόμενοι είχαν την υποστήριξη των άλλων συνδικαλιστικών οργανώσεων, καθώς δεν ήθελαν «το ίδιο πράγμα να συμβεί σε άλλα επαγγέλματα», αναφερόταν σε έρευνα για τη στάση του τοπικού Τύπου απέναντι στο προσφυγικό (πηγή: Klaus Roth, Robert Hayden «Migration in, from, and to Southeastern Europe», Part 1: Historical and Cultural Aspects, Εκδοση 2009).

Σύμφωνα με απογραφή των προσφύγων, που έγινε τον Απρίλιο του 1923, σε ολόκληρη τη χώρα είχαν φτάσει 786.431 πρόσφυγες.

Απ’ αυτούς οι 435.118 ήταν γυναίκες και οι 351.313 ήταν άνδρες.

Οι περισσότεροι (162.418) είχαν κατευθυνθεί προς τη Γενική Διοίκηση Θεσσαλονίκης (Νομός Θεσσαλονίκης, στον οποίο ανήκε και η Πέλλα).

Από κοντά η Στερεά Ελλάδα και η Εύβοια, όπου είχαν μείνει 158.076 πρόσφυγες.

Ακολουθούσαν η Θράκη (99.913 πρόσφυγες) και η Ανατολική Μακεδονία (80.691), στο πλαίσιο μιας ορθής πολιτικής σκέψης για ενίσχυση της ελληνικότητάς τους.

Ειδικότερα, στην Αττική είχαν μείνει 123.435 πρόσφυγες και στη Θεσσαλονίκη 99.007.

Βέβαια, οι προσφυγικές ροές συνεχίστηκαν για αρκετό καιρό ακόμα καθώς η Συνθήκη της Λωζάννης (24 Ιουλίου 1923) υπαγόρευσε την ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία.

Παράλληλα, έφταναν κατά διαστήματα στον Πειραιά και αιχμάλωτοι στρατιώτες που απελευθέρωναν οι Τούρκοι.

Η κατάσταση των περισσότερων ήταν τραγική. Γι’ αυτό, το Δημοτικό Συμβούλιο Πειραιά σε συνεδρίασή του, στις 4 Απριλίου 1923, ενέκρινε πρόταση του δήμαρχου Αν. Παναγιωτόπουλου να διατεθεί πίστωση 10.000 δραχμών, ώστε να αγοραστεί «ανάλογος ποσότης σιγαρέτων προς διανομή εις τους εκ της αιχμαλωσίας επανακάμπτοντας στρατιώτας»… (πηγή: Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου – Ιστορικό Αρχείο Δήμου Πειραιά).

Αναμόρφωση του προϋπολογισμού με επιδόματα 500 δραχμών

Η είσοδος των Μικρασιατών προσφύγων είναι τέτοιας κλίμακας που προκαλεί τεράστιες ανατροπές στο ήδη καθημαγμένο και πολιτικά διχασμένο ελληνικό κράτος, το οικονομικά κατεστραμμένο.

Και μόνο ότι αυτό το κράτος, με περίπου 5 εκατ. κατοίκους, δέχεται ένα κύμα προσφύγων που ο αριθμός τους αγγίζει το 1,5 εκατομμύριο, αποτυπώνει το μέγεθος της ανατροπής.

Ετσι, στο τέλος του χρόνου γίνεται αναμόρφωση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους 1922-23 (ΦΕΚ Α’ 286 27-12-1922) και στο υπουργείο Περιθάλψεως διατίθενται επιπλέον 77 εκατομμύρια δραχμές, από τα οποία τα περισσότερα θα καλύψουν προσφυγικές ανάγκες.

Συγκεκριμένα, για «επιδόματα (είχε προβλεφθεί η χορήγηση στους πρόσφυγες ενός εφάπαξ ποσού 500 δραχμών), συσσίτια, ειδικά και έκτακτα βοηθήματα προσφύγων ή και δαπάνη τη εν ασύλοις ενδιαίτησιν προσφύγων, ως και έξοδα νοσηλείας εν γένει» προβλέφθηκαν 55 εκατ. δραχμές.

Για «ενοίκια ή αποζημιώσεις λόγω επιτάξεως των διά στέγασιν των προσφύγων χρησιμοποιούμενων ιδιοκτητών οικημάτων, ως και φωτισμός, θέρμανσις, ύδρευσις των συνοικισμών» διατίθενται 5 εκατ. δρχ.

Για «έξοδα στεγάσεως των προσφύγων διά σκηνών ή άλλων προχείρων μέσων 2,5 εκατ. δραχμές. Για επισκευές και λοιπά έξοδα συντηρήσεως των συνοικισμών 1,7 εκατ. δρχ.» κ.ά.

Αλλαγές και στη νομοθεσία, με πρώτη μέριμνα τους κληρικούς

Η σχετική με τους πρόσφυγες νομοθεσία είναι πολύ μεγάλη και φαίνεται ότι διαρκώς προκύπτουν ανάγκες επικαιροποίησης.

Το μεγαλύτερο μέρος της, που καλύπτει μια περίοδο 80 χρόνων (1919-1999), υπάρχει σε έκδοση του υπουργείου Εσωτερικών (Παν. Κ. Ραπτάρχης, Διαρκής Κώδικας Νομοθεσίας, Τόμος 35 Α «Κοινωνική Πρόνοια», Κεφ. Ζ «Πρόσφυγες») και καλύπτει 372 σελίδες!

Το μεγαλύτερος μέρος της νομοθεσίας αφορά τα στεγαστικά θέματα των προσφύγων στα αστικά κέντρα, ενώ οι πιο πρόσφατοι νόμοι, της δεκαετίας του 1990, αφορούσαν τη στεγαστική αποκατάσταση παλιννοστούντων ομογενών.

Πάντως, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, το πρώτο νομοθετικό διάταγμα εκδίδεται στις 23 Σεπτεμβρίου 1922, μια μέρα μετά την παραίτηση από τον θρόνο του Κωνσταντίνου, υπογράφεται και τυπώνεται αυθημερόν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 175/23-9-1922) και αφορά τα «Περί προσωρινής τοποθετήσεως προσφύγων ιερέων εκ Μικράς Ασίας».

Το επόμενο (ΦΕΚ Α 178/27-9-1922) επιφέρει τροποποιήσεις στο υπουργείο Περιθάλψεως για να διαμορφωθούν δομές στήριξης προσφύγων (Πατριωτικό Ιδρυμα Περιθάλψεως κ.ά.) και ακολουθεί την επόμενη μέρα (ΦΕΚ Α 179/28-9-1922) νομοθετικό διάταγμα «περί εγγραφών κτλ εν σχολείοις Μέσης Εκπαιδεύσεως προσφύγων μαθητών».

Ωστόσο, τα πιο σημαντικά μέτρα θα ακολουθήσουν καθώς στις 21 Οκτωβρίου δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 209) Νομοθετικό Διάταγμα που ρυθμίζει τα της πολιτογραφήσεως των προσφύγων που έχουν έρθει από τη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη, τα Δωδεκάνησα, τη Βουλγαρία, τον Πόντο και απ’ οπουδήποτε αλλού από το 1913 και μετά».

Τρεις μέρες αργότερα, στις 24 Οκτωβρίου 1922, δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 212) Βασιλικό Διάταγμα για την ατελή εισαγωγή λυόμενων οικιών μέχρι το τέλος του 1925 και τον Νοέμβριο (ΦΕΚ Α 237/17-11-1922) δημοσιεύεται Νομοθετικό Διάταγμα «περί επιτάξεως ακινήτων δι’ εγκατάστασιν προσφύγων».

Με την έναρξη εφαρμογής του νόμου επιτάσσονται αρχικά περίπου 8.000 κενά ακίνητα, που διατίθενται για τη διαμονή προσφύγων.

Τα δύσκολα χρόνια

Οι αντιπαραθέσεις βάφτηκαν και με αίμα

Πρόσφυγες από τη Σμύρνη στην Αθήνα

Το κύμα αλληλεγγύης και ανθρωπιάς των τελευταίων εβδομάδων απέναντι στους εξαθλιωμένους πρόσφυγες από τη μια και η μισαλλόδοξη ρατσιστική συμπεριφορά από την άλλη είναι οι καταλληλότερες αφορμές για να γυρίσουμε τις σελίδες της Ιστορίας πίσω στην περίοδο του Μεσοπολέμου, όταν οι αντιπαραθέσεις μεταξύ γηγενών και προσφύγων, ακόμα και Ελλήνων, έφτασαν μέχρι αίματος…

«Η κυρίαρχη αντίθεση μεταξύ των δύο ομάδων προέκυψε σε σχέση με την ιδιοποίηση της γης, ενώ δεν έλειψαν ανταγωνισμοί σε όλο το φάσμα των οικονομικών δραστηριοτήτων», αναφέρεται σε έρευνα που περιλαμβάνεται στην Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού με θέμα: «Αντιπαραθέσεις μεταξύ γηγενών και Μικρασιατών προσφύγων στην Ελλάδα».

«Οι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες των προσφύγων μπόλιασαν με νέες τριβές την αντίθεση αυτή, αφού κατέταξαν τους πρόσφυγες σε μία κοινωνική ομάδα που ήταν απολύτως διακριτή μέσα στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας. Ταυτόχρονα, οι πολιτικές επιλογές τους έδωσαν νέα διάσταση στον εθνικό διχασμό, καθώς οι πρόσφυγες εντάχθηκαν μαζικά στη μία παράταξή του, το βενιζελισμό.

Το ελληνικό κράτος, από την πλευρά του, επιχείρησε με συστηματικό τρόπο να υποβαθμίσει την αντίθεση αυτή προωθώντας μέτρα για την οικονομική στήριξη των προσφύγων. Βασική μέριμνα του κράτους ήταν να καταστούν οι τελευταίοι όσο το δυνατό συντομότερα οικονομικά αυτόνομοι και να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία χωρίς άλλους κραδασμούς» (πηγή: Κατσάπης Κωνσταντίνος, «Αντιπαραθέσεις μεταξύ γηγενών και Μικρασιατών προσφύγων στην Ελλάδα», 2002, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία).

Να σημειωθεί ότι η απογραφή του 1928 κατέγραψε στον ελλαδικό χώρο 1.221.849 πρόσφυγες, εκ των οποίων 673.025 αστικής και 578.824 γεωργικής προέλευσης.

Ετσι, σε κάθε περιοχή ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της (αγροτική, αστική), οι αντιπαραθέσεις μεταξύ «παλαιοελλαδιτών» ή «γηγενών» ή «ντόπιων» και των προσφύγων είχαν διαφορετικές αφορμές.

Για παράδειγμα, στα αστικά κέντρα οι πολιτικές διαφορές, που είχαν εμφανιστεί και στη δεκαετία του 1910 (βλ. «Νοεμβριανά»), ήταν πολύ πιο έντονες, ενώ αφορμή αποτέλεσαν οι επιτάξεις κατοικιών και η χρησιμοποίηση των προσφύγων ως «φτηνών εργατικών χεριών» και σε κάποιες περιπτώσεις ως «απεργοσπαστικού μηχανισμού».

Η διανομή της γης και η διαφθορά

Στις αγροτικές περιοχές και κυρίως στις βόρειες επαρχίες του κράτους, τα προβλήματα που αναδύθηκαν ήταν άλλου τύπου.

Υπήρξαν πολύ εντονότερες συγκρούσεις για τη διανομή της γης, όχι μόνο αυτής των μουσουλμάνων που έφυγαν για την Τουρκία μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Λωζάννης (24 Ιουλίου 1923), αλλά και για τα τσιφλίκια, που μέχρι το 1922 καλλιεργούνταν από αυτόχθονες καλλιεργητές οι οποίοι απαιτούσαν την ιδιοποίησή τους.

Μια άλλη πηγή προβλημάτων ήταν ότι «η στελέχωση των διοικητικών υπηρεσιών από «παλαιοελλαδίτες» υπαλλήλους τις έφερνε σε αντιπαράθεση με το προσφυγικό στοιχείο, καθώς συχνά λειτουργούσαν αυταρχικά, με τρόπο «αληπασαλίδικο». Καταγγελίες για κατάχρηση εξουσίας και βιαιοπραγίες εις βάρος των προσφύγων είναι πολύ συχνές στον Τύπο της εποχής» (πηγή: Κατσάπης Κωνσταντίνος, ό.π.).

Το γεγονός ότι κάποιοι από αυτούς τους υπαλλήλους και αξιωματούχους εκμεταλλεύτηκαν τη δεινή θέση των προσφύγων για να αποκομίσουν προσωπικά οφέλη δημιούργησε τη στερεοτυπική εικόνα του διεφθαρμένου παλαιοελλαδίτη κρατικού υπαλλήλου.

Ο Παναγιώτης Σταμπούλος διέμενε με την οικογένειά του σε σκηνή στον πρόχειρο καταυλισμό πίσω από το Νοσοκομείο Συγγρού, στην περιοχή όπου αργότερα δημιουργήθηκε η συνοικία της Καισαριανής.

Η περιγραφή του τρόπου με τον οποίο κατάφερε να εξασφαλίσει για την οικογένειά του ένα από τα ξύλινα οικήματα που έχτισε το Ταμείο Περιθάλψεως τον Μάιο του 1923 είναι χαρακτηριστική:

«Ο Μητσοτάκης είναι Κρήτας, υπάλληλος του ταμείου περιθάλψεως, σε αυτόν είχε ανατεθεί η διεύθυνσις στεγάσεως προσφύγων, και η υπηρεσία του στεγάζετο εις τα παλαιά Ανάκτορα […]

Ηταν κατεργάρης, τα κατάφερνε θαυμάσια, και χρηματίζετο από τους πλουσίους Αθηναίους των οποίων τα μέγαρα είχαν επιταχθεί για τους πρόσφυγας. Γι’ αυτό εις τα παραπήγματα του καταυλισμού μας μετέφερε τις οικογένειες των επιταγμένων σπιτιών των Αθηναίων […]

Μέσα στον σορόν των γυναικών που κατάκλυζε καθημερινώς το γραφείον του υπήρχαν φυσικά !!! και νοστιμούλες γυναίκες, ή κορίτσια, οι υπάλληλοί του καταλλήλως πλησίαζαν όσες από αυτές ημπορούσαν, και από μίαν ιδιαιτέραν είσοδον τες περνούσαν εις το γραφείον του.

Εκεί εγένετο ο συνδυασμός του γλεντιού και της διαφθοράς και κατόπιν μερικές από αυτές προηγούντο στην Στέγασιν.

Βλέποντας αυτά τα πράγματα, πίστευα πως δεν θα κατόρθωνα τίποτα με την νομιμόφρονα τακτική μου, και μια μέρα έχασα την υπομονή μου, μπήκα στο γραφείον του διά της βίας, και όταν ξαφνικά είδα το παζάρεμα της Στεγάσεως και της διαφθοράς των προαναφερθέντων γυναικών, νευρίασα, και πάνω από το γραφείον του πήρα ένα βαρύ μελανοδοχείον, το πέταξα στα μούτρα του Μητσοτάκη. Αυτό ήταν !!!» (πηγή: Μενέλαου Χαραλαμπίδη: «Πρόσφυγες και γηγενείς στη μεσοπολεμική Αθήνα: Πτυχές μιας δύσκολης συμβίωσης», http://tvxs.gr).

Συγκρούσεις στην ύπαιθρο

Ωστόσο, οι αντιπαραθέσεις αυτές ειδικά στην ύπαιθρο πήραν διαστάσεις αιματοχυσίας.

Στα πρακτικά του Συμβουλίου του Πολιτικού Μικρασιατικού Κέντρου, τον Νοέμβριο του 1924, θα γίνει λόγος για ένοπλες επιθέσεις γηγενών εναντίον άοπλων προσφύγων.

Αυτές αποδίδονται στην έλλειψη μεθοδικού προγράμματος της κυβέρνησης για την εγκατάσταση των προσφύγων.

Γίνεται δε αναφορά σε γενικευμένα αιματηρά επεισόδια ανά την επικράτεια (Πρακτικά Συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του ΠΜΚ, 11/11/1924, Αρχείο Πολιτικού Μικρασιατικού Κέντρου (ΕΛΙΑ), erodotos.wordpress.com).

Συχνά οι επιθέσεις των γηγενών είχαν αποτέλεσμα τη δολοφονία προσφύγων:

«Τα πραγματικά ελατήρια του φόνου» γράφει η «Παμπροσφυγική» το 1924, μετά τη δολοφονία πρόσφυγα από ντόπιο στη Νιγρίτα Σερρών, «δεν είναι, ως ταύτα μας παρουσιάζονται, η κλοπή ή η ανεύρεσις ενός απολεσθέντος σχοινίου. Είναι το μίσος, τα πάθη, τα οποία εδημιουργήθησαν μεταξύ των εντοπίων και των προσφύγων διά την κατάληψιν των υπό των Οθωμανών καταληφθέντων κτημάτων και γαιών».

Αλλες φορές οι συγκρούσεις γενικεύονταν, όπως συνέβη το 1928 στο χωριό Ασβεσταριό κοντά στα Γιαννιτσά, όταν συνεπλάκησαν μεταξύ τους ομάδες ντόπιων και προσφύγων, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό είκοσι ανθρώπων.

Τις περισσότερες φορές οι πρόσφυγες δέχονταν οργανωμένες και ξαφνικές επιθέσεις ομάδων ντόπιων που προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να τους εκδιξουν από τα μέρη τους.

Τον Νοέμβριο του 1924 οι κάτοικοι του χωριού Αετός της επαρχίας Ξηρομερίου επιτέθηκαν κατά των προσφύγων του οικισμού Αγιος Νικόλαος, ενώ στο χωριό Ροδολίβος στη Μακεδονία φανατισμένοι ντόπιοι απειλούσαν ότι «θα σφάξωσι, θα εκδιώξουσι τους πρόσφυγας δι’ όπλων, μαχαιρών και ροπάλων» (πηγή: Κατσάπης Κωνσταντίνος, ό.π.).

Από εφημερίδες της εποχής πληροφορούμαστε (εφ. «Αθήναι», 9/11/1924) ακόμα ότι στο χωριό Κοντσικιώτη στα Γρεβενά «βλαχοποιμένες επετέθησαν εναντίον προσφύγων ποιμένων […] τραυματίσαντες δύο εξ αυτών ως και τον αγροφύλακα. Οι δράσται δεν συνελήφθησαν εισέτι».

Αλλά και μέσα στην Αθήνα γίνονταν συμπλοκές, όπως μία μεταξύ προσφύγων και χωρικών από το Μενίδι στον Ποδονίφτη (στο σημερινό τέρμα Πατησίων), καθώς οι δεύτεροι θέλησαν να καλλιεργήσουν χωράφια που είχαν απαλλοτριωθεί για την κατασκευή προσφυγικού συνοικισμού.

Βέβαια, δεν έλειπαν οι συμπλοκές και μεταξύ προσφύγων.

Μία απ’ αυτές, στην οποία τραυματίστηκαν 10 άτομα, έγινε στο χωριό Λιμαχόβον στην Ηγουμενίτσα μεταξύ προσφύγων από τη Βουλγαρία και Ποντίων «ένεκα ασυμφωνίας κατά την διανομήν των γαιών διά κλήρου» («Παμπροσφυγική», 16/11/1925).

Μέσα σε αυτό το «κλίμα» ήρθαν, τον Νοέμβρη του 1924, τα αιματηρά, γενικευμένα επεισόδια στο Κιούπκιοϊ (Πρώτη) Σερρών, που προκάλεσαν την πρώτη μεγάλη συζήτηση στη Βουλή για το προσφυγικό.

Οπως είχε γραφτεί, οπλισμένες ομάδες γηγενών «ετραυμάτισαν 17 πρόσφυγας, το πλείστον γυναίκας, πυρπολήσαντες τας σκηνάς, τους σταύλους, τους αχυρώνας, λεηλατήσαντες και τας αποσκευάς…».

Στις 10 Νοεμβρίου, παίρνοντας τον λόγο εκτός ημερησίας διατάξεως, ο βουλευτής Εβρου Φ. Μανουηλίδης χαρακτήρισε προμελετημένη τη σύγκρουση και υποστήριξε ότι «τα ατυχή δε θύματα της αδελφοκτόνου συγκρούσεως αριθμούνται κατά δεκάδας».

«Η υπολανθάνουσα αντιζηλία και έχθρα μεταξύ προσφύγων και εντοπίων […] υποθαλπόμενη […] από πολλού και παλλαχόθεν εγκυμονεί κίνδυνον κρατικόν και εγκυμονεί ακόμα κίνδυνον κοινωνικόν εξαιρετικής σοβαρότητος», επισήμανε ο ίδιος (Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Δ’ Εν Αθήναις Συντακτικής των Ελλήνων Συνελεύσεως – Τόμος Γ’ – Σελ. 119, 120 – Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Βουλής των Ελλήνων).

Στην εφημερίδα «Αθήναι» (φ. της 9/11/1924) διαβάζουμε ότι μετά τα γεγονότα η Παμπροσφυγική Ομοσπονδία Σερρών μετέβη στη Θεσσαλονίκη και «επιρρίπτει μέγα μέρος της ευθύνης εις τον προϊστάμενον του Γραφείου Εποικισμού Σερρών, προσθέσασα ότι τη εγκρίσει τούτου και του επιθεωρητού εποικισμού Μοζέρ αφηρέθησαν από τους πρόσφυγας του συνοικισμού Καβακλή 340 στρέμματα γαιών, τα οποία είχαν εκχωρηθή εις αυτούς. Αι γαίαι αύται, αίτινες είχον σπαρή υπό των προσφύγων, εδόθησαν εις εκμεταλλευτάς μηδεμίαν σχέσιν έχοντας με την γεωργίαν».

Στη διάρκεια της συζήτησης στη Βουλή, ο τότε πρωθυπουργός Α. Μιχαλακόπουλος ανακοίνωσε, μεταξύ άλλων, ότι ζήτησε την απομάκρυνση του καταγγελλόμενου διευθυντή του εκεί Επισιτιστικού Γραφείου, για να παρέμβει «εις πληρεξούσιος (λέγοντας): Είνε αξιωματικός του Γκαίρλιτς» (Πρακτικά των Συνεδριάσεων, ό.π., σελ. 121) (σημ. το Γκέρλιτς ήταν γερμανικό στρατόπεδο αιχμαλώτων κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου οι αιχμάλωτοι φιλομοναρχικοί αξιωματικοί διαβίωναν σε πολύ καλύτερες συνθήκες σε βάρος των στρατιωτών που εθεωρούντο «βενιζελικοί»).

Οι καταγγελίες

Στη διάρκεια της συζήτησης ακούστηκαν πολλές καταγγελίες για αυθαιρεσίες κρατικών αξιωματούχων σε βάρος προσφύγων.

Σταχυολογούμε ορισμένες από εφημερίδες της εποχής:

Βοραντζάκης (βουλευτής): Την νύκτα της 22 προς την 23 Οκτωβρίου εις τας Σέρρας ανώτερος Ελλην αξιωματικός, ο διοικητής του 3/4ου Συντάγματος Καραμανώλης, εισώρμησε με ένοπλους στρατιώτας εντός μιας οικίας και εξεδίωξε δύο προσφυγικάς οικογενείας διά να καταλάβη τα υπ’ αυτών κατεχόμενα δύο δωμάτια. Εκτοτε αι δύο οικογένειαι μένουν εις τον δρόμον και ο κύριος αξιωματικός εις τα δωμάτια και εις την θέσιν του.

Ιασωνίδης: Η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων έστειλεν εις το Παγγαίον προς εγκατάστασιν 130 οικογενείας προσφύγων χωρίς σκηνάς, χωρίς ενδύματα, χωρίς σκεπάσματα. Την πρώτην ακόμη νύκτα απέθανον τέσσαρες εκ ψύχους.

Ιασωνίδης: Η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων κατέχει το μυστικόν να εξαπατά τον κόσμον. Είδομεν εδώ κινηματογραφικάς αναπαραστάσεις δήθεν εγκαταστάσεων προσφύγων, έλυωσαν με την πρώτην βροχήν εις την Δράμαν, ούτω πως αποθνήσκουν οι πρόσφυγες εις το ύπαιθρον.

Ιασωνίδης: Οι υπάλληλοι του εποικισμού μετέβαλον τας υπηρεσίας των εις οίκους….!

Εις εν χωρίον της Μακεδονίας εστάλησαν 400 οικογένειαι προσφύγων προς εγκατάστασιν εις γήπεδα απαλλοτριούμενα. Κατόπιν όμως άλλη διαταγή προκληθείσα από ενδιαφερομένους διατάσσει να εκδιωχθούν οι πρόσφυγες και τα γήπεδα εδόθησαν εις πλούσιον εφοπλιστήν (εφ. «Αθήναι», 11/11/1924).

Από εκεί και πέρα, (δεν) εντυπωσιάζει η αντιπαράθεση μεταξύ βουλευτών για το ποια πλευρά, πρόσφυγες ή γηγενείς, άρχισε πρώτη τα επεισόδια στο Κιούπκιοϊ Σερρών, για το εάν είναι σοβαρά τα επεισόδια σε άλλες περιοχές ή όχι κ.ο.κ.

Ετσι, δεν άργησε αυτός ο διχασμός να πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις, ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα, καθώς το 1925 στις δημοτικές εκλογές αναδεικνύεται δήμαρχος Θεσσαλονίκης ο πρόσφυγας κ. Πατρικίου.

Ο πρωθυπουργός Πάγκαλος, που είχε παρέμβει υπέρ άλλου υποψηφίου, μιλώντας για την εκλογή Πατρικίου «εδήλωσεν ότι δεν ήταν αβρόν εκ μέρους των προσφύγων απέναντι του γηγενούς πληθυσμού να εκλέξουν πρόσφυγα Δήμαρχον» (εφ. «Παμπροσφυγική», φ. 17/11/1925).

Τις επόμενες μέρες η εκλογή ακυρώθηκε εν μέσω δημοσιευμάτων που παρότρυναν την κυβέρνηση να αφαιρέσει το δικαίωμα ψήφου από τους πρόσφυγες και τελικά εξελέγη τρίτο πρόσωπο ως δήμαρχος.

Οι εντάσεις και τα επεισόδια συνεχίστηκαν και τη δεκαετία του 1930 καθώς, μάλιστα, εμφανίζονταν διάφορες οργανώσεις, όπως ο «Σύνδεσμος Γηγενών Πειραιωτών», που φρόντιζαν να διαιωνίζουν τέτοιες απόψεις και αντιλήψεις, εκδίδοντας, λόγου χάρη, ανακοινώσεις στις οποίες «κατήγγειλαν» πως «ενώ η κρίση και η ανεργία μαστίζει τους κατοίκους του, ο Πειραιεύς έχει καταληφθεί από διάφορα πρόσωπα εντελώς ξένα από αυτόν» (εφ. «Ριζοσπάστης», 15/11/2015).

Μια άλλη, η «Παμπειραϊκή Ενωσις», πραγματοποιώντας γενικό συμβούλιο, έλαβε αποφάσεις μεταξύ των οποίων ήταν «όπως επιδιωχθή εκκαθάρισις των εν Πειραιεί οργανισμών δημοσίου δικαίου και του Δήμου από τους ξένους» (εφημερίδα «Χρονογράφος», 3/4/1933).

Για να επέλθει, τελικά, η άμβλυνση αυτών των αντιπαραθέσεων με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς τότε ξεκίνησε ένας άλλης μορφής εθνικός διχασμός, που ταλάνισε και τα μεταπολεμικά χρόνια τη χώρα.

Η πορεία προς του Γουδή

Οι πρόσφυγες έρχονται, ο βασιλιάς φεύγει

Πρόσφυγες από τη Σμύρνη στην Ελλάδα

Η στρατιωτική ήττα και η καταστροφή του ελληνικού στοιχείου στη Μικρά Ασία συγκλόνισε το πανελλήνιο και προκάλεσε ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις.

Η κυβέρνηση Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη παραιτήθηκε και στις 28 Αυγούστου τη διαδέχτηκε η κυβέρνηση του Νικολάου Τριανταφυλλάκου.

Η μεταβολή δεν είχε όμως πλέον κανένα νόημα.

Στα στρατιωτικά τμήματα που είχαν διασωθεί και είχαν περάσει στη Χίο και τη Λέσβο, καθώς και στις μονάδες του Ναυτικού της περιοχής, η αγανάκτηση είχε κορυφωθεί.

Ετσι, στις 11 Σεπτεμβρίου 1922 εκδηλώθηκε Κίνημα του Στρατού και του Ναυτικού στη Χίο και τη Λέσβο και σχηματίστηκε Επαναστατική Επιτροπή από τους πρωτεργάτες της, τους συνταγματάρχες Νικόλαο Πλαστήρα ως εκπρόσωπο του Στρατού της Χίου, Στυλιανό Γονατά ως εκπρόσωπο του Στρατού της Λέσβου και τον αντιπλοίαρχο Δημήτριο Φωκά ως εκπρόσωπο του Ναυτικού.

Την επόμενη μέρα, τα επαναστατημένα στρατεύματα επιβιβάστηκαν σε εμπορικά πλοία και με τη συνοδεία πολεμικών έπλευσαν στην Αθήνα.

Στις 13 Σεπτεμβρίου τα πλοία με τον στρατό έφτασαν στο Λαύριο και την επομένη ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α’ παραιτήθηκε και έφυγε για την Ιταλία. Βασιλιάς ανακηρύχτηκε ο γιος του και διάδοχος, Γεώργιος Β’.

Σύντομα σχηματίστηκε πολιτική κυβέρνηση με πρόεδρο τον Σ. Κροκιδά.

Την εξουσία όμως είχε ουσιαστικά η Επαναστατική Επιτροπή (αρχηγός της ήταν ο Νικόλαος Πλαστήρας), που ανέθεσε τη διεθνή εκπροσώπηση της χώρας στον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Το βράδυ της 14ης Σεπτεμβρίου, όταν η Επανάσταση επιβλήθηκε, συνελήφθησαν επτά πολιτικοί:

• Δημήτριος Γούναρης, πρώην πρωθυπουργός,

• Μιχαήλ Γούδας, υποναύαρχος και πρώην υπουργός,

• Ξενοφών Στρατηγός, υποστράτηγος και πρώην υπουργός,

• Νικόλαος Στράτος, πρώην πρωθυπουργός,

• Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, πρώην πρωθυπουργός,

• Νικόλαος Θεοτόκης και Γεώργιος Μπαλτατζής, υπουργοί επί των στρατιωτικών και οικονομικών στην κυβέρνηση Γούναρη αντίστοιχα.

Αργότερα θα συλληφθεί και ο Γεώργιος Χατζανέστης ή Χατζηανέστης, διοικητής της Στρατιάς της Μικράς Ασίας.

Αρχικά, πρόθεση της Επαναστατικής Επιτροπής ήταν οι συλληφθέντες, που κρατούνταν στην Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών, να οδηγηθούν την επόμενη μέρα στο θωρηκτό «Λήμνος», να δικαστούν με συνοπτικές διαδικασίες και να τουφεκιστούν πάνω στο κατάστρωμα.

Οι πρέσβεις της Αγγλίας και της Γαλλίας ζήτησαν να γίνει δίκη από νόμιμο δικαστήριο (πηγή: Γρηγόρης Δαφνής, «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων 1923-1940», τόμος Α’, εκδ. Κάκτος, Αθήνα 1997, σελ. 17).

Στις 9 Οκτωβρίου ογκώδης διαδήλωση 100.000 πολιτών στην πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα απαίτησε την άμεση εκτέλεση των υπευθύνων.

Η λογική που είχε περάσει η Επαναστατική Επιτροπή στον λαό ήταν ότι η Ελλάδα δεν ηττήθηκε αλλά προδόθηκε (περιοδικό «Ιστορία», εκδοτικός οργανισμός Πάπυρος, τεύχος 462, Δεκέμβριος 2006, άρθρο του διεθνολόγου Ιωάννη Παπαφλωράτου).

Στις 13 Οκτωβρίου εκδόθηκε και το διάταγμα περί σύστασης και λειτουργίας έκτακτου στρατοδικείου προς εκδίκαση των κατά των υπαιτίων της εθνικής καταστροφής κατηγοριών και στις 24 Οκτωβρίου 1922 γινόταν γνωστό ότι παραπέμπονταν σε δίκη οι παραπάνω 8 κρατούμενοι με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.

Παρότι ήταν 8 οι κατηγορούμενοι, η δίκη, που άρχισε στις 31 Οκτωβρίου στο κτίριο της Παλαιάς Βουλής, έμεινε στην Ιστορία ως η «Δίκη των έξι» από τον αριθμό των εκτελεσθέντων.

Η απόφαση του δικαστηρίου ανακοινώθηκε στις 15 Νοεμβρίου και καταδίκαζε σε ισόβια δεσμά τους Μιχαήλ Γούδα και Ξενοφώντα Στρατηγό και εις θάνατον τους υπόλοιπους.

Ηδη, από το εξωτερικό αλλά και στην εσωτερική πολιτική σκηνή είχαν αρχίσει να εκδηλώνονται έντονες αντιδράσεις για την εκτέλεση της θανατικής ποινής.

Οι πιέσεις και οι αντιδράσεις ήταν τόσο έντονες που στις 10 Νοεμβρίου παραιτείται ο υπουργός Εξωτερικών Νικόλαος Πολίτης. Την παραίτησή του ακολουθεί ολόκληρη η κυβέρνηση Κροκιδά.

Τέσσερις μέρες αργότερα σχηματίζεται κυβέρνηση υπό τον Γονατά και την επομένη στις 7.15 το πρωί ανακοινώθηκε η απόφαση, η οποία εκτελέστηκε αυθημερόν στου Γουδή.

Η Εκπαίδευση στη Μικρά Ασία

Φεβρουαρίου 20, 2016

Σχολές, Ακαδημίες, Σχολεία, Αρρεναγωγεία και Παρθεναγωγεία της Μικράς Ασίας

evaggelikijpg

Η Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης. Ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα της πόλης ιδρυθέν το 1733.

Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης (1733)

Μουσείον και Βιβλιοθήκη της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης

Ομήρειο Παρθεναγωγείο Σμύρνης (1881)

Κεντρικό Παρθεναγωγείο  Αγίας Φωτεινής Σμύρνης (1830)

Ελληνικόν Παιδαγωγείον Σμύρνης (1851)

Φιλολογικό Γυμνάσιο Σμύρνης (1809), με πνευματικό ηγέτη τον Αδαμάντιο Κοραή

Ελληνικόν Εκπαιδευτήριον Ικονίου

Κεντρική Ελληνική Σχολή Προύσης

Αστική Σχολή Δεμιρδεσίου (Προύσης)

Λουιζίδειος Σχολή Μάκρης

Λουιζίδειος Σχολή Λιβισίου

Αναξαγόρειος Σχολή Βουρλών

Ακαδημία Κυδωνιών, Αϊβαλί (1800)

Θεολόγεια Εκπαιδευτήρια Φιλαδέλφειας

Κρηναία Σχολή Αρρένων (1879)

Σχολές Μονής Ταξιαρχών στην Καισάρεια

Αστική Σχολή Προκοπίου

Αστική Σχολή Αττάλειας

Σύλλογος «Φιλεκπαιδευτική Αδελφότης Πρόοδος», Κασαμπάς

Ιερατική Σχολή Μονής Προδρόμου στο Ζιντζίντερε

Ιεροδιδασκαλείο του Συλλόγου Μικρασιατών «Ανατολή» στην Πάτμο (1900)

Ενοριακά σχολεία Σμύρνης που λειτουργούσαν ως το 1922 ήταν: Αγίας Αικατερίνης, Αγίου Δημητρίου (Χατζηαντώνειος), Αγίου Κωνσταντίνου και Τιμίου Προδρόμου.

και με αποκορύφωμα της εκπαίδευσης το Ιωνικό Ελληνικό Πανεπιστήμιο Σμύρνης που δεν πρόλαβε να λειτουργήσει καθώς τις έτοιμες εγκαταστάσεις του »πρόλαβε»  η Μικρασιατική Καταστροφή.

 

Η εκπαίδευση των Μικρασιατών ξεκίνησε από τους νάρθηκες των εκκλησιών και των μοναστηριών, γαλουχήθηκε στα χέρια απλοϊκών αλλά ακαταπόνητων ιερωμένων κι αυτοδίδακτων λαϊκών, ανδρώθηκε στους περιβόλους των ενοριακών ναών, όπου στεγαζόταν τα σχολεία, κι έγινε θεσμός, που αναζωπύρωσε το φρόνημα και τόνωσε την εθνική συνείδηση των σκλάβων με τη δραστηριότητα των κατά τόπους μητροπολιτών, του Οικουμενικού Πατριαρχείου, των κοινοτικών αρχών και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Βάση της εκπαίδευσης ήταν το κοινοτικό σχολείο, που αποτελούσε εξέλιξη των πρώτων σχολείων, των γνωστών παιδαγωγείων ή γραμματοδιδασκαλείων, όπου δίδασκάν αυτοσχέδιοι συνήθως δάσκαλοι, οι γραμματιστές. Τα γραμματοδιδασκαλεία διατηρήθηκαν σ’ απομονωμένες περιοχές μέχρι το 1922! Παράλληλα με το κοινοτικό υπάρχει και το ιδιωτικό που γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση στη Σμύρνη. Τα κοινοτικά σχολεία διακρίνονται στα απλά κοινοτικά σχολεία και τις Κεντρικές σχολές. Η Κεντρική όμως σχολή είναι συνήθως σχολείο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης

Το κοινοτικό σχολείο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης παρουσιάζει τις μορφές: Αρρεναγωγείο, Παρθεναγωγείο, Νηπιαγωγείο. Στη Μ. Ασία, μόνον όταν η κοινότητα ήταν πολύ μικρή ή τα οικονομικά της περιορισμένα, υπήρχαν μικτά δημοτικά σχολεία. Προϋπήρξαν βέβαια τα αρρεναγωγεία, που ήταν εξέλιξη των γραμματοδιδασκαλείων, κι ακολούθησαν τα παρθεναγωγεία αργά αλλά σταθερά, για να γενικευτούν σ’ όλες τις κοινότητες της Μ. Ασίας.

Σχεδόν παράλληλα με την καθιέρωση του παρθεναγωγείου δημιουργείται και ο θεσμός του νηπιαγωγείου. Τα έτη φοίτησης στα σχολεία αυτά δεν ήταν προκαθορισμένα, αλλά ποίκιλαν ανάλογα με τα οικονομικά της κοινότητας και την πολιτιστική στάθμη των κατοίκων. Αρχικά στα κοινά δημοτικά σχολεία εισάγεται η αλληλοδιδακτική μέθοδος από τον Φιλιππουπολίτη Γεώργιο Κλεόβουτο το 1819, που γενικεύεται βαθμηδόν σ’ όλη τη Μ. Ασία για περισσότερο από 50 χρόνια. Τα αλληλοδιδακτικά σχολεία επιβλήθηκαν για λόγους οικονομικούς, αφού στις δύο πρώτες τάξεις δίδασκαν οι μεγαλύτεροι μαθητές, αλλά και γιατί ανταποκρινόταν στις παιδαγωγικές αντιλήψεις της εποχής.

Παράλληλα με την αλληλοδιδακτική μέθοδο χρησιμοποιήθηκε κι η συνδιδακτική μέθοδος, που αποσκοπούσε στη δημιουργία μικτών σχολείων, αλλά απ’ ότι γνωρίζουμε η μέθοδος αυτή χρησιμοποιήθηκε κυρίως στα σχολεία της Σμύρνης.

Οι απόφοιτοι των αλληλοδιδακτικών σχολείων μπορούσαν να συνεχίσουν τη φοίτησή τους στα ελληνικά σχολεία, που αντιστοιχούσαν με τα παλαιότερα δικά μας σχολαρχεία. Κάθε ελληνική κοινότητα ανάλογα με τα οικονομικά της και τον αριθμό των μαθητών της είχε κοντά στο δημοτικό της σχολείο (αλληλοδιδακτικό ή όχι) ολόκληρο ελληνικό σχολείο (τριετές) ή μία ή δύο τάξεις του προσαρτημένες στο δημοτικό. Ωστόσο οι δάσκαλοι των ελληνικών σχολείων είχαν ανώτερη μόρφωση από τους αλληλοδιδάκτες, που συνήθως μόλις είχαν τελειώσει τη σειρά των ελληνικών μαθημάτων.

Τα αλληλοδιδακτικά σχολεία καταργούμενα σιγά – σιγά αντικαθίσταντο από τις αστικές σχολές, που συνήθως ήταν επτατάξιες. Τα επτατάξια αυτά δημοτικά σχολεία αντιστοιχούσαν με τα εξατάξια της ελεύθερης Ελλάδας κι έλαβαν την αρχή τους από το παράδειγμα της Κωνσταντινούπολης, όπου για πρώτη φορά εφαρμόστηκαν, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Οι αστικές σχολές της Μ. Ασίας δεν είναι αυτό, που ονομάζουμε εμείς δημοτικό σχολείο, αλλά ένας αυτοτελής παιδευτικός κύκλος μαθημάτων, που αποσκοπεί στην παροχή ωφέλιμων γνώσεων, την κατάρτιση γραμματισμένων ανθρώπων των κοινοτήτων για τη διοίκησή τους (δημογερόντων, εφόρων, επιτρόπων, γραμματέων Μητροπόλεων) και τη δημιουργία ικανών προσώπων για το μικρεμπόριο, για την καλύτερη καλλιέργεια των κτημάτων και την αποδοτικότερη εξάσκηση των λοιπών πρακτικών επαγγελμάτων.

Οι αστικές σχολές ήταν κυρίως αρρεναγωγεία και μόνο, όταν δεν υπήρχε στην κοινότητα παρθεναγωγείο φοιτούσαν και κορίτσια σ’ αυτές. Κανόνας στην Μικρασιατική εκπαίδευση ήταν ο χωρισμός της εκπαίδευσης των αγοριών από τα κορίτσια. Έτσι παράλληλα με τα δημοτικά σχολεία ή αλληλοδιδακτικά ή αστικές σχολές ή αρρεναγωγεία υπήρχαν και τα παρθεναγωγεία, που σαν θεσμός εμφανίζεται μετά την ίδρυση των αρρεναγωγείων, στεγάζονται σε δευτερότερα κτίρια, η φοίτηση σ’ αυτά είναι μικρότερη κατά 1-3 χρόνια και σε οικονομική κρίση της κοινότητας συγχωνεύονται με τα αρρεναγωγεία ή συνυπάρχουν με άλλο τύπο σχολείων της Μ. Ασίας, τα νηπιαγωγεία, σαν νηπιοπαρθεναγωγεία.

Σκοπός των παρθεναγωγείων ήταν η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας από τα κορίτσια για την πληρέστερη ένταξή τους στην εθνική κοινότητα του μικρασιατικού ελληνισμού, η ανάγκη της γνωριμίας ενός γλωσσικού οργάνου για την αλληλογραφία με τους μακριά από την πατρίδα ξενιτεμένους συνήθως συζύγους τους, η δυνατότητα να παρακολουθήσουν και να βοηθούν τη μόρφωση και την αγωγή των παιδιών τους αργότερα, η μετάδοση γνώσεων υγιεινής, καθαριότητας, μαγειρικής, ραπτικής, κοπτικής, κεντημάτων κλπ. Ήδη πριν από το 1856 ο θεσμός των παρθεναγωγείων ήταν γνωστός σ’ όλη τη Μ. Ασία.

Μαζί με τα αρρεναγωγεία και τα παρθεναγωγεία γενικευμένος ήταν στο μικρασιατικό χώρο ο θεσμός των νηπιαγωγείων. Τα νηπιαγωγεία στη Μ. Ασία είχαν ιδιαίτερο σκοπό, διάφορο από των δικών μας νηπιαγωγείων. Τα νήπια συμπληρώνοντας το τέταρτο έτος τους μέχρι το έκτο ή από το πέμπτο, όπου αυτά ήταν πολλά και η νηπιαγωγός μία, φοιτούσαν στο νηπιαγωγείο, για να ακούσουν και να μαθαίνουν τα ελληνικά, που είχαν χάσει οι τουρκόφωνοι γονείς τους. Επίσης υπήρχαν και πρότυπα δημοτικά σχολεία.

Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση

Στις έδρες των μητροπόλεων, στις μεγάλες πόλεις, σε φημισμένα μοναστήρια ή στο κέντρο μεγάλων αγροτικών συνοικισμών είχαν ιδρυθεί Κεντρικές σχολές ή κοινοβιακά σχολεία αρρένων ή θηλέων με οικοτροφεία για τα παιδιά, που έρχονταν από μακριά. Οι Κεντρικές σχολές είχαν ολόκληρο ελληνικό σχολείο και τάξεις ή και πλήρες γυμνάσιο.

Μετά τον κύκλο των μαθημάτων των ελληνικών σχολείων ή των ολοκληρωμένων αστικών σχολών υπήρχε το Γυμνάσιο, όπου δίδασκαν πτυχιούχοι του πανεπιστημίου Αθηνών ή ευρωπαϊκών πανεπιστημίων ή απόφοιτοι ιερατικών σχολών.
Προτού να ιδρυθεί ένα γυμνάσιο δημιουργούνταν τάξεις γυμνασιακές στα ελληνικά σχολεία ή στις αστικές σχολές. Όταν συμπλήρωναν τις τρεις πρώτες γυμνασιακές τάξεις, σχηματιζόταν το ημιγυμνάσιο. Έπειτα από το γυμνάσιο υπήρχαν στη Μ. Ασία Ιερατικές Σχολές, που ιδρύθηκαν για να μορφώνουν ιερείς και δασκάλους για τις ελληνικές κοινότητες όλης της Ανατολής. Κοντά στα ημερήσια σχολεία δημιουργήθηκαν σε πολλά μέρη της Μ. Ασίας και νυχτερινές σχολές της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Σχετικά με την επαγγελματική αποκατάσταση των νέων είχαν ιδρυθεί και λειτουργούσαν στη Μ. Ασία πλήθος από επαγγελματικά σχολεία. Πέρα από τις διάφορες μορφές και βαθμίδες του κοινοτικού σχολείου που αναφέραμε, δεν έλειψε από το χώρο της μικρασιατικής εκπαίδευσης κι η ιδιωτική πρωτοβουλία. Τελειώνοντας την αναφορά αυτή για τα είδη των Μικρασιατικών σχολείων δεν πρέπει να παραλείψουμε και τα Ορφανοτροφεία, που είχαν ιδρυθεί σε πόλεις, επαρχιακά κέντρα και μοναστήρια της Μ. Ασίας. Μέσα στα ορφανοτροφεία αυτά λειτουργούσαν δημοτικά σχολεία για την παροχή στοιχειωδών γνώσεων στα ορφανά.

Πηγές:
Τα σχολεία της Σμύρνης – Νικολάου Παπαχρυσού (http://www.delfini1922.gr/mikrasiatika_13.php)
Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού