Ένας Μικρασιάτης »Ρομπέν των Δασών» των φτωχών Ελλήνων και Μουσουλμάνων που απαγόρευσε τους φοροεισπράκτορες και παρακινήσε τους αγρότες να μην πληρώνουν φόρους

Μέσ’ της Σμύρνης τα βουνά

και τα άγρια τα νερά

με λεν εμένα Τσακιτζή

αχ παλικάρι στην καρδιά

αχ λεοντάρι στην καρδιά…

Ο Τσακιτζής ήταν μυθικός λαϊκός ήρωας Τούρκων και Ελλήνων της Μ. Ασίας, της Αν. Ρωμυλίας και της Πόλης. Ο Τσακιτζής ήταν ένας ληστής-αντάρτης (Ρομπέν των δασών) υπερασπιστής των φτωχών, που στα δημοτικά άσματα της εποχής (19ος-20ος αιώνας) έκλεβε τους πλούσιους για να βοηθήσει τους φτωχούς και να παντρέψει άπορες κοπέλες.

Ο Τσακιτζή Μεχμέτ εφές γεννήθηκε στο χωριό Αγιά Σουλούκ, κοντά στο Αϊδίνι, ήταν καπετάνιος των Ζεϊμπέκων και φορούσε την περήφανη χαρακτηριστική στολή τους.

Ο Τσακιτζής βγήκε στην παρανομία και σχημάτισε ένοπλη ομάδα με σκοπό να εκδικηθεί το θάνατο του πατέρα του, που ήταν κι εκείνος παράνομος και τον σκότωσαν με δόλο οι ζαπτιέδες, κατά διαταγή του βαλή της Σμύρνης και του ίδιου του Σουλτάνου. Με αυτό ως αφορμή, ο Τσακιτζής γενίκευσε τη θεώρησή του, θεώρησε σαν εχθρό του ολόκληρη την κρατική εξουσία και τους εκπροσώπους της: τους ζαπτιέδες, τους τζανταρμάδες, τους μισθοφόρους τουφεξήδες και τους αξιωματικούς τους, κι εξόντωσε πολλούς από αυτούς.

Όλα αυτά γινόντουσαν στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Η ένοπλη δράση του Τσακιτζή, του πατέρα του, όπως και των άλλων εφέδων της φυλής τους, ίσως να σχετίζεται με τις μεγάλες εξεγέρσεις των Ζεϊμπέκων του 19ου αι. εναντίον του τουρκικού κράτους που κατέστρεφε τον τρόπο ζωής τους και τους καταπίεζε.

Βλέποντας ότι το κράτος τους καταπίεζε, ο Τσακιτζής παρακίνησε τους φτωχούς αγρότες να μην πληρώνουν φόρους, κι απαγόρεψε στους φοροεισπράκτορες, με ποινή θανάτου, να έρχονται στην περιοχή που είχε κάτω από τον έλεγχό του.

Ξεκινώντας με την πρόθεση να αποδώσει μόνος του δικαιοσύνη σε μια προσωπική αδικία που του κάνανε, ο Τσακιτζής έφτασε στην ιδέα να απονείμει, γενικότερα, δικαιοσύνη στην περιοχή του και μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων του. Έτσι, άρχισε να αποσπά με τη βία μεγάλα ποσά απ’ τους πλουσίους, τους τσιφλικάδες, τους προύχοντες, και τους τοκογλύφους και να τα χρησιμοποιεί προς όφελος των οικονομικά αδυνάτων. Έκανε δωρεές, προίκιζε φτωχές κοπέλες, έχτιζε γεφύρια, βρύσες, έφτιαχνε κοινωφελή έργα. Οι πλούσιοι Τούρκοι, Ρωμιοί, Εβραίοι και άλλοι, διαμαρτύρονταν στις αρχές και ζητούσαν την εξόντωση του Τσακιτζή. Όμως οι φτωχοί, ανεξάρτητα από φυλή και θρησκεία, τον αγαπούσαν, τον προστάτευαν και του πλέκανε τραγούδια στα ελληνικά, στα τούρκικα, στα αρμένικα.

Η φήμη του είχε φτάσει στην Ελλάδα απ’ τον καιρό που ζούσε ακόμα ο θρυλικός εφές, πολύ πριν φτάσουν εδώ οι μικρασιάτες πρόσφυγες. Το σχετικό ελλαδίτικο, όπως φαίνεται κι από τους στίχους, τραγούδι, εύχεται μέσα στην αφέλειά του να μπορούσε να έρθει ο Τσακιτζής και στην Ελλάδα, για να απονείμει κι εδώ την κονωνική του δικαιοσύνη:

“Τσακιτζή, δεν εβαρέθης στα σμυρνέικα χωριά;

Δεν περνάς και στην Ελλάδα, να παντρέψεις ορφανά;”

pic33-image001

Βεβαίως, αν το δούμε αντικειμενικά, ο Τσακιτζής ήταν ένας ληστής με τη νομική έννοια του όρου, δηλαδή ήταν κάποιος που ιδιοποιείται ξένα πράγματα με τη βία ή την απειλή βίας. Όμως οι αγρότες κι η φτωχολογιά των πόλεων δεν τον θεωρούσαν κακούργο. Ενδεικτική η μαρτυρία που διασώζει ο Νέαρχος Γεωργιάδης:

“Τον λέγανε ληστή! Εγώ δεν τον εθεωρούσα για κακούργο αυτόν τον άνθρωπο. Όταν τόσους ανθρώπους που δεν είχανε βόδια να ζευγαρώσουνε τους αγόραζε βόδια, όταν πάντρεψε τόσα κορίτσια, όταν εχάλανε ενούς το σπίτι, επήγαινε και του’δινε να χτίσει καινούργιο… Ε, λοιπόν αυτός ο άνθρωπος θα τον πω ότι ήτανε κακούργος? Αυτός ήτανε σωτήρας του κοσμάκη!”

Έχει παρατηρηθεί ότι οι ληστές, κοινωνικοί και μη, είναι άνθρωποι της δράσης μάλλον παρά της θεωρίας. Ο Τσακιτζή Μεχμέτ εφές δεν είχε κανένα συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα. Όμως από τη δράση του πηγάζουν μερικές πολιτικές έννοιες που θα μπορούσαν να κωδικοποιηθούν ως εξής:

*Αντιεξουσιαστική στάση, εχθρότητα προς ένα απολυταρχικό και καταπιεστικό κράτος και τα όργανά του και σύγκρουση μαζί τους.

*Ταξικά συναισθήματα που μοιράζονται σε δύο πόλους: συμπάθεια για τη φτωχή αγροτιά και τις λαϊκές τάξεις των πόλεων και έχθρα εναντίον των πλουσίων.

*Πράξεις κοινωνικής δικαιοσύνης για την οικονομική ανακούφιση των φτωχών, με ανάλογη επιβάρυνση στην περιουσία των πλουσίων.

*Έλλειψη εθνικών ή θρησκευτικών προκαταλήψεων και διακρίσεων, τόσο απέναντι στους αδύνατους, όσο κι απέναντι στους οικονομικά ισχυρούς.

Το πλήθος των Σμυρνιών και των άλλων Μικρασιατών Ελλήνων, που ανήκαν στις λαϊκές τάξεις, με το να αγαπά, να θαυμάζει και να υποστηρίζει τον εφέ του Αϊδινίου, με το να εξυμνεί τα χαρίσματά του και να λέει τα τραγούδια του, με το να καλλιεργεί το θρύλο του για μια σειρά ετών, ακόμα κι όταν αυτός είχε πια σκοτωθεί, έδειχνε πως αποδεχόταν αυτές τις αρχές του Τσακιτζή ως ένα είδος κώδικα λαϊκής ιδεολογίας.

Βέβαια, η άφιξη του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, συνέβαλε αρκετά στο να ξεχάσουν προσωρινά οι Έλληνες της Μικράς Ασίας τον Τσακιτζή. Μπροστά τους είχαν πλέον το εθνικό όραμα της ενώσεως με την μητέρα πατρίδα και τέτοια πράγματα.

Αργότερα, οι Έλληνες της Μικρασίας, πρόσφυγες πια εκεί που τους πέταξε το φουσκωμένο κύμα, δοκίμαζαν στο πετσί τους την κοινωνική αδικία και την οικονομική ανισότητα στον υπέρτατο βαθμό. Όλα αυτά, στα εδάφη της μητέρας πατρίδας, πλέον.

Έτσι, τα τραγούδια του Τσακιτζή ξανάρχισαν να αντηχούν στις προσφυγικές συνοικίες, παίρνοντας τη σημασία επαναβεβαίωσης αυτού του παλιού κώδικα λαϊκής ιδεολογίας…

Μπορούμε να θεωρήσουμε ως κύριο τραγούδι για τον Τσακιτζή, εκείνη τη μελωδία με τούρκικα λόγια και ρυθμό ζεϊμπέκικο, που περιείχε σε κάθε στροφή της το στερεότυπο στίχο

“μπαναντα Τσακιτζή ντερλέρ” (δηλαδή “με λέν εμένα Τσακιτζή”)

ή το στίχο “γιαρ φιντάν μποϊλού” (δηλαδή “λυγερόκορμο δεντρί”).

Δεν ξέρουμε αν ο αρχικός δημιουργός του ήταν Τούρκος ή Ζεϊμπέκος ή αν ανήκε σε κάποια άλλη εθνότητα. Όσον αφορά τους στίχους, φαίνεται πως ο αριθμός τους είναι μεγάλος κι απροσδιόριστος. Στην πραγματικότητα, πολλοί προσέθεταν κατά καιρούς, ανάλογα με την έμπνευσή τους και την περίσταση, καινούργιες αυτοτελείς στροφές, τις οποίες μπορούμε να ονομάζουμε παραλλαγές. Αυτό λοιπόν το “κύριο” τραγούδι του Τσακιτζή το πήρανε από τους πρόσφυγες και οι άλλοι Έλληνες και το τραγουδήσανε κι αυτοί. Ενδεικτική είναι η μαρτυρία του Μάρκου Βαμβακάρη: “Το “Τσακιτζής” είναι ζεμπέκικο τούρκικο βαρύ, ωραίο… ωραίο! Δε θυμάμαι ακριβώς από που το έμαθα, όμως ήτανε πολλοί, πολλοί από τη Μικρά Ασία που το τραγουδούσανε”.

Γύρω στα 1930 γραμμοφωνήθηκε μια αμιγώς ελληνόφωνη παραλλαγή:

Μες της Σμύρνης τα βουνά

και τα κρύα τα νερά

μες της Σμύρνης τα βουνά

σαν λιοντάρι τριγυρνά.

-Με λεν εμένα Τσακιτζή

-Γειά σου, παληκάρι μου,

λεοντάρι στην καρδιά

Καθεμιά του ντουφεκιά

είναι και παρηγοριά.

Καθεμιά του ντουφεκιά

είναι και παληκαριά.

-Με λεν εμένα Τσακιτζή

-Γειά σου παληκάρι μου,

λεοντάρι στην καρδιά

Τη θρησκεία δεν κοιτά

Τούρκα αν είσαι για Ρωμιά

-Με λεν εμένα Τσακιτζή

Τάμα τό’χει στο θεό

να παντρεύει ορφανά.

Ο θρύλος του Τσακιτζή επιβίωσε και μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο.

Αργότερα κυκλοφόρησε σε δίσκο μια ακόμα σημαντική παραλλαγή του “κύριου” τραγουδιού του Τσακιτζή στα ελληνικά. Σ’ αυτήν παραμένει ο στερεότυπος στίχος “γιαρ φιντάν μποϊλού”, που επανέρχεται σε κάθε στροφή, σαν κατάλοιπο της γλώσσας του πρωτότυπου:

Τσακιτζή, παληκαρά,

πέρασε κι απ’ τα Βουρλά,

πέρασε κι από τη Σμύρνη

γιαρ φινταν μποϊλού

να παντρέψεις ορφανά.

Τσακιτζή, κατέβα πια

απ’ της Ασίας τα βουνά,

πήγαινε και στ’ Οδεμήσι

γιαρ φιντάν μποϊλού

να παντρέψεις ορφανά

Δεν είν’ αυγή να σηκωθώ

και να μη συλλογιστώ,

Τσακιτζή μου, να μην κλάψω

γιαρ φιντάν μποϊλού

τον άδικό σου το χαμό

Είναι σωστή η διαπίστωση ότι ο μύθος των λαϊκών ληστών μένει ζωντανός μόνο μέσα στα πλαίσια της φεουδαρχικής αγροτικής κοινωνίας που τον γέννησε, κι έξω απ’ αυτή δε μπορεί να κατανοηθεί και να συγκινήσει.

Αντίθετα όμως με αυτό τον κανόνα, ο Τσακιτζής δρασκέλισε τις βουνοπλαγιές και τα χωράφια και μπήκε θριαμβευτικά στις πόλεις. Το γεγονός ότι ο μύθος του από αγροτικός έγινε αστικός, και μ’ αυτή την έννοια ενσωματώθηκε στο ελληνικό τραγούδι των πόλεων, δείχνει τη διαχρονικότητα και την καθολικότητα των μηνυμάτων του.

Yasar Kemal: “Ο τσακιτζής”

pic33-image002

“Αυτός ο άνθρωπος δεν είναι μόνο μπελάς για το κράτος, για το δικό μου κεφάλι είναι μπελάς. Ο Αλλάχ έπλασε αυτόν τον άνθρωπο για να τυραννάει εμένα. Τα έχω χάσει πια και δεν ξέρω ούτε τι να πω, ούτε τι να κάνω. Στη χούφτα δε χωράει, στο χέρι δεν χωράει. Γλιστράει. Αν αυτός ο άνθρωπος δεν είναι ο σατανάς, τότε είναι πραγματικά ο γιος του σατανά. Σίγουρα έτσι είναι. Φανταστείτε Ριουστού μπέη, ότι ένας αξιωματικός με τη φήμη του Μουχτάρ Πασά τον κύκλωσε με μια δύναμη πεντακοσίων ατόμων στην τοποθεσία του Τσόπντερε και αυτός ο διάολος γλίστρησε ανάμεσα σε τέτοιο μπουλούκι και το έσκασε. Τέτοιος σατανάς είναι αυτός. ”

(από τις αναμνήσεις του Ριουστού Κομπάς, του ανθρώπου που σκότωσε τον Τσακιτζή)

Πρόκειται για τον πολυθρύλητο Τσακιτζή Μεχμέτ Εφέ, ή Τσακίρτζαλη, Εφέ του Αϊδινίου, που γεννήθηκε το 1872 και σκοτώθηκε το 1912, του ξακουστού αρχηγού τσετέ (αντάρτικης ομάδας) στη Μικρασία του Αιγαίου, του οποίου η δράση ως ληστή πέρασε στη λαϊκή κουλτούρα κι έγινε παραμύθι. Υπάρχουν όμως στοιχεία που τεκμηριώνουν την πραγματική ιστορία του Τσακιτζή, όπως τουλάχιστον τα περιέσωσε ο Yasar Kemal, παίρνοντας πληροφορίες από έγκυρες πηγές καθώς και από τον άνθρωπο που τελικά κατάφερε και τον σκότωσε.

Ήταν τρομερά γρήγορος, εύστοχος στο βόλι, πολύ παράτολμος…

…ήταν πονηρός και ατρόμητος. Σε όλη την αντάρτικη ζωή του ούτε μια φορά δεν έπεσε σε παγίδα. Κι όταν βρισκόταν στην ανάγκη να δώσει μάχη με τους ζαπτιέδες, τους ξέφευγε χωρίς να ματώσει η μύτη του γλιστρώντας ανάμεσά τους, όπως μια τρίχα γλιστράει μέσα από το λάδι. Όταν του έμενε ελεύθερος χρόνος καβαλούσε το άτι του κι έτρεχε ασταμάτητα, έβρισκε μια ανοιχτωσιά και μέχρι να νυχτωθεί τρελαινόταν στο τουφεκίδι. Η ψυχή του γέμιζε αγαλλίαση μ’ αυτό το παιχνίδι.

Το εφελίκι στην περιοχή του Αιγαίου είναι μια πανάρχαιη συνήθεια με βαθιές ρίζες, είναι πιο παλιό κι από τους Οθωμανούς κι απ τους Βυζαντινούς. Ίσως αυτά τα βουνά από τότε που υπάρχουν να μην έχουν μείνει χωρίς ζεϊμπέκηδες.

Είναι πραγματικά απίστευτες οι ιστορίες τόλμης και μπέσας του Τσακιτζή. Η προσωπικότητά του έγινε γνωστή και στο Λονδίνο, όπου το κοινοβούλιο και οι εφημερίδες ενδιαφέρθηκαν για την περίπτωση του ανυπότακτου αντάρτη που δεν μπορούσε να τον αγγίξει η χωροφυλακή και σκορπούσε το φόβο και τον τρόμο και σε άλλες αντάρτικες ομάδες, ενώ ο λαός τον λάτρευε γιατί είχε δύναμη και ασκούσε ένα είδος «λαϊκής δικαιοσύνης». Οι ζημιωμένοι αγάδες κι οι κοτζαμπάσηδες συσπειρώνονταν εναντίον του δίνοντας αφορμή να γραφτούν σελίδες απίστευτης παλληκαριάς για τον Τσακιτζή.

Το ενδιαφέρον των Άγγλων σε μια περίοδο που η Αγγλία ενδιαφερόταν για το διαμελισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, και η υποστήριξη του Τσακιτζή από τους Βίτολ, επιφανή εγγλέζικη οικογένεια στη Σμύρνη, είναι πράγματι περίεργα. Πολλοί αντάρτες ήταν όργανα του κράτους ή εξυπηρετούσαν φεουδάρχες. Η μυθοποίηση του Τσακιτζή συσκοτίζει την ιστορική αλήθεια. Ωστόσο το λησταντάρτικο ήταν φαινόμενο εξαπλωμένο σε όλα τα Βαλκάνια, που είχε ιδιάτερη έκταση στην Οθωμανική αυτοκρατορία του τέλους του 19ου αι., ένα κράτος εν κράτει. Δυο τρεις φορές το οθωμανικό κράτος έδωσε αμνηστία στον Τσακιτζή και τα κιζάνια του (το «τσετέ» του), αλλά τα μίση κι η εκδικητικότητα των ανταγωνιστώ ν του, ανταρτών ή αγάδων τον οδήγησε πάλι στο βουνό.

Ο θρύλος θέλει τον Τσακιτζή να είναι φιλήσυχος, να μη θέλει να γυρνάει στα βουνά και να σκοτώνει. Όμως για λόγους τιμής αναγκάζεται να επιστρέψει (το σφάλμα ήταν του σαραγιού, η αμαρτία της κυβέρνησης). Έτσι, βλέπουμε ότι ισχύει άλλο δίκαιο κι άλλη ηθική, άγραφοι κανόνες ενός κόσμου όπου η δύναμη, η γρηγοράδα, η ευστοχία, η λεβεντιά, η μπέσα και το κιμπαρλίκι είναι πρώτες αξίες, πολύ σημαντικότερες από την ανθρώπινη ζωή. Μαζί μ’ αυτές πάνε η λατρεία, η αφοσίωση, η πίστη των ζεϊμπέκηδων στον Εφέ τους, η εκδίκηση, οι εξυπηρετήσεις, οι συναλλαγές.

Σε δυο τρεις ιστορίες ο Τσακιτζής χαρίζει τη ζωή στον αντίπαλό του «γιατί είναι λεβέντης».

“Αν δεν ήσουν τόσο παλικάρι, δεν θα τολμούσες να φτάσεις μέχρι τη μύτη του τουφεκιού μου. Σου χαρίζω τη ζωή γιατί είσαι λεβέντης. Άιντε, γύρνα πίσω αμέσως. Για να με θυμάσαι μέχρι τα υστερνά, σου στέλνω αυτό το ενθύμιο.

Λέγοντας «πάρτο» ο Τσακιτζής την ίδια στιγμή ρίχνει ένα βόλι που παίρνει το καλπάκι απ το κεφάλι του Τζαφέρ Κιαμήλ και το στέλνει μακριά. Ο Τζαφέρ παίρνει το καλπάκι του και γυρίζει πίσω. Να τι Εφές, τέτοιος Εφές ήταν. ”

Όταν επίσης, ο πιο επικίνδυνος αντίπαλός του, ο Σαΐτ Πασάς (ο πιο έμπιστος πασάς του σαραγιού, με μεγάλες επιτυχίες) που τον καταδιώκει ανελέητα με ολόκληρη μεραρχία, περνάει από μπροστά του, καβάλα στο άλογο, ωραίος και μεγαλοπρεπής, χωρίς να σκεφτεί ότι ο Τσακιτζής μπορεί να του στήσει ενέδρα, ο Τσακιτζής θα μπορούσε να τον ρίξει κάτω σαν ώριμο απίδι. Δεν ρίχνει. Ο πασάς περνάει το μπογάζι και φεύγει.

Αργότερα, όταν ο Εφές κατέβηκε στα χωριά, κοντινοί του άνθρωποι αφηγούνταν πώς τους τα εξομολογήθηκε ο Εφές:

– Πέρασε από μπροστά του πάνω στο άλογο ο Σαΐτ πασάς. Ήταν πολύ επιβλητικός, πολύ ωραίος άντρας. Πολύ νέος και γοητευτικός, ένα φιντάνι, ένας νεαρός στρατηγός, δεν πήγαινε η καρδιά να τον χτυπήσει.

Του έστειλε μάλιστα και γράμμα ότι πέρασε δυο φορές από μπροστά του στα πενήντα αμέτρα και δεν τον χτύπησε…

Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου αφηγείται το τέλος του Τσακιτζή ο άνθρωπος που ανέλαβε κι έφερε σε πέρας την αποστολή να τον καθαρίσει.

Αφήνω την καταδίωξη κι αρχίζω και σκέφτομαι. Γιατί δε μπορούμε να συλλάβουμε αυτούς τους αντάρτες; Από τη μια δυο τσαπατσούληδες, δυο ατζαμήδες αντάρτες κι από την άλλη η οργάνωση και η μέθοδος του κράτους. Γιατί μένουμε άπραγοι; Γιατί είμαστε ανίκανοι;

Μετά από πειράματα και δοκιμασίες δυο μηνών διδάχτηκα ότι οι αντάρτες δεν ήταν έτσι από το κεφάλι τους. Ο λαός, μια μερίδα προύχοντες και οι αντάρτες ήταν ενωμένοι. Εμείς λέμε πως θέλουμε να πιάσουμε τους αντάρτες, κι αυτοί μας δείχνουν λαθεμένο δρόμο, γίνονται πληροφοριοδότες των συμμοριών, τους ετοιμάζουν λημέρια. Να φτιάξω και γω ένα δίκτυο οργάνωσης, όπως έχουν και οι άνθρωποι των ανταρτών. Έπειτα να οργανώσω ένα απόσπασμα από ζανταρμάδες, κι από κάποιους ανθρώπους του λαού, που δεν πάνε με τη μεριά του αντάρτη. Χρόνος χρειάζεται. Μυαλό και σωστός σχεδιασμός χρειάζεται.

Ο Ριουστού αναγκάστηκε να μελετήσει ως και τις συνήθεις του Τσακιτζή, το παρελθόν του τις αδυναμίες του την ψυχολογία του (κάθε βράδυ καθόμασταν και τα βάζουμε όλα σε μια σειρά, τις ασήμαντες μικροσυγκρούσεις και τις πιο συνηθισμένες αγαθοεργίες του, τους θυμούς του και τα γινάτια του, τις πονηριές του και τις αρρώστιες του, τα χούγια του και τα αντέτια του (συνήθειες). Ακόμα και τον τρόπο που ντυνόταν (δε φορούσε το κοντό μενεβρέκι μέχρι το γόνατο αλλά μακριά περισκελίδα ευρωπαϊκού τύπου, προκαλώντας το θαυμασμό αφού ξεχώριζε προκλητικά προσελκύοντας τους εχθρούς)

Ο Ριουστού παγίδευσε τον Τσακιτζή χρησιμοποιώντας πολύ μεγάλη μαεστρία και τον σκότωσε χάρη στην απίστευτη τόλμη του αδερφού του, που χώθηκε σ ένα νερόλακο και σκαρφάλωσε με υπεράνθρωπες προσπάθειες μια πολύ απότομη βραχοπλαγιά. Το πτώμα του όμως το βρήκαν αποκεφαλισμένο και γδαρμένο ώστε να μην είναι αναγνωρίσιομο, τέτοια εντολή είχε δώσει στα παλληκάρια του. Το αναγνώρισε η πρώτη του γυναίκα.

Το κρέμασαν από τα πόδια και το άφησαν εκτεθειμένο σε κοινή θέα στο κέντρο της πλατείας του Ναζιλλί, αλλά πολύς κόσμος έκλαιγε και το πήρε πολύ βαριά που εκτέθηκε δημόσια, κρεμασμένο ανάποδα το σώμα ενός τόσο γενναίου ανθρώπου.

Ο θρύλος του τσακιτζή έχει περάσει και στην ελληνική παράδοση, τραγουδήθηκε με τούρκικα αλλά και με ελληνικά λόγια. Αξίζει κανείς ν’ ακούσει την ερμηνεία του Παντελή Πολιτάκη (ελληνικά λόγια) αλλά και του Αντρέα Ρούσση που διατηρεί το τσάκισμα στα τούρκικα.

 

Οι Έλληνες λησταντάρτες Ζεϊμπέκηδες

Επί οθωμανοκρατίας, σε όλη την επικράτεια της αυτοκρατορίας εμφανίζονται ληστρικές συμμορίες με έντονο αντιοθωμανικό και πολλές φορές αντιεξουσιαστικό /αντικρατικό χαρακτήρα. Οι χαϊντούκοι στη Βουλγαρία, οι κλέφτες στον ελλαδικό χώρο, οι χαϊνηδες στην Κρήτη, οι εφέδες και οι ζεϊμπέκοι στη Μικρά Ασία κ.τ.λ. Το φαινόμενο της κοινωνικής ληστείας πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις στην επικράτεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας προκαλώντας εκτεταμένες συγκρούσεις, εξεγέρσεις και επαναστάσεις ( «η εξέγερση των κλεφτών προσφέρει το πρότυπο πάνω στο οποίο οι αγροτικές μάζες θα σφυρηλατήσουν προοδευτικά την επαναστατική τους ιδεολογία και συμπεριφορά»).

Όσοι δεν ανέχονται την καταπίεση και την αυταρχική συμπεριφορά των χωροδεσποτών και των εκπροσώπων της κρατικής εξουσίας καταφεύγουν στα κρησφύγετα των όρεων της περιοχής τους και αναλαμβάνουν ένοπλο αγώνα εναντίον της εξουσίας.

Σύμφωνα με τον λαογράφο Ν.Γ. Πολίτη η μεταμόρφωση του φιλήσυχου αγρότη σε ληστή ή αντάρτη είναι φυσικό επακόλουθο της στυγνής καταπίεσης της τουρκικής εξουσίας σε όλες τις χώρες της βαλκανικής : « και εν Βουλγαρία και εν Σερβία αι καταπιέσεις των τούρκων δυναστών μεταβάλλουν εις χαϊδούκον τον ειρηνικόν αγρότην»

Τα βουνά γέμισαν με λησταντάρτες, καθώς σύμφωνα με τη λαϊκή παροιμία : ο λύκος αν στεναχωρεθεί, κατεβαίνει στο χωριό, ο σκλάβος, αν στεναχωρεθεί, ανεβαίνει στο βουνό.

Σ αυτές τις ληστρικές συμμορίες με έντονο αντικρατικό χαρακτήρα, δε χωρούν εθνικοί διαχωρισμοί. Έλληνες, αλεβήτες, κούρδοι, ζαζάδες, αρμένιοι ,τσερκέζοι, ταχτατζήδες, νομάδες γουρύκοι, τούρκοι, βόσνιοι, βούλγαροι : « οι κατατρεγμένοι από το νόμο, δεν είχαν περιθώρια για εθνικές διακρίσεις» Το ελεύθερο λαϊκό επαναστατικό πνεύμα των κοινωνικών ληστών, οι οποίοι δεν κάνουν διάκριση ως προς τη φυλετική καταγωγή, θρήσκευμα και την εθνική συνείδηση των αδικημένων αλλά προστατεύουν και υπερασπίζονται αδιακρίτως τους ανθρώπους του λαού…

Στη Μικρά Ασία, εμφανίζονται οι λησταντάρτες, γνωστοί ως ζεϊμπεκοι, οι οποίοι αντιστέκονται με ζήλο στην κεντρική οθωμανική εξουσία. Είναι ριψοκίνδυνοι, γενναίοι, βοηθούν τους φτωχούς ( ο ληστής Τσακιτζής έμεινε γνωστός ως Ρομπέν της Ανατολής). Οι ζεϊμπέκοι συμμετέχουν ενεργά στην κοινωνική ζωή, χτίζουν τεμένη, γέφυρες, σχολεία, επισκευάζουν βρύσες και κρήνες, ανοίγουν πηγάδια, τιμωρούν τους χαφιέδες και τους αυταρχικούς τοπικούς ηγέτες, ληστεύουν κρατικές χρηματαποστολές και εύπορους έμπορους, παίρνουν λύτρα από γαιοκτήμονες.

Η σύγχρονη αντίληψη για τους ζεϊμπέκους είναι ότι στην πλειονότητά τους διακρίνονται από αντικρατική και αντιεξουσιαστική συμπεριφορά, στρέφονται εναντίον των προεστών, οι οποίοι φέρονται άδικα κι απάνθρωπα, και εναντίον της κρατικής βίας και καταπίεσης καθώς και της κακής διοίκησης και διεκδικούν τη δικαίωση των λαϊκών τάξεων.

Στην πλειονότητά τους παίρνουν ενεργό μέρος στους κοινωνικούς και μπορεί, ίσως, να θεωρηθεί ότι είναι τυπικά δείγματα επαναστατών… Η αντιεξουσιαστική και αντικρατική δράση τους ορίζεται ως πραγμάτωση συγκεκριμένων αξιών- απονομή δικαιοσύνης, προάσπιση του δικαίου των καταπιεζομένων και φτωχών, διαρκής αγώνας εναντίον της απανθρωπιάς και της τυραννίας. Είναι ιδεολόγοι επαναστάτες με αδιαμόρφωτη, από θεωρητικής άποψης, πρωτογενούς μορφής, αντικαταπιεστική-αντικρατική αντίληψη, οι οποίοι προσδοκούν μια κοινωνία ισότητας, κοινωνικής ελευθερίας και οικονομικής άνεσης.

Η δράση των κοινωνικών ληστών στη Μικρασία ξεκινά το 16ο αιώνα, όπου η λαϊκή απήχηση είναι τόσο έντονη, ώστε ο έλεγχος χάθηκε από την κυβέρνηση και δημιουργήθηκε « ατύπως ανεξέλεγκτη κοινωνική ατμόσφαιρα, καθώς οι ποικίλες συμμορίες ληστών αποκτούν μεγάλη δύναμη και επεμβαίνουν στη ζωή του λαού της περιοχής».

Το 1624 ο ληστής Τζεννέτογλου μαζεύει πλήθος χωρικών και επαναστατεί ανοιχτά κατά της κρατικής αδικίας. Η λαϊκή εξέγερση πνίγεται στο αίμα και ο Τζεννέτογλου δολοφονείται- το 1658 ο Μπουλούμπακση οργανώνει συμμορία, αλλά δολοφονείται απ΄ το διώκτη τωβ ανταρτών Σερντάρ Αλή Πασά. Οι «μπουλουμπακσήδες» αντεπιτίθενται στα 1672 και ως το 1699 κάνουν επιθέσεις κατά της κεντρικής διοίκησης του Αϊδινίου και των διπλανών κωμοπόλεων. Ο ληστής Μουσταφά τρομοκρατούσε από το 1735 ως το 1739 τους κοτζαμπάσηδες της δυτικής Μ. Ασίας .

Ως τις αρχές του 20ου αιώνα οι εξεγέρσεις και οι ληστείες ήταν πάμπολλες (μόνο στο βιλαέτι της Σμύρνης στις αρχές του 20ου αιώνα υπήρχαν 39800 ζεϊμπέκοι!). Η αντίστοιχη όμως κρατική καταστολή είναι τεράστια : «Στο Αϊδίνι έσφαξαν τους ζεϊμπέκηδες κατά ένα τρόπο που η ανείπωτη θηριωδία του θυμίζει τις άγριες σφαγές των αρμενίων… Ούτε αιχμαλώτους έκαναν ούτε πληγωμένοι υπήρχαν: κάθε ζεϊμπέκης που έπεφτε στα χέρια των Τούρκων, σφάζονταν.» «Αφού έκοψαν τα κεφάλια των σκοτωμένων τα πέρασαν στα κάγκελα του κονακιού σαν παράδειγμα προς αποτροπήν.»

Όμως, δεν ήταν μόνο η έντονη καταστολή. Πολλοί ζεϊμπέκοι πέρασαν στην αντίπερα όχθη και γίναν διώκτες ληστών για να εξασφαλίσουν αμνηστία και άλλα προνόμια (όπως ακριβώς έγινε και με τους κοινωνικούς ληστές του ελλαδικού χώρου). Τελευταία αναλαμπή ήταν ο Τσακιτζής, που στα 1899 οργάνωσε λησταντάρτικη συμμορία με έντονη φιλολαϊκη και αντιεξουσιαστίκη δράση. Ο Τσακιτζής σκοτώθηκε έπειτα από πεισματική μάχη 48 ωρών στην περιοχή Ναζιλλί το 1912. Η φήμη του απέκτησε και διατηρεί διαστάσεις θρύλου. Ο θάνατος του Τσακιτζη οριοθετεί και την λήξη της κοινωνικής ληστείας με πρωταγωνιστές τους ζεϊμπέκους στη σύγχρονη Τουρκία»

Εκτός από τους ζεϊμπέκους, στην περιοχή της Σμύρνης δράσαν και αρκετοί έλληνες ληστές. Γνωστότερος ήταν ο Κατιρτζίγιαννης : «Με τη συμμορία του επιτίθεται κυρίως εναντίον καραβανιών και ταχυδρομείων. Αιχμαλωτίζει εμπόρους, τους απαγάγει στο βουνό και απαιτεί λύτρα για την απελευθέρωση τους».

 

Το 1852 ένας γερμανός τυχοδιώκτης έγραψε στις σημειώσεις του « στην Σμύρνη και στα περίχωρα κυβερνούν ουσιαστικά οι αντάρτες, οι οποιοί κυκλοφορούν με μαχαίρια και όπλα και τρομοκρατούν τον πληθυσμό» Το δίκτυο επικοινωνίας του Καρτιτζίγιαννη ήταν τόσο οργανωμένο ώστε ήταν σχεδόν αδύνατο να διερευνηθεί από τις αρχές και να διαλυθεί. Η εξόντωσή του έγινε κατορθωτή με τεράστιους κόπους γιατί ο Καρτιτζίγιαννης είχε συνεργάτες ξενοδόχους, ,παντοπώλες,, καφετζήδες ,πολλούς ξένους ακόμα και προξένους ξένων κρατών στη Σμύρνη.

Οι Έλληνες ληστές του δυτικού Αιγαίου ληστεύουν πλούσιους λεβαντίνους της Σμύρνης , απαγάγουν εισαγωγείς , αιχμαλωτίζουν γνωστούς εμπόρους και παίρνουν λύτρα απ το κράτος. Η έξαρση του εθνικισμού, όμως, στην περιοχή οδήγησε τους Έλληνες αντάρτες στην προσχώρηση της Μεγάλης Ιδέας και τους ζεϊμπέκους στον Κεμαλικό επεκτατισμό. Έτσι, με τον συνδυασμό της καταστολής, της προδοσίας από μέσα και του εθνικισμού το φαινόμενο της κοινωνικής ληστείας μαράθηκε σταδιακά στο Βαλκανικό και μικρασιατικό χώρο.

Πηγή:Υπέρ του ανόμου συλλόγου κακοδαιμονιστών – Αλάστωρ (Ασύμμετρη Απειλή) Θεσσαλονίκη, Νοέμβρης 2005 http://rioter.info/2009/08/23

Bergama / Pergamos / Menemen Zeibekiko Zeybek Greek Turkish

Πέργαμος / Μενεμένη

Γνωστό τραγούδι σε ρυθμό zeybek

διάφορες εκτελέσεις στα τουρκικά και ελληνικά

ηχογραφήσεις στην διάρκεια του μεσοπολέμου σε Αθήνα , Τουρκία και Αμερική.

Χριστουγεννιάτικα χειροτεχνήματαΤρίτη 18/12/18, ώρα 6:00 μ.μ. – 8:00 μ.μ.

«Χριστουγεννιάτικα χειροτεχνήματα»

Η Περιφερειακή Βιβλιοθήκη 40 Εκκλησιών σε συνεργασία με την Ένωση Μικρασιατών Φοιτητών και τη Θεατρική Ομάδα Φοιτητών Νοσηλευτικής Α.Τ.Ε.Ι.Θ. «Οι Παιδιατρικοί» διοργανώνει και φέτος για 3η χρονιά εργαστήριο κατασκευής χριστουγεννιάτικων στολιδιών, τα οποία ακολούθως θα διανεμηθούν ως δώρα στους μικρούς ασθενείς που νοσηλεύονται στο Παιδιατρικό τμήμα του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ.

Καλλιόπη Κεχαγιά (Προύσα 1839- Αθήνα 1905)

Καλλιοπη Κεχαγια.jpg

Η Καλλιόπη Κεχαγιά (Προύσα 1839- Αθήνα 1905), Ελληνίδα πρωτοπόρος εκπαιδευτικός και φεμινίστρια.

Η Καλλιόπη Κεχαγιά (Προύσα 1839- Αθήνα 1905)  ήταν Ελληνίδα εκπαιδευτικός και φεμινίστρια του 19ου αιώνα. Τιμήθηκε στον τομέα της με τον τίτλο της Επόπτιδος πάντων των σχολείων και διδασκαλείων της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας το 1898.

Γεννήθηκε στην Προύσα της Βιθυνίας, στη Μικρά Ασία, το 1839. Από εκεί ήταν και ο πατέρας της, προύχοντας, εύπορος έμπορος και αντιπρόσωπος της χριστιανικής επαρχίας του στην Υψηλή Πύλη, για τον λόγο αυτό λέγονταν Κεχαγιάς. Το 1850 η οικογένεια του πατέρα της εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Εδώ η μικρή Καλλιόπη μαθήτευσε στο Παρθεναγωγείο Χιλλ και κατόπιν στο Αρσάκειο. Συνέχισε τις σπουδές στο Παρθεναγωγείο Βάλτερ του Λονδίνου και στράφηκε στην ιδιωτική μελέτη της αρχαίας φιλολογίας και γλώσσας, έχοντας για διδάσκαλο τον λόγιο και συγγραφέα Γρηγόριο Παπαδόπουλο. Ταξίδεψε σε πολλές ευρωπαϊκές και αμερικάνικες πόλεις σπουδάζοντας στα εκπαιδευτικά και φιλανθρωπικά τους ιδρύματα. Επέστρεψε στην Ελλάδα και διετέλεσε διευθύντρια του Παρθεναγωγείου Χιλλ στα έτη 1875 ως 1888, ενώ παράλληλα ίδρυσε και οργάνωσε το Ελληνικό Παρθεναγωγείο στην Κωνσταντινούπολη υπό την εποπτεία του Κωνσταντίνου Ζάππα. Ίδρυσε πολλούς εκπαιδευτικούς, χριστιανικούς και φιλανθρωπικούς συλλόγους.

Επίσης, μετά την επιστροφή της στην Αθήνα θέλησε να συμβάλει στην αναμόρφωση του σωφρονιστικού συστήματος ώστε να αποτελέσει ένα σύστημα που να σέβεται τον κρατούμενο, να τον μορφώνει και να τον καθιστά πολίτη ικανό να ενταχθεί ομαλά στην κοινωνία μετά την αποφυλάκισή του, ώστε να καταστεί και παραγωγικός για τον τόπο του. Ιστορική θεωρείται η Έκθεση που απηύθυνε στη βασίλισσα Όλγα, προκειμένου να την παρακινήσει να συνδράμει στην ίδρυση γενικών γυναικείων φυλακών στην Αθήνα σε αξιοπρεπείς και βιώσιμες συνθήκες, στον οποίο θα συγκεντρώνονταν όλες οι γυναίκες τρόφιμοι από όλες τις άλλες φυλακές Ελλάδας «όπως παύση υβριζόμενον το γυναικείον φύλον εν αις ευρίσκονται νυν συνθήκες αι γυναικείαι φυλακαί πανταχού του Κράτους». Εξάλλου, με τη μεσολάβηση της ίδιας ως προέδρου της «Εν Χριστώ Αδελφότητας» εξασφαλίστηκε οικόπεδο στους Αμπελοκήπους της Αθήνας για την ανέγερση των κτιρίων με δαπάνες της Αδελφότητας, για «να περισώσωμεν εκ της δεινής ηθικής ταπεινώσεως γυναίκας Ελληνίδας, ως αι πλείσται εισί και έσονται μητέρες πολιτών Ελλήνων».

Αποτέλεσμα εικόνας για Καλλιόπη Κεχαγιά

Η σημαντικότερη δράση της αφορά στην ανέγερση και σύσταση του Εφηβείου Αβέρωφ. Σύμφωνα με την Κεχαγιά, η κατάσταση των ελληνικών φυλακών για τους ανήλικους ήταν απαράδεκτη, καθώς ανήλικοι τρόφιμοι συμβίωναν με τους ενήλικες με αποτέλεσμα συχνά η φυλακή από μέρος σωφρονισμού να μετατρέπεται σε ένα σχολείο παραβατικότητας. Το Εφηβείο Αβέρωφ αποτέλεσε υπόδειγμα σωφρονιστικού καταστήματος την εποχή εκείνη για την Ελλάδα. Διέθετε σχολείο, βιβλιοθήκη, εργαστήρια σε ειδικούς χώρους στα οποία εξασκούνταν οι τρόφιμοι, νοσοκομείο με αυτόνομους χώρους αναρρώσεως, μαγειρείο, τραπεζαρία και ναό. Πρότυπος θεωρείται και ο τρόπος και η διαφάνεια στην εξασφάλιση και διαχείριση των οικονομικών πόρων, η οργάνωση των εθελοντών, η αρχιτεκτονική του χώρου και ο εξοπλισμός του κτιρίου.

Η Καλλιόπη Κεχαγιά έδωσε πάμπολες διαλέξεις σε Ευρώπη και Αμερική με απαράμιλλη ευγλωττία και ενώπιον εκλεκτού και πυκνότατου ακροατηρίου. Ως επόπτης των σχολείων της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας είχε το ιδεώδες να εισαγάγει την αμερικανική σχολική οργάνωση. Μετά από ένα ταξίδι στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1888, έγραψε μια σειρά άρθρων σχετικά με τα επιτεύγματα των Αμερικανίδων με την ελπίδα να εμπνεύσει τις Ελληνίδες γυναίκες στην διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους.

Τη βιογραφία της έγραψε ο Κωνσταντινοπολίτης λόγιος, εκδότης, δημοσιογράφος, και συγγραφέας Σταύρος Βουτυράς.

Αύρα Θεοδωροπούλου (Αδριανούπολη 1880 – Αθήνα 1963)

Σχετική εικόνα

Η Αύρα Θεοδωροπούλου (Αδριανούπολη 1880 – Αθήνα 1963), Ελληνίδα μουσικός, κριτικός και αγωνίστρια για τα δικαιώματα των γυναικών.

Η Αύρα Θεοδωροπούλου (Αδριανούπολη, 3 Νοεμβρίου 1880 – Αθήνα, 20 Ιανουαρίου 1963) ήταν Ελληνίδα μουσικός, κριτικός και αγωνίστρια για τα διακιώματα των γυναικών. Έγινε περισσότερο γνωστή από τους αγώνες της για την απόκτηση του δικαιώματος ψήφου των γυναικών. Υπήρξε ιδρύτρια και πρόεδρος του Συνδέσμου για τα Δικαιώματα της Γυναίκας.

Γεννήθηκε στην Αδριανούπολη της Ανατολικής Θράκης στις 3 Νοεμβρίου 1880 (το γένος Δρακόπουλου). Καταγόταν από εύπορη αστική οικογένεια. Ο πατέρας της Αριστομένης Δρακόπουλος ήταν γενικός πρόξενος της Ελλάδας ενώ από την πλευρά της γιαγιάς της ήταν απόγονος της οικογένειας Καλαμογδάρτη. Αδελφή της ήταν η ηθοποιός και ποιήτρια Θεώνη Δρακοπούλου, γνωστή και ως «Μυρτιώτισσα».

Σπούδασε στο Ωδείο Αθηνών όπου απόκτησε δίπλωμα πιάνου το 1900. Στις διπλωματικές εξετάσεις της αρίστευσε και της απονεμήθηκε το αργυρό μετάλλιο Ανδρέου και Ιφιγενείας Συγγρού. Συνέβαλε στην ίδρυση του Εθνικού Ωδείου. Μιλούσε Γαλλικά, Αγγλικά και Γερμανικά.

Δίδαξε πιάνο και ιστορία της μουσικής στο Ωδείο Αθηνών (1900-1919), αρχικά ως δασκάλα και κατόπιν ως καθηγήτρια, στο Ελληνικό Ωδείο (1919-1936), το οποίο ίδρυσε μαζί με ομάδα άλλων καθηγητών και όπου διετέλεσε Έφορος για αρκετά χρόνια, και στο Εθνικό Ωδείο (1936-1957).

Συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες (Εστία, Ακρόπολις, Έθνος, Μάχη, Ασύρματος, Ελευθέρα Γνώμη, Πρωΐα, κ.ά.) και περιοδικά (Παναθήναια, Εργασία, Αγγλοελληνική Επιθεώρησις, Νέα Εστία, Καινούρια Εποχή), γράφοντας άρθρα και κριτικές μουσικού περιεχομένου.

Κοινωνική εργασία-Τα δικαιώματα της γυναίκας

Αύρα Θεοδωροπούλου

Το 1911 ίδρυσε το Κυριακόν Σχολείον Εργατριών. Εργάσθηκε εθελοντικά ως Αδελφή Νοσοκόμος σε όλους τους μεγάλους πολέμους, από το 1897 ώς και τον Πόλεμο του 1940.

Το 1918 ίδρυσε το σωματείο Αδελφή του Στρατιώτου, το οποίο οργάνωσε το Σπίτι του Στρατιώτου.

Το 1920 ίδρυσε τον Σύνδεσμο για τα δικαιώματα της Γυναίκας ως τμήμα της Διεθνούς Ενώσεως των Γυναικών για ισοπολιτεία. Από το 1922 και εντεύθεν διετέλεσε πρόεδρος και διευθύντρια του περιοδικού Ο Αγώνας της Γυναίκας.

Το 1923 ίδρυσε τη Μικρά Αντάντ των Γυναικών από τις χώρες Γιουγκοσλαβία, Ελλάδα, Πολωνία, Τσεχοσλοβακία και Ρουμανία και έλαβε μέρος σε ετήσια συνέδρια στις πρωτεύουσες των πέντε αυτών χωρών.

Έλαβε μέρος σε πολλά συνέδρια για τα δικαιώματα της γυναίκας (1920 Γενεύη, 1923 Ρώμη, 1926 Παρίσι, 1929 Βερολίνο, 1935 Κωνσταντινούπολη, 1946 Ιντερλάκεν Ελβετίας, 1952 Νεάπολη). Στο διεθνές συνέδριο της Γενεύης εξελέγη μέλος της Διασκέψεως της Διεθνούς Ενώσεως για την ισοπολιτεία της γυναίκας. Στα έργα της συγκαταλέγονται τα παρακάτω:

  • Η μουσική διά μέσου των αιώνων (1911)
  • Μουσικές μελέτες: Ίαμβοι και Ανάπαιστοι Παλαμά-Καλομοίρη (1915)
  • Μουσικές ομιλίες:Μπαχ, Μπετόβεν, Βάγνερ (1915)
  • Ιστορία της Μουσικής (τ. Α΄: 1924, τ. Β΄: 1937)
  • Η μουσική και το παιδί (1935)
  • Δέκα Μεγάλοι Μουσουργοί (1957)

Βραβείο Αύρα Θεοδωροπούλου

Το Βραβείο Αύρα Θεοδωροπούλου καθιερώθηκε το 1995 και απονέμεται από τον Σύνδεσμο για τα Δικαιώματα της Γυναίκας σε δημοσιογράφους των ηλεκτρονικών μέσων μαζικής ενημέρωσης (ΜΜΕ) που με το έργο τους προβάλλουν και προάγουν την ισότητα των δυο φύλων.

«Ποία είναι η ωραιοτέρα λέξις της ελληνικής γλώσσης;» αναρωτιόταν ο Πέτρος Χάρης (Ιωάννης Μαρμαριάδης 1902-1998) και ξεκίνησε ένα όμορφο δημοσιογραφικό παιχνίδι, δημοσιεύοντας τις απόψεις των σπουδαιότερων λογοτεχνών, δημοσιογράφων αλλά και πολιτικών της εποχής όπως ο Κ. Παλαμάς, ο Π. Νιρβάνας, ο Α. Παπαναστασίου, ο Κ. Παρθένης, η Ά. Κατσίγρα. Η Αύρα Θεοδωροπούλου επέλεξε τη λέξη «καλοσύνη».

Διδώ Σωτηρίου (Αϊδίνιο 1909 – Αθήνα 2004)

ÅÉÄÉÊÏ ÈÅÌÁ- ÄÉÄÙ ÓÙÔÇÑÉÏÕ

Η Διδώ Σωτηρίου (Αϊδίνιο, 1909 – Αθήνα 2004), Ελληνίδα συγγραφέας και δημοσιογράφος με αντιστασιακή δράση.

Η Διδώ Σωτηρίου (Αϊδίνιο, 1909 – Αθήνα, 23 Σεπτεμβρίου 2004) ήταν Ελληνίδα συγγραφέας, δημοσιογράφος και αντιστασιακή ενταγμένη στο αριστερό κίνημα.

Γεννήθηκε στο Αϊδίνιο της Μικράς Ασίας και ήταν μεγαλύτερη αδελφή της Έλλης Παππά. Το 1919 η οικογένειά της εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη. Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή ήρθε ως πρόσφυγας στον Πειραιά και κατόπιν εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στην Αθήνα, όπου και σπούδασε γαλλική φιλολογία, συνεχίζοντας τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης στο Παρίσι. Εκεί συνδέθηκε στενά με τους Αντρέ Μαλρώ και Αντρέ Ζιντ. Ήταν θεία της Άλκης Ζέης και υπήρξε πρότυπο για αυτήν αφού επηρεασμένη από τη θεία της η μικρή Άλκη Ζέη ασχολήθηκε με τη συγγραφή βιβλίων.

Το 1936 άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος σε διάφορα έντυπα και ως ανταποκρίτρια του περιοδικού Νέος Κόσμος της Γυναίκας στο Παρίσι.

Κατά την διάρκεια της κατοχής (1941–1944) έλαβε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση, προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες στον αντιστασιακό Τύπο. Το 1944 έγινε αρχισυντάκτρια της εφημερίδας Ριζοσπάστης, όπου και ασχολήθηκε με την κάλυψη και τον σχολιασμό των εξωτερικών γεγονότων. Το Νοέμβριο του 1945 εκπροσώπησε την Ελλάδα μαζί με τη Χρύσα Χατζηβασιλείου στο ιδρυτικό συνέδριο της Παγκόσμιας Δη

 

μοκρατικής Ομοσπονδίας Γυναικών στο Παρίσι.

Μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο συνεργάστηκε με το περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης και την εφημερίδα Η Αυγή χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο «Σοφία Δέλτα». Διετέλεσε επίσης αρχισυντάκτρια στο περιοδικό Γυναίκα και επιστημονική συνεργάτρια στα περιοδικά Γυναικεία Δράση και Κομμουνιστική Δράση δημοσιεύοντας επιφυλλίδες, χρονογραφήματα και διηγήματα.

Η Διδω ΣωτηριουΛογοτεχνικό έργο

Το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Οι νεκροί περιμένουν» κυκλοφόρησε το 1959. Τα έργα της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Το μυθιστόρημά της Ματωμένα χώματα έχει κυκλοφορήσει σε 250.000 περίπου αντίτυπα. Η Διδώ Σωτηρίου συμμετείχε ενεργά στους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες της χώρας μέσα από τις τάξεις της αριστεράς. Δεν εργάστηκε ποτέ ως καθηγήτρια, γιατί αφοσιώθηκε στην δημοσιογραφία και στην λογοτεχνία. Τέλος, ταξίδεψε σε πολλές χώρες δημοσιεύοντας τις εντυπώσεις της.

Τιμητικές διακρίσεις

Το 2001 η Εταιρία Ελλήνων Συγγραφέων καθιέρωσε προς τιμήν της το βραβείο Διδώ Σωτηρίου, το οποίο απονέμεται «σε ξένο ή Έλληνα συγγραφέα που με τη γραφή του αναδεικνύει την επικοινωνία των λαών και των πολιτισμών μέσα από την πολιτισμική διαφορετικότητα». Τα περισσότερα έργα της μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες, ενώ η λογοτεχνία της διακρίνεται για τον ρεαλισμό, την απλότητα, τη δραματική αφήγηση και τον αδρό δημοτικό λόγο της.

Προς τιμήν της, επίσης, πολλές οδοί και βιβλιοθήκες φέρουν το όνομά της στην Ελλάδα.

_________

  1. Η συγγραφέας ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ στην ΕΡΤ (σύνδεσμος)
  2. Η Διδώ Σωτηρίου μιλά για τη Μικρασιατική Καταστροφή:

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ιδώ Σωτηρίου

Διδώ Σωτηρίου

Μεγάλη Παρασκευή στη Μικρά Ασία

Ξυλόγλυπτος αγιογραφημένος Επιτάφιος από το Ικόνιο της Μικράς Ασίας (μοναδικό ορθόδοξο σωζόμενο κειμήλιο στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ικονίου).

Ξυλόγλυπτος αγιογραφημένος Επιτάφιος από το Ικόνιο της Μικράς Ασίας (μοναδικό ορθόδοξο σωζόμενο κειμήλιο στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ικονίου).

Σήμερον μαύρος ουρανός,
σήμερον μαύρη μέρα,
σήμερον εσταυρώσανε,
τον πάντων βασιλέα.
Σήμερον όλοι θλίβονται
και τα βουνά λυπούνται.

Untitled

Μια Σμυρνιά στο Ικόνιο (1922)

28 Φεβρουαρίου, 2018

Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, ένα μικρό κορίτσι από τις Φώκιες της Σμύρνης, η Αγγελική Ματθαίου, επιζεί της Κεμαλικής Πορείας Θανάτου και φτάνει στην περιοχή του Ικονίου. Ολόκληρη η διήγηση της (Σμύρνη, ενδοχώρα, Ελλάδα) εδώ , παρακάτω παρατίθεται ένα απόσπασμα που αφορά το Ικόνιο:

Από κεί πάλη πήραμε τον δρόμο. Μας ήπανε πάμε για τη Κόννια.

Βαδίζαμε πολές μέρες χωρίς νερό χωρίς ψωμί.

Καπια μέρα φθάσαμε. Μας βάλανε σε ένα χάνη ως συνήθως.

Ξέχασα να γράψω. Δεν μας πήγανε στην Κόννια. Σε χωριό του ηκοννίου.
Εκεί ήρθανε η τούρκοι και βιάζανε της γυναίκες μροστά στους άνδρες
τους τα παιδια τους. Σηκοθήκανε δύο άνδρες να τους σπρόξουνε αλλά τους
πήρανε και δεν ξέρουμε τη έγιναν.

Εκεί σε αυτό το χωριό καθήσαμε πάλη σε έναν σταύλο με πάπλωμα την
κοπριά. Η μανούλα μου με είχε στην αγκαλιά της και κοιμόμουνα.

Ηλθε κοντά ένας τούρκος και με τραβά από το χέρι και μου έλεγε να
σηκωθώ αλλά με καλό τρόπο. Εγώ δεν σηκονόμουν. Από τα τόσα που έβλεπα
έσφηγκα πιο πολύ την μανούλα μου και έκλεγα. Στο τέλος ήλθε κοντά μας
ο άνθρωπος που ήξερε τούρκικα και του ήπε ο τούρκος ότι θέλη να με
κάνει παιδί του.

Εκείνη την ώρα καταλαβένετε τη εγεινε. Με έσφηξε στην αγκαλιά της και
θυμάμαι το λόγο που μου είπε. Πήγεναι παιδάκι μου. Εγώ θα πεθάνω και
που θα μήνης. Δεν έχουμε πιά κανένανε και όταν τελιωσει ο πόλεμος να
έλθεις στην Σμύρνη.

Ο τούρκος έφυγε και σε λίγο ήλθε με ένα άλογο και έδωσε στην Μανούλα
μου ψωμί και σουτσούκια. Αυτόν τον χωρισμό δεν θα τον ξεχάσω.

Με καθήζη εμένα στα καπούλια του αλόγου. Καβάλισε και αυτός. Με έκανε
νόημα να τον κρατώ. Το χωριό ήτανε μακριά. Στον δρόμο κατέβηκε να
κάνει το νερό του. Εγώ έκλεγα και έλεγα τώρα θα με σκοτόση. Αυτός
έβλεπαι ότη φοβόμουνα και με χαϊδεβε. Αλλά στα καπούλια του αλόγου ήχε
βάλη ένα χαλάκι και αυτό με πλήγωνε και γώ άρχησα να κλέγο. Αυτός το
κατάλαβε που πονούσα και κατέβηκε και κατέβασε και μένα και ήδε τα
αίματα. Βγάζη ένα μαντήλη και τα σκούπησε και έβαλε το μαντήλι στο
χαλάκη και φήγαμε.

Φθάσαμε στο χωριό βραδυ. Εξω από το χωριό ήτανε το σπίτι. Κατέβηκε
αυτός κατέβασε και μένα. Εδεσε το άλογο στης πόρτας τον χαλκά κτυπάη
την πόρτα. Της μίλησε τούρκικα. Ανήγει λίγο την πόρτα και βγένη μιά
γριά κουκουλομένη με μαύρο μαντήλη. Της είπε κάτη λόγια και με φίλησε
και έφυγε.

Οταν μπήκα μέσα βγήκε από ένα δωμάτιο μία κοπέλα και μολης με είδε
έπιασε την μήτη της ότι βρωμάω. Αμέσως άναψε η γριά φωτιά και ζέστανε
νερό να με πλήνουνε. Πολεμούσε η γριά να λύση τα μαλλιά μου. Είχανε
τόσα αγκάθια και ψήρες που η γρηά όλο μιλούσε. Εγώ δεν ήξερα τη έλεγε
για να σας το γράψω.

Ο τούρκος ο μπαμπάς ερχότανε κάθε εβδομάδα και μου έφερνε ζαχαρωτά. Με
κάθηζε στα γόνατα του αλλά αυτή δεν παρουσιαζότανε. Μόνο με την γριά
μηλούσε. Με έλουζε κάθε μέρα η γριά. Οταν τελείωνα πήγενα σε ένα
κηπαράκη που είχε ήλιο για να ζεσταθώ. Εκεί εύλεπα τα πουλάκια και
έκλεγα και τους έλεγα πουλάκια μου που είνε η μανούλα μου. Γιατί με
έφεραν εδώ;

Ημουν πολύ άρωστη και με βάζανε με το ζόρη να τρώω. Το φαή τους ήτανε
όλο πράσα. Μόλις έτρογα δύο μπουκές αμέσως έτρεχα να κάνω αιμετό.
Ετρεχε η κόρη και με κτηπούσε με ένα σχηνεί. Η γριά τη μάλονε. Εφεβγα
ή πλάγιαζα σε μιά γούνα. Εκήνει η γούνα ήτανε το στρόμα μου και το
πάπλωμα μου.

Μιά μέρα μου έδωσε ένα λαηνή και με έδηξε το πηγάδη να φέρω νερά. Πήγα
στο πηγάδι και βλέπω έναν κουβά. Πώς να ρίξω τον κουβά να πάρω νερό;
Εγώ δεν ήχα πνοή επάνω μου. Εβλεπα γύρο γύρο ήσως έλθει κανής να μου
γεμώση το λαηνάκη.

Το πέρνω το λαηνάκη και πάω στο σπίτι. Ερχεται αυτή βλέπη το λαηνάκη
άδιο το αρπάη με πολύ θυμό και το κοπανάη μπροστά στα πόδια μου και
μετά πέρνη το σχηνή και με κοπανούσε σαν αφηνιασμένη και με εύρηζε
κιαβούρ. Αυτή με έστηλε στο πηγάδη για να πνηγώ. Δεν με ήθελε. Αυτή
ήτανε μεγάλη γυναίκα.Ή χήρα ή γεροντοκόρη και ζούσε με την μάνα της.

Η γριά με έφερνε σύκα ξερά. Τα ήχανε μέσα στο λάδι και τα τρώγανε μα
εγώ δεν μπορούσα να τα φάγω. Τα άφηνα εκεί. Εγώ ήθελα λίγη σούπα ζεστή
λίγο γάλα. Αυτά ήχα στο μυαλό μου.

Τώρα θα πάω σε άλλη περιπέτεια. Μιά μέρα εκεί που ήμουνα στη γούνα
βλέπω την χανούμ και έβαφε το πρόσωπο της με μπογιές κόκκινες. Εβαζε
ελιές μαύρες και μετά έστροσε δύο προβγιές από καμήλα. Την μία από την
μιά και την άλη από την άλη μεριά της πόρτας και στάθηκε στην μιά
προβιά κουκουλομένη με ένα μεγάλο τούλη κόκκινο και περίμενε . Μόλης
νύχτοσε άκουσα να ψάλουν η χοτσάδες. Μπένη μέσα ο γαμπρός και κάνανε
ναμάζ προσευχή. Μετά πάη κοντά της και σηκώνη το τούλη και την πέρνη
αγγαληά και πάνε στον ότα (;) δωμάτιο.

Μετά από λίγες μέρες μου λέη ο τούρκος θα πάμε μαμά. Όταν άκουσα εγώ
μαμά το κατάλαβα και έπεσα στην αγκαλιά του και έκλεγα. Αυτή θύμοσε
και με αρπάη και με πετά πέρα. Ο τούρκος την μάλωσε. Μετά με γδύνη και
πέρνει το φουστανάκι από τον τήχο που το είχε πετάξη. Μου το βάζη.
Ήτανε μες την βρόμα και ψήρα και μου το φόρεσαι.

Με πέρνη ο τούρκος να φύγουμε. Όταν εύγενα μου δείνη μιά κλωτσιά. Απ
έξω ήτανε ένα κάρο με βόδια. Με βάζη ο τούρκος και πέφτω στο κάρο.
Είχε πολύ κρίο. Βγάζει το μανδύα του και με σκεπάζη. Μου είπε να
κοιμηθώ μα εγώ είχα την χαρά που θα που θα πάω στην μανούλα μου.

Πηγέναμε ώρες πολές. Φθάσαμε στο Ηκόνιο. Ανεβήκαμε της σκάλες. Μου
κάνει νόημα να περιμένω. Εκεί ήτανε αστυνομία. Πήγε μήλησε για μένα.
Φεύγει ο τούρκος.

Εγώ στεκόμουνα και περνούσανε η τούρκη και μου λέγανε τεσλήμ;

Εγώ δεν ήξερα και έκλεγα. Νόμιζα ότη έλεγαν θα σε σκοτόσουνε;

Σε λίγο έρχεται ο μπαμπάς έτση τον έλεγα και μου φέρνη σε μία μανδήλα
σαν αυτή που φοράη ο αραφάτ. Είχε ένα μεγάλο ψωμί ένα κομάτι τυρί και
μου βάζη στην τσέπη μου επτά πανκανότες(;). Με φήλισε στο κούτελο και
έφυγε.

Μετά ήτανε το μαρτύριο. Έρχεται ένας τσανταρμάς και μου λέει … σύκο.
Εγώ δεν ήχα δύναμη και καθόμουνα χάμου. Απέναντι στο κονάκι ήτανε ένας
μεγάλος σταύλος. Βγάζη μια μεγάλη κληδαριά και με πετάη μέσα. Σκοτάδι.
Σταμάτησα λίγο να δώ που να ακουμπήσω. Από το κλάμα δεν έβλεπα. Είχε
ένα παραθυράκι στενόμακρο. Από κεί έμπενε λίγο φώς. Εγώ πασπατόντας
βρήκα ένα παχνή με άχηρα. Ανέβηκα και λούφαξα στα άχηρα. Αλλά είχα το
τυρί και τα ποντήκια πηδούσαν πότε επάνω στο κεφάλι μου πότε στην
πλάτη μου. Εκεί ήτανε ο μεγαλήτερος φόβος. Σκέφτηκα και άδιασα την
μαντήλα στο παχνί και τυλήχτικα γιατή είχε πολύ κρίο. Το τρομερό δρά
που πέρασα ήταν αυτό. Δεν θυμάμαι πόσες μέρες έμεινα εκεί μέσα.

Μιά μέρα ανήξανε την πόρτα και με φώναζε ένας τσανταρμάς. Πλησίασα
κοντά του. Κηζ κηζ δηλαδή κορίτσι. Μα εγώ από το σκοτάδι δεν έβλεπα.
Εκεί μπροστά στην πόρτα ήτανε ένα σηντρηβάνη. Πέφτω μέσα στα νερά και
στις λάσπες. Δύπλα ήτανε η γυναικίες φυλακές. Με ήδε μία γυναίκα που
έπεσα. Από το σιδερένιο παράθυρο φόναξαι τον τσανταρμά. Δεν ξέρω τι
του ήπε.

Με μιά κλιδάρα άνηξε και μέ πήρε η γυναίκα. Αμέσως εύγαλε τα ρούχα μου
και με έκανε μπάνιο. Έπληνε τα ρούχα μου και με τήλιξε με ένα σεντόνι.
Μετά ετοίμασε να φάμε. Το φαϊ ήτανε κουκιά αλλά εγώ δεν μπορούσα να
φάω και μου έκαμε τσαϊ. Το ήπια με λίγο ψωμί.

Σε λίγες μέρες φέρανε πρόσφηγες από τα Κούλα. Σε λίγο ανοίγη την πόρτα
της φυλακής και φωνάζει στην γυναίκα να κατεβό. Εγώ τους ήδα από το
παράθυρο και χάρικα πολύ.

Με πέρνη ο τσανταρμάς . Με ρήχνη σε αυτούς. Δυστυχώς δεν ήτανε η
μανούλα μου αυτή. Μηλούσανε τούρκικα. Πήκενα στον έναν με δίωχνανε.
Πηγαινα στόν άλον το ίδιο. Τότε ζάροσα σε μιά γωνιά.

Όταν βράδιασε άρχησαν η τούρκοι με τους φακούς και γυρέβανε κορίτσια.
Τότε ένας από τους προσφηγες αρπάη εμένα και με έδωσε τούρκο. Σκεφτήτε
τή έπαθα εκείνη την ώρα. Έτρεμα και φώναζα μανούλα μου που είσαι να με
πάρης.

Τότε ο τούρκος με στίνη όρθια μέ έψαξε παντού και με παρατάη και
φεύγει. Εγώ από τήν τρεμούλα που είχα δεν ήξερα πού πήγενα. Από τις
φωνές μου με άκουσε αυτός που τους φύλαγε και ήλθε καί μέ πήρε και με
έρηξε πάλη μαζή τους. Κανείς δεν γύριζε να με δή. Ήτανε πολύ σκληρή
άνθρωποι.

Το πρωϊ ήλθε ο παπάς του Ηκονίου. Από το Ικόνιο δέν ήχανε φύγη η
ρομνή. Περιμένανε την ανταλαγή του Βενηζέλου. Ο δε παπάς ρώτησε τόν
φύλακα αν μπορή να με πάρη σπίτι του και ο φύλακας ήπε να τήν
πάρης.Τήν άλη μέρα θα φήγουνε.

Με πήρε ο παπάς. Πήγαμε σπίτι του. Μού μιλούσανε ελινικά. Με
περιπηιθήκανε πολύ. Με λούσανε με φοραίσανε καθαρά ρούχα το δε πρωϊ
ήθελε ο παπάς να τού πώ πώς έχασα τους γονους μου. Το ήπα μερικά όπως
έχω γράψη στην αρχή της ησστορίας μου.

Μου είπε ο παπας. Τώρα θα πάτε στο Εσκησεχήρ μετά αφχονκαραησάρ γιατή είναι διαταγή του Κεμάλ. 

[The story of a Greek girl from Smyrna, Aggeliki Matthaiou, who survived Ataturk’s Death March to reach the Konya region (and eventually Greece) in 1922 … including separation from her mother, attempted adoption by a local Turkish family, and brief encounter with Konya’s Greek priest’s family.]

Πηγή: http://sillelis.blogspot.gr/2013_12_01_archive.html

Η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που συνεδριάζει στο Φανάρι υπό την προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου, αποφάσισε σήμερα, Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017, την αγιοκατάταξη του Γέροντος Ιακώβου Τσαλίκη του Μικρασιάτου (1920-1991).

Αγιος Ιακωβος Τσαλικης

Ο βίος του αγίου Ιακώβου Τσαλίκη του Μικρασιάτου

Ο γέροντας Ιάκωβος εγεννήθη στις 5 Νοεμβρίου 1920 στα ματωμένα χώματα της Μικράς Ασίας, εις το Λιβίσι της Μάκρης (αρχαία Λυκία απέναντι από τα Δωδεκάνησα).

Η μάνα του Θεοδώρα, όταν ήθελε να παρακαλέσει την Παναγία, εγύριζε κατά τα βουνά του Κύκκου και φώναζε: «Παναγία του Κύκκου μου. Φύλαγε τα παιδιά του κόσμου και τα δικά μου». Αυτή τη σχέση της μάνας του με την Παναγία του Κύκκου, με την Κύπρο, θα την κληρονομήσει ο γέροντας μαζί με όλη τη μικρασιατική παράδοση και θα τη μεταφέρει πρόσφυγας το 1922 στη βόρεια Εύβοια.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, όταν τα καράβια της προσφυγιάς έφτασαν το 1922 στον Πειραιά, με τους πονεμένους πρόσφυγες να παρηγορούνται με τη σκέψη ότι θα τους αγκάλιαζε η μητέρα Ελλάδα, τότε άκουσαν τους ανθρώπους του λιμανιού να βρίζουν τον Χριστό και την Παναγία: «Για τους δικούς μας ανθρώπους», έλεγε ο γέροντας, «ήταν πρωτάκουστα ακούσματα και όλοι φωνάξαμε, παρά να βρίζουν τον Χριστό και την Παναγία μας, καλύτερα πίσω στους Τούρκους». Οι κυνηγημένοι πρόσφυγες ήταν φορείς μιας άλλης παράδοσης, αυστηρής, καλογερικής. Και ο γέροντας ένιωθε πάντοτε ότι ήταν απόγονος αγίων ανδρών, αφού άκουε από τη μάνα του ότι καταγόταν από εφτά γενεές ιερέων. Ένας από αυτούς ήτο ασκητής στα Ιεροσόλυμα, την ίδια δε τη μάνα του Θεοδώρα τη χαρακτήριζε ως ασκήτρια. Είχε τόση αρετή η ευλογημένη αυτή γυναίκα, που προείδε τον θάνατό της πολλές μέρες πριν και τον ανακοίνωσε στα παιδιά της, για να τα προετοιμάσει.

Η προσφυγική οικογένεια του Τσαλίκη αρχικά εγκαταστάθηκε στο χωριό Άγιος Γεώργιος Άμφισσας, όπου οι συνθήκες διαβίωσής του ήταν πολύ δύσκολες, κυριολεκτικά στα όρια της ανέχειας. Το 1925 η οικογένειά του μετακινήθηκε στα Φάρακλα της βόρειας Εύβοιας. Εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα στο δημοτικό σχολείο του χωριού, τα οποία ήσαν και τα τελευταία. Δεν συνέχισε ο γέροντας στο γυμνάσιο. Ο πατέρας του ένεκεν της φτώχειας, που είχαν τότε, τον έβγαλε από το σχολείο και τον έπαιρνε μαζί του στα κτίσματα, για να τον βοηθά.

Το προσφυγικό σπιτάκι της οικογένειας Τσαλίκη

Το προσφυγικό σπιτάκι, στη Φαράκλα, της οικογένειας Τσαλίκη.

 

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής ο μικρός Ιάκωβος έδειχνε από την τη νεανική του ηλικία κλίση προς το μοναχισμό. Είναι χαρακτηριστικό πως πολλοί τον αποκαλούσα καλόγερο, ένεκα του ασκητικού βίου που διήγαγε καθώς και εξ αιτίας των πρώτων χαρισμάτων που είχαν αρχίσει να διαφαίνονται. Η εμφάνιση της Αγίας Παρασκευής την ίδια περίοδο τον στιγμάτισε και τελικά αποφάσισε ότι θα ακολουθήσει τον μοναχικό βίο. Σε ότι αφορά την εκπαίδευσή του, ο Γέροντας Ιάκωβος δεν κατάφερε να παρακολουθήσει το Γυμνάσιο, εξ αιτίας των οικονομικών αναγκών της οικογένειάς του, με αποτέλεσμα να εργάζεται από μικρή ηλικία σε οικοδομή.

Σε ηλικία 15 ετών ασθένησε σοβαρά, αλλά τελικά επέζησε. 5 χρόνια αργότερα θα ξεσπάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Και αυτή την εποχή δοκιμάστηκε η υγεία του, ενώ έχασε και τη μητέρα του το 1942. Το επόμενο έτος ο Ιάκωβος θα πιαστεί αιχμάλωτος με πολλούς συγχωριανούς του από Γερμανούς, που τους οδήγησαν στο χωριό Στροφιλιά. Τα χρόνια του εμφυλίου η πείνα και οι κακουχίες ήταν μεγάλο πρόβλημα που ταλάνισε και δοκίμασε όλο τον Ελληνισμό, όπως και την οικογένεια του Ιακώβου. Το 1947 κλήθηκε στο στρατό και το 1949 απολύθηκε. Ήταν η χρονιά που πέθανε και ο πατέρας του.

αγιος Ιακωβος Τσαλικης.jpg

Η μάνα του Γέροντα, Θεοδώρα

Η μητέρα του Θεοδώρα «διετήρει πάντα τα ρήματα ταύτα εν τη καρδία αυτής», και βλέποντας αυτά τα σημεία στον Ιάκωβό της, αντελήφθη ότι το παιδί αυτό έχει ιερά αποστολή να επιτελέσει. Η μάνα του γέροντα δεν ήτο μια οποιαδήποτε συνηθισμένη γυναίκα του λαού. Ο ίδιος ο γέροντας την αποκαλούσε ασκήτρια. Περνούσε τη ζωή της με υπομονή στις θλίψεις, συνεχή νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή, χαμαικοιτία. Μικρασιάτισσα. Γυναίκα της Ανατολής. Για τον π. Ιάκωβο ήτο η γερόντισσά του, κι υποτασσόταν σ’ αυτή μέχρι την κοίμησή της. Μια μέρα βροχερή της είπε: «Μάνα πάλι βρέχει!». Και η αυστηρή γερόντισσα του απάντησε επιτιμητικά: «Παιδί μου, Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει».

Η μάνα Θεοδώρα προείδε το θάνατό της πολλές μέρες πριν και προετοίμασε τα παιδιά της, για να μη λυπηθούν υπερβαλλόντως. Παρ’ όλα αυτά ο ευαίσθητος π. Ιάκωβος κόντεψε να ξεψυχήσει και αυτός πάνω στον τάφο της αγίας μητέρας του. Ένεκεν αυτής του της στάσεως στον θάνατο της μάνας του πάντα μας τόνιζε να είμεθα εγκρατείς στις θλίψεις και ότι η υπερβολική στενοχωρία ή λύπη είναι αμαρτία.

 

 

Το 1951 και αφού η αδελφή του παντρεύτηκε, οδηγήθηκε στη μοναχική ζωή. Επέλεξε να εισέλθει στη μονή του Οσίου Δαβίδ στην Εύβοια, που την εποχή εκείνη είχε τρεις μοναχούς. Η κατάσταση εκεί όμως ήταν δύσκολη. Αφενός το μοναστήρι ήταν εγκαταλελειμμένο, αφετέρου οι μοναχοί δεν του έδωσαν ιδιαίτερη σημασία, με αποτέλεσμα να γυρίσει πίσω στα Φάρακλα. Τελικά, παρά τις αντίθετες πιέσεις ξανά πήγε στο Μοναστήρι. Στις 31 Νοεμβρίου του 1952 εκάρη μοναχός και στις 17 Δεκεμβρίου στη Χαλκίδα διάκονος και δύο ημέρες μετά ιερέας. Το 1975 ανέλαβε την Ηγουμενία της Μονής. Ήδη όμως και ιδίως μετά το 1970 είχε γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής με αποτέλεσμα αρκετός κόσμος να εισέρχεται στη Μονή για εξομολόγηση και ποιμαντική καθοδήγηση. Το αποτέλεσμα ήταν να εισέρχονται σημαντικοί οικονομικοί πόροι τους οποίους ο Γέροντας του χρησιμοποιούσε για σημαντικό φιλανθρωπικό έργο.

Η σκληρή άσκηση του Γέροντα του επιδείνωνε συχνά την την υγεία του. Έτσι από τα πρώτα χρόνια εμφανίστηκαν σημαντικά προβλήματα υγείας. Τέτοια ήταν ένα σημαντικό πρόβλημα στη μέση που τον ταλαιπωρούσε από το 1956. Το 1964 εμφάνισε πρόβλημα στις αμυγδαλές σε σημείο να ασθενήσουν και τα νεφρά του. Ο Γέροντας ήταν πολύ εργατικός και εξ αιτίας αυτού λόγου συνέβαιναν και άλλα προβλήματα. Το 1967, έκανε εγχείρηση βουβωνοκήλης, ενώ από το 1974 απέκτησε πρόβλημα φλεβίτιδας. Το 1980 του διαγνώστηκε καρδιακή ανεπάρκεια. Στις 23 Σεπτέμβρη του 1990 νοσηλεύτηκε με καρδιακή αρρυθμία. Την ίδια εποχή και λίγες ημέρες αργότερα ο Α. Παπανδρέου εγχειρίστηκε στο ίδιο νοσοκομείο όπου γνωρίστηκαν και ο Γέροντας τον ευλόγησε, μετά από προτροπή των οικείων του. Ένα έτος αργότερα στις 21 Νοεμβρίου ο Γέροντας εκοιμήθη, αφού συμμετείχε στη Θεία Λειτουργία των Εισοδίων της Θεοτόκου και μετάλαβε του Σώματος και Αίματος του Κυρίου.

Ο πατέρας Ιάκωβος είχε τόσο ζέση πίστεως που το Πάσχα πήγαινε στο κοιμητήριο της μονής και έλεγε: «Χριστός Ανέστη» στους κεκοιμημένους πατέρες, τα δε Χριστούγεννα η ευαίσθητη καρδία του συνέχιζε τον εορτασμό και την πανήγυρη της ημέρας μέσα στο γειτονικό δάσος. Εκεί όλως τυχαία και ξαφνικά ακούσαμε φωνή να ψάλλει: «Χριστός γεννάται δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε… Άσατε τω Κυρίω πάσα η γη…». Ήταν η φωνή του γέροντα, που έψαλλε με τα χέρια αναπεπταμένα στον εορτάζοντα ουρανό ανάμεσα στα γέρικα πλατάνια, ενώ σμήνος πουλιών συνεόρταζε τριγύρω του.

Αυτές τις καταβασίες έψαλλε την ημέρα των Εισοδίων της Παναγίας, 21 Νοεμβρίου 1991. Μετά εξομολόγησε τον αδελφό Γεννάδιο και τον παρεκάλεσε να μείνει, γιατί «το απόγευμα θα χρειαστεί», όπως είπε, «να τον αλλάξει». Πράγματι το απόγευμα εκοιμήθη, για να κάνει μαζί με τα Εισόδια της Θεοτόκου τη δική του είσοδο στον εορτάζοντα ουρανό.

Ο αγιος γέροντας Πορφύριος, που ετοίμαζε εκείνες τις μέρες τη δική του έξοδο από αυτό τον κόσμο, είπε: «Εκοιμήθη ο γέρο-Ιάκωβος, ένας από τους μεγαλύτερους αγίους του αιώνα μας. Είχε μέγα διορατικό και προορατικό χάρισμα το οποίο έκρυβε επιμελώς, για να μη δοξάζεται». Κύριε Παντοκράτορα, ο Θεός των πατέρων ημών Ιακώβου και Πορφυρίου, «γένου ίλεως επί τας αμαρτίας ημών».

mikrasia
* https://antexoume.wordpress.com –  Στυλιανός Παπαδόπουλος, “Ο μακαριστός Ιάκωβος Τσαλίκης”, Ακρίτας, Αθήνα 2009.
* Ορθόδοξη Μαρτυρία (Κύπρος, 1991). Ι.Μ.Μόρφου

 

 

 

Διαβάστε επίσης :

Μικρασιάτισσες Γερόντισσες, σύγχρονες οσιακές μορφές

Άγιος Γεώργιος Τροπαιοφόρος: ο μεγαλομάρτυς των Μικρασιατών

Η Μικρασιάτισσα Γερόντισσα Τιμοθέη Χριστοδούλου

Του Μικρασιάτη γέροντα Παϊσίου

Καταστροφή της Σμύρνης 1922
Μαρτυρία της Ελένης Καραντάνη από το χωριό Μπουνάρμπασι (Κεφαλόβρυση) 11 χλμ Α-Β.Α της Σμύρνης.
Είχε 1.000 κατοίκους απο τους οποίους 800 Έλληνες.

Μεταξύ άλλων αναφέρει:
Ο Ελληνικός στρατός έφευγε προς τη Σμύρνη, οι Τούρκοι τους ακολουθούσαν, βίαζαν και συνέχεια σφάζανε τους Έλληνες.Παντού φωτιά και μαχαίρι άκουες και έβλεπες. Εμείς φύγαμε και πήγαμε στη Σμύρνη. Όσοι μείνανε στο χωριό τους ατιμάσανε, τους σφάζανε, τους κρεμάσανε, τους κάψανε. Πλημμύρα οι μαχαλάδες στη Σμύρνη στο αίμα. Βάλανε φωτιά οι Τούρκοι, παντού ρίχνανε βενζίνη και προχωρούσανε. Βγήκαμε στο δρόμο. Φωτιά από τη μία, θάλασσα από την άλλη. Βρισκόμασταν στη μέση και βιάζουν, σφάζουν, ατιμάζουν.Βοήθεια φώναζε ο κόσμος. Τα εγγλέζικα τα πλοία ήταν απέναντι. Έριχναν πάνω μας προβολείς, σταματούσαν για λίγο, πάλι οι Τσέτες έκαναν επίθεση και πάλι τα ίδια. Τη νύχτα θέλαμε να πάμε προς νερού μας. Πήγαμε λίγο πιο εδώ, φρίκη! Βρεθήκαμε σε μια χαβούζα. Γύρω-γύρω από τα χείλη της χαβούζας σπαρταρούσαν κορμιά και μέσα η χαβούζα ήταν γεμάτη κεφάλια. Έπαιρναν όποιον έπιαναν, τον πήγαιναν στην άκρη της χαβούζας, έκοβαν το κεφάλι και το έριχναν μέσα και τα κορμιά τα άφηναν να σπαρταρούν γύρω-γύρω. Εκεί σ’ αυτό το μέρος χάσαμε και τον πατέρα μου. Τον αδελφό μου τον έσφαξαν στο χωριό.
cf83cebccf85cf81cebdceb7-2
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΟΣΜΗΤΟΡΟΣ ΤΟΥ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΥ ΚΟΛΛΕΓΙΟΥ ΘΗΛΕΩΝ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ  ΔΕΣΠΟΙΝΙΔΟΣ Μ.Μ.

Ήταν λίγο πριν το μεσημεριανό της 13ης Σεπτεμβρίου 1922.Η δεσποινίς Μ.Μ. κοσμήτορας του Αμερικανικού Κολεγιακού Θηλέων στην Σμύρνη,   κοίταξε έξω από το παράθυρο του γραφείου της και σοκαρίστηκε από το θέαμα που αντίκρυσε.
 «Είδα με τα μάτια μου έναν Τούρκο αξιωματικό να εισέρχεται σε ένα σπίτι με μικρούς τενεκέδες βενζίνη» αργότερα έγραψε: «Δευτερόλεπτα αργότερα, το κτίριο τυλίχτηκε στις φλόγες». Η Μ.Μ. ανησύχησε περισσότερο όταν και τα γειτονικά σπίτια έπιασαν φωτιά Καθώς η φωτιά μεταδιδόταν από κτίριο σε κτίριο, οι φλόγες άρχισαν να ζυγώνουν και το Αμερικανικό Κολλέγιο.

Η Μ.Μ. κοίταξε έξω από το παράθυρο και αντίκρυσε σκηνές βίας. Ο άτακτος στρατός των Τούρκων επέδραμε στον Αρμενικό μαχαλά και δολοφονούσε τους κατοίκους. «Είδαμε πολλοί να σκοτώνονται ομοίως μπροστά στα παράθυρά μας και μπροστά στο κατώφλι του Ινστιτούτου. Τα πτώματα κείτονταν στους δρόμους για μία, δύο ημέρες και συχνά ήταν ακρωτηριασμένα». Σε κάθε  γωνία έβλεπε «ακρωτηριασμένα πτώματα και οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από άγριους Τσέτες (άτακτο τουρκικό στρατό) φορτωμένους με λάφυρα … Επίσης παρατήρησε μικρές φωτιές να ξεσπούν στα κοντινά σπίτια. Επειδή φοβόταν για την ασφάλεια του Κολλεγίου, ζήτησε από τους Τούρκους πυροσβέστες να προστατεύσουν τα κτίρια.»αλλά εκείνοι αρνήθηκαν».

Στις 13 Σεπτεμβρίου, η πυρκαγιά πήρε μία παράξενη τροπή. «Είδα έναν Τούρκο αξιωματικό ένστολο να βγαίνει από ένα σπίτι, κρατώντας τενεκέδες με πετρέλαιο τους οποίους τοποθέτησε στις εξωτερικές σκάλες ενός άλλου σπιτιού.»
Με ραγδαία διαδοχή, το ένα σπίτι μετά το άλλο τυλίχθηκαν στις φλόγες.

Το πρωταρχικό καθήκον της δεσποινίδος Μ. ήταν να προστατεύσει το Κολλέγιο.
Έδωσε οδηγίες στους πρόσφυγες να ψεκάσουν τις σκεπές και τους τοίχους με νερό.Αλλά εξαναγκάσθηκαν να σταματήσουν όταν οι Τούρκοι στρατιώτες στους δρόμους απειλούσαν να τους σκοτώσουν εάν συνέχιζαν.

 Η άγρια σφαγή από τους στρατιώτες και αξιωματικούς του τακτικού τουρκικού στρατού ήταν μία από τις πιο εξευτελιστικές περιστάσεις της σύγχρονης ιστορίας έγραψε η Δεσποινίς Μ.

bergen.jpg

Ο Σεβ. Μητροπολίτης Σουηδίας και πάσης Σκανδιναυΐας κ. Κλεόπας πραγματοποίησε την πρώτη ποιμαντορική του επίσκεψη στο Μπέργκεν της Νορβηγίας το διήμερο 28 και 29 Οκτωβρίου 2017, με την ευκαιρία της ιδρύσεως της ενορίας του Αγίου Ενδόξου Εθνοϊερομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης, προς εξυπηρέτηση των πνευματικών αναγκών των Ορθοδόξων αδελφών μας που ζουν στο Μπέργκεν και στην ευρύτερη περιοχή Hordaland της Νορβηγίας.

Η ενορία του Μπέργκεν αποτελεί την 5η κατά σειρά νεοϊδρυθείσα ενορία της ιεραποστολικής επαρχίας του Οκουμενικού Θρόνου στη Σκανδιναυΐα, ύστερα από αυτές του Αποστόλου Κλεόπα στο Κάλμαρ, των Εισοδίων της Θεοτόκου στο Μπορώς, των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο Γιόνσεπινγκ της Σουηδίας και του Αγίου Νεκταρίου στο Σταβάνγκερ της Νορβηγίας, καθώς και του Ησυχαστηρίου του Αγίου Νικολάου στο Ρέττβικ της Σουηδίας.

Ο Σεβασμιώτατος αφίχθη από τη Στοκχόλμη στο αεροδρόμιο του Μπέργκεν, το βράδυ του Σαββάτου, 28 Οκτωβρίου 2017, όπου τον υπεδέχθη ο Παν. Αρχιμ. κ. Αλέξανδρος Λουκάτος, Εφημέριος του Μητροπολιτικού Ναού Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Όσλο.

Την Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017, τελέστηκε Αρχιερατική Θεία Λειτουργία στο Ρωσικό Ναό του Επιφανέντος Χριστού στο Μπέργκεν, προεξάρχοντος του Σεβ. Μητροπολίτου κ. Κλεόπα, με τη συμμετοχή του Παν. Αρχιμ. κ. Αλεξάνδρου Λουκάτου, του Αιδ. Πρεσβυτέρου κ. Dmytro Ostanin, Εφημερίου της Ρωσικής Ενορίας του Επιφανέντος Χριστού στο Μπέργκεν, και του Αιδ. Πρεσβυτέρου κ. Τheodor Svane, Κληρικού των εν Δυτική Ευρώπη Ορθοδόξων Παροικιών της Εξαρχίας του Οικ. Πατριαρχείου και Στρατιωτικού Ιερέως του Βασιλικού Πολεμικού Ναυτικού της Νορβηγίας.

Mετά το πέρας της λατρευτικής συνάξεως, ο Σεβασμιώτατος ανακοίνωσε την ίδρυση της νέας ενορίας του Αγίου Εθνοϊερομάρτυρος Χρυσοστόμου Μητροπολίτου Σμύρνης και επέδωσε τα διοριστήρια στα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, στα οποία ευχήθηκε καλή επιτυχία και δύναμη από άνωθεν στα νέα τους καθήκοντα.

Στην ομιλία του, ο επίσκοπος επεσήμανε τους λόγους οι οποίοι τον ενέπνευσαν να αφιερώσει τη νέα ενορία προς τιμήν του Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης, δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στο αγωνιστικό φρόνημα, την ακλόνητη πίστη και την καρτερία στο μαρτύριο του συγχρόνου Αγίου, χαρίσματα από τα οποία θα πρέπει να εμπνέεται ο κάθε Χριστιανός. Ο Ποιμενάρχης αναφέρθηκε, επίσης, στις αλησμόνητες πατρίδες της Μικράς Ασίας, από όπου κι ο ίδιος έλκει την καταγωγή, από την πλευρά του πατέρα του.

Ο Σεβασμιώτατος εξέφρασε τον ενθουσιασμό και τη συγκίνησή του για την παρουσία αρκετών Ελληνορθοδόξων στο ναό, αρκετοί εκ των οποίων ταξιδεύουν αρκετές ώρες για να έλθουν με τις οικογένειές τους, εξήρε δε το ανύστακτο ποιμαντικό ενδιαφέρον του π. Αλεξάνδρου, ο οποίος επισκέφθηκε και λειτούργησε για 5η φορά στο Μπέργκεν.

Ευχαρίστησε, επίσης, τον Ρώσο Εφημέριο π. Δημήτριο Ostanin, ο οποίος παραχώρησε το ναό για την τέλεση της Αρχιερατικής Θείας Λειτουργίας, στην οποία έδωσαν το παρών και αρκετοί Ρώσοι Ορθόδοξοι.

Στη συνοδεία του Μητροπολίτου ήταν η κ. Κυριακή Παπαδοπούλου Samuelsen, Νομικώς Επιβλέπουσα του Μητροπολιτικού Ναού Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Όσλο, και οι κ.κ. Παναγιώτης Παύλος και Κοσμάς Πλάκου, ψάλτες του ως άνω ναού.

Η Θεία Λειτουργία τελέστηκε στην Ελληνική, Αγγλική, Ρωσική και Νορβηγική, τους δε ύμνους έψαλε ο Μουσικολ. κ. Παναγιώτης Παύλος, Πρωτοψάλτης του Μητροπολιτικού Ναού του Όσλο, συνεπικουρούμενος από τον κ. Κοσμά Πλάκου και μέλη της Ρωσικής χορωδίας της ενορίας, προβάλλοντας τοιουτοτρόπως την οικουμενική διάσταση της Ορθοδοξίας και το πνεύμα συνεργασίας που διέπει τους Ορθοδόξους στη Σκανδιναυΐα, μιας και στη Θεία Λειτουργία παραβρέθηκαν συμπροσευχόμενοι Ορθόδοξοι από 13 χώρες.

Ο π. Αλέξανδρος Λουκάτος ευχαρίστησε τον Ποιμενάρχη, εκ μέρους του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Μπέργκεν, για την πρώτη παρουσία επισκόπου του Οικ. Πατριαρχείου στην περιοχή, υπογραμμίζοντας ότι είναι χαρά του που, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ιδρύθηκε η νέα αυτή ενορία, και του προσέφερε ως δώρο για τα ονομαστήριά του ένα αρχιερατικό εγκόλπιο.

Μετά την ευχαριστιακή σύναξη, ο Σεβασμιώτατος ευλόγησε τη νεολαία των δύο ενοριών, τους έδωσε από μια εικόνα ως ευλογία και παρακάθησε σε γεύμα που προσεφέρθη στις εγκαταστάσεις της Ρωσικής Ενορίας.

Στη συνέχεια, ο επίσκοπος μετέβη με τη συνοδεία του στην εκδήλωση του Ελληνονορβηγικού Συλλόγου του Μπέργκεν, αποδεχθείς την τιμητική πρόσκλησή τους. Ο κ. Αντώνιος Τρυποδιανός, Πρόεδρος του ως άνω συλλόγου,  καλωσόρισε τον Σεβασμιώτατο και τη συνοδεία του και εξέφρασε τη συγκίνηση όλων για την παρουσία του επισκόπου στην εκδήλωση του συλλόγου, με την ευκαιρία του εορτασμού της Εθνικής Επετείου της 28ης Οκτωβρίου 1940.

Ο Σεβασμιώτατος ακολούθως συνεχάρη τον κ. Τρυποδιανό και τους συνεργάτες του για τις δραστηριότητες του συλλόγου και του προσέφερε μια μελέτη του για τον Άγιο Νεκτάριο Πενταπόλεως. Ακολούθως, επέδωσε την εικόνα του Εθνοϊερομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης, ιστορηθείσα και προσφερθείσα υπό του αγιογράφου κ. Μιχαήλ Ανδρούτσου εξ Ιωαννίνων, στους δύο πρωτεργάτες της νεοϊδρυθείσης ενορίας κ. Βασίλειο Μπαλαντάνη, μέλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, και τη σύζυγό του κ. Μerete Karlsen, Γραμματέα του ως άνω συλλόγου, ενθαρρύνοντας τους παρευρισκόμενους να διατηρήσουν την αγαστή συνεργασία και αλληλοϋποστήριξη μεταξύ της ενορίας και του συλλόγου προς όφελος της ομογένειας και όλως ιδιαιτέρως της νεολαίας μας.

Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, ο Μητροπολίτης είχε την ευκαιρία να απολαύσει τα εδέσματα που προσέφεραν τα μέλη του συλλόγου και να γνωρίσει διαπρεπείς ομογενείς της περιοχής.

Το βράδυ της Κυριακής, 29 Οκτωβρίου 2017, τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της ενορίας του Εθνοϊερομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης παρέθεσαν δείπνο προς τιμήν του Μητροπολίτου Σουηδίας, στο οποίο παρακάθησε η συνοδεία του και οι Αιδ.  Πρεσβύτεροι κ. Dmytro Ostanin και κ. Τheodor Svane.

bergen-.jpg

Φωτογραφικό υλικό, προσφορά των: Ι. Μητροπόλεως Σουηδίας, Παν. Αρχιμ. κ. Αλέξανδρου Λουκάτου, Αιδ. Πρεσβ. Dmytro Ostanin, Αιδ. Πρεσβ. Aleksander Volokhan, Δδος Καρολίνας Αλευρά, κ. Ευθυμίου Γκρίζη και κ. Κοσμά Πλάκου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

 

Οσία Φωτεινή η Νεαπολίτις.png

Η οσία Φωτεινή η Νεαπολίτις (εκ Νεαπόλεως Μικράς Ασίας – 1804) με τη χαρακτηριστική φορεσιά της Καππαδοκίας. Αγιογραφία στον Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Γεωργίου Νεαπόλεως Θεσσαλονίκης.

Από τον βίο της Οσίας Φωτεινής της Νεαπολίτιδος, εν Νεαπόλει (Νέφ Σεχίρ) της Μικράς Ασίας (1804)

 

«Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με»
«Οσμή μύρων σου υπέρ πάντα τα αρώματα· μύρον εκκενωθέν όνομά σου· διά τούτο νεάνιδες ηγάπησάν σε». ( Άσμα Ασμάτων Α,3)

Ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος λέγει: «Ιδού ο ουρανός εν τη καρδία σου, ει καθαρός έση. Και εν εαυτώ όψη τους Αγγέλους συν τω φωτί αυτών και τον Δεσπότην Ιησούν Χριστόν εν μέσω αυτών». Δηλαδή, ιδού όλος ο ουρανός είναι εντός σου, εάν είσαι καθαρός. Και σ᾿ αυτόν τον ουρανό της ψυχής σου θα δης τους Αγγέλους με το δικό τους φως και τον Δεσπότη Χριστό ανάμεσά τους.

Αυτόν τον Ουρανό έβλεπε και μια 24χρονη κοπέλα, που καλλιεργούσε με ζήλο την Ευχή, στην Νεάπολη της Καππαδοκίας. Πρόκειται για την οσία Φωτεινή την Νεαπολίτιδα (1804) .

Έλεγε εξομολογητικά κάποτε η οσία στον Γέροντά της, τον πρεσβύτερο Γεώργιο:

— Εγώ, η ταπεινή σου κόρη Φωτεινή, φλεγομένη από τον θείο έρωτα της Νοεράς προσευχής, πολλές φορές, κατά το παράδειγμα του γλυκυτάτου Ιησού μου, κατέφευγα σε ήσυχους τόπους και σε βουνά, για να βρω στα μέρη εκείνα Αυτόν που ποθούσε η ψυχή μου. Με το που άρχιζα την προσευχή μου, μέσα στο στόμα μου ένοιωθα μια ανέκφραστη γλυκύτητα και ο νους μου αρπαζόταν στους ουρανούς κι εκεί θεωρούσα τα τάγματα των Ασωμάτων και αΰλων Δυνάμεων και τα πνεύματα των Αγίων. Όλοι με τα χέρια σταυροειδώς στο στήθος παρίσταντο με αρμονία, τάξι και ησυχία μπροστά στον θρόνο του Τριαδικού Θεού. Αισθανόμουν μια γλυκύτατη πανεύοσμη ευωδία και άκουγα τις μελίρρυτες ψαλμωδίες τους.

Σ᾿ αυτήν την θεωρία αρπαζόμουν όχι μόνο όταν ήμουν σε ήσυχους τόπους και στα βουνά, αλλά και μέσα στην εκκλησία, την ώρα της Θείας Λειτουργίας και καθόλου δεν άκουγα τις ψαλμωδίες των ψαλτών. Την ώρα εκείνη, αν μου μιλούσε κανείς, καθόλου δεν καταλάβαινα κι αν ήθελα να έλθω στον εαυτό μου για να μην αντιληφθούν και οι άλλοι την έκστασι και θεωρία μου, καθόλου δεν μπορούσα να επιβληθώ και να αποσπάσω τον νου μου από την θεωρία, εως ότου αυτή από μόνη της υποχωρούσε. Κι όσα έβλεπα ή άκουγα κι όσες ανέκφραστες ευωδίες αισθανόμουν, αποτελούν για μένα «άρρητα ρήματα» και μου είναι αδύνατον να τα εκφράσω.

Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι, μετά την εκστατική αυτή θεωρία, όποιο μέλος του σώματός μου άγγιζα, ανέπεμπε την ίδια γλυκύτατη ευωδία. Την αισθανόμουν σ᾿ όλο το σώμα μου διάχυτη. Δεν έμοιαζε με καμμιά ευωδιά πάνω στη γη. Είθε ο πανοικτίρμων Θεός να χαρίση σε όλους τους πιστούς να αισθανθούν αυτή την ευωδία. «Γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος»

* Ο άγιος Γεώργιος, ο ιερέας της Νεάπολης (Νέφσεχιρ) Καππαδοκίας, γεννήθηκε το 1760 και κοιμήθηκε εξόριστος στη Λευκωσία της Κύπρου, μετά από σειρά συκοφαντιών, στις 12 Σεπτεμβρίου 1816. Ο άγιος –μη αναγνωρισμένος ακόμη επίσημα– υπήρξε πνευματικός της οσίας Φωτεινής της Νεαπολίτισσας και κατέγραψε στα καραμανλίδικα (τουρκική γλώσσα με ελληνική γραφή) τις συγκλονιστικές εμπειρίες της. Επίσης μετέφρασε στα τούρκικα και εξέδωσε στα καραμανλίδικα βίους αγίων ανδρών και γυναικών, με τον τίτλο Αλτούνολουκ (Χρυσαύλακας).

 

πηγή: »Η νέα οσία Φωτεινή η Νεαπολίτις», εκδ. Σ. Γιούλη 1978. https://iconandlight.wordpress.com/2017/06/08/17976/amp/

 

 

Από το βιβλίο του Ηλία Βενέζη «Μικρασία, χαίρε», εκδ. Εστία.

 

Σμύρνη, 6 Σεπτεμβρίου 1922 «Ὑποδοχὴ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ»:

Σεπτεμβρίου 6 τοῦ 1922. Τὰ πρῶτα τμήματα τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ποὺ ἔρχονταν ἀπ’ τὸ δρόμο τῆς Σμύρνης γιὰ νὰ καταλάβουν τὸ Ἀϊβαλί, φάνηκαν στοὺς λόφους.

Στὴν εἴσοδο τῆς πόλης τοὺς περίμενε ἡ ἐκπληκτικὴ πομπή: ὁ δεσπότης, ὁ δήμαρχος, οἱ προεστοί, οἱ ἱερεῖς, οἱ συντεχνίες μὲ τὰ λάβαρα ποὺ ἀνεμίζονταν στὸν ἀέρα. Εἶχαν βγῆ νὰ τοὺς ὑποδεχθοῦν!

Οἱ Τοῦρκοι στρατιῶτες, κατασκονισμένοι, κατάκοποι, καταματωμένοι, μὲ ἄγρια μάτια, φοβεροί, κοίταζαν κατάπληκτοι τὰ συμβαίνοντα.

Οἱ γυναῖκες τῶν χριστιανῶν εἶχαν κρυφτῆ πίσω ἀπ’ τὰ παντζούρια καὶ ἀπ’ τὶς μισόκλειστες πόρτες τῶν σπιτιῶν τους, τὰ παιδιὰ παίζανε στὰ καλντερίμια νομίζοντας πὼς εἶναι πανηγύρι. Οἱ καρδιὲς τῶν μεγάλων χτυποῦσαν δυνατά.

ΑΓΙΟΣ  ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ  ΚΥΔΩΝΙΩΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΚΥΔΩΝΙΩΝ

Μπῆκαν οἱ Τοῦρκοι στὴν πόλη, τὴ ζώσανε γερά. Ὁ Κυδωνιῶν Γρηγόριος πῆγε νὰ ἐπισκεφθῆ τὸν στρατιωτικὸ διοικητή, συνταγματάρχη Ἀχμὲτ Ζακῆ. Ζοῦσε ἀκόμα μὲς στὶς αὐταπάτες.

Ὁ Τοῦρκος μέραρχος φρόντισε νὰ τὸν προσγείωση:

– «Ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι, τοῦ εἶπε, βλέποντας τὰ κεφάλια σας νὰ εἶναι ἀκόμα πάνω στοὺς ὤμους σας.»

 

Καὶ τοῦ ἀνακοίνωσε τὴν ἀπόφαση τῆς Μεγάλης Ἐθνοσυνελεύσεως τῆς Ἀγκύρας: νὰ ὑποστοῦν αὐστηρὲς κυρώσεις οἱ χριστιανοὶ τῆς Μικρασίας ποὺ πολέμησαν μὲ τὸν ἑλληνικὸ στρατό. Τὸ ἴδιο βράδυ κηρύχτηκε ὁ στρατιωτικὸς νόμος.

Ὕστερα βγῆκε ἡ φοβερὴ διαταγή: «Νὰ παρουσιασθοῦν ὅλοι οἱ ἄνδρες ἀπὸ 18-45 χρονῶν».

Τοὺς μάζεψαν ἔτσι, ὅλον τὸν ἀνθὸ τοῦ πληθυσμοῦ, χιλιάδες, τοὺς δέσαν,τοὺς μεταφέρανε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη καὶ τοὺς σκότωσαν στὰ μεταλλεῖα τοῦ Φρένελι καὶ στὶς χαράδρες.

Ὁ Κυδωνιῶν Γρηγόριος ἔμεινε στὴν πόλη μὲ τὰ γυναικόπαιδα, ἔκανε ὅ,τι τοῦ περνοῦσε γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ποιμνίου του, διαβήματα,ἐκκλήσεις στοὺς Τούρκους, νομίζοντας πὼς ἀκόμα τὸ κύρος τῆς Ἐκκλησίας, τὰ προνόμια τὰ σουλτανικά, εἶχαν σημασία.

Σὲ λίγες μέρες ἄρχισαν νὰ φτάνουν στὸ λιμάνι βαπόρια μὲ ἀμερικανικὴ σημαία, νὰ παραλάβουν τὰ γυναικόπαιδα.

Οἱ Τοῦρκοι εἶπαν στὴν ἀρχή: «Ἡ ἄδεια τῆς ἀναχωρήσεως ἰσχύει μόνον γιὰ 24 ὧρες. Ὅσοι δὲν προλάβουν νὰ φύγουν, θὰ μεταφερθοῦν στὸ ἐσωτερικὸ τῆς Ἀνατολῆς!».

Ὁ Δεσπότης πῆγε καὶ βρῆκε τὸν Τοῦρκο φρούραρχο. Εἶχε πάντα τὸ κουράγιο νὰ μιλᾶ αὐστηρά, ἂν καὶ μάντευε τὸ τέλος ποὺ τὸν περίμενε.

Διαμαρτυρήθηκε: πόσοι προλάβαιναν νὰ μπαρκάρουν σὲ 24 ὧρες μὲ τὰ λίγα μέσα ποὺ ὑπῆρχαν;

– «Ἀντιλαμβάνομαι τὰ σχέδιά σας, εἶπε στὸν Σαμπρῆ πασά. Θέλετε νὰ μᾶς ἐξοντώσετε ὅλους. Ἀλλὰ τί ἔβρεξεν ὁ οὐρανὸς καὶ δὲν τὸ ἐδέχθη ἡ γῆ;»

Ἐπέστρεψε στὴ Μητρόπολή του κατόδυνος στὴν ψυχή:

–«Φύγετε ὅλοι ἀμέσως! Ὁ σώζων ἑαυτὸν σωθήτω!».

Τοῦ εἶπαν νὰ ἑτοιμασθῆ νὰ φύγη καὶ ἐκεῖνος. Ἀρνήθηκε.

–«Ἐφόσον καὶ ἕνας ἀκόμη ἐκ τῶν πιστῶν τοῦ ποιμνίου μου εὑρίσκεται ἐδῶ, θὰ μείνω καὶ ἐγώ».

Τὴν 30 Σεπτεμβρίου τοῦ 1922 οἱ Τοῦρκοι ὁρίσανε ὡς ἡμέρα ποὺ θὰ ἐπέτρεπαν καὶ στοὺς παπάδες τῶν ἕνδεκα μεγάλων ἐκκλησιῶν τοῦ Ἀϊβαλιοῦ νὰ φύγουν. Ὁ Δεσπότης πάλι εἶπε:

– «Ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μείνω.»

Ἐπειδὴ ἔμεναν ἀκόμη χριστιανοὶ στὴν πόλη. Καὶ εἶχε γνωσθῆ ἡ τελευταία ἀγριότητα.

.

Ὅταν οἱ Τοῦρκοι μάζεψαν τοὺς ἄντρες ἀπὸ 18-45 ἐτῶν καὶ τοὺς σκοτώνανε ἔξω ἀπ’ τὴν πόλη, εἶχαν ἐξαιρέσει ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὁμαδικὴ στρατολογία καὶ σφαγὴ τὰ σινάφια: τοὺς ἐπαγγελματίες, τοὺς φουρναραίους, τοὺς χτίστες, τοὺς μαραγκούς.

Ὁ διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας τοὺς κάλεσε ὅλους νὰ παρουσιαστοῦνε. Τοὺς πῆγαν σ’ ἕνα λόφο λεγόμενο «Μπογιὰ» καὶ τοὺς σκότωσαν μὲ τσεκούρια. Ἕνας μόνο γλύτωσε καὶ εἶπε τὸ τί ἔγινε.

Τέλος, πιάσαν τὸν Δεσπότη καὶ τοὺς παπάδες. Ὕστερα ἀπὸ τέσσερεις μέρες φυλακὴ καὶ βασανιστήρια, τοὺς σηκώσανε καὶ τοὺς ὁδήγησαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη. Τοὺς συνοδεύανε στρατιῶτες καὶ τσέτες ὁπλισμένοι.

Τοὺς γυμνώσανε, τοὺς δέρνανε, τοὺς βιάζανε νὰ περπατοῦν ξυπόλυτοι. […] Σὰν πέρασε λίγη ὥρα, ἀκούσανε πίσω τους ντουφεκιές. Τὸ ἀπόσπασμα ἑνώθηκε μαζί τους ἀργότερα. Ἕνας Τοῦρκος τοῦ ἀποσπάσματος εἶπε:

–«Τὸν Δεσπότη τὸν θάψαμε ζωντανό. Οἱ ντουφεκιὲς ἦταν γιὰ τοὺς ἄλλους.»

Ἀπ’ τὴν Πέργαμο συνεχίσαμε τὴ μαρτυρικὴ πορεία πρὸς τὸ ἐσωτερικὸ τῆς Ἀνατολῆς, μαζὶ μὲ τοὺς παπάδες. Ἔξω ἀπ’
τὴν Πέργαμο σκοτῶσαν τὸν γερο-ἱερέα τῆς ἐνορίας μας, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ βαδίση.

Τὸν παραδώσανε στὸν ὄχλο –στοὺς πολίτες καὶ στὰ παιδιά– ποὺ παρακολουθοῦσαν τὴ θλιβερὴ θεωρία. Κι ὁ ὄχλος τὸν σκότωσε μπρὸς στὰ μάτια μας μὲ λιθοβολισμό.

Φτάσαμε στὸ Κιρκαγάτς. Ἐκεῖ, τὴ νύχτα, οἱ Τοῦρκοι ξεχώρισαν τοὺς παπάδες καὶ τοὺς πῆραν δεμένους νὰ τοὺς πάνε στὸ Ἀξάρι. Μάθαμε ἀργότερα πὼς τοὺς σκότωσαν ὅλους στὸ δρόμο.

Ἀπὸ 3.000 ἄνδρες ποὺ πιάσανε οἱ Τοῦρκοι στὸ Ἀϊβαλί, τὸν ἀνθὸ τοῦ πληθυσμοῦ, σωθήκαμε καὶ φτάσαμε, ὑστέρα ἀπὸ δεινὰ πολλά, στὴν Ἑλλάδα εἴκοσι τρεῖς ψυχὲς (ἀριθμὸς 23).

Αὐτὴ τὴ μαρτυρία καταθέτω γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία τῆς Μικρασίας, ποὺ ἔδιδε ἁγίους καὶ μάρτυρες ταπεινοὺς καὶ ἀφανεῖς, ἐπειδὴ τοὺς ὁδηγοῦσε ἕνα μόνο: ἡ πίστη καὶ τὸ χρέος

Πρόσφυγες απο το Αϊβαλί. Μυτιλήνη, 1922

Πρόσφυγες απο το Αϊβαλί στη Μυτιλήνη το 1922.jpg

Πρόσφυγες απο το Αϊβαλί. Μυτιλήνη, 1922.

Στο Αϊβαλί ( Κυδωνίες ) της Μικράς Ασίας ,απέναντι από την Λέσβο υπήρχε κτισμένη στο ονόμα του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Φανουρίου του Νεοφανούς μικρή εκκλησία ήδη αρκετά χρόνια πριν την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Μέσα στο Εκκλησάκι υπήρχε εικόνα παλαιά του Αγίου που επιτελούσε Θαύματα.

27 Αυγούστου ανήμερα στην εορτή του Αγίου Φανουρίου θα άναβαν τα καντήλια στο μικρό εκκλησάκι για ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ.

Η γυναίκα – ήρωας της ιστορία αυτής που αργότερα θα έσωζε την εικόνα του Αγίου άναβε και αυτη για τελευταία φορά κερί στην εκκλησία,χωρίς να μπορεί να φανταστεί αυτά που θα ακολουθούσαν.

Η ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ…ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ – Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΑΡΧΙΖΕΙ

29 Αυγούστου 1922, Χωροφυλακή και ο Ελληνικός Στρατός εχουν εγκαταλείψει το Αιβαλί στην τύχη του. Οι πρώτοι τούρκοι θα μπούν στην πόλη δειλά – δειλά.

45.000 πολίτες, εντελώς μόνοι θα μείνουν πίσω για να υποστούν τα πάνδεινα. Οι κάτοικοι της Κυδωνίας αποφάσισαν να μείνουν στα σπίτια τους. Η Κυδωνία ειχε 95% Ελληνες κατοίκους οπότε δεν είχαν προβλήματα με τους Τούρκους εδω και 3-4 χρόνια.Πίστευαν οτι εάν καλοπιάσουν τους Τούρκους με δώρα και θερμή υποδοχή αυτοί θα τους λυπηθούν.

Αυτό είχε πράγματι πετύχει στο παρελθόν και το προέβλεπε και το Κοράνι ( δεν σκοτώνεις όποιον σε υποδεχθεί με τιμές σαν νικητή ). Τώρα όμως υπήρχε τεράστιο μίσος απέναντι στον Ελληνα. Η διαταγή του Κεμάλ ήταν να εξαφανιστούν εντελώς οι Ελληνες και Αρμένιοι απο προσώπου γής.Οι δημογέροντες έκριναν λάθος. Θα διώξουν λοιπόν μόνο όσους είχαν πολεμήσει και τους Αρμένιους.

5 του Σεπτέμβρη φεύγει και το τελευταίο πλοίο με Ελληνες στρατιώτες απο την Μ. Ασία.

Οι δημογέροντες προσπαθούν  να βρουν τρόπο να εξευμενίσουν τον τουρκικο στρατό που στις 6 Σεπτεμβρίου θα μπεί επίσημα στο Αιβαλί (ΚΥΔΩΝΙΕΣ).Ετσι εκκλησία και προύχοντες θα υποδεχθούν τους τούρκους με μουσική, φαγητά και δώρα, αλλα χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα καθώς καμια σημασία δεν έδωσαν σε αυτη την εκδήλωση.

Είχαν τις πληροφορίες τους απο προδότες οτι το Αιβαλί έκρυβε όπλα.Το ιππικό των Τούρκων δεν προέβει σε εκτελέσεις αλλά προέβει σε λεηλασίες Ναών και δημοσίων κτηρίων. Το ίδιο βράδυ οι Τούρκοι πούλαγαν τα ιερά των εκκλησιών στο παζάρι της πλατείας ! Ο Φόβος και ο Τρόμος θα διαδεχθουν την αχνή ελπίδα εκεινο το βράδυ.

Το ίδιο εκείνο βράδυ θα εφαρμόσουν στρατιωτικό νόμο.

Το πρωί 7 Σεπτεμβρίου, δείχνουν διαθέσεις για εκτέλεση ανδρών με το αιτιολογικό της προδοσίας.Αρχίζουν να μαζεύουν άτομα για εκτέλεση. Εχει ήδη σταλεί στον Κεμάλ αίτηση έγκρισης για εκτελέσεις. Η απάντηση ειναι αρνητική απο τον Κεμάλ με το αιτιολογικό της καλής διαγωγής κατα την υποδοχή του Ιππικού.

Το σχέδιο των Ελλήνων πέτυχε για 24 ώρες.

Το ιππικό θα φύγει, και ο Γολγοθάς αρχίζει για το Αιβαλί με την είσοδο των ατάκτων και των Τσετών την ίδια ημέρα 7 Σεπτεμβρίου. 

Τα πεζά τμήματα των Τούρκων μαζί με τους Ατάκτους αποτελούν την μηχανή θανάτου των Τούρκων. Αμόρφωτα κτήνη, πεινασμένα, στερημένα , γεμάτα φθόνο για τους Ελληνες των ΚΥΔΩΝΙΏΝ.

Αντίκρυσαν τα σπίτια και τον πλούτο των Ελλήνων και η ψυχή τους γέμισε δαιμόνια. Αδιαφόρησαν για την εντολή του Κεμάλ με το αιτιολογικό της απόκρυψης όπλων και στρατιωτών στην πόλη.

Με συνοπτικές διαδικασίες ο διοικητής των πεζών τμημάτων έδωσε εντολή εξολόθρευσης.

Αμέσως αρχίζει το μάζεμα των ανδρών. Γενική διαταγή να προσέλθουν στις τουρκικές αρχές όλοι οι άνδρες απο 18-45 ετών.

Τους μάζεψαν, τους δέσανε, τους μεταφέρανε έξω από την πόλη και τους σκότωσαν στα μεταλλεία του Φρένελι και στις δύο διπλανές χαράδρες…

Από αυτή την ομαδική στρατολογία και σφαγή είχαν εξαιρέσει τα σινάφια: τους επαγγελματίες, τους φουρναραίους, τους χτίστες, τους μαραγκούς.Αυτούς τους πήγαν σ’ ένα λόφο, λεγόμενο Μπογιά και τους σκότωσαν με τσεκούρια.

Ο Μητροπολίτης Γρηγόριος απο τα μέσα Αυγούστου φρόντιζε να ενημερώνει έναν έναν αλλά και στις εκκλησίες τον κόσμο για την σφαγή που έφτανε. Ειχε φυλακιστεί και καταδικαστεί σε θάνατο 2 φορές απο τους Τούρκους. Γνώριζε πολύ καλά το μίσος και τις διαθέσεις τους για Ελληνες και Αρμένιους.

Εδώ και ημέρες φρόντιζε να ναυλώνει καίκια και βάρκες ώστε να στέλνει κόσμο στην Λέσβο. Καθημερινά έτρεχε στους Τούρκους για άδειες αναχώρησης. Ηξερε οτι αναπάσα στιγμή μπορούσαν να τον κρεμάσουν αφού η καταδίκη του ειχε ξανα ενεργοποιηθεί σιωπηλά. Και όμως αδιαφορούσε. Χιλίαδες κόσμο κατάφερε και πέρασε απέναντι με τα καίκια και τις βάρκες.

Η Ελληνική δημογεροντία συνέχισε να πιστέυει οτι τελικά όλα θα πάνε καλά. Οταν έμαθαν για την σφαγή στα ΜΟΣΧΟΝΗΣΙΑ κατάλαβαν όλοι πια και  το χάος και την κόλαση που είχε φτάσει στην πόρτα τους.

ΗΤΑΝ ΟΜΩΣ ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ.

Ο ( Αγιος ) Μητροπολίτης των Κυδωνιών,Γρηγόριος μετά την εκτέλεση των ανδρών δεν παρέδωσε τα όπλα αλλά ενήργησε αστραπιαία μέσω του Αμερικανικού στοιχείου και με μεγάλους κόπους κατάφερε στις 18-19 Σεπτεμβρίου και έφερε 2 ατμόπολοια Ελληνικά με Αμερικάνική σημαία για να παραλάβουν τον κόσμο.

Ο ίδιος και 22 ιερείς και λοιποί εργαζόμενοι στις εκκλησίες της πόλης θα παρέμεναν στην Κυδωνία, αληθινοί Νεο-Μάρτυρες  για να σώσουν έστω και μία ψυχή απο τους Τούρκους.

( 12 μέρες μέρες ζωής έμεναν στους ιερωμένους των Κυδωνιών )

Μέσα Σεπτεμβρίου λοιπόν του 1922 μεγάλο μέρος του ( γυναικόπεδα ) πληθυσμού των Κυδωνιών έχει εγκλωβιστεί πια στα σπίτια του από τις προδοτικές παραινέσεις του Ελληνα Κυβερνήτη Στεργιάδη,την εγκληματική συμπεριφορά των Ελλήνων Ανωτάτων στρατιωτικών και την ανοησία των δημογερόντων, έχοντας ουσιαστικά παραδοθεί για σφαγή στον Βαρβαρικό τουρκικό άτακτο “Στρατό”.

Μέσα σε αυτό το χάος και με τους τούρκους να μπαίνουν πια μέσα στα σπίτια σκοτώνοντας και λεηλατώντας, μια γυναίκα μόνη της με ένα αγόρι στην αγκαλιά αποφασίζει τελικά μέσα στην νύχτα μόνη και έρημη να εγκαταλείψει το σπιτικό της και να φύγει με τα καίκια η τα πλοία του Μητροπολίτη.

Μανάδες έκρυβαν τα νεαρά αγόρια τους. Τους έκαιγαν τα φρύδια και τα κούρευαν γουλί. Τους έβαζαν μολύβι στα μάτια, αρώματα και ρούχα γυναικεία. Σύντομα θα έμπαιναν τα κτήνη και στα σπίτια τους για έλεγχο.

Στα κορίτσια έβαζαν ρούχα στην κοιλιά να φαίνονται οτι περιμένουν παιδί μήπως και γλυτώσουν τον βιασμό. Οι νέες γυναίκες έκαιγαν τα μαλλία τους και έβαζαν χώμα με νερό στο πρόσωπο  για να φανούν γριές. Ετοιμαζόνταν και περίμεναν τον σωτήρα τους να τους πάει στην Λέσβο.

Τώρα τους έμενε μόνο ο Γρηγόριος για να σωθούν.

Η «υπομονή» των Τούρκων εξαντλήθηκε,24 ώρες έδωσαν οι Τούρκοι διορία στις Κυδωνίες για να εγκαταλείψουν οι τελευταίες χιλιάδες γυναικόπεδα την πόλη. Ετρεχε ο Γρηγόριος να ζητάει παράταση αλλά τίποτα.

Πιάσανε στον έλεγχο αγόρι 18 ετών να έχει ντυθεί κορίτσι και να εχει ανέβει στο πλοίο. Τον κατεβάζουν και τον σφάζουν μπροστά στα μάτια των Ελλήνων. Απο την ώρα αυτή οι έλεγχοι ήταν σε έναν προς έναν. Η επιβίβαση θα καθυστερούσε και η διορία έτρεχε ακόμα πιο γοργά.

Έξω από το σπίτι αυτής της γυναίκας λοιπόν που αναφέραμε πιο πάνω, υπάρχει χρόνια τώρα η μικρή εκκλησία αφιερωμένη στον Αγιο Μεγαλομάρτυρα Φανούριο. Οι ώρες ήταν σκοτεινές, γεμάτες θάνατο και όλοι εμέναν κλεισμένοι στα σπίτια τους περιμένοντας το μοιραίο. Κανείς δεν είχε ανάψει εδώ και βδομάδες το καντήλι της μικρής εκκλησίας του Αγίου Φανουρίου.

Είμαστε στις 19 του Σεπτέμβρη, η γυναίκα με το παιδί στην αγκαλιά φεύγει για τα καίκια, και μόλις βγαίνει έξω το αναμμένο καντήλι στην Εκκλησούλα της τραβάει την προσοχή. Ποιός να τολμήσει τέτοιες ώρες να ανάψει καντήλι. Ισοδυναμούσε με αυτοκτονία.

Τρέχει μέσα και προσκυνάει την εικόνα του Αγίου Φανουρίου που είναι γεμάτη τάματα καθώς τα θαύματα που είχαν γίνει σε αυτό το μικρό εκκλησάκι το είχαν κάνει γνωστό μέχρι την Σμύρνη. Ουρά οι απάντρευτες για να τους βρεί γαμπρό ο Αγιος. Εκείνος βοηθούσε και η φήμη της μικρής εκκλησίας ειχε φτάσει στην Σμύρνη.

Μπήκε φοβισμένα και προσκύνησε αλλά ταυτόχρονα λέει στον εαυτό της «Εμείς φεύγουμε αλλά δεν είναι σωστό να αφήσουμε την εικόνα μας στους τούρκους».

Την πήρε λοιπόν μαζί της, μαζί και τα τάματα γνωρίζοντας ότι στο λιμάνι οι τούρκοι δεν αφήνουν τους Ελληνες να πάρουν μαζί τους σχεδόν τίποτα. Την έκρυψε κάτω από την μασχάλη και το ρούχο του παιδιού και χάθηκε μέσα στην νύκτα.

Φτάνοντας στο λιμάνι ώστε να επιβιβαστεί την σταματούν για έλεγχο οι τούρκοι. Δουλειά τους ήταν να αφαιρούν χρυσό , ασήμι ,χρήματα , εικόνες και ότι πολύτιμο έφεραν μαζί τους .Στον έλεγχο ο τούρκος βρήκε την εικόνα κάτω από το ρούχο του παιδιού και θεώρησε ότι είχε αξία οπότε την τραβάει και την πετάει επάνω στην στοίβα με τα άλλα κατασχεθέντα αντικείμενα.

Η Γυναίκα λύγισε από αγάπη για τον Αγιο Φανούριο της και αντέδρασε άμεσα προτείνοντας με το χέρι της να δώσει το ένα και μοναδικό δακτυλίδι που φόραγε σε αντάλλαγμα για την μικρή εικόνα.

Ο τούρκος θεώρησε την ανταλλαγή εξαιρετικά καλή και αμέσως σκύβει να πιάσει την εικόνα του Αγίου Φανουρίου η οποία όμως τώρα είχε μετατραπεί σε ενα άσπρο, κενό ξύλο. Η μορφή του Αγιου Φανουρίου είχε χαθεί εντελώς μαζί και τα τάματα, και ο τούρκος σάστισε !

Εσείς φεύγετε και αφήνετε τόσο ωραία πράγματα και συ ζητάς να πάρεις ένα λευκό σανίδι.
Ελα πάρε και μια πραγματική εικόνα μαζί με το σανίδι σου , και της δίνει μια ακόμα εικόνα.

Επιβιβάστηκε στο καΐκι και αυτό τους έφερε στα Πάμφιλα της Μυτιλήνης ( λίγο πριν τη Θερμή )

Πέρασαν δύο μήνες δύσκολοι , γεμάτοι αγωνία και ταλαιπωρία. Καθώς τελείωναν οι 2 μήνες θαυματουργικά η εικόνα επέστρεψε και ο Αγιος Φανούριος μαζί της.

Είναι αυτός ο υπέροχος Αγιος Φανούριος που μας κάνει συντροφιά ακόμα στα 2011. Μαζί φάνηκαν και τα τάματα της εικόνας.

Τα χρόνια κύλησαν , η γυναίκα γήρασε. Το μικρό τυχερό αγορι από τις Κυδωνίες παντρεύτηκε την Κα Σάλτα Βασιλεία από την Θερμή της Λέσβου. Έφυγαν για την Νότιο Αφρική και έκαμαν μεγάλη περιουσία.

Αργότερα ο σύζυγος εκοιμήθηκε και η Κα Βασιλεία χωρίς να έχει αποκτήσει παιδιά αφιερώθηκε στις ενάρετες πράξεις και στα φιλανθρωπικά έργα και στην εκκλησία.

Γνωρίστηκε με τον ιερέα Ερμεία Καραπαναγιώτη , εφημέριο του Ιερού Ναού Αγίου Νεομάρτυρα Γεωργίου του Χιοπολίτου στις Νέες Κυδωνίες της Λέσβου ,που υψώνεται σήμερα απέναντι απο τις παλιές Κυδωνίες ( Αϊβαλί )

Συμφωνήθηκε η μεν Βασιλεία Σάλτα να δωρήσει την Θαυματουργή Εικόνα του Αγίου Φανουρίου και ο ιερεύς να φροντίσει για την ανέγερση Νέου Ιερού Ναού, αντί του παλαιού Ναυδρίου που υπήρχε έξω κοντά στο σπίτι της πεθεράς της στα 1922. Έτσι και έγινε.

Σήμερα με την βοήθεια του Αγίου κτίστηκε ο περικαλλής ναός του Αγίου Φανουρίου και μεταφέρθηκε η παλαιά εικόνα Του μαζί με τα τάματα. Η Αφιέρωση έγινε το 2002. Το μέρος λέγεται Ξαμπελιά Νέων Κυδωνιών Λέσβου.

Όσοι περνάτε για να πάτε στο μοναστήρι του Αρχάγγελου Μιχαήλ του Μανταμάδου θα βρείτε την εκκλησία στο δεξί σας χέρι στην ανηφόρα και στα 6 χιλιομ από την διασταύρωση της Θερμής.

Επάνω στον δρόμο υπάρχει και πινακίδα για να ανέβει κάποιος έυκολα στο χωριό των Νέων Κυδωνιών ( 2 χιλιόμετρα απο τον κεντρικό δρόμο).

Εκεί θα βρείτε και την θαυματουργή εικόνα του Αγίου Φανουρίου , εντός του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου Χιοπολίτου.

Η εκκλησία του Αγίου Φανουρίου έχει κτιστεί σε αμφιθεατρικό σημείο με μοναδική θέα που βλέπει προς την υποδουλωμένη Κυδωνία.

Η παλαιά θαυματουργή εικόνα δηλώνει αμέσως την παλαιότητας της που πάει πολύ πριν το 1922.Τα θαύματα που έκαναν ξακουστή την εικόνα στην Μικρά Ασία εξακολουθούν να γίνονται και στην Μυτιλήνη.

Ακόμα και η νεώτερη εικόνα που υπάρχει στον ναό του Αγίου Φανουρίου επάνω στον δρόμο επιτελεί και αυτή θαύματα καθώς δείχνουν τα Τάματα που υπάρχουν και σε αυτήν.

Αρχές Αυγούστου πήγαμε για διακοπές και προσκύνημα στην θέρμη της Λέσβου και  για άλλη μια φορά σταματήσαμε στον Αγαπημένο Αγιο Φανούριο.

Η μικρή αυτή εκκλησία με το που μπαίνεις μέσα σε αγκαλίάζει με ένα ιδιαίτερο και δυνατό συναίσθημα. Η κληρονομιά της εχει έρθει απο τα Ιερά χώματα απέναντι.

Φορτισμένη με ενεργειακό δυναμικό πόνου και δυστυχίας, για τους χιλιάδες Αιβαλιώτες που χάθηκαν κάτω απο το λυπημένο βλέμμα του Αγίου.

 

πηγή: oikohouse.wordpress.com

Στεφανος Τολιος.jpgΟ νέος Μητροπολίτης Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου Στέφανος Τόλιος γεννήθηκε στην Ελευθερούπολη Καβάλας το 1960 και είναι μικρασιατικής καταγωγής. Οι δύο κατά σάρκα γονείς του γεννήθηκαν στην περιοχή των Φιλίππων. Ο πατέρας της μητρός του ήταν εξ εκείνων οι οποίοι μετέφεραν από τη Μικρά Ασία την θαυματουργό ιερά εικόνα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, η οποία φυλάσσεται ως ιερό σέβασμα και κειμήλιο της ορθοδοξίας στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Νικητών Καβάλας.

Ιερά Μονή Μεταμόρφωσης του Σωτήρος Καβάλας.jpg

Η Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Νικητών Καβάλας.

Έλαβε το πτυχίο του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1983. Το 1984 εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Αγίας Θεοδώρας Θεσσαλονίκης και το ίδιο έτος χειροτονήθηκε Διάκονος υπό του μακαριστού Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κυρού Παντελεήμονος Χρυσοφάκη. Υπηρέτησε ως Διάκονος στους Ιερούς Ναούς Παναγίας Δέξιας και του πολιούχου Αγίου Δημητρίου αναλαβών συγχρόνως και την Γραμματεία της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Επί δεκαετία υπηρέτησε και ως Ηγουμενοσύμβουλος της Ιεράς Μονής Αγίας Θεοδώρας Θεσσαλονίκης. Την 27η Δεκεμβρίου 1984 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος υπό του μακαριστού Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κυρού Παντελεήμονος Χρυσοφάκη λαβών το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτου και τοποθετήθηκε ως ιερατικός Προϊστάμενος και Πρόεδρος των εκκλησιαστικών επιτροπών του ιερού βυζαντινού Ναού των Αγίων Αποστόλων Θεσσαλονίκης. Το έτος 1994 μετετέθη και ορίσθηκε προεδρεύων των επιτροπών του ιερού προσκυνηματικού και καθεδρικού Ναού της του Θεού Σοφίας Θεσσαλονίκης. Επίσης από του έτους 1989 ορίσθηκε υπεύθυνος εφημέριος των Φοιτητικών Εστιών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Κατά την ιερατική του διακονία ανέπτυξε αξιόλογο πνευματικό, κηρυκτικό και ποιμαντικό έργον. Ομιλεί την αγγλική και γαλλική γλώσσα. Την 10η Ιουνίου 2010 ανέλαβε τα καθήκοντα του Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης.