Καταστροφή της Σμύρνης 1922
Μαρτυρία της Ελένης Καραντάνη από το χωριό Μπουνάρμπασι (Κεφαλόβρυση) 11 χλμ Α-Β.Α της Σμύρνης.
Είχε 1.000 κατοίκους απο τους οποίους 800 Έλληνες.

Μεταξύ άλλων αναφέρει:
Ο Ελληνικός στρατός έφευγε προς τη Σμύρνη, οι Τούρκοι τους ακολουθούσαν, βίαζαν και συνέχεια σφάζανε τους Έλληνες.Παντού φωτιά και μαχαίρι άκουες και έβλεπες. Εμείς φύγαμε και πήγαμε στη Σμύρνη. Όσοι μείνανε στο χωριό τους ατιμάσανε, τους σφάζανε, τους κρεμάσανε, τους κάψανε. Πλημμύρα οι μαχαλάδες στη Σμύρνη στο αίμα. Βάλανε φωτιά οι Τούρκοι, παντού ρίχνανε βενζίνη και προχωρούσανε. Βγήκαμε στο δρόμο. Φωτιά από τη μία, θάλασσα από την άλλη. Βρισκόμασταν στη μέση και βιάζουν, σφάζουν, ατιμάζουν.Βοήθεια φώναζε ο κόσμος. Τα εγγλέζικα τα πλοία ήταν απέναντι. Έριχναν πάνω μας προβολείς, σταματούσαν για λίγο, πάλι οι Τσέτες έκαναν επίθεση και πάλι τα ίδια. Τη νύχτα θέλαμε να πάμε προς νερού μας. Πήγαμε λίγο πιο εδώ, φρίκη! Βρεθήκαμε σε μια χαβούζα. Γύρω-γύρω από τα χείλη της χαβούζας σπαρταρούσαν κορμιά και μέσα η χαβούζα ήταν γεμάτη κεφάλια. Έπαιρναν όποιον έπιαναν, τον πήγαιναν στην άκρη της χαβούζας, έκοβαν το κεφάλι και το έριχναν μέσα και τα κορμιά τα άφηναν να σπαρταρούν γύρω-γύρω. Εκεί σ’ αυτό το μέρος χάσαμε και τον πατέρα μου. Τον αδελφό μου τον έσφαξαν στο χωριό.
cf83cebccf85cf81cebdceb7-2
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΟΣΜΗΤΟΡΟΣ ΤΟΥ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΥ ΚΟΛΛΕΓΙΟΥ ΘΗΛΕΩΝ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ  ΔΕΣΠΟΙΝΙΔΟΣ Μ.Μ.

Ήταν λίγο πριν το μεσημεριανό της 13ης Σεπτεμβρίου 1922.Η δεσποινίς Μ.Μ. κοσμήτορας του Αμερικανικού Κολεγιακού Θηλέων στην Σμύρνη,   κοίταξε έξω από το παράθυρο του γραφείου της και σοκαρίστηκε από το θέαμα που αντίκρυσε.
 «Είδα με τα μάτια μου έναν Τούρκο αξιωματικό να εισέρχεται σε ένα σπίτι με μικρούς τενεκέδες βενζίνη» αργότερα έγραψε: «Δευτερόλεπτα αργότερα, το κτίριο τυλίχτηκε στις φλόγες». Η Μ.Μ. ανησύχησε περισσότερο όταν και τα γειτονικά σπίτια έπιασαν φωτιά Καθώς η φωτιά μεταδιδόταν από κτίριο σε κτίριο, οι φλόγες άρχισαν να ζυγώνουν και το Αμερικανικό Κολλέγιο.

Η Μ.Μ. κοίταξε έξω από το παράθυρο και αντίκρυσε σκηνές βίας. Ο άτακτος στρατός των Τούρκων επέδραμε στον Αρμενικό μαχαλά και δολοφονούσε τους κατοίκους. «Είδαμε πολλοί να σκοτώνονται ομοίως μπροστά στα παράθυρά μας και μπροστά στο κατώφλι του Ινστιτούτου. Τα πτώματα κείτονταν στους δρόμους για μία, δύο ημέρες και συχνά ήταν ακρωτηριασμένα». Σε κάθε  γωνία έβλεπε «ακρωτηριασμένα πτώματα και οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από άγριους Τσέτες (άτακτο τουρκικό στρατό) φορτωμένους με λάφυρα … Επίσης παρατήρησε μικρές φωτιές να ξεσπούν στα κοντινά σπίτια. Επειδή φοβόταν για την ασφάλεια του Κολλεγίου, ζήτησε από τους Τούρκους πυροσβέστες να προστατεύσουν τα κτίρια.»αλλά εκείνοι αρνήθηκαν».

Στις 13 Σεπτεμβρίου, η πυρκαγιά πήρε μία παράξενη τροπή. «Είδα έναν Τούρκο αξιωματικό ένστολο να βγαίνει από ένα σπίτι, κρατώντας τενεκέδες με πετρέλαιο τους οποίους τοποθέτησε στις εξωτερικές σκάλες ενός άλλου σπιτιού.»
Με ραγδαία διαδοχή, το ένα σπίτι μετά το άλλο τυλίχθηκαν στις φλόγες.

Το πρωταρχικό καθήκον της δεσποινίδος Μ. ήταν να προστατεύσει το Κολλέγιο.
Έδωσε οδηγίες στους πρόσφυγες να ψεκάσουν τις σκεπές και τους τοίχους με νερό.Αλλά εξαναγκάσθηκαν να σταματήσουν όταν οι Τούρκοι στρατιώτες στους δρόμους απειλούσαν να τους σκοτώσουν εάν συνέχιζαν.

 Η άγρια σφαγή από τους στρατιώτες και αξιωματικούς του τακτικού τουρκικού στρατού ήταν μία από τις πιο εξευτελιστικές περιστάσεις της σύγχρονης ιστορίας έγραψε η Δεσποινίς Μ.
Advertisements

bergen.jpg

Ο Σεβ. Μητροπολίτης Σουηδίας και πάσης Σκανδιναυΐας κ. Κλεόπας πραγματοποίησε την πρώτη ποιμαντορική του επίσκεψη στο Μπέργκεν της Νορβηγίας το διήμερο 28 και 29 Οκτωβρίου 2017, με την ευκαιρία της ιδρύσεως της ενορίας του Αγίου Ενδόξου Εθνοϊερομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης, προς εξυπηρέτηση των πνευματικών αναγκών των Ορθοδόξων αδελφών μας που ζουν στο Μπέργκεν και στην ευρύτερη περιοχή Hordaland της Νορβηγίας.

Η ενορία του Μπέργκεν αποτελεί την 5η κατά σειρά νεοϊδρυθείσα ενορία της ιεραποστολικής επαρχίας του Οκουμενικού Θρόνου στη Σκανδιναυΐα, ύστερα από αυτές του Αποστόλου Κλεόπα στο Κάλμαρ, των Εισοδίων της Θεοτόκου στο Μπορώς, των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο Γιόνσεπινγκ της Σουηδίας και του Αγίου Νεκταρίου στο Σταβάνγκερ της Νορβηγίας, καθώς και του Ησυχαστηρίου του Αγίου Νικολάου στο Ρέττβικ της Σουηδίας.

Ο Σεβασμιώτατος αφίχθη από τη Στοκχόλμη στο αεροδρόμιο του Μπέργκεν, το βράδυ του Σαββάτου, 28 Οκτωβρίου 2017, όπου τον υπεδέχθη ο Παν. Αρχιμ. κ. Αλέξανδρος Λουκάτος, Εφημέριος του Μητροπολιτικού Ναού Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Όσλο.

Την Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017, τελέστηκε Αρχιερατική Θεία Λειτουργία στο Ρωσικό Ναό του Επιφανέντος Χριστού στο Μπέργκεν, προεξάρχοντος του Σεβ. Μητροπολίτου κ. Κλεόπα, με τη συμμετοχή του Παν. Αρχιμ. κ. Αλεξάνδρου Λουκάτου, του Αιδ. Πρεσβυτέρου κ. Dmytro Ostanin, Εφημερίου της Ρωσικής Ενορίας του Επιφανέντος Χριστού στο Μπέργκεν, και του Αιδ. Πρεσβυτέρου κ. Τheodor Svane, Κληρικού των εν Δυτική Ευρώπη Ορθοδόξων Παροικιών της Εξαρχίας του Οικ. Πατριαρχείου και Στρατιωτικού Ιερέως του Βασιλικού Πολεμικού Ναυτικού της Νορβηγίας.

Mετά το πέρας της λατρευτικής συνάξεως, ο Σεβασμιώτατος ανακοίνωσε την ίδρυση της νέας ενορίας του Αγίου Εθνοϊερομάρτυρος Χρυσοστόμου Μητροπολίτου Σμύρνης και επέδωσε τα διοριστήρια στα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, στα οποία ευχήθηκε καλή επιτυχία και δύναμη από άνωθεν στα νέα τους καθήκοντα.

Στην ομιλία του, ο επίσκοπος επεσήμανε τους λόγους οι οποίοι τον ενέπνευσαν να αφιερώσει τη νέα ενορία προς τιμήν του Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης, δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στο αγωνιστικό φρόνημα, την ακλόνητη πίστη και την καρτερία στο μαρτύριο του συγχρόνου Αγίου, χαρίσματα από τα οποία θα πρέπει να εμπνέεται ο κάθε Χριστιανός. Ο Ποιμενάρχης αναφέρθηκε, επίσης, στις αλησμόνητες πατρίδες της Μικράς Ασίας, από όπου κι ο ίδιος έλκει την καταγωγή, από την πλευρά του πατέρα του.

Ο Σεβασμιώτατος εξέφρασε τον ενθουσιασμό και τη συγκίνησή του για την παρουσία αρκετών Ελληνορθοδόξων στο ναό, αρκετοί εκ των οποίων ταξιδεύουν αρκετές ώρες για να έλθουν με τις οικογένειές τους, εξήρε δε το ανύστακτο ποιμαντικό ενδιαφέρον του π. Αλεξάνδρου, ο οποίος επισκέφθηκε και λειτούργησε για 5η φορά στο Μπέργκεν.

Ευχαρίστησε, επίσης, τον Ρώσο Εφημέριο π. Δημήτριο Ostanin, ο οποίος παραχώρησε το ναό για την τέλεση της Αρχιερατικής Θείας Λειτουργίας, στην οποία έδωσαν το παρών και αρκετοί Ρώσοι Ορθόδοξοι.

Στη συνοδεία του Μητροπολίτου ήταν η κ. Κυριακή Παπαδοπούλου Samuelsen, Νομικώς Επιβλέπουσα του Μητροπολιτικού Ναού Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Όσλο, και οι κ.κ. Παναγιώτης Παύλος και Κοσμάς Πλάκου, ψάλτες του ως άνω ναού.

Η Θεία Λειτουργία τελέστηκε στην Ελληνική, Αγγλική, Ρωσική και Νορβηγική, τους δε ύμνους έψαλε ο Μουσικολ. κ. Παναγιώτης Παύλος, Πρωτοψάλτης του Μητροπολιτικού Ναού του Όσλο, συνεπικουρούμενος από τον κ. Κοσμά Πλάκου και μέλη της Ρωσικής χορωδίας της ενορίας, προβάλλοντας τοιουτοτρόπως την οικουμενική διάσταση της Ορθοδοξίας και το πνεύμα συνεργασίας που διέπει τους Ορθοδόξους στη Σκανδιναυΐα, μιας και στη Θεία Λειτουργία παραβρέθηκαν συμπροσευχόμενοι Ορθόδοξοι από 13 χώρες.

Ο π. Αλέξανδρος Λουκάτος ευχαρίστησε τον Ποιμενάρχη, εκ μέρους του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Μπέργκεν, για την πρώτη παρουσία επισκόπου του Οικ. Πατριαρχείου στην περιοχή, υπογραμμίζοντας ότι είναι χαρά του που, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ιδρύθηκε η νέα αυτή ενορία, και του προσέφερε ως δώρο για τα ονομαστήριά του ένα αρχιερατικό εγκόλπιο.

Μετά την ευχαριστιακή σύναξη, ο Σεβασμιώτατος ευλόγησε τη νεολαία των δύο ενοριών, τους έδωσε από μια εικόνα ως ευλογία και παρακάθησε σε γεύμα που προσεφέρθη στις εγκαταστάσεις της Ρωσικής Ενορίας.

Στη συνέχεια, ο επίσκοπος μετέβη με τη συνοδεία του στην εκδήλωση του Ελληνονορβηγικού Συλλόγου του Μπέργκεν, αποδεχθείς την τιμητική πρόσκλησή τους. Ο κ. Αντώνιος Τρυποδιανός, Πρόεδρος του ως άνω συλλόγου,  καλωσόρισε τον Σεβασμιώτατο και τη συνοδεία του και εξέφρασε τη συγκίνηση όλων για την παρουσία του επισκόπου στην εκδήλωση του συλλόγου, με την ευκαιρία του εορτασμού της Εθνικής Επετείου της 28ης Οκτωβρίου 1940.

Ο Σεβασμιώτατος ακολούθως συνεχάρη τον κ. Τρυποδιανό και τους συνεργάτες του για τις δραστηριότητες του συλλόγου και του προσέφερε μια μελέτη του για τον Άγιο Νεκτάριο Πενταπόλεως. Ακολούθως, επέδωσε την εικόνα του Εθνοϊερομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης, ιστορηθείσα και προσφερθείσα υπό του αγιογράφου κ. Μιχαήλ Ανδρούτσου εξ Ιωαννίνων, στους δύο πρωτεργάτες της νεοϊδρυθείσης ενορίας κ. Βασίλειο Μπαλαντάνη, μέλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, και τη σύζυγό του κ. Μerete Karlsen, Γραμματέα του ως άνω συλλόγου, ενθαρρύνοντας τους παρευρισκόμενους να διατηρήσουν την αγαστή συνεργασία και αλληλοϋποστήριξη μεταξύ της ενορίας και του συλλόγου προς όφελος της ομογένειας και όλως ιδιαιτέρως της νεολαίας μας.

Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, ο Μητροπολίτης είχε την ευκαιρία να απολαύσει τα εδέσματα που προσέφεραν τα μέλη του συλλόγου και να γνωρίσει διαπρεπείς ομογενείς της περιοχής.

Το βράδυ της Κυριακής, 29 Οκτωβρίου 2017, τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της ενορίας του Εθνοϊερομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης παρέθεσαν δείπνο προς τιμήν του Μητροπολίτου Σουηδίας, στο οποίο παρακάθησε η συνοδεία του και οι Αιδ.  Πρεσβύτεροι κ. Dmytro Ostanin και κ. Τheodor Svane.

bergen-.jpg

Φωτογραφικό υλικό, προσφορά των: Ι. Μητροπόλεως Σουηδίας, Παν. Αρχιμ. κ. Αλέξανδρου Λουκάτου, Αιδ. Πρεσβ. Dmytro Ostanin, Αιδ. Πρεσβ. Aleksander Volokhan, Δδος Καρολίνας Αλευρά, κ. Ευθυμίου Γκρίζη και κ. Κοσμά Πλάκου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

 

Οσία Φωτεινή η Νεαπολίτις.png

Η οσία Φωτεινή η Νεαπολίτις (εκ Νεαπόλεως Μικράς Ασίας – 1804) με τη χαρακτηριστική φορεσιά της Καππαδοκίας. Αγιογραφία στον Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Γεωργίου Νεαπόλεως Θεσσαλονίκης.

Από τον βίο της Οσίας Φωτεινής της Νεαπολίτιδος, εν Νεαπόλει (Νέφ Σεχίρ) της Μικράς Ασίας (1804)

 

«Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με»
«Οσμή μύρων σου υπέρ πάντα τα αρώματα· μύρον εκκενωθέν όνομά σου· διά τούτο νεάνιδες ηγάπησάν σε». ( Άσμα Ασμάτων Α,3)

Ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος λέγει: «Ιδού ο ουρανός εν τη καρδία σου, ει καθαρός έση. Και εν εαυτώ όψη τους Αγγέλους συν τω φωτί αυτών και τον Δεσπότην Ιησούν Χριστόν εν μέσω αυτών». Δηλαδή, ιδού όλος ο ουρανός είναι εντός σου, εάν είσαι καθαρός. Και σ᾿ αυτόν τον ουρανό της ψυχής σου θα δης τους Αγγέλους με το δικό τους φως και τον Δεσπότη Χριστό ανάμεσά τους.

Αυτόν τον Ουρανό έβλεπε και μια 24χρονη κοπέλα, που καλλιεργούσε με ζήλο την Ευχή, στην Νεάπολη της Καππαδοκίας. Πρόκειται για την οσία Φωτεινή την Νεαπολίτιδα (1804) .

Έλεγε εξομολογητικά κάποτε η οσία στον Γέροντά της, τον πρεσβύτερο Γεώργιο:

— Εγώ, η ταπεινή σου κόρη Φωτεινή, φλεγομένη από τον θείο έρωτα της Νοεράς προσευχής, πολλές φορές, κατά το παράδειγμα του γλυκυτάτου Ιησού μου, κατέφευγα σε ήσυχους τόπους και σε βουνά, για να βρω στα μέρη εκείνα Αυτόν που ποθούσε η ψυχή μου. Με το που άρχιζα την προσευχή μου, μέσα στο στόμα μου ένοιωθα μια ανέκφραστη γλυκύτητα και ο νους μου αρπαζόταν στους ουρανούς κι εκεί θεωρούσα τα τάγματα των Ασωμάτων και αΰλων Δυνάμεων και τα πνεύματα των Αγίων. Όλοι με τα χέρια σταυροειδώς στο στήθος παρίσταντο με αρμονία, τάξι και ησυχία μπροστά στον θρόνο του Τριαδικού Θεού. Αισθανόμουν μια γλυκύτατη πανεύοσμη ευωδία και άκουγα τις μελίρρυτες ψαλμωδίες τους.

Σ᾿ αυτήν την θεωρία αρπαζόμουν όχι μόνο όταν ήμουν σε ήσυχους τόπους και στα βουνά, αλλά και μέσα στην εκκλησία, την ώρα της Θείας Λειτουργίας και καθόλου δεν άκουγα τις ψαλμωδίες των ψαλτών. Την ώρα εκείνη, αν μου μιλούσε κανείς, καθόλου δεν καταλάβαινα κι αν ήθελα να έλθω στον εαυτό μου για να μην αντιληφθούν και οι άλλοι την έκστασι και θεωρία μου, καθόλου δεν μπορούσα να επιβληθώ και να αποσπάσω τον νου μου από την θεωρία, εως ότου αυτή από μόνη της υποχωρούσε. Κι όσα έβλεπα ή άκουγα κι όσες ανέκφραστες ευωδίες αισθανόμουν, αποτελούν για μένα «άρρητα ρήματα» και μου είναι αδύνατον να τα εκφράσω.

Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι, μετά την εκστατική αυτή θεωρία, όποιο μέλος του σώματός μου άγγιζα, ανέπεμπε την ίδια γλυκύτατη ευωδία. Την αισθανόμουν σ᾿ όλο το σώμα μου διάχυτη. Δεν έμοιαζε με καμμιά ευωδιά πάνω στη γη. Είθε ο πανοικτίρμων Θεός να χαρίση σε όλους τους πιστούς να αισθανθούν αυτή την ευωδία. «Γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος»

* Ο άγιος Γεώργιος, ο ιερέας της Νεάπολης (Νέφσεχιρ) Καππαδοκίας, γεννήθηκε το 1760 και κοιμήθηκε εξόριστος στη Λευκωσία της Κύπρου, μετά από σειρά συκοφαντιών, στις 12 Σεπτεμβρίου 1816. Ο άγιος –μη αναγνωρισμένος ακόμη επίσημα– υπήρξε πνευματικός της οσίας Φωτεινής της Νεαπολίτισσας και κατέγραψε στα καραμανλίδικα (τουρκική γλώσσα με ελληνική γραφή) τις συγκλονιστικές εμπειρίες της. Επίσης μετέφρασε στα τούρκικα και εξέδωσε στα καραμανλίδικα βίους αγίων ανδρών και γυναικών, με τον τίτλο Αλτούνολουκ (Χρυσαύλακας).

 

πηγή: »Η νέα οσία Φωτεινή η Νεαπολίτις», εκδ. Σ. Γιούλη 1978. https://iconandlight.wordpress.com/2017/06/08/17976/amp/

 

 

Από το βιβλίο του Ηλία Βενέζη «Μικρασία, χαίρε», εκδ. Εστία.

 

Σμύρνη, 6 Σεπτεμβρίου 1922 «Ὑποδοχὴ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ»:

Σεπτεμβρίου 6 τοῦ 1922. Τὰ πρῶτα τμήματα τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ποὺ ἔρχονταν ἀπ’ τὸ δρόμο τῆς Σμύρνης γιὰ νὰ καταλάβουν τὸ Ἀϊβαλί, φάνηκαν στοὺς λόφους.

Στὴν εἴσοδο τῆς πόλης τοὺς περίμενε ἡ ἐκπληκτικὴ πομπή: ὁ δεσπότης, ὁ δήμαρχος, οἱ προεστοί, οἱ ἱερεῖς, οἱ συντεχνίες μὲ τὰ λάβαρα ποὺ ἀνεμίζονταν στὸν ἀέρα. Εἶχαν βγῆ νὰ τοὺς ὑποδεχθοῦν!

Οἱ Τοῦρκοι στρατιῶτες, κατασκονισμένοι, κατάκοποι, καταματωμένοι, μὲ ἄγρια μάτια, φοβεροί, κοίταζαν κατάπληκτοι τὰ συμβαίνοντα.

Οἱ γυναῖκες τῶν χριστιανῶν εἶχαν κρυφτῆ πίσω ἀπ’ τὰ παντζούρια καὶ ἀπ’ τὶς μισόκλειστες πόρτες τῶν σπιτιῶν τους, τὰ παιδιὰ παίζανε στὰ καλντερίμια νομίζοντας πὼς εἶναι πανηγύρι. Οἱ καρδιὲς τῶν μεγάλων χτυποῦσαν δυνατά.

ΑΓΙΟΣ  ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ  ΚΥΔΩΝΙΩΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΚΥΔΩΝΙΩΝ

Μπῆκαν οἱ Τοῦρκοι στὴν πόλη, τὴ ζώσανε γερά. Ὁ Κυδωνιῶν Γρηγόριος πῆγε νὰ ἐπισκεφθῆ τὸν στρατιωτικὸ διοικητή, συνταγματάρχη Ἀχμὲτ Ζακῆ. Ζοῦσε ἀκόμα μὲς στὶς αὐταπάτες.

Ὁ Τοῦρκος μέραρχος φρόντισε νὰ τὸν προσγείωση:

– «Ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι, τοῦ εἶπε, βλέποντας τὰ κεφάλια σας νὰ εἶναι ἀκόμα πάνω στοὺς ὤμους σας.»

 

Καὶ τοῦ ἀνακοίνωσε τὴν ἀπόφαση τῆς Μεγάλης Ἐθνοσυνελεύσεως τῆς Ἀγκύρας: νὰ ὑποστοῦν αὐστηρὲς κυρώσεις οἱ χριστιανοὶ τῆς Μικρασίας ποὺ πολέμησαν μὲ τὸν ἑλληνικὸ στρατό. Τὸ ἴδιο βράδυ κηρύχτηκε ὁ στρατιωτικὸς νόμος.

Ὕστερα βγῆκε ἡ φοβερὴ διαταγή: «Νὰ παρουσιασθοῦν ὅλοι οἱ ἄνδρες ἀπὸ 18-45 χρονῶν».

Τοὺς μάζεψαν ἔτσι, ὅλον τὸν ἀνθὸ τοῦ πληθυσμοῦ, χιλιάδες, τοὺς δέσαν,τοὺς μεταφέρανε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη καὶ τοὺς σκότωσαν στὰ μεταλλεῖα τοῦ Φρένελι καὶ στὶς χαράδρες.

Ὁ Κυδωνιῶν Γρηγόριος ἔμεινε στὴν πόλη μὲ τὰ γυναικόπαιδα, ἔκανε ὅ,τι τοῦ περνοῦσε γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ποιμνίου του, διαβήματα,ἐκκλήσεις στοὺς Τούρκους, νομίζοντας πὼς ἀκόμα τὸ κύρος τῆς Ἐκκλησίας, τὰ προνόμια τὰ σουλτανικά, εἶχαν σημασία.

Σὲ λίγες μέρες ἄρχισαν νὰ φτάνουν στὸ λιμάνι βαπόρια μὲ ἀμερικανικὴ σημαία, νὰ παραλάβουν τὰ γυναικόπαιδα.

Οἱ Τοῦρκοι εἶπαν στὴν ἀρχή: «Ἡ ἄδεια τῆς ἀναχωρήσεως ἰσχύει μόνον γιὰ 24 ὧρες. Ὅσοι δὲν προλάβουν νὰ φύγουν, θὰ μεταφερθοῦν στὸ ἐσωτερικὸ τῆς Ἀνατολῆς!».

Ὁ Δεσπότης πῆγε καὶ βρῆκε τὸν Τοῦρκο φρούραρχο. Εἶχε πάντα τὸ κουράγιο νὰ μιλᾶ αὐστηρά, ἂν καὶ μάντευε τὸ τέλος ποὺ τὸν περίμενε.

Διαμαρτυρήθηκε: πόσοι προλάβαιναν νὰ μπαρκάρουν σὲ 24 ὧρες μὲ τὰ λίγα μέσα ποὺ ὑπῆρχαν;

– «Ἀντιλαμβάνομαι τὰ σχέδιά σας, εἶπε στὸν Σαμπρῆ πασά. Θέλετε νὰ μᾶς ἐξοντώσετε ὅλους. Ἀλλὰ τί ἔβρεξεν ὁ οὐρανὸς καὶ δὲν τὸ ἐδέχθη ἡ γῆ;»

Ἐπέστρεψε στὴ Μητρόπολή του κατόδυνος στὴν ψυχή:

–«Φύγετε ὅλοι ἀμέσως! Ὁ σώζων ἑαυτὸν σωθήτω!».

Τοῦ εἶπαν νὰ ἑτοιμασθῆ νὰ φύγη καὶ ἐκεῖνος. Ἀρνήθηκε.

–«Ἐφόσον καὶ ἕνας ἀκόμη ἐκ τῶν πιστῶν τοῦ ποιμνίου μου εὑρίσκεται ἐδῶ, θὰ μείνω καὶ ἐγώ».

Τὴν 30 Σεπτεμβρίου τοῦ 1922 οἱ Τοῦρκοι ὁρίσανε ὡς ἡμέρα ποὺ θὰ ἐπέτρεπαν καὶ στοὺς παπάδες τῶν ἕνδεκα μεγάλων ἐκκλησιῶν τοῦ Ἀϊβαλιοῦ νὰ φύγουν. Ὁ Δεσπότης πάλι εἶπε:

– «Ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μείνω.»

Ἐπειδὴ ἔμεναν ἀκόμη χριστιανοὶ στὴν πόλη. Καὶ εἶχε γνωσθῆ ἡ τελευταία ἀγριότητα.

.

Ὅταν οἱ Τοῦρκοι μάζεψαν τοὺς ἄντρες ἀπὸ 18-45 ἐτῶν καὶ τοὺς σκοτώνανε ἔξω ἀπ’ τὴν πόλη, εἶχαν ἐξαιρέσει ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὁμαδικὴ στρατολογία καὶ σφαγὴ τὰ σινάφια: τοὺς ἐπαγγελματίες, τοὺς φουρναραίους, τοὺς χτίστες, τοὺς μαραγκούς.

Ὁ διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας τοὺς κάλεσε ὅλους νὰ παρουσιαστοῦνε. Τοὺς πῆγαν σ’ ἕνα λόφο λεγόμενο «Μπογιὰ» καὶ τοὺς σκότωσαν μὲ τσεκούρια. Ἕνας μόνο γλύτωσε καὶ εἶπε τὸ τί ἔγινε.

Τέλος, πιάσαν τὸν Δεσπότη καὶ τοὺς παπάδες. Ὕστερα ἀπὸ τέσσερεις μέρες φυλακὴ καὶ βασανιστήρια, τοὺς σηκώσανε καὶ τοὺς ὁδήγησαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη. Τοὺς συνοδεύανε στρατιῶτες καὶ τσέτες ὁπλισμένοι.

Τοὺς γυμνώσανε, τοὺς δέρνανε, τοὺς βιάζανε νὰ περπατοῦν ξυπόλυτοι. […] Σὰν πέρασε λίγη ὥρα, ἀκούσανε πίσω τους ντουφεκιές. Τὸ ἀπόσπασμα ἑνώθηκε μαζί τους ἀργότερα. Ἕνας Τοῦρκος τοῦ ἀποσπάσματος εἶπε:

–«Τὸν Δεσπότη τὸν θάψαμε ζωντανό. Οἱ ντουφεκιὲς ἦταν γιὰ τοὺς ἄλλους.»

Ἀπ’ τὴν Πέργαμο συνεχίσαμε τὴ μαρτυρικὴ πορεία πρὸς τὸ ἐσωτερικὸ τῆς Ἀνατολῆς, μαζὶ μὲ τοὺς παπάδες. Ἔξω ἀπ’
τὴν Πέργαμο σκοτῶσαν τὸν γερο-ἱερέα τῆς ἐνορίας μας, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ βαδίση.

Τὸν παραδώσανε στὸν ὄχλο –στοὺς πολίτες καὶ στὰ παιδιά– ποὺ παρακολουθοῦσαν τὴ θλιβερὴ θεωρία. Κι ὁ ὄχλος τὸν σκότωσε μπρὸς στὰ μάτια μας μὲ λιθοβολισμό.

Φτάσαμε στὸ Κιρκαγάτς. Ἐκεῖ, τὴ νύχτα, οἱ Τοῦρκοι ξεχώρισαν τοὺς παπάδες καὶ τοὺς πῆραν δεμένους νὰ τοὺς πάνε στὸ Ἀξάρι. Μάθαμε ἀργότερα πὼς τοὺς σκότωσαν ὅλους στὸ δρόμο.

Ἀπὸ 3.000 ἄνδρες ποὺ πιάσανε οἱ Τοῦρκοι στὸ Ἀϊβαλί, τὸν ἀνθὸ τοῦ πληθυσμοῦ, σωθήκαμε καὶ φτάσαμε, ὑστέρα ἀπὸ δεινὰ πολλά, στὴν Ἑλλάδα εἴκοσι τρεῖς ψυχὲς (ἀριθμὸς 23).

Αὐτὴ τὴ μαρτυρία καταθέτω γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία τῆς Μικρασίας, ποὺ ἔδιδε ἁγίους καὶ μάρτυρες ταπεινοὺς καὶ ἀφανεῖς, ἐπειδὴ τοὺς ὁδηγοῦσε ἕνα μόνο: ἡ πίστη καὶ τὸ χρέος

Πρόσφυγες απο το Αϊβαλί. Μυτιλήνη, 1922

Πρόσφυγες απο το Αϊβαλί στη Μυτιλήνη το 1922.jpg

Πρόσφυγες απο το Αϊβαλί. Μυτιλήνη, 1922.

Στο Αϊβαλί ( Κυδωνίες ) της Μικράς Ασίας ,απέναντι από την Λέσβο υπήρχε κτισμένη στο ονόμα του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Φανουρίου του Νεοφανούς μικρή εκκλησία ήδη αρκετά χρόνια πριν την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Μέσα στο Εκκλησάκι υπήρχε εικόνα παλαιά του Αγίου που επιτελούσε Θαύματα.

27 Αυγούστου ανήμερα στην εορτή του Αγίου Φανουρίου θα άναβαν τα καντήλια στο μικρό εκκλησάκι για ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ.

Η γυναίκα – ήρωας της ιστορία αυτής που αργότερα θα έσωζε την εικόνα του Αγίου άναβε και αυτη για τελευταία φορά κερί στην εκκλησία,χωρίς να μπορεί να φανταστεί αυτά που θα ακολουθούσαν.

Η ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ…ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ – Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΑΡΧΙΖΕΙ

29 Αυγούστου 1922, Χωροφυλακή και ο Ελληνικός Στρατός εχουν εγκαταλείψει το Αιβαλί στην τύχη του. Οι πρώτοι τούρκοι θα μπούν στην πόλη δειλά – δειλά.

45.000 πολίτες, εντελώς μόνοι θα μείνουν πίσω για να υποστούν τα πάνδεινα. Οι κάτοικοι της Κυδωνίας αποφάσισαν να μείνουν στα σπίτια τους. Η Κυδωνία ειχε 95% Ελληνες κατοίκους οπότε δεν είχαν προβλήματα με τους Τούρκους εδω και 3-4 χρόνια.Πίστευαν οτι εάν καλοπιάσουν τους Τούρκους με δώρα και θερμή υποδοχή αυτοί θα τους λυπηθούν.

Αυτό είχε πράγματι πετύχει στο παρελθόν και το προέβλεπε και το Κοράνι ( δεν σκοτώνεις όποιον σε υποδεχθεί με τιμές σαν νικητή ). Τώρα όμως υπήρχε τεράστιο μίσος απέναντι στον Ελληνα. Η διαταγή του Κεμάλ ήταν να εξαφανιστούν εντελώς οι Ελληνες και Αρμένιοι απο προσώπου γής.Οι δημογέροντες έκριναν λάθος. Θα διώξουν λοιπόν μόνο όσους είχαν πολεμήσει και τους Αρμένιους.

5 του Σεπτέμβρη φεύγει και το τελευταίο πλοίο με Ελληνες στρατιώτες απο την Μ. Ασία.

Οι δημογέροντες προσπαθούν  να βρουν τρόπο να εξευμενίσουν τον τουρκικο στρατό που στις 6 Σεπτεμβρίου θα μπεί επίσημα στο Αιβαλί (ΚΥΔΩΝΙΕΣ).Ετσι εκκλησία και προύχοντες θα υποδεχθούν τους τούρκους με μουσική, φαγητά και δώρα, αλλα χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα καθώς καμια σημασία δεν έδωσαν σε αυτη την εκδήλωση.

Είχαν τις πληροφορίες τους απο προδότες οτι το Αιβαλί έκρυβε όπλα.Το ιππικό των Τούρκων δεν προέβει σε εκτελέσεις αλλά προέβει σε λεηλασίες Ναών και δημοσίων κτηρίων. Το ίδιο βράδυ οι Τούρκοι πούλαγαν τα ιερά των εκκλησιών στο παζάρι της πλατείας ! Ο Φόβος και ο Τρόμος θα διαδεχθουν την αχνή ελπίδα εκεινο το βράδυ.

Το ίδιο εκείνο βράδυ θα εφαρμόσουν στρατιωτικό νόμο.

Το πρωί 7 Σεπτεμβρίου, δείχνουν διαθέσεις για εκτέλεση ανδρών με το αιτιολογικό της προδοσίας.Αρχίζουν να μαζεύουν άτομα για εκτέλεση. Εχει ήδη σταλεί στον Κεμάλ αίτηση έγκρισης για εκτελέσεις. Η απάντηση ειναι αρνητική απο τον Κεμάλ με το αιτιολογικό της καλής διαγωγής κατα την υποδοχή του Ιππικού.

Το σχέδιο των Ελλήνων πέτυχε για 24 ώρες.

Το ιππικό θα φύγει, και ο Γολγοθάς αρχίζει για το Αιβαλί με την είσοδο των ατάκτων και των Τσετών την ίδια ημέρα 7 Σεπτεμβρίου. 

Τα πεζά τμήματα των Τούρκων μαζί με τους Ατάκτους αποτελούν την μηχανή θανάτου των Τούρκων. Αμόρφωτα κτήνη, πεινασμένα, στερημένα , γεμάτα φθόνο για τους Ελληνες των ΚΥΔΩΝΙΏΝ.

Αντίκρυσαν τα σπίτια και τον πλούτο των Ελλήνων και η ψυχή τους γέμισε δαιμόνια. Αδιαφόρησαν για την εντολή του Κεμάλ με το αιτιολογικό της απόκρυψης όπλων και στρατιωτών στην πόλη.

Με συνοπτικές διαδικασίες ο διοικητής των πεζών τμημάτων έδωσε εντολή εξολόθρευσης.

Αμέσως αρχίζει το μάζεμα των ανδρών. Γενική διαταγή να προσέλθουν στις τουρκικές αρχές όλοι οι άνδρες απο 18-45 ετών.

Τους μάζεψαν, τους δέσανε, τους μεταφέρανε έξω από την πόλη και τους σκότωσαν στα μεταλλεία του Φρένελι και στις δύο διπλανές χαράδρες…

Από αυτή την ομαδική στρατολογία και σφαγή είχαν εξαιρέσει τα σινάφια: τους επαγγελματίες, τους φουρναραίους, τους χτίστες, τους μαραγκούς.Αυτούς τους πήγαν σ’ ένα λόφο, λεγόμενο Μπογιά και τους σκότωσαν με τσεκούρια.

Ο Μητροπολίτης Γρηγόριος απο τα μέσα Αυγούστου φρόντιζε να ενημερώνει έναν έναν αλλά και στις εκκλησίες τον κόσμο για την σφαγή που έφτανε. Ειχε φυλακιστεί και καταδικαστεί σε θάνατο 2 φορές απο τους Τούρκους. Γνώριζε πολύ καλά το μίσος και τις διαθέσεις τους για Ελληνες και Αρμένιους.

Εδώ και ημέρες φρόντιζε να ναυλώνει καίκια και βάρκες ώστε να στέλνει κόσμο στην Λέσβο. Καθημερινά έτρεχε στους Τούρκους για άδειες αναχώρησης. Ηξερε οτι αναπάσα στιγμή μπορούσαν να τον κρεμάσουν αφού η καταδίκη του ειχε ξανα ενεργοποιηθεί σιωπηλά. Και όμως αδιαφορούσε. Χιλίαδες κόσμο κατάφερε και πέρασε απέναντι με τα καίκια και τις βάρκες.

Η Ελληνική δημογεροντία συνέχισε να πιστέυει οτι τελικά όλα θα πάνε καλά. Οταν έμαθαν για την σφαγή στα ΜΟΣΧΟΝΗΣΙΑ κατάλαβαν όλοι πια και  το χάος και την κόλαση που είχε φτάσει στην πόρτα τους.

ΗΤΑΝ ΟΜΩΣ ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ.

Ο ( Αγιος ) Μητροπολίτης των Κυδωνιών,Γρηγόριος μετά την εκτέλεση των ανδρών δεν παρέδωσε τα όπλα αλλά ενήργησε αστραπιαία μέσω του Αμερικανικού στοιχείου και με μεγάλους κόπους κατάφερε στις 18-19 Σεπτεμβρίου και έφερε 2 ατμόπολοια Ελληνικά με Αμερικάνική σημαία για να παραλάβουν τον κόσμο.

Ο ίδιος και 22 ιερείς και λοιποί εργαζόμενοι στις εκκλησίες της πόλης θα παρέμεναν στην Κυδωνία, αληθινοί Νεο-Μάρτυρες  για να σώσουν έστω και μία ψυχή απο τους Τούρκους.

( 12 μέρες μέρες ζωής έμεναν στους ιερωμένους των Κυδωνιών )

Μέσα Σεπτεμβρίου λοιπόν του 1922 μεγάλο μέρος του ( γυναικόπεδα ) πληθυσμού των Κυδωνιών έχει εγκλωβιστεί πια στα σπίτια του από τις προδοτικές παραινέσεις του Ελληνα Κυβερνήτη Στεργιάδη,την εγκληματική συμπεριφορά των Ελλήνων Ανωτάτων στρατιωτικών και την ανοησία των δημογερόντων, έχοντας ουσιαστικά παραδοθεί για σφαγή στον Βαρβαρικό τουρκικό άτακτο “Στρατό”.

Μέσα σε αυτό το χάος και με τους τούρκους να μπαίνουν πια μέσα στα σπίτια σκοτώνοντας και λεηλατώντας, μια γυναίκα μόνη της με ένα αγόρι στην αγκαλιά αποφασίζει τελικά μέσα στην νύχτα μόνη και έρημη να εγκαταλείψει το σπιτικό της και να φύγει με τα καίκια η τα πλοία του Μητροπολίτη.

Μανάδες έκρυβαν τα νεαρά αγόρια τους. Τους έκαιγαν τα φρύδια και τα κούρευαν γουλί. Τους έβαζαν μολύβι στα μάτια, αρώματα και ρούχα γυναικεία. Σύντομα θα έμπαιναν τα κτήνη και στα σπίτια τους για έλεγχο.

Στα κορίτσια έβαζαν ρούχα στην κοιλιά να φαίνονται οτι περιμένουν παιδί μήπως και γλυτώσουν τον βιασμό. Οι νέες γυναίκες έκαιγαν τα μαλλία τους και έβαζαν χώμα με νερό στο πρόσωπο  για να φανούν γριές. Ετοιμαζόνταν και περίμεναν τον σωτήρα τους να τους πάει στην Λέσβο.

Τώρα τους έμενε μόνο ο Γρηγόριος για να σωθούν.

Η «υπομονή» των Τούρκων εξαντλήθηκε,24 ώρες έδωσαν οι Τούρκοι διορία στις Κυδωνίες για να εγκαταλείψουν οι τελευταίες χιλιάδες γυναικόπεδα την πόλη. Ετρεχε ο Γρηγόριος να ζητάει παράταση αλλά τίποτα.

Πιάσανε στον έλεγχο αγόρι 18 ετών να έχει ντυθεί κορίτσι και να εχει ανέβει στο πλοίο. Τον κατεβάζουν και τον σφάζουν μπροστά στα μάτια των Ελλήνων. Απο την ώρα αυτή οι έλεγχοι ήταν σε έναν προς έναν. Η επιβίβαση θα καθυστερούσε και η διορία έτρεχε ακόμα πιο γοργά.

Έξω από το σπίτι αυτής της γυναίκας λοιπόν που αναφέραμε πιο πάνω, υπάρχει χρόνια τώρα η μικρή εκκλησία αφιερωμένη στον Αγιο Μεγαλομάρτυρα Φανούριο. Οι ώρες ήταν σκοτεινές, γεμάτες θάνατο και όλοι εμέναν κλεισμένοι στα σπίτια τους περιμένοντας το μοιραίο. Κανείς δεν είχε ανάψει εδώ και βδομάδες το καντήλι της μικρής εκκλησίας του Αγίου Φανουρίου.

Είμαστε στις 19 του Σεπτέμβρη, η γυναίκα με το παιδί στην αγκαλιά φεύγει για τα καίκια, και μόλις βγαίνει έξω το αναμμένο καντήλι στην Εκκλησούλα της τραβάει την προσοχή. Ποιός να τολμήσει τέτοιες ώρες να ανάψει καντήλι. Ισοδυναμούσε με αυτοκτονία.

Τρέχει μέσα και προσκυνάει την εικόνα του Αγίου Φανουρίου που είναι γεμάτη τάματα καθώς τα θαύματα που είχαν γίνει σε αυτό το μικρό εκκλησάκι το είχαν κάνει γνωστό μέχρι την Σμύρνη. Ουρά οι απάντρευτες για να τους βρεί γαμπρό ο Αγιος. Εκείνος βοηθούσε και η φήμη της μικρής εκκλησίας ειχε φτάσει στην Σμύρνη.

Μπήκε φοβισμένα και προσκύνησε αλλά ταυτόχρονα λέει στον εαυτό της «Εμείς φεύγουμε αλλά δεν είναι σωστό να αφήσουμε την εικόνα μας στους τούρκους».

Την πήρε λοιπόν μαζί της, μαζί και τα τάματα γνωρίζοντας ότι στο λιμάνι οι τούρκοι δεν αφήνουν τους Ελληνες να πάρουν μαζί τους σχεδόν τίποτα. Την έκρυψε κάτω από την μασχάλη και το ρούχο του παιδιού και χάθηκε μέσα στην νύκτα.

Φτάνοντας στο λιμάνι ώστε να επιβιβαστεί την σταματούν για έλεγχο οι τούρκοι. Δουλειά τους ήταν να αφαιρούν χρυσό , ασήμι ,χρήματα , εικόνες και ότι πολύτιμο έφεραν μαζί τους .Στον έλεγχο ο τούρκος βρήκε την εικόνα κάτω από το ρούχο του παιδιού και θεώρησε ότι είχε αξία οπότε την τραβάει και την πετάει επάνω στην στοίβα με τα άλλα κατασχεθέντα αντικείμενα.

Η Γυναίκα λύγισε από αγάπη για τον Αγιο Φανούριο της και αντέδρασε άμεσα προτείνοντας με το χέρι της να δώσει το ένα και μοναδικό δακτυλίδι που φόραγε σε αντάλλαγμα για την μικρή εικόνα.

Ο τούρκος θεώρησε την ανταλλαγή εξαιρετικά καλή και αμέσως σκύβει να πιάσει την εικόνα του Αγίου Φανουρίου η οποία όμως τώρα είχε μετατραπεί σε ενα άσπρο, κενό ξύλο. Η μορφή του Αγιου Φανουρίου είχε χαθεί εντελώς μαζί και τα τάματα, και ο τούρκος σάστισε !

Εσείς φεύγετε και αφήνετε τόσο ωραία πράγματα και συ ζητάς να πάρεις ένα λευκό σανίδι.
Ελα πάρε και μια πραγματική εικόνα μαζί με το σανίδι σου , και της δίνει μια ακόμα εικόνα.

Επιβιβάστηκε στο καΐκι και αυτό τους έφερε στα Πάμφιλα της Μυτιλήνης ( λίγο πριν τη Θερμή )

Πέρασαν δύο μήνες δύσκολοι , γεμάτοι αγωνία και ταλαιπωρία. Καθώς τελείωναν οι 2 μήνες θαυματουργικά η εικόνα επέστρεψε και ο Αγιος Φανούριος μαζί της.

Είναι αυτός ο υπέροχος Αγιος Φανούριος που μας κάνει συντροφιά ακόμα στα 2011. Μαζί φάνηκαν και τα τάματα της εικόνας.

Τα χρόνια κύλησαν , η γυναίκα γήρασε. Το μικρό τυχερό αγορι από τις Κυδωνίες παντρεύτηκε την Κα Σάλτα Βασιλεία από την Θερμή της Λέσβου. Έφυγαν για την Νότιο Αφρική και έκαμαν μεγάλη περιουσία.

Αργότερα ο σύζυγος εκοιμήθηκε και η Κα Βασιλεία χωρίς να έχει αποκτήσει παιδιά αφιερώθηκε στις ενάρετες πράξεις και στα φιλανθρωπικά έργα και στην εκκλησία.

Γνωρίστηκε με τον ιερέα Ερμεία Καραπαναγιώτη , εφημέριο του Ιερού Ναού Αγίου Νεομάρτυρα Γεωργίου του Χιοπολίτου στις Νέες Κυδωνίες της Λέσβου ,που υψώνεται σήμερα απέναντι απο τις παλιές Κυδωνίες ( Αϊβαλί )

Συμφωνήθηκε η μεν Βασιλεία Σάλτα να δωρήσει την Θαυματουργή Εικόνα του Αγίου Φανουρίου και ο ιερεύς να φροντίσει για την ανέγερση Νέου Ιερού Ναού, αντί του παλαιού Ναυδρίου που υπήρχε έξω κοντά στο σπίτι της πεθεράς της στα 1922. Έτσι και έγινε.

Σήμερα με την βοήθεια του Αγίου κτίστηκε ο περικαλλής ναός του Αγίου Φανουρίου και μεταφέρθηκε η παλαιά εικόνα Του μαζί με τα τάματα. Η Αφιέρωση έγινε το 2002. Το μέρος λέγεται Ξαμπελιά Νέων Κυδωνιών Λέσβου.

Όσοι περνάτε για να πάτε στο μοναστήρι του Αρχάγγελου Μιχαήλ του Μανταμάδου θα βρείτε την εκκλησία στο δεξί σας χέρι στην ανηφόρα και στα 6 χιλιομ από την διασταύρωση της Θερμής.

Επάνω στον δρόμο υπάρχει και πινακίδα για να ανέβει κάποιος έυκολα στο χωριό των Νέων Κυδωνιών ( 2 χιλιόμετρα απο τον κεντρικό δρόμο).

Εκεί θα βρείτε και την θαυματουργή εικόνα του Αγίου Φανουρίου , εντός του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου Χιοπολίτου.

Η εκκλησία του Αγίου Φανουρίου έχει κτιστεί σε αμφιθεατρικό σημείο με μοναδική θέα που βλέπει προς την υποδουλωμένη Κυδωνία.

Η παλαιά θαυματουργή εικόνα δηλώνει αμέσως την παλαιότητας της που πάει πολύ πριν το 1922.Τα θαύματα που έκαναν ξακουστή την εικόνα στην Μικρά Ασία εξακολουθούν να γίνονται και στην Μυτιλήνη.

Ακόμα και η νεώτερη εικόνα που υπάρχει στον ναό του Αγίου Φανουρίου επάνω στον δρόμο επιτελεί και αυτή θαύματα καθώς δείχνουν τα Τάματα που υπάρχουν και σε αυτήν.

Αρχές Αυγούστου πήγαμε για διακοπές και προσκύνημα στην θέρμη της Λέσβου και  για άλλη μια φορά σταματήσαμε στον Αγαπημένο Αγιο Φανούριο.

Η μικρή αυτή εκκλησία με το που μπαίνεις μέσα σε αγκαλίάζει με ένα ιδιαίτερο και δυνατό συναίσθημα. Η κληρονομιά της εχει έρθει απο τα Ιερά χώματα απέναντι.

Φορτισμένη με ενεργειακό δυναμικό πόνου και δυστυχίας, για τους χιλιάδες Αιβαλιώτες που χάθηκαν κάτω απο το λυπημένο βλέμμα του Αγίου.

 

πηγή: oikohouse.wordpress.com

Στεφανος Τολιος.jpgΟ νέος Μητροπολίτης Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου Στέφανος Τόλιος γεννήθηκε στην Ελευθερούπολη Καβάλας το 1960 και είναι μικρασιατικής καταγωγής. Οι δύο κατά σάρκα γονείς του γεννήθηκαν στην περιοχή των Φιλίππων. Ο πατέρας της μητρός του ήταν εξ εκείνων οι οποίοι μετέφεραν από τη Μικρά Ασία την θαυματουργό ιερά εικόνα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, η οποία φυλάσσεται ως ιερό σέβασμα και κειμήλιο της ορθοδοξίας στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Νικητών Καβάλας.

Ιερά Μονή Μεταμόρφωσης του Σωτήρος Καβάλας.jpg

Η Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Νικητών Καβάλας.

Έλαβε το πτυχίο του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1983. Το 1984 εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Αγίας Θεοδώρας Θεσσαλονίκης και το ίδιο έτος χειροτονήθηκε Διάκονος υπό του μακαριστού Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κυρού Παντελεήμονος Χρυσοφάκη. Υπηρέτησε ως Διάκονος στους Ιερούς Ναούς Παναγίας Δέξιας και του πολιούχου Αγίου Δημητρίου αναλαβών συγχρόνως και την Γραμματεία της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Επί δεκαετία υπηρέτησε και ως Ηγουμενοσύμβουλος της Ιεράς Μονής Αγίας Θεοδώρας Θεσσαλονίκης. Την 27η Δεκεμβρίου 1984 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος υπό του μακαριστού Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κυρού Παντελεήμονος Χρυσοφάκη λαβών το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτου και τοποθετήθηκε ως ιερατικός Προϊστάμενος και Πρόεδρος των εκκλησιαστικών επιτροπών του ιερού βυζαντινού Ναού των Αγίων Αποστόλων Θεσσαλονίκης. Το έτος 1994 μετετέθη και ορίσθηκε προεδρεύων των επιτροπών του ιερού προσκυνηματικού και καθεδρικού Ναού της του Θεού Σοφίας Θεσσαλονίκης. Επίσης από του έτους 1989 ορίσθηκε υπεύθυνος εφημέριος των Φοιτητικών Εστιών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Κατά την ιερατική του διακονία ανέπτυξε αξιόλογο πνευματικό, κηρυκτικό και ποιμαντικό έργον. Ομιλεί την αγγλική και γαλλική γλώσσα. Την 10η Ιουνίου 2010 ανέλαβε τα καθήκοντα του Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης.

 

Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2017

Ιερός Μητροπολιτικός Ναός Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Καλαμαριάς

08:00 : Αρχιερατική Θεία Λειτουργία επί τη μνήμη του Αγίου Χρυσοστόμου μητροπολίτου Σμύρνης, των συν αυτώ Αμβροσίου Μοσχονησίων, Γρηγορίου Κυδωνίων, Προκοπίου Ικονίου, Ευθυμίου Ζήλων και πάντων των Μικρασιατών νεομαρτύρων. Επιμνημόσυνη Δέηση για τα θύματα της Μικρασιατικής Καταστροφής.  (θα τεθεί σε προκύνηση η ιερά εικόνα του Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης).

 

230920073067Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2017

Ιερός Καθεδρικός Ναός Της Του Θεού Σοφίας Θεσσαλονίκης

08:00 : Αρχιερατική Θεία Λειτουργία

10.00 : Επιμνημόσυνη Δέηση για τα θύματα της Μικρασιατικής Καταστροφής

Πλατεία Αγίας Σοφίας

10.45 : Τρισάγιο και κατάθεση στεφάνων στον ανδριάντα του Αγίου εθνομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης.

Στη μνήμη 1.500.000 προγόνων μας που μαρτύρησαν κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή – την Γενοκτονία του Ελληνισμού της Ανατολής.

Μέσα από τη συγκλονιστική αφήγηση μιας νεαρής Σμυρνιάς και με τη βοήθεια του Φωτογραφικού Αρχείου του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, αναβιώνει την πιο σκοτεινή σελίδα του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας: της σφαγής και της πυρπόλησης της Σμύρνης τον Σεπτέμβριο του 1922.
«Οι γονείς μου κατοικούσαν στη Σμύρνη και ωνομάζοντο Ανδρομάχη και Κωνσταντίνος Χατζημάρκου. Ο πατέρας μου είχε ξενοδοχείο ύπνου, καφενείο και ηλεκτροκίνητο καφετριβείο “η Μόκα” στην προκυμαία της Σμύρνης. Γεννήθηκα στη Σμύρνη, στο ξενοδοχείο μας, στες 15 Μαρτίου του 1909. Επειδή οι αδελφές μου μεγάλωσαν και δεν ήθελε ο πατέρας μου να ζούμε στο ξενοδοχείο, κατοικήσαμε σ’ άλλο προάστειο, τον Κιός Τεπέ. Το σπίτι μας ήταν μία ωραία έπαυλις σ’ένα ύψωμα, από όπου εφαίνετο ωραία η κίνησις του κόλπου… Η ζωή μας κυλούσε ήρεμη και ανέφελη, την ευτυχία μας δε τη μεγάλωσε ο Ελληνικός στρατός, που κατέλαβε τη Σμύρνη. Θυμούμε μάλιστα με τι λαχτάρα στες 2 Μαΐου 1919 τους υποδεχθήκαμε στο σπίτι μας, τον χορό που έδωσε ο πατέρας μου στον 1ον λόχο των ευζώνων, που ήλθε στο χωριό καθώς και τον Εθνικόν Ύμνον που για πρώτη φορά έπαιξα στο πιάνο με την αδελφούλα μου. Έτσι πέρασαν τρία χρόνια γεμάτα χαρά και ευτυχία, που βλέπαμε τη Σμύρνη μας γαλανόλευκη. Η ευτυχία μας όμως δεν βάσταξε πολύ· και μια μέρα του 1922, στες 14 Αυγούστου , μάθαμε την οπισθοχώρησι του Ελληνικού στρατού. Στην αρχή μας φάνηκε απίστευτο, γιατί ο εγωϊσμός μας δεν μας άφινε να το πιστέψωμε. Και όμως ένα Σάββατο… ακούστηκε ο φοβερός ερχομός των Τούρκων…» Η Αμφιλύκη Χατζημάρκου, ήταν ένα κορίτσι που μεγάλωνε στη Σμύρνη ανέμελα και με σχετική οικονομική άνεση μέχρι την καταστροφή της πόλης το Σεπτέμβριο του 1922. Η αφήγησή της αναβιώνει μια από τις πιο μαύρες σελίδες της ελληνικής ιστορίας, τη σφαγή και την πυρπόληση της Σμύρνης, που σφράγισε επί της ουσίας το θάνατο του ελληνισμού της Μικράς Ασίας και την αποτυχία της υλοποίησης της Μεγάλης Ιδέας. Μικρασιατική Καταστροφή για τους Έλληνες, Αγώνας Ανεξαρτησίας (Kurtuluş Savaşı) για τους Τούρκους Το Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 1923 ο τουρκικός στρατός, ο ίδιος ο Μουσταφά Κεμάλ και οι άτακτοί του, μπήκαν στην Σμύρνη. Επτά μέρες πριν είχε αποχωρήσει και το τελευταίο ελληνικό στρατιωτικό τμήμα από τη Μικρά Ασία με το Μέτωπο να έχει καταρρεύσει από τις παραμονές του Δεκαπενταύγουστου. Η ήττα του Ελληνικού στρατού και η κατάληψη της πόλης από τους κεμαλικούς βρήκε την οικογένεια της Αμφιλύκης απροετοίμαστη. Αναζήτησαν ασφάλεια «στο στόμα του λύκου», στο ξενοδοχείο της Προκυμαίας, αλλά κατάφεραν να σωθούν με τη βοήθεια ενός άλλου ξενοδόχου μουσουλμάνου, πιθανόν του Ναΐμ Μούλαβιτς, ιδιοκτήτη των «Σμύρνα Παλάς» και «Σπλέντιτ Παλάς». Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι αντάλλασαν εξυπηρετήσεις και προστασία κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας και της ελληνικής κατοχής του 1919-1922, ως τεχνολογία επιβίωσης απέναντι στις υπερβάσεις των αρχών και τη βιαιότητα των ατάκτων ενόπλων ομάδων. Μόνο που τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο του 1922 οι παλιές ασφαλιστικές δικλείδες αποδείχθηκαν ανεπαρκείς… Φωτιά, μαχαίρι και θάλασσα Όποιος μπορέσει ας σωθή· η Σμύρνη καίεται «Την Τετάρτη το βράδυ έρχεται ο Τούρκος ξενοδόχος και μας λέγει: “Όποιος μπορέσει ας σωθή· η Σμύρνη καίεται”» περιγράφει η Αμφιλύκη Χατζημάρκου στην σπάνια σήμερα έκδοση «Από τας ημέρας της Μικρασιατικής Καταστροφής, Αυτοβιογραφίαι των Προσφύγων Κοριτσιών του Οικοτροφείου του Διεθνούς Συνδέσμου Γυναικών» (Αθήνα, 1926).
«Βγήκαμε όλοι έξω και βλέπομε τη Σμύρνη να καίεται από τέσσερα μέρη και όλος ο κόσμος να φωνάζη και να μη ξεύρη που πηγαίνει. Ο πατέρας μου βλέποντας το κακό που γινότανε έξω, αποφάσισε να καούμε εκεί για να μη πέσωμε στα χέρια των θηρίων αυτών». Ο πατέρας μου βλέποντας το κακό που γινότανε έξω, αποφάσισε να καούμε εκεί για να μη πέσωμε στα χέρια των θηρίων αυτών. «Η απόφασις του ήτο σταθερά. Η μητέρα μου κ’ εμείς με κλάματα τον παρακαλούσαμε να φύγωμε. Τόσο τραγικό το σύμπλεγμα αυτό φάνηκε στον Τούρκο ξενοδόχο που ήρθε και είπε στη μητέρα μας: “Έλα πάρε τα παιδιά σου και θα σωθούμε όλοι μαζί. Έχω ατμάκατο”. Μια αχτίνα χαράς μας παρηγόρησε και αφού μας έδωσαν σκεπάσματα οθωμανικά μαζί με τη μητέρα και αδελφή του ξενοδόχου μας παρέλαβον μερικοί ωπλισμένοι Τούρκοι και μας πήγαν στην ατμάκατο. Προχωρήσαμε λίγο και ύστερα από πολλά εμπόδια, γιατί τα πτώματα των πνιγμένων κτυπούσαν δεξιά και αριστερά στην ατμάκατο, σταθήκαμε στο μέσον του κόλπου. Μπροστά στα μάτια μας είχαμε το τραγικό θέαμα, που μας παρουσιάζει φωτιά, μαχαίρι και θάλασσα. Σ’ όλη μου τη ζωή δε θα ξεχάσω την τραγική αυτή νύχτα».
Μπροστά στα μάτια μας είχαμε το τραγικό θέαμα, που μας παρουσιάζει φωτιά, μαχαίρι και θάλασσα. Σ’ όλη μου τη ζωή δε θα ξεχάσω την τραγική αυτή νύχτα. Η μεγάλη πυρκαγιά εκδηλώθηκε αρχικά στην αρμενική συνοικία από την ανατίναξη της Αρμενικής Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου. Με τη βοήθεια του ευνοϊκού για τους Τούρκους ανέμου (που έπνεε αντίθετα από την τουρκική συνοικία) και της βενζίνης με την οποία ράντιζαν τα σπίτια, η φωτιά κατέκαψε όλη την πόλη, εκτός από τη μουσουλμανική και την εβραϊκή συνοικία.

Η φωτιά διήρκεσε από τις 13 έως τις 17 Σεπτεμβρίου του 1922 (31 Αυγούστου έως 4 Σεπτεμβρίου με το παλαιό ημερολόγιο). Καθώς η οικογένεια Παπαμάρκου προσπαθούσε να διαφύγει, ο πατέρας συνελήφθη. Στην αφήγησή της η Αμφιλύκη χρησιμοποιεί το παλιό ημερολόγιο αλλά και αυτές οι ημερομηνίες φαίνεται πως είναι συγκεχυμένες στο μυαλό της. «Στες 4 το πρωΐ της 1ης Σεπτεμβρίου φθάσαμε στο Κορδελιό, προάστειο της Σμύρνης. Οι Τούρκοι για να δείχνουν δυσκίολες στους χριστιανούς, ζητούσαν διάφορα πιστοποιητικά. Ο πατέρας κατώρθωσε με τη βοήθεια ενός δικηγόρου, Τούρκου να κάνη ένα τέτοιο πιστοποιητικό, που έπρεπε να επικυρωθή από την Τουρκική κυβέρνησι, και γι αυτό πήγε στο Διοικητήριο. Αλά δυστυχώς για μας εκεί κρατήθηκε από τους Τούρκους. Ήτανε Σαββάτο στες 15 Σεπτεμβρίου του 1922, η πιο δυστυχισμένη μέρα της ζωής μου . Αφού άδικα γυρέψαμε να τον σώσωμε και δεν μπορέσαμε, στες 15 Σεπτεμβρίου το πρωΐ φύγαμε αφήνοντας πίσω μας τον καλό μας πατέρα, περιουσία, σπίτι και την πατρίδα μας, με ένα επίτακτο Αμερικανικό που ήλθε να μας σώση».Πιθανόν αναφέρεται στο Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου, τελευταία μέρα που επιτρέπονταν η ελεύθερη αποχώρηση του χριστινικού πληθυσμού από τον Τουρκικό στρατό. Φαίνεται ότι η οικογένεια εξάντλησε άδικα κάθε περιθώριο για τη σωτηρία του πατέρα… Ξεριζωμός Φύγαμε αφήνοντας πίσω μας τον καλό μας πατέρα, περιουσία, σπίτι και την πατρίδα μας Ο ξεριζωμός ενός μεγάλου μέρους του χριστιανικού πληθυσμού, Ελλήνων και Αρμενίων, προς τη μικρασιατική ακτή, που -κατά τους υπολογισμούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου- έφτανε τις 250.000, άρχισε μετά την ήττα του ελληνικού στρατού και την κατάρρευση του Μετώπου στα μέσα Αυγούστου του 1922. Την επομένη της αναχώρησης και του τελευταίου ελληνικού στρατιωτικού τμήματος από τη Σμύρνη, οι χιλιάδες των προσφύγων Έλληνες και Αρμένιοι που κατέκλυζαν όλο το μήκος της περίφημης Προκυμαίας “Κε” μάταια περίμεναν πλέον τα επιταγμένα ελληνικά πλοία για τη μεταφορά τους στα γειτονικά ελληνικά νησιά. Μετά από παρέμβαση του Αμερικανού Προξένου G. Horton, στάλθηκαν δύο αμερικανικά αντιτορπιλικά για την εξυπηρέτηση των προσφύγων. Οι μαρτυρίες για όσα συνέβησαν στην πόλη πριν την πλήρη εκκένωση της είναι ανατριχιαστικές. Οι Αρμένιοι και οι Έλληνες άντρες από 15 μέχρι και 45 ετών οδηγήθηκαν στα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού) που βρήκαν τραγικό θάνατο από την εξουθενωτική εργασία και τις ταλαιπωρίες. Περίπου 160.000 άντρες δεν γύρισαν ποτέ. Όλη η Σμύρνη καλύφθηκε από τις στριγκλιές και τα ουρλιαχτά των γυναικών που βιάσθηκαν, οι Ευρωπαίοι μάρτυρες διέκριναν ακέφαλα βρέφη στους δρόμους της αρμένικης συνοικίας, ολόκληρες οικογένειες εκτελέσθηκαν εν ψυχρώ ενώ από τη μανία των Τούρκων δεν γλίτωσαν ούτε οι Γαλλίδες νοσοκόμες του Ερυθρού Σταυρού και οι καθολικές αδελφές του Τάγματος του Ελέους που σφαγιάσθηκαν εν ώρα καθήκοντος. Ο ευαγγελιστής ιερέας πατήρ Μαλτάς εκτελέσθηκε και ο πρόεδρος του Αμερικανικού Κολεγίου Αλεξ Μακ Λάχλαν υπέστη βασανιστήρια μέχρι θανάτου. Ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός έστειλε αντιπροσωπεία στον Κεμάλ Ατατούρκ ώστε να συγκαταθέσει στην εκκένωση της πόλης. Η εκκένωση της Σμύρνης άρχισε στις 11 Σεπτεμβρίου και διήρκησε μια εβδομάδα.Κατόπιν ασφυκτικών πιέσεων ο Κεμάλ Ατατούρκ επέτρεψε σε ελληνικά και άλλα πλοία να μπουν στο λιμάνι. Όταν η πόλη τυλίχτηκε στις φλόγες στις 13 Σεπτεμβρίου, 19 συνολικά πλοία μπήκαν στη Σμύρνη να σώσουν τον κόσμο.Συνολικά 300.000 πρόσφυγες πέρασαν στην Ελλάδα.Οι εμπρησμοί κατέστρεψαν τα 3/5 της έκτασης της Σμύρνης αφήνοντας άθικτη την τουρκική συνοικία. Από τις φωτιές δεν γλίτωσαν ούτε τα πολυτελή κτίρια της πόλης, όπως το Sporting Club, τα κομψά ξενοδοχεία του Και, τα εστιατόρια και οι επαύλεις.
Από τις 46 ορθόδοξες εκκλησίες σώθηκαν οι τρεις. Τα τελευταία τραγικά δείγματα της σμυρνιώτικης φωτογραφίας Την έκταση της καταστροφής αποτυπώνει καρέ καρέ η συλλογή φωτογραφιών που έθεσε στη διάθεσή του NEWS247 το Φωτογραφικό Αρχείο του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου και έχει αξιοποιηθεί από το νεοϊδρυθέν Ψηφιακό Μουσείο Νέας Σμύρνης σε μια προσπάθεια συγκέντρωσης και ψηφιοποίησης του σχετικού με τον ελληνισμό της Σμύρνης υλικού που βρίσκεται σε κάθε γωνιά της Ελλάδας και του κόσμου. «Αυτή η σχετικά άγνωστη ιδιωτική συλλογή, που παραχωρήθηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, είναι επί της ουσίας τα τελευταία τραγικά δείγματα της σμυρνιώτικης φωτογραφίας» επισημαίνει ο ιστορικός Μιχάλης Βαρλάς, υπενθυμίζοντας πως η Σμύρνη, η Νέα Υόρκη της Ανατολής όπως αποκαλείτο λόγω της ιδιαίτερης κουλτούρας της, είχε έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων της εικόνας: επαγγελματίες φωτογράφους, φωτορεπόρτερ, καλλιτέχνες, κινηματογραφιστές αλλά και απλούς ανθρώπους που ήταν εξοικειωμένοι με τη φωτογραφία και την εικονοληψία.«Από τέτοιες συλλογές όχι μόνο ξαναζούμε την καταστροφή αλλά βλέπουμε και πως οι άνθρωποι αποτύπωναν την ιστορία» τονίζει ο κύριος Βαρλάς.

Πηγή Φωτογραφιών: Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Ιστορικού Μουσείου.Ευχαριστούμε για τις πληροφορίες και τη βοήθεια τον Μιχάλη Βαρλά, επιμελητή και υπεύθυνο τεκμηρίωσης της έκθεσης του Ψηφιακού Μουσείου Νέας Σμύρνης, καθώς και την Νίκη Μαρκασιώτη, υπεύθυνη του Φωτογραφικού Αρχείου στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Αθήνας.

Οι μάρτυρες πρόσκοποι του Αϊδινίου, των Σωκίων και της Κάτω Παναγιάς της Μικράς Ασίας

Στις 15 Ιουνίου 1919 μια μεγάλη δύναμη ανταρτών χτύπησε το Αϊδινι. Τμήματα του πρόχειρα οργανωμένου Τουρκικού στρατού μαζί με άτακτους (Τσέτες) άρχισαν να προσβάλουν την πόλη του Αϊδινίου, με πολυβολισμούς και κανιονοβολισμούς απο τα νότια της πόλεως.

Στη μεγάλη αυτή καταστροφή οι Πρόσκοποι, με επικεφαλής τον Τοπικό τους Έφορο Νικόλαο Αυγερίδη δεν έμειναν αδρανείς και αρχίζουν να τρέχουν παντού να βοηθήσουν. Η μάχη στις 16 Ιουνίου προχωράει προς το κέντρο της πόλεως και τα πυρά των Τούρκων πυκνώνου. Τότε εμφανίζονται και οι πρώτες πυρκαγιές, οι οποίες παίρνουν γρήγορα τρομερές διαστάσεις. Οι μάχες γίνονται σκληρές, μπροστά στην αριθμητική υπεροχή των ανταρτών ο Ελληνικός Στρατός, αναγκάζεται να υποχωρήσει στα υψώματα περιμένοντας ενισχύσεις. Ο Τοπικός Έφορος, οι Αρχηγοί και οι Πρόσκοποι αδυνατούν όμως να εγκαταλείψουν εγκαίρως την κόλαση αυτή, και να αφήσουν αβοήθητους τους συγχωριανούς τους. Έτσι παραμένουν ακλόνητοι στις θέσεις τους ως γνήσιοι Έλληνες Πρόσκοποι, προσφέροντας μέχρι την τελευταία στιγμή τις υπηρεσίες τους προς τον πλησίον μέχρι την ολοκληρωτική καταστροφή της πόλης. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να συλληφθούν 31 Πρόσκοποι μαζί με τον Τοπικό Έφορο Νίκο Αυγερίδη και τους Αρχηγούς τους.

Το πρωί της 18ης Ιουνίου τους μεταφέρουν στις όχθες του Εύδωνα ποταμού και καλούν πρώτο τον Νίκο Αυγερίδη να αλλαξοπιστήσει και να απαρνηθεί την Ελλάδα. ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ ! αναφωνεί ο ήρωας Τοπικός Έφορος και εκτελείται. Την ίδια τύχη είχε ορίσει η μοίρα και για τους υπόλοιπους Προσκόπους που αναφωνώντας και αυτοί: ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ! εκτελούνται ο ένας μετά τον άλλο. Τον Νίκο Αυγερίδη του έβγαλαν τα μάτια, τον Φιλοκτήτη Αργυράκη τον έγδαραν, τον 19χρονο Μίνωα Βεϊνόγλου τον αποκεφάλισαν με σκουριασμένο μαχαίρι, τους λοιπούς τους λόγχισαν και τους κατακρεούργησαν. 

 

ΟΙ ΗΡΩΙΚΟΙ ΠΡΟΣΚΟΠΟΙ ΤΟΥ ΑΪΔΙΝΙΟΥ:
1. Νικόλαος Αυγερίδης (Ιδρυτής και Τ.Ε.)
2. Επαμεινώνδας Αναστασιάδης (μέλος Τ.Ε.)
3. Μιχαήλ Τσοχατζής (μέλος Τ.Ε.)
4. Φιλοκτήτης Αργυράκης (Αρχηγός 1ης Ο.Π.)
5. Μίνως Βεϊνόγλου (Αρχηγός 2ης Ο.Π.)
6. Αιμίλιος Παπαδόπουλος (Αρχηγός 3ης Ο.Π.)
7. Ιωάννης Αβραάμ
8. Κωνσταντίνος Ανδρεάδης
9. Ηρακλής Αντωνίου
10. Δήμος Αραδούλης
11. Γεώργιος Θεοδώρου
12. Βασίλειος Ιωάννου
13. Γεώργιος Ιωάννου
14. Χρυσόστομος Κανάτας
15. Γεώργιος Καραγιαννόπουλος
16. Δήμος Καραμαούνας
17. Δημήτριος Κουγιουμτζής
18. Κυριάκος Μανθόπουλος
19. Εμμανουήλ Μαρινάκης
20. Ευδόκιμος Μιναρεδζόγλου
21. Θεοδόσιος Μιναρεδζόγλου
22. Νικόλαος Μιναρεδζόγλου
23. Γεώργιος Νικητόπουλος
24. Κωνσταντίνος Νομικός
25. Γεώργιος Παναγής
26. Γεώργιος Παπαδάκης
27. Δημήτριος Πρωτοψάλτης
28. Πλάτων Σαμιωτάκης
29. Δημοσθένης Σακελλαρίδης
30. Μάνθος Τσοχατζής
31. Ευστάθιος Χριστοδούλου
σφαγή προσκόπων Αϊδίνι.jpg
 
Τρία χρόνια μετά, τον Απρίλιο του 1922, νέα συμφορά έπληξε τους Έλληνες Προσκόπους. Τα Σώκια, μικρή πόλη στον ποταμό Μαίανδρο, ήταν υπό την κατοχή του Ιταλικού Στρατού, ο οποίος διατάχτηκε να παραδώσει την περιοχή στα ελληνικά στρατεύματα. Οι τούρκικες αρχές είχαν ρίξει εδώ και μήνες στη φυλακή πολλούς Έλληνες, μεταξύ των οποίων και τους Προσκόπους. Μόλις πλησίασε ο Ελληνικός Στρατός, οι Τούρκοι πήραν φεύγοντας και τους κρατούμενους, παρά τις υποσχέσεις που είχαν δώσει στους Ιταλούς. Προσπαθώντας να τους καταδιώξουν έτσι όπως έφευγαν άτακτα, οι Έλληνες στρατιώτες βρέθηκαν μπροστά στα πτώματα δεκαπέντε και πλέον Ελληνόπουλων…
 
ΟΙ ΗΡΩΙΚΟΙ ΠΡΟΣΚΟΠΟΙ στα Σώκια:
1. Χρήστος Χριστίδης (Αρχηγός)
2. Γεώργιος Βενέτος
3. Βασίλειος Γεωργιάδης
4. Δημήτριος Καραμηνάς
5. Θρασύβουλος Καραμηνάς
6. Δημήτριος Μελάς
7. Ευστράτιος Ματθαίου
8. Ιωάννης Στολίδης
9. Γεώργιος Σαβράκης
10. Βασίλειος Χαραλάμπους
11. Γεώργιος Χαραλάμπους
12. Γεώργιος Χατζημιχαήλ
13. Κωνσταντίνος Χειμωνίδης.
ΠΡΟΣΚΟΠΟΙ Κ ΠΑΝΑΓΙΑΣ.jpg
 
Ένα τρίτο γεγονός σφαγής προσκόπων αναφέρεται στο χωριό Κάτω Παναγιά στην περιοχή της Ερυθραίας της Μικράς Ασίας, τον Αύγουστο του 1922, κατά την υποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Μικρά Ασία. Στο χωριό εισέβαλαν τουρκικά σώματα αφήνοντας πίσω τους 800 νεκρούς, ανάμεσά τους και τους 13 νέους προσκόπους.
«Με την πρώτη εμφάνιση τους στο χωριό, οι ληστοσυμμορίτες εξαπολύουν πρωτοφανή τρομοκρατία. Λεηλασίες, σφαγές, βιασμοί και βρησμοί παντού. Ξεχωρίζουν και συλλαμβάνουν τους δυο ιερείς, το δάσκαλο και τους πρόσκοπους, που θα υποστούν θάνατο από μαρτύρια. Τον παπα-Κουρμπά και τον παπα-Νικολή τους κομματιάζουν και τους κρεμάνε στα τσιγκέλια των σφαγίων του Τσεσμέ. Το δάσκαλο Ιωάννη Θεονίδη, τον ποιητή Αρσένιο Σάρικα και τους αθώους πρόσκοπους… τους υποβάλλουν σε απερίγραπτα μαρτυρία και τους θανατώνουν με μοναδική κατηγορία ότι ήταν πρόσκοποι. Όσοι Κατωπαναγιουσήδες επέζησαν από το δράμα του Αυγούστου το 1922, έχουν να λένε και να θυμούνται ότι τα τραγικότερα θύματα ιστορικής λαίλαπας ήταν οι ανήλικοι πρόσκοποι».»Με την πρώτη εμφάνιση τους στο χωριό, οι ληστοσυμμορίτες εξαπολύουν πρωτοφανή τρομοκρατία. Λεηλασίες, σφαγές, βιασμοί και βρησμοί παντού. Ξεχωρίζουν και συλλαμβάνουν τους δυο ιερείς, το δάσκαλο και τους πρόσκοπους, που θα υποστούν θάνατο από μαρτύρια. Τον παπα-Κουρμπά και τον παπα-Νικολή τους κομματιάζουν και τους κρεμάνε στα τσιγκέλια των σφαγίων του Τσεσμέ. Το δάσκαλο Ιωάννη Θεονίδη, τον ποιητή Αρσένιο Σάρικα και τους αθώους πρόσκοπους… τους υποβάλλουν σε απερίγραπτα μαρτυρία και τους θανατώνουν με μοναδική κατηγορία ότι ήταν πρόσκοποι. Όσοι Κατωπαναγιουσήδες επέζησαν από το δράμα του Αυγούστου το 1922, έχουν να λένε και να θυμούνται ότι τα τραγικότερα θύματα ιστορικής λαίλαπας ήταν οι ανήλικοι πρόσκοποι».
[Από το βιβλίο του Συλλόγου Κάτω Παναγιάς Μικράς Ασίας με τίτλο: «Πενήντα χρόνια του ζεριζωμού»(1922 – 1972)]
mikrasia
Από την ταινία «Πολίτικη Κουζίνα» η αναφορά για τη σφαγή των προσκόπων στο Αϊδίνιο:
https://www.youtube.com/watch?v=fhF6hUFv70w
mikrasia
zvh tvn proskopvn.png
Πηγές
http://malkidis.blogspot.gr/2016/06/blog-post_17.html
https://el.wikipedia.org/

Περίπου 2700 χρόνια αργότερα, το μουσικο-γυμναστικό σωματείο Ορφεύς Σμύρνης και το η ποδοσφαιρική ομάδα Γυμνάσιον Σμύρνης ενώθηκαν για να σχηματίσουν τον Πανιώνιο Γυμναστικό Σύλλογο Σμύρνης.   Στη Σμύρνη πραγματοποιήθηκαν και οι Ά Πανιώνιοι Αγώνες, το 1896. Η διεθνής αυτή διοργάνωση αγωνισμάτων με κορωνίδα τον στίβο αλλά και αθλήματα όπως γυμναστική, ποδηλασία, άρση βαρών, κολύμβηση και πάλη, διεξήχθη 19 φορές ως τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Μετά το δραματικό ξεριζωμό του συλλόγου, ο Δημητρός Δάλλας, οραματιστής και επονομαζόμενος «Αετός του Πανιωνίου» αναζήτησε στέγη για το σύλλογο αλλά και τους αθλητές του Πανιωνίου στους προσφυγικούς καταυλισμούς. Δύο μόλις μήνες μετά την Καταστροφή της Σμύρνης, εγκαινίαζε τα γραφεία του συλλόγου στην Αθήνα.  Oι Κ’ Πανιώνιοι Αγώνες διοργανώθηκαν μόλις ένα χρόνο αργότερα στο Καλλιμάρμαρο, το 1923! Αυτός ο πρωτοπόρος υποστηρικτής κάθε αθλητικής προοδευτικής κίνησης που κοιμόταν πάνω στο ξύλινο γραφείο στο δωμάτιο του συλλόγου αποκρινόταν σε όσους αποθάρρυναν τις προσπάθειές του: «Ο Πανιώνιος είναι Ιδέα. Και οι Ιδέες δεν πεθαίνουν».

Το χάρισμα

Από τους Ίωνες και τον Μέγα Αλέξανδρο, έως τον Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο και τον Δάλλα, το Πανιώνιον εμφανίζεται σε πολλές σελίδες της ελληνικής ιστορίας, άλλοτε με λαμπρότητα κι άλλοτε τραυματισμένο από τις δυσκολίες.  Αυτή η διαδρομή έχει χαράξει την κουλτούρα του συλλόγου και αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο πόρο του.  Λόγω της διαδρομής του, βαθιά ριζωμένη στην κουλτούρα του Πανιωνίου βρίσκεται η πεποίθηση ότι ο σύλλογος έχει τη δυνατότητα να αναγεννάται από τις στάχτες του, να διαθέτει το χάρισμα «να μην πεθαίνει ποτέ».

Επίσης, η ιστορία του αντανακλά μία κουλτούρα προοδευτικής και πολύπλευρης προσφοράς στον ελληνικό αθλητισμό και πολιτισμό. Ο σύλλογος διαδραμάτισε, για παράδειγμα, καταλυτικό ρόλο στην εισαγωγή του μπάσκετ και του βόλεϊ στον ελληνικό αθλητισμό αλλά και στη δημιουργία γυναικείων αθλητικών ομάδων 5 χρόνια πριν επιτραπεί στις γυναίκες το δικαίωμα ψήφου από το ελληνικό κράτος. Βραβεύθηκε για την προσφορά του στον ελληνικό αθλητισμό και την αθλητική παιδεία από την Ακαδημία Αθηνών το 1949, η οποία μνημόνευσε μεταξύ άλλων τους Πανιώνιους Αγώνες που «εξαιρέτως συνετέλεσαν στην επίρρωση του εθνικού φρονήματος και της εθνικής φιλοτιμίας».

Το όραμα

Η αναβίωση των Πανιώνιων Αγώνων με προοδευτικό χαρακτήρα και οικονομικά βιώσιμο τρόπο θα μπορούσε να εμπνεύσει, να ενώσει και να ωφελήσει πολλαπλά την ελληνική κοινωνία, προάγοντας τον αθλητισμό, τον πολιτισμό και την παιδεία.  Η τέλεση των Αγώνων θα έχει μεγάλη συμβολική αξία στην Ελλάδα την εποχή της κρίσης, στέλνοντας μηνύματα ιστορικής συνέχειας, αναγέννησης και δημιουργίας σε δύσκολες εποχές.  Αν τα εμπόδια μοιάζουν ανυπέρβλητα, ας μας ενθαρρύνει ότι ο Δημητρός Δάλλας μεγαλούργησε αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Η διοργάνωση των Πανιώνιων Αγώνων χρειάζεται πρωτίστως μία ηγετική ομάδα με στρατηγικές και διοικητικές ικανότητες η οποία θα είναι διατεθειμένη να αναλάβει αυτό το ιστορικό καθήκον και την συμμετοχή όλων των εργαζομένων του συλλόγου.  Οι θεσμοί και οι οργανισμοί της Νέας Σμύρνης όπως ο Δήμος και η Εστία θα είναι καταλύτες στην τέλεση των Αγώνων. Οι προσφυγικές αλλά και οι Ιωνικές πόλεις της Ελλάδος και οι σύλλογοί τους θα κληθούν ως συμπαραστάτες και όπου είναι εφικτό συνδιοργανωτές των Αγώνων σε μια προσπάθεια που επί της ουσίας ενώνει παρά χωρίζει τις αντίπαλες ομάδες. Οι πολίτες της Νέας Σμύρνης, οι φίλοι του Πανιωνίου και τα σχολεία θα ανταποκριθούν συναισθανόμενοι την πνευματική κληρονομιά των προγόνων τους και τη χαρά των Αγώνων.  Επιφανείς επιχειρηματίες φίλοι του Ιστορικού θα σταθούν στο ύψος των περιστάσεων, δίχως αυτό να σημαίνει ότι οι Αγώνες θα πρέπει να είναι εξαρτώμενοι από έκτακτες χορηγίες.

Οι σύγχρονοι Πανιώνιοι Αγώνες θα μπορούσαν να βασίζονται σε τρείς άξονες, τον αθλητισμό, τις τέχνες και τα γράμματα. Ο πρώτος άξονας θα μπορούσε να περιλαμβάνει αθλήματα για τα οποία ο σύλλογος ήδη διαθέτει τεχνογνωσία, όπως ο στίβος, το μπάσκετ, το πόλο, η γυμναστική και το σκάκι, καθώς και ορισμένα από τους αγώνες στην Σμύρνης όπως ο Ιωνικός δρόμος και η αναρρίχηση επί κάλω (σχοινί ύψους 14 μέτρων στηριγμένο σε ιστό).   Παράλληλα, διαγωνισμοί στις τέχνες και τα γράμματα όπως η μουσική, η φωτογραφία, τα ντοκιμαντέρ, η εικαστική δημιουργία και ο Πανιώνιος Ποιητικός Διαγωνισμός (από τον οποίο το 1900 προέκυψε ο ύμνος του συλλόγου) θα αναδείξουν την πολυποίκιλη προσφορά του σωματείου.  Οι Αγώνες θα απευθύνονται σε επαγγελματίες από διάφορες χώρες, στο κοινό, αλλά κυρίως στα παιδιά όλης της Ελλάδας. Θα προβλέπονται βραβεία για νέους και νέες που διακρίνονται τόσο στον αθλητισμό όσο και στις τέχνες ή τα γράμματα.

Το εγχείρημα θα μπορούσε να βρει αρωγούς πολλούς οργανισμούς και ιδρύματα που έχουν τις ρίζες τους στη Σμύρνη και τη Μικρά Ασία.  Για παράδειγμα, το Κοινωφελές Ίδρυμα Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης θα μπορούσε να συνδράμει φιλοξενώντας διαγωνισμούς στη Στέγη σε θέματα γραμμάτων και τεχνών. Ο Αριστοτέλης Ωνάσης και ο αδικοχαμένος γιος του που ετοιμαζόταν να επενδύσει στον Πανιώνιο πριν τον θάνατό του πιθανότατα θα στήριζαν με θέρμη αυτό το εγχείρημα.  Το Αμερικανικό Κολλέγιο της Ελλάδας που ιδρύθηκε το 1875 στη Σμύρνη και μετεγκαταστάθηκε στην Αθήνα μετά την Μικρασιατική Καταστροφή ίσως στεκόταν στο πλευρό αυτής της πρωτοβουλίας με παρόμοιο τρόπο.

Οι Πανιώνιοι Αγώνες μας προσφέρουν ένα ωραίο ταξίδι στο παρελθόν και στο μέλλον, μια ευκαιρία να σκεφτούμε τις αξίες και την ταυτότητά μας, μέσω του αθλητισμού, των τεχνών και των γραμμάτων.

του Κώστα Τασούλη

Αναπληρωτή Καθηγητή Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού ALBA Graduate Business School & DEREE School of Business, Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος

πηγή: Η Καθημερινή

Agios Prokopios Ikoniou

Ο Άγιος Προκόπιος Ικονίου (1859 – 31 Μαρτίου 1923), κατά κόσμον Προκόπιος Λαζαρίδης, ήταν Έλληνας θεολόγος και επίσκοπος, μητροπολίτης Ικονίου στη Μικρά Ασία.

Τα πρώτα χρόνια

Ο Προκόπιος Λαζαρίδης γεννήθηκε από Έλληνες Ορθόδοξους γονείς στα Τύανα της επαρχίας Ικονίου Μικράς Ασίας το 1859. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης αποφοίτησε από αυτή το 1889 και διακόνησε ως διάκονος και πρεσβύτερος στις Μητροπόλεις Μελενίκου, Νικαίας και Νικομηδείας.

Η δράση του στο Μελένικο

Ο Προκόπιος Λαζαρίδης διακόνησε ως αρχιδιάκονος του Μητροπολίτη Μελενίκου Προκοπίου.

Τον Ιούνιο του 1890, συστάθηκε συντακτική επιτροπή για τη μεταρρύθμιση του παλαιού Κανονισμού της Ελληνικής Κοινότητας του Μελενίκου, υπό την προεδρία του αρχιδιακόνου Προκοπίου. Κατόπιν συνεννοήσεως με τις δύο εφορείες της πόλης προέβη στη σύνταξη νέου Κανονισμού, με βάση τους Κοινοτικούς Κανονισμούς της Θεσσαλονίκης και των Σερρών. Η μεταρρύθμιση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να παύσουν οι κομματικές έριδες μεταξύ των Ελλήνων και να αναπτυχθεί εκ νέου πνεύμα συνεργασίας και ενότητας.

Ενδεικτικό στοιχείο αποτελεί το γεγονός πως, κατά την απουσία του από το Μελένικο, ο Μητροπολίτης Προκόπιος άφηνε ως αντιπρόσωπό του στην πόλη τον αρχιδιάκονό του Προκόπιο, καθώς ο τελευταίος ήταν απόφοιτος της Χάλκης με οργανωτικές και κηρυκτικές ικανότητες. Κέρδισε μάλιστα τη συμπάθεια των κατοίκων του Μελενίκου, ιδίως μέσω των συνελεύσεων των εφοροεπιτροπών της Ελληνικής Κοινότητας και των Εκπαιδευτηρίων.

Η παρουσία του Προκοπίου Λαζαρίδη στο Mελένικο καταδείκνυε το ενδιαφέρον του μητροπολίτη Προκοπίου για την πνευματική ανάπτυξη του ποιμνίου του. Σε αυτό το πλαίσιο πραγματοποιήθηκε και η ενεργοποίηση του Προκοπίου Λαζαρίδη ως ιεροκήρυκα της μητρόπολης Mελενίκου, γεγονός που ικανοποίησε τον χριστιανικό πληθυσμό της περιοχής που είχε στερηθεί για πολλά χρόνια το κήρυγμα.

Μάλιστα από τις ευχαριστήριες επιστολές των κοινοτήτων Πετριτσίου και Kάτω Tζουμαγιάς (σημερ. Ηράκλεια Σερρών) προς τον μητροπολίτη Mελενίκου, διαφαίνεται όχι μόνο η ευαρέσκεια που εκφράζουν οι Ελληνικές Κοινότητες αλλά και η κηρυκτική ικανότητα του Προκοπίου καθώς και ο άριστος χειρισμός από μέρους του της ελληνικής γλώσσας όπως και της τουρκικής, την οποία συχνά χρησιμοποιούσε για να γίνεται αντιληπτός από το σύνολο του πληθυσμού.

Ὁ πρό ἡμερῶν εἰς τήν ἡμετέραν κωμόπολιν σταλείς ὑφ’ ἡμῶν ἀρχιδιάκονος κ. Προκόπιος Λαζαρίδης λίαν ηὐχαρίστησε τήν πνευματικήν ποίμνην ὑμῶν, διά τῆς ἠθικῆς διδασκαλίας, ἥν μετ’ ἄκρας εὐπροσηγορίας καί θρησκευτικοῦ ζήλου ἀνέπτυξεν εἰς ἀμφοτέρας τάς ἐκκλησίας. Mή δυνάμενοι δέ ν’ ἀποσιωπήσωμεν τήν ζωηράν ἐντύπωσιν, ἥν ἐλάβομεν ἐκ τῆς εὐσυνειδήτου ἐπιτελέσεως τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων τοῦ ἱεροκήρυκος, ὡς καί τήν ἡμετέραν κεντρικήν ὑπέρ τῶν εἰς τήν πνευματικήν ποιμαντορίαν ὑμῶν ἐμπιστευθέντων πνευματικῶν τέκνων μέριμναν, γράφομεν τήν παροῦσαν, δι’ ἧς ἐκφράζομεν ὑμῖν τάς ἀπείρους ἡμῶν εὐχαριστίας, παρακαλοῦντες ἅμα τε ὑμᾶς, ὅπως καί αὖθις ἀποστείλητε τόν ἱεροκήρυκα, ὁπόταν κρίνητε εὔλογον, ἵνα ποτίσῃ ἡμᾶς διά τοῦ γάλακτος τῆς ἀρετῆς καί εὐσεβείας … [επιστολή της Κοινότητας Kάτω Tζουμαγιάς προς τον μητροπολίτη Μελενίκου Προκόπιο, 8 Μαρτίου 1890]

Προκόπιος_Μητροπολίτης_Ικονίου.jpg

Ο Προκόπιος Λαζαρίδης παρέμεινε στο Μελένικο έως τα τέλη Μαΐου του 1891, λίγους μήνες πριν το θάνατο του γέροντός του, μητροπολίτη Μελενίκου Προκοπίου, τον Αύγουστο του ίδιου έτους.

Η δράση του ως Πρωτοσύγκελλος και Επίσκοπος

Άποψη της Μονής Θεοτόκου Εικοσιφοινίσσης Παγγαίου, όπου το 1898 ο τότε επίσκοπος Αμφιπόλεως Προκόπιος Λαζαρίδης εστάλη ως Έξαρχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Στα τέλη Μαΐου του έτους 1891 προσελήφθη ως ιεροκήρυκας στην περιφέρεια Αδά Παζαρίου Νικομηδείας, όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.

Αργότερα ο Προκόπιος διακόνησε ως πρωτοσύγκελλος στη Μητρόπολη Νικαίας στη Μικρά Ασία. Στις 14 Φεβρουαρίου 1893 συμμετείχε ως υποψήφιος στο τριπρόσωπο για την εκλογή βοηθού επισκόπου στη Μητρόπολη Μελενίκου, υπό τον τίτλο Δαφνουσίας, με ευθύνη τη διαποίμανση των χριστιανών της περιοχής Σιντικής της Μακεδονίας (σημ. Σιδηρόκαστρο).

Διετέλεσε τιτουλάριος επίσκοπος Αμφιπόλεως (1894-1899) και εγκατεστάθη στην αρχιεπισκοπή Κωνσταντινουπόλεως υπηρετώντας στη συνοικία Βλάγκα. Το 1898 εστάλη ως πατριαρχικός έξαρχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Μακεδονία και ειδικώς στις ιερές μονές Αγίας Αναστασίας Βασιλικών Θεσσαλονίκης και Θεοτόκου Εικοσιφοινίσσης Παγγαίου, προκειμένου να φέρει την ειρήνευση στις εκεί μοναστικές αδελφότητες.

Η δράση του ως Μητροπολίτης

Διετέλεσε Μητροπολίτης Δυρραχίου (1899-1906) όπου εργάστηκε με αφοσίωση για την πνευματική κατάρτιση του ποιμνίου με ειδική μέριμνα για τη στήριξη των κρυπτοχριστιανών της Βορείου Ηπείρου. Για τη δράση του αυτή απομακρύνθηκε από το Δυρράχιο μετά από απαίτηση και πιέσεις των Οθωμανικών αρχών. Ακολούθως εξελέγη Μητροπολίτης Φιλαδέλφειας (1906-1911).

Το 1911 εξελέγη Μητροπολίτης Ικονίου όπου ανέπτυξε πολύπτυχη δράση σε ποιμαντικό εθνικό και εκπαιδευτικό επίπεδο. Για το λόγο αυτό ο Μουσταφά Κεμάλ διέταξε την εξορία του από το Ικόνιο. Στις 12 Μαρτίου του 1923 συνελήφθη από τον κεμαλικό στρατό, φυλακίσθηκε, βασανίστηκε και τελικά δολοφονήθηκε.

Συγκεκριμένα, παρέδωσε την ψυχή του στη φυλακή της Καισάρειας την επαύριο της πυρπόλησης των εκκλησιών της, το Σάββατο του Λαζάρου, 31 Μαρτίου 1923 – συγκυρία που οπωσδήποτε ενισχύει την περί δηλητηρίασης του θεωρία – ενώ ο θάνατος του ανακοινώθηκε στην Συνεδρία της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου της 21ης Απριλίου 1923.

Άγιος Προκόπιος Μητροπολίτης Ικονίου, μαρτυρήσας το 1923.

Άγιος Προκόπιος Μητροπολίτης Ικονίου, μαρτυρήσας το 1923.

Αγιοκατάταξη

Η αγιοκατάταξη του μάρτυρα Προκοπίου Μητροπολίτου Ικονίου καθώς και των μαρτύρων μητροπολιτών Χρυσοστόμου Σμύρνης, Γρηγορίου Κυδωνιών, Αμβροσίου Μοσχονησίων, Ευθυμίου Ζήλων και των συν αυτοίς Μικρασιατών νεομαρτύρων, πραγματοποιήθηκε το 1992 από την Εκκλησία της Ελλάδος και η μνήμη τους τιμάται την Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (Σεπτέμβριος).

Τιμές στη μνήμη του

Προς τιμήν του υπάρχουν οδοί στη Θεσσαλονίκη, το Περιστέρι, τη Νέα Σμύρνη, τη Νέα Ιωνία, τον Υμηττό και τα Ιωάννινα που φέρουν το όνομά του.

Αγιος Προκόπιος Ικονιου

Ο Άγιος Προκόπιος Μητροπολίτης Ικονίου (+1923).

 

 

 

Το μαρτυρικό οδοιπορικό από το Ικόνιο ως το Πανόραμα Ηρακλείου

πρόσφυγες μικρά ασία κρήτη πανόραμα καδεμλής

Ο Καδεμλής  Σαρόγλου στο Πανόραμα Ηρακλείου, το χωριό των προσφύγων…

 

Άρθρο του Μανόλη Παντινάκη

Από τα σημαντικότερα γεγονότα χαρακτηρίζεται στο Ηράκλειο η έκθεση φωτογραφίας του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων, που αναφέρεται σε σπάνιο υλικό από την εγκατάσταση των προσφύγων στην Κρήτη και στην Αττική. Πρόκειται για μια εξαιρετική έκθεση που έρχεται 91 χρόνια μετά, να ανασύρει μνήμες από «την Καταστροφή των αιώνων», όπως χαρακτήρισε την Μικρασιατική Καταστροφή ο προϊστάμενος της Βικελαίας Βιβλιοθήκης Ηρακλείου Δημήτρης Σάββας. Την εκδήλωση μνήμης στην αίθουσα της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου που θα διαρκέσει έως τις 26 Σεπτεμβρίου, συνδιοργανώνουν η Περιφερειακή Ενότητα Ηρακλείου της Περιφέρειας Κρήτης και ο Δήμος Ηρακλείου…

Στο πλαίσιο του εξαιρετικού γεγονότος, το MadeinCreta, αντί άλλου αφιερώματος, φιλοξενεί σήμερα σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του Καντεμλή Σαρόγλου, που από τα βάθη της μικρασιατικής γης την Αξό Ικονίου, το Χασέκουι στα τουρκικά, βρέθηκε με την ανταλλαγή των πληθυσμών στο Πανόραμα Ηρακλείου, εκεί που ρίζωσαν και εκατοντάδες άλλες οικογένειες προσφύγων. Η καταγραφή της αφήγησης του έγινε πριν δέκα χρόνια περίπου στο σπίτι του όταν ο ίδιος βρίσκονταν σε προχωρημένη ηλικία…

Στα ελληνικά, εξήγησε από την αρχή, το όνομα Καντεμλής σημαίνει Ευτύχιος, όμως «έτσι είναι γραμμένος στα χαρτιά» και γεννήθηκε το 1908 από τον Γεώργιο και την Δέσποινα, το γένος Γκενζ αγά «ελληνικά Γενιτσαρίδη». Το χωριό του «έβγαζε τρεις προέδρους», στον Κάτω Μαχαλά, στον Μέσα Μαχαλά και στον Πάνω Μαχαλά και ήταν «ας πούμε σαν συνοικίες, αλλά ήταν κολλημένες». Θυμάται χωριανούς «τον Ανέστη το Βελή, και τα αδέλφια Γιρίκ» και συμμαθητές στο σχολείο «τον Τρύφωνα Τσάκα, τον Μηνά Ιακωβίδη και τον Θωμά Θωμαΐδη».

ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ…

Βρέθηκε στην Κρήτη μετά από κάποιες… στάσεις σε πόλεις και χωριά και αφού επιτροπή έκανε εκτίμηση της περιουσίας που άφηνε. Τότε, «απ’ το χωριό μας όταν μας βγάλανε απ’ το τελευταίο σπίτι οι Τούρκοι, φύγαμε και πήγαμε στο Νίγδη και κάναμε ‘κει πέρα τρεις μήνες. Ήρθε η επιτροπή κι έγραψε τις περιουσίες και πόσες χρυσές λίρες κάνανε…». Ξεκαθαρίζει, ωστόσο, από την αρχή ότι «εμάς δε μας διώξανε οι Τούρκοι», αλλά, «φύγαμε με την ανταλλαή» και θυμάται σε ηλικία τότε 14 χρόνων, στον πόλεμο το ’22, ότι «βάζαν τ’ αυτιά τους στο έδαφος οι μεγάλοι κι ακούανε τσι βομβαρδισμοί, τσι μπόμπες».

πρόσφυγες μικρά ασία κρήτη πανόραμα καδεμλήςΑπό την έκθεση που φιλονείται στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου

Αναπολεί με νοσταλγία το σπίτι τους, που «ήταν ωραίο σπίτι, το είχε χτίσει ο πατέρας μου, είχε κάμει οντά, μισαφίροντα που λένε, είδαν πως είναι ωραίο το σπίτι και μας βγάλαν ‘μας και πήγαμε στου γαμπρού μου στο Γεώργιο Βελίδη». Ήλθε ύστερα «μια άλλη παρτίδα Τούρκων», ζήτησαν να φύγουν και από εκεί και «πήαμε σ’ ένα σπίτι στου Χουσάν», όπου έμειναν με άλλες δυο με τρεις οικογένειες…

Η περιπέτεια για τη νέα πατρίδα έχει όμως και συνέχεια! Πρώτος σταθμός η Αλβανία κι ύστερα η Πάργα, ο Καρβουνιάρης και η Παραμυθιά και ακολούθως «συγγενείς μας πήρανε ‘μας και τον Τσάκα και μας έβγαλε και μας έφερε ‘δω στην Κρήτη». Η φουρνιά των προσφύγων βρέθηκε στο Ρέθυμνο και «στο Ρέθυμνο πήαμε μ’ ένα βαπόρι και σ’ ‘ένα σκολειό τι ήτανε δεν ξέρω(!), κάτσαμε ‘κει και ύστερα βρήκαμε σπίτι και κάτσαμε στη Φορτέτζα, σ’ ένα τούρκικο σπίτι».

Όμως, γρήγορα κατάλαβαν ότι ο τόπος «δεν τους σήκωνε», οδηγοί πήγαν στη Μεσαρά, ερεύνησαν και διαπίστωσαν ότι η περιοχή μπορεί να τους ζήσει. «Μας έφερε καράβι απ’ το Ρέθυμνο στο Ηράκλειο», συνεχίζει την εξιστόρηση, «κάτσαμε στον Άη Κωνσταντίνο μερικές μέρες κι από ‘κει έπιασε ο καθένας και πήε όπου ήθελε. Εμείς ήρθαμε στο Πανόραμα. Δεν ηρχούνταν δρόμος μέχρι εδώ και μέχρι τις Μελέσες ήταν αμαξωτός. Ήρθαμε με τον πατέρα μου, τη μάνα μου, τα’ αδέλφια μου εκτός απ’ τη Δέσποινα που έφυγε με τον άντρα της στη Μακεδονία. Ήταν παντρεμένη στη Μικρασία μ’ ένα Παντελή Παπαδόπουλο δάσκαλο. Η άλλη μου αδελφή η Κυριακούλα ήτανε παντρεμένη με τον Γεώργιο Βελίδη και εγώ και η Ελευθερία η άλλη μου αδελφή παντρευτήκαμε εδώ στο Πανόραμα. Σε μια μέρα κάναμε κι οι δυο τους γάμους μας. Η Ελευθερία παντρεύτηκε τον Θοδωρή τον Αχίνα…»

ΤΑ ΓΟΥΡΝΙΑ ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΤΗΚΑΝ ΠΑΝΟΡΑΜΑ

Το πρώτο όνομα που συνάντησαν οι πρόσφυγες στο Πανόραμα ήταν Γουρνιά και ήταν αμιγώς τουρκοχώρι. Όταν όμως πήγαν το είδαν άδειο. Οι Τούρκοι είχαν φύγει και όσοι βρήκαν σπίτια κάθισαν. Άρχισαν ύστερα τα δύσκολα και «ούτε ψωμί δεν βρίσκαμε να φάμε». Ο Σαρόγλου αναζήτησε μεροκάματο στο Ηράκλειο «στσι λεμονάδες και στ’ αναψυκτικά» και εργάστηκε «στον Ραπίδη και στον Λάζο που ήταν μπατζανάκηδες και έβγαζαν τα αναψυκτικά στο Βαλιδέ Τζαμί».

Γύρισε στο Πανόραμα, παντρεύτηκε την πατριώτισσά του Βαρβάρα Σισμανίδη και ασχολήθηκε με γεωργικές δουλειές. «Νομίζεις», ρωτάει «ότι μέχρι την κατοχή υπήρχε τίποτα εδώ; Μετά την κατοχή γινήκαν όλα. Δέντρο δεν υπήρχε, αγριάδες ήταν, καλαμιές ήταν! Βρήκαμε καμιά εικοσαριά-εικοσιπέντε τούρκικα σπίτια όταν ήρθαμε. Εμείς ήρθαμε δυο φορές, μπορεί να ‘ρθαμε εικοσιπέντε οικογένειες όλες κι όλες!»

Όμως η πατρίδα τον πληγώνει! «Μακάρι να γινόταν να γυρίσω στην πατρίδα», λέει. «Πιο καλά ήταν εκεί, δεν πήγα να τη δω από τότε που έφυγα και έπρεπε να πάω. Στο Πανόραμα ήταν όλο αγριάδα, είχα πρόβατα ‘ γω ‘δω πέρα και τα ενοικίαζα όλα απέναντι και τα παιδιά μου έζησαν με τα μεροκάματα που έκανα. Μας πήρανε με την αναταλλαή στη Μικρασία τα καλύτερα χωράφια και μας δώκανε από δυο-τρία στρέμματα στην αρχή και αυτά τα πληρώσαμε! Πλήρωσα δυο-τρείς δόσεις και άμα ήλθε ο Σβώλος τα ξεκαθάρισε. Αν έλειπε ακόμα θα χρωστούσα!πρόσφυγες μικρά ασία κρήτη πανόραμα καδεμλής

»Χωράφια ‘κει πέρα, όχι τέτοια! Κάμποι ολόκληροι, ανοίγεις ένα λάκκο ‘κει πέρα τρία μέτρα στο βάθος και βγαίνει νερό και εδώ γυρεύουν νερό και δεν βρίσκουνε. Φέραμε τ’ αμπέλια, δεν υπήρχαν εδώ τα σουλτανιά, είχαν κρασάμπελα και οι πρόσφυγοι φέραν το σουλτανί εδώ. Φέραμε τη μαγειρική της πατρίδας εδώ και στην αρχή τη φέρανε όλοι και δεν ταίριαζε η ντόπια με τη προσφυγική παλιά, αλλά τώρα ταιριάζει. Οι Μικρασιάτες έχουν πιο βαριά κουζίνα, βάζαμε πολλά μπαχαρικά…»

ΕΜΕΙΝΕ ΕΝΑΣ ΤΟΥΡΚΟΣ…

Ένας από τους Τούρκους που έφυγαν με την ανταλλαγή των πληθυσμών, παρέμεινε στο Πανόραμα και αυτός, όπως αποκαλύπτει ο Σαρόγλου, ήταν ο Αλή Κανταϊμάκης, που βαφτίστηκε χριστιανός. «Έμεινε εδώ ένας Τούρκος», θα πει, «τον λέγανε Αλή Κανταϊμάκη, βαφτίστηκε κι έγινε Λευτέρης Ζαχαριουδάκης και  πέθανε στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Αυτός δεν ήξερε τούρκικα, εγώ καταλαβαίνω μερικά, αλλά εδώ δεν τα μιλάμε…»

Για τον ξεριζωμό διατυπώνει τη δική του άποψη: «Όλοι έχουν ευθύνη! Υπάρχουν ορισμένοι μεγάλοι και κάνουν τον κόσμο άνω-κάτω. Τι ήθελε ο Μπους να πάει να σκοτώσει τόσο λαό; Τι ήθελε ο Χίτλερ; Καταλάβανε πράμα; Δεν υπάρχει αγάπη στον κόσμο. Ο Βενιζέλος, πραγματικώς Βενιζέλος, είπε να σταματήσουν εκεί που πήγαν και αν σταματούσαν η Μικρασία θα ήταν η μισή ελληνική…»

Οσιακές μορφές του σύγχρονου γυναικείου μοναχισμού: η καθηγουμένη της Μονής Παναγίας Οδηγήτριας Πορταριάς Πηλίου γερόντισσα Μακρίνα Βασσοπούλου (γεννηθείσα στο Βιλαέτι της Σμύρνης το 1921) , η καθηγουμένη της Μονής Αναλήψεως Ταξιαρχών Δράμας γερόντισσα Ακυλίνα Παρμαξίδου (γεννηθείσα στα Θείρα της Σμύρνης το 1921), η γερόντισσα Άννα Γιοβάνογλου της Δράμας (γεννηθείσα στην Πάνορμο της Μικράς Ασίας το 1903) και η γερόντισσα Τιμοθέη Χριστοδούλου, ηγουμένη Μονής Αγίου Γεωργίου Βρανά Μαραθώνα Αττικής.

%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b1%cf%87%ce%b7-%ce%b1%ce%ba%cf%85%ce%bb%ce%b9%ce%bd%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%bc%ce%b1%ce%be%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85

μοναχή Ακυλίνα Παρμαξίδου, η εκ Θείρων Σμύρνης, καθηγουμένη της Μονής Αναλήψεως Ταξιαρχών Δράμας

Γέννηση στα Θείρα Σμύρνης και η Μικρασιατική Καταστροφή

Η  Ερασμία, κόρη των ευλαβών πολύτεκνων Γεωργίου και Ευτυχίας Παρμαξίδου, γεννήθηκε στα Θείρα της Σμύρνης στις 23 Απριλίου 1921. Η Μικρασιατική Καταστροφή με τις δύσκολες συνέπειες και για την οικογένεια της -επτά συγγενείς της μαρτύρησαν στην αγχόνη- ήταν ή αιτία ώστε να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες. Πρόσφυγες ήρθαν στον Πειραιά στις 14 /09/1922 και λίγο αργότερα εγκαταστάθηκαν στην Δράμα.

Εγκατάσταση στη Δράμα

Στην όμορφη αυτή πόλη της Ανατολικής Μακεδονίας, όπου ήταν Μητροπολίτης ό Νεομάρτυς και Ίερομάρτυς Χρυσόστομος Επίσκοπος Σμύρνης, μεγάλωσε ή μικρή Ερασμία. Χρωστούσε την κατά Θεόν μόρφωσή της στην βαθειά και αυθεντική ορθόδοξη ευλάβεια της Μικρασιάτισσας μητέρας της και της Μικρασιάτισσας γιαγιάς της. Στα δεκατρία της μόλις χρόνια αποφάσισε να μην παντρευτεί και να αφιερωθεί ακόμη περισσότερο στον Θεό με προσευχή και προσφορά στον συνάνθρωπο.

Παράλληλα ενδιαφέρθηκε για την πνευματική της καθοδήγηση. Έτσι με την μητέρα της ανέβηκαν με τα πόδια στο χωριό Σίψα (τώρα Ταξιάρχες), που είναι κοντά στην πόλη της Δράμας, για να επισκεφτούν το καινούριο μοναστήρι της Θείας Αναλήψεως τού Σωτήρος. Εκεί συνάντησαν τον όσιο γέροντα Γεώργιο Καρσλίδη τον εν Δράμα, τον κτήτορα και ιδρυτή της Μονής Αναλήψεως . Όταν εξομολογήθηκε στον όσιο Γεώργιο, εκείνος κατάλαβε τις αγνές προθέσεις της, πρόβλεψε την κατά Θεό πραγματοποίηση τού Ιερού της πόθου και της έδειξε πνευματική αγάπη. Άν και ήταν δεκαπέντε χρόνων, ό όσιος την αποκάλεσε «Μάνα-Ερασμία» προβλέποντας τον ηγετικό-μητρικό της ρόλο μέσα στην Εκκλησία. Της όρισε θέση στο αναλόγιο της Μονής και την έμαθε να ψάλλει τον «Πολυέλεο» και όποιους άλλους ύμνους γνώριζε στην ελληνική γλώσσα.

Προσφορά κατά την Κατοχή στη Θεσσαλονίκη

Νέες δοκιμασίες έρχονται στην Ελλάδα με την Ίταλογερμανική Κατοχή. Ή νεαρή Ερασμία μετακομίζει οικογενειακώς στην Θεσσαλονίκη. Με ακατάβλητο ψυχικό σθένος και περίσσια ανδρεία προσφέρει τις υπηρεσίες της στην πολυαγαπημένη της πατρίδα, πρωτοστατώντας στα συσσίτια για τους πεινώντες στην περιοχή τού Λαγκαδά. Τολμηρή και ανδρεία και με κίνδυνο για την ίδια της την ζωή ανέλαβε την τροφοδοσία των Ελλήνων στο στρατόπεδο Παύλου Μελά πού κρατούνταν από τούς Γερμανούς. Από εκείνα τα χρόνια συνδέθηκε πνευματικά με τον επίσης κρατούμενο Μητροπολίτη Τρίκκης και Σταγών Διονύσιο. Στην αγνή ψυχή της κατέγραψε πολλά από την διδαχή τού αγίου αυτού επισκόπου και έγινε αυτόπτης μάρτυρας της αρνήσεως του να σώσει την ζωή του.

Επιστροφή και δράση στη Δράμα

Επέστρεψε στην πόλη της με την λήξη τού πολέμου και της Βουλγαρικής Κατοχής. Το πρόγραμμά της ήταν μοιρασμένο στην προσευχή, την μελέτη, την εργασία στους οικογενειακούς κήπους και τα χωράφια και την προσφορά διακονίας στους συνανθρώπους της. Ήταν ένας πρότυπος κοινωνικός εργάτης στην εξάσκηση της αγάπης, διότι προστάτευε και κατηχούσε κορίτσια πού βρίσκονταν σε ανάγκη κατά την μετακατοχική εκείνη περίοδο. Οργάνωσε την Χ.Ε.Ν. Δράμας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Δεν ήταν ψυχρή κατηχήτρια, αλλά ο πατέρας, ή μητέρα, ή αδελφή πού εμψύχωνε τις κοπέλες και τις βοηθούσε να μορφωθούν, να αποκατασταθούν να γίνουν σωστές Ελληνίδες χριστιανές και μητέρες. Τις έμαθε να ψάλλουν ύμνους, να εξομολογούνται και να κοινωνούν, να έχουν μία γνήσια πνευματική ζωή μακριά από μια τυπική συμπεριφορά. Την υπηρεσία αυτή δεν προσέφερε μόνο στην πόλη της, αλλά με τα μέσα της εποχής όργωσε την επαρχία για να μεταδώσει το φώς τού Χριστού πού είχε πλημμυρίσει το είναι της.

Όταν διαχωρίστηκε ή αδελφότητα «Ζωή» και άρχισαν οι παλινωδίες στους κόλπους της, αποσύρθηκε διακριτικά. Με πίστη στον Θεό και την τόλμη που την διέκρινε στις επιλογές της μαζί με μία ομάδα νέων γυναικών ίδρυσε αδελφότητα στη Δράμα και αγοράστηκε το σπίτι τους με τον ολοήμερο κόπο και ίδρωτα τους. Τη δεκαετία του 1950 οργάνωσε συσσίτια στην Δράμα για να αντιμετωπιστούν οι πληγές που άφησε η τρίτη κατά σειρά Βουλγαρική Κατοχή στην Ανατολική Μακεδονία. Επίσης ξεκίνησε τις κατασκηνώσεις της Μητροπόλεως Δράμας στον Γρανίτη. Παράλληλα όλη ή αδελφότητα εργαζόταν ακατάπαυστα ως δασκάλες, νοσοκόμες, μοδίστρες και συγκέντρωναν τα χρήματά τους με σκοπό να ιδρύσουν μοναστήρι για να πραγματοποιήσουν τον ιερό τους πόθο να μονάσουν.

Αναζήτηση τόπου για τη στέγαση της αδελφότητας

Ή Ερασμία γύρισε όλη την Ελλάδα να βρει κατάλληλο τόπο και ξεκίνησε το κτίσιμο της Αγίας Παρασκευής στην Θήβα. Σε όλο αυτό το διάστημα γνώρισε κάθε δοκιμασία και πειρασμό. Συνάντησε πολλά εμπόδια και αφάνταστες δυσκολίες. Είδε την εγκατάλειψη από τούς εν Χριστώ αδελφούς και πνευματικούς. Είχε περιπέτειες, αντιμετώπισε αρρώστιες. Ακατάβλητη, θωρακισμένη με πίστη και πολλή προσευχή, υποτάχτηκε ταπεινά στο θέλημα τού Κυρίου αποδέχθηκε την στέγαση της αδελφότητας στο μοναστήρι της Σίψας μετά από προτροπή της Μοναχής Άννας Μακκαβαίου, την οποία είχε κάνει μεγαλόσχημη ό όσιος Γεώργιος.

%ce%b7-%ce%bc%ce%b9%ce%ba%cf%81%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%b3%ce%b5%cf%81%cf%8c%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%b1%ce%ba%cf%85%ce%bb%ce%af%ce%bd%ce%b1

Εγκατάσταση και Ηγουμενία στη Μονή Αναλήψεως Δράμας

Στις 25 Μαρτίου 1970 με την ευλογία και προτροπή του επιχώριου μητροπολίτη Δράμας Διονυσίου, επισκέφτηκε με την αδελφότητα της την εγκαταλειμμένη για έντεκα χρόνια Ιερά Μονή της Θείας Αναλήψεως. Αμέσως ξεκίνησαν τον αγώνα για να ευπρεπίσουν τον ιερό χώρο. Για έξι μήνες έκαιγαν σκουπίδια, καθάριζαν πέτρες και βοηθούσαν τούς εργάτες να κτίζουν. Με πολλές στερήσεις και προσωπικό κόπο εργάστηκαν με πρωτοφανή ζήλο και ακούραστα, ενώ τα βράδια έμεναν σε εγκαταλειμμένα σπίτια πού ήταν κοντά στη Μονή. Τελικά , στις 25 Απριλίου τού 1971 τελέσθηκαν τα εγκαίνια  από τον μητροπολίτη Δράμας Διονύσιο.

Στις 17 Ιουλίου 1970 και σε ηλικία 50 ετών πήρε το μέγα και αγγελικό σχήμα και ονομάσθηκε Άκυλίνα μοναχή. Από τότε επιδόθηκε σε ανώτερους πνευματικούς κόπους για την κατάρτιση της ψυχής της και την καθοδήγηση των μοναχών της. Ταυτόχρονα εργάσθηκε για το κτίσιμο και το μεγάλωμα της Μονής. Ολόκληρο το κτιριακό οικοδόμημα της Μονής είναι κόπος της δραστηριότητάς της μαζί με την πρώτη αδελφότητα άλλα και τις νεώτερες αδελφές, πού κράτησε 36 χρόνια. Στελέχωσε την Ιερά Μονή με πολυμελή αδελφότητα πού την αγάπησαν σαν αληθινή τους μητέρα.

Η Μονή, μετά από τον αγώνα και τις προσπάθειες της αδελφότητας με επικεφαλής την ηγουμένη Ακυλίνα, απέκτησε κελιά, ηγουμενείο, νοσοκομείο, βιβλιοθήκη, τράπεζα μοναχών και το ναΐσκο της αγίας Ακυλίνας, ενώ στο ισόγειο δημιουργήθηκσν βοηθητικοί χώροι και τα εργαστήρια των μοναζουσών. Στο κέντρο των κτισμάτων ανεγέρθηκε ο ιερός ναός της Υπαπαντής του Σωτήρος και της Υπεραγίας Θεοτόκου (καθολικό της μονής). Είναι σταυροειδής με τρούλο και πέτρινη εξωτερικά επένδυση, ενώ εσωτερικά είναι αγιογραφημένος από τους Παχωμαίους μοναχούς Θεόφιλο και Χρυσόστομο, συνεχιστές της βυζαντινής παραδόσεως. Τα εγκαίνιά του έγιναν στις 3 Μαΐου του 1987.

Το κέντρο της ζωής και της διδαχής της ηγουμένης Ακυλίνας ήταν ή ενεργοποίηση της εντολής της αγάπης. Ή αγάπη στον Νυμφίο της Ιησού Χριστό και ή εφευρετική για τον συνάνθρωπο αγάπη και στοργή. Υπήρξε σιωπηλή ευγενής, αδιαλείπτως προσευχόμενη και πολύ ελεήμων. Ήταν τύπος δυναμικός και υπερβολικά έξυπνος, πού ήξερε να χειρίζεται τις καταστάσεις για την ωφέλεια των ψυχών και σύμπτυξη τού ποιμνίου της. Ή συμπεριφορά της χαρακτηρίσθηκε από την αφάνεια την ταπεινοφροσύνη, την απέχθεια για τούς επαίνους και την ανθρώπινη αναγνώριση. Για όλα αυτά ό Θεός της χάρισε το προορατικό και διορατικό χάρισμα, ώστε ή αδελφότητα και τα πνευματικά παιδιά της Μονής να οδηγούνται στην σωτηρία. Ή άξια αυτή πνευματική μητέρα ήταν για όλους και Γερόντισσα και μητέρα και αδελφή και φίλη. Ή μεγάλη και αδιάπτωτη αγάπη της δεν άφησε κανέναν να περάσει τα όρια. Σε όλους ενέπνεε τον σεβασμό, ακόμη και στους εχθρούς της τούς όποιους αποκαλούσε ευεργέτες της ψυχής της.

Λίγο πριν από το τέλος της αξιώθηκε να προσκυνήσει την τίμια κάρα τού οσίου Γεωργίου κατά την ανακομιδή των ιερών του λειψάνων.

Με την προσευχή και την γνήσια μοναχική της μαρτυρία κόπιαζε νύχτα και ήμερα για τις ψυχές πού της χάρισε ό Κύριος, ενώ συγχρόνως οικοδομούσε, στήριζε, παρηγορούσε και ευεργετούσε αμέτρητο αριθμό πονεμένων, απελπισμένων και φτωχών. Κοιμήθηκε εν Κυρίω στις 16 Νοεμβρίου 2006.

Στον απλό και απέριττο τάφο της γράφηκε από την Κλίμακα τού Αγίου Ιωάννου τού Σιναΐτου το εξής:

Αγάπη Πνεύματος έλλαμψις

Αγάπη, προφητείας χορηγός

%ce%bc%ce%b9%ce%ba%cf%81%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%b3%ce%b5%cf%81%cf%8c%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%b1%ce%ba%cf%85%ce%bb%ce%af%ce%bd%ce%b1

Είπαν για τη γερόντισσα Ακυλίνα…

Την Γερόντισσα Άκυλίνα σέβονταν και αγαπούσαν όλοι οι σύγχρονοι Γέροντες και Γερόντισσες:

*    Ό άγιος Παίσιος ό Αγιορείτης καθώς και ό Γέροντας Ιωσήφ ό Βατοπαιδινός την εκτιμούσαν ιδιαίτερα αποκαλώντας την «Γερόντισσα των Γεροντισσών». Ό Γέροντας Γαβριήλ ό Διονυσιάτης διανυκτέρευε στην Μονή της, όταν βρισκόταν στην Δράμα.

*    Ό Γέροντας Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης την εκτιμούσε και την επισκεπτόταν.

*    Ό Γέροντας Έφραιμ ό Φιλοθείτης, Προηγούμενος, πού βρίσκεται σήμερα στην Αριζόνα όταν κατά τα δύο πρώτα χρόνια επισκεπτόταν την Μονή, της έβαλε τα θεμέλια της «ευχής».

*    Ό Γέροντας Αιμιλιανός, ό Σιμωνοπετρίτης Προηγούμενος και ή Ηγουμένη Νικοδήμη της Μονής της Όρμυλίας καθώς και ή μακαριστή Ηγουμένη Φεβρωνία της Μονής τού Πανοράματος ήταν φίλοι της Μονής και διατηρούσαν πνευματικές σχέσεις με την Γερόντισσα Άκυλίνα.

*    Ό άγιος Πορφύριος ό Καυσοκαλυβίτης σε μία μοναχή της Μονής της Σίψας πού τον επισκέφτηκε την αποκάλεσε «Χερουβείμ με χρυσά φτερά».

Η αοίδιμη Γερόντισσα Ακυλίνα ήταν κεφάλαιο της Μοναχικής Πολιτείας, μία μεγάλη μορφή, τομή στον γυναικείο Μοναχισμό, πού ή ευρύτητα τού νου της με την άγιοπνευματική της μεταμορφωμένη προσωπικότητα αποτέλεσε σταθμό και πρότυπο ζωής. Δεν υπέκυψε στην εκσυγχρονιστική τάση της εποχής και με καλή «αγωνία» έψαχνε πρότυπα παλαιών μοναχών και μοναζουσών. Το ενδιαφέρον και ό πόνος της καρδιάς της που ήξερε να αγαπάει ήταν να μεταμορφώσει άγιοπνευματικά τις μοναχές της σε αληθινές νύμφες Χριστού και να μεταδώσει το φώς τού Χριστού στα πνευματικά παιδιά της Μονής. Ο συγγραφέας του πονήματος »Γέροντες και γυναικείος μοναχισμός» ιερομ. Δημήτριος Καββαδίας γράφει για τη Γερόντισσα Άκυλίνα: Αρχοντική μορφή, αρχοντικό περπάτημα, αρχοντικό ύφος. Το καθαρό της πρόσωπο έδειχνε εξαϋλωμένο. Μεταλάμβανε των Αχράντων Μυστήριων αλλοιωμένη και φωτεινή. Όταν σού ευχόταν. «αϊρουσα όμματα και χείρας εις τον ούρανόν», θεωρούσες ότι είχες μπροστά σο μία βιβλική μορφή της Παλαιάς Διαθήκης, μία Δικαία πού ευαρέστησε εις Κύριον.

mikrasia

μοναχή Μακρίνα Βασσοπούλου, η εκ Βιλαετίου Σμύρνης, καθηγουμένη της Μονής Παναγίας Οδηγήτριας Πορταριάς Πηλίου

%ce%bc%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b1-%ce%b2%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%bf%cf%85

Ή Μαρία Βασσοπούλου γεννήθηκε το 1921, άπό ευσεβείς γονείς στό Βιλαέτι της Σμύρνης. Μέ τήν Μικρασιατική Καταστροφή ή οικογένεια της αναγκάσθηκε να άφήσει τήν πατρική Ιωνική γη καί να μεταφυτευθεί στον Βόλο. Ένώ όμως ήταν μόλις 10 ετών,  κοιμήθηκαν καί οι δύο γονείς της. Έτσι ή μικρή Μαρία, μαζί μέ το μικρότερο αδερφό της, τον Γιωργάκη, έμειναν παντελώς έρημοι καί εγκαταλελειμμέναοι.
Όμως ή μικρή Μαρία δεν ήταν άπό τους ανθρώπους πού άπελπίζοντο εύκολα. Έπιασε δουλειά, πρώτα σέ μία μικρή βιοτεχνία μεταποιήσεως τροφίμων, όπου έσπαζε καρύδια γιά λίγο ψωμί. Κατόπιν εργάσθηκε σε ένα καπνεργοστάσιο. Έτσι, μέ πολλές στερήσεις, το ορφανό κοριτσάκι κατάφερε νά μεγαλώσει το πολυαγαπημένο μικρό της αδελφάκι. Καί ένώ τά πράγματα άρχισαν κάπως νά ομαλοποιούνται, ξέσπασε ξαφνικά ό Β’ Παγκόσμιος πόλεμος καί μαζί του τά δίσεκτα χρόνια της Κατοχής.
Στις αρχές της Κατοχής οι γείτονες πρόσφεραν κάποια βοήθεια στά ορφανά. Όταν όμως άρχισαν οί άνθρωποι νά πεθαίνουν κατά δεκάδες στους δρόμους άπό τήν πείνα, κανείς δέν ενδιαφερόταν πλέον τά δύο παιδιά. Γιά μέρες ολόκληρες έμεναν νηστικά καί κόντευαν νά πεθάνουν άπό ασιτία.
Τά αδελφάκια, λοιπόν, χρειάσθηκε νά χωρίσουν, μέ τήν ελπίδα πώς έτσι ίσως τουλάχιστον επιζήσει τό ένα άπό τά δύο. Ό μικρός Γιωργάκης έφυγε στην Θεσσαλονίκη καί ή Μαρία παρέμεινε στον Βόλο παντελώς μόνη της καί βυθισμένη στην θλίψι γιά τον χωρισμό τους.
Καί τά χρόνια της Κατοχής, άλλα καί τά μεταπολεμικά χρόνια στάθηκαν γιά τήν Μαρία πολύ δύσκολα. Δούλευε σκληρά σε διάφορες εργασίες γιά λίγο ψωμί, άλλα καί αυτό τό μοίραζε από ευσπλαχνία.
Χαρακτηριστικά της γνωρίσματα ήταν: ή μεγάλη της ευσπλαχνία, ή συγχωρητικότητα, ή ελεημοσύνη, ή μεγάλη της υπομονή, ή εργατικότητα καί ή ολονύκτιος προσευχή. Σε όλη της τήν ζωή ή προσευχή στάθηκε πυξίδα και βακτηρία.
Συνέβη μάλιστα αρκετές φορές να γευθεί «χειροπιαστά» τήν θεϊκή άντίληψη. »Τήν περίοδο αυτή ή νεαρή Μαρία γνωρίσθηκε μέ τήν όσιωτάτη μητέρα μου», γράφει ο πατήρ Εφραίμ Φιλοθεϊτης.
»Οι δύο αυτές αγιασμένες ψυχές προσηύχοντο μαζί στην κουζίνα τού πατρικού μου σπιτιού, γονατιστές όλο το βράδυ, μέ πάμπολλα δάκρυα καί γονυκλισίες. Πολλά μέ δίδαξε το άγιο παράδειγμα τους! Αυτές οι αρετές της στάθηκαν ή αιτία νά μαζευτούν γύρω της μερικά ευλαβέστατα κορίτσια, άπό τά χρόνια τής Κατοχής καί νά ζητήσουν νά γίνουν νύμφες τού Χριστού μας». Οι κοπέλες ζούσαν ύπό τήν πνευματική καθοδήγηση τού πατρός Έφραίμ από τον Βόλο.
‘Όταν όμως έκείνος αναγκάσθηκε νά γυρίσει στο Άγιον Όρος, οι κοπέλες βρέθηκαν ξαφνικά ορφανές…
Πολλοί πνευματικοί ζήτησαν νά τις αναλάβουν, άλλα δέν άνεπαύοντο μέ κανέναν, διότι είχαν αποκτήσει το πνευματικό φρόνημα τού Γέροντος Ιωσήφ.
Γι’ αυτό καί έγραψαν στον Γέροντα μου τον Ιωσήφ τον Σπηλαιώτη καί ζήτησαν νά τίς άναλάβει αυτός.
Έγώ, ήδη ήμουν στο ΄Αγιον Όρος, κοντά στον Γέροντα. Ό Γέροντας έκανε προσευχή καί απάντησε:
«»Αν κάνετε υπακοή, θά σας αναλάβω. Έάν δέν κάνετε, θά σας αφήσω». Κι΄ έκείνες του απάντησαν:
«Γέροντα, σ’ ό,τι θά μας πήτε, θά κάνουμε υπακοή…»
Μόλις ό Γέροντας πήρε τήν άπάντησή τους, έκανε πάλι προσευχή. Καί μετά τούς έγραψε νά κάνουν υπακοή στην Μαρία, τήν μετέπειτα Γερόντισσα Μακρίνα, τήν οποία ποτέ του δέν είχε δεί. Και τους εξήγησε το λόγο:
«Είδα σέ όραμα τήν Μαρία. Θά κάνετε υπακοή σ’ αυτήν, διότι έγώ απόψε τήν είδα σέ οπτασία τήν ώρα πού προσευχόμουν. Τήν είδα στην μέση καί γύρω-γύρω ήσαν πολλά προβατάκια. Κι’ έτσι κατάλαβα ότι αυτήν πρέπει νά τήν βάλω Γερόντισσα. Όποτε θά κάνετε ύπακοή και καμμιά σας να μην άντιλογήση».
Οι αγνές κοπέλες του είπαν: «Να ‘ναι ευλογημένο» καί πολύ χάρηκε ό Γέροντας μέ την υπακοή τους. Τις αγαπούσε πάρα πολύ, διότι μέ τους νοερούς του οφθαλμούς έβλεπε την αγάπη πού είχαν για τον Νυμφίο Χριστό. Γι’ αυτό καί συχνά τους έγραφε γράμματα προς στηριγμό τους μέ λόγια άπλα, αλλά πολύ δυνατά σάν καί τά ακόλουθα:
«Λοιπόν, άλλο μην κοιτάζετε, αλλά ομόνοια καί αγάπη, κάντε ύπακοήν, διά νά κερδίσετε την ταπείνωση, διότι ό Κύριος Ιησούς Χριστός έγινε παράδειγμα εις ημάς καί μας δίδαξε την ταπείνωση, γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου. Λοιπόν ύποτάσεσθε στην Μαρία, όπου προσπαθεί νά σας ώφελήσει καί έμείς έδώ όλοι προσευχόμεθα νά σας βοηθήση ό Κύριος καί νά σας άξιώση της αιωνίου ζωής. Σας εύχομαι έξ όλης ψυχής ο Ταπεινός Γεροντάκης Ιωσήφ»
%ce%ba%ce%b1%ce%b8%ce%b7%ce%b3%ce%bf%cf%85%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b7-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b1-%ce%b2%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%bf%cf%85
Ό Γέροντας στάθηκε για τίς αγνές αυτές ψυχές αλάνθαστος νηπτικός, διορατικός καί διακριτικός οδηγός. Μιά άπ’ αυτές τίς μοναχές διηγήθηκε τα εξής για τήν ζωή τους κοντά στον Γέροντα:
«Όλα μας τα προέλεγε. Ό,τι συνέβαινε στο μοναστήρι τα έγραφε στα γράμματα του δίχως να του το πούμε.»Οταν ήμουν στην αρχή τής καλογερικής, είχε αρρωστήσει ή αδελφή μου, που ήταν κι’ αυτή δόκιμη τότε.’ Εγώ πολύ στενοχωρήθηκα καί λέω:
–Παναγία μου, γιατί; Έμείς ήλθαμε έδω να σέ υπηρετήσουμε. Γιατί να άρρωστήσει καί να μήν μπορή να προσφέρη τήν βοήθεια της στο μοναστήρι; Καί πήγα καί κάθισα στην αυλή κάτω άπό μια ελιά καί έκλαιγα όλη νύκτα…
Μετά άπό λίγες μέρες, ήλθε ένα γράμμα γιά μένα άπό τον Γέροντα πού έγραφε: «Μικρό μου παιδάκι, ακούω τήν φωνούλα σου, καί δεν μπορώ, μου σπαράζει τήν ψυχή άπό τον πόνο καί με διακόπτει άπό τήν προσευχούλα. Μήν κλαις. Ή αδελφούλα σου θά γίνη καλά».
Καί το έγραψε δίχως κανείς νά τό ξέρη! Μου λένε οι αδελφές:
–Τί έκανες αδελφή;Τους λέω:
–Νά, πήγα καί έκλαιγα κάτω άπό τήν ελιά. Πώς όμως αυτός τό γνώριζε, άφου ήταν μακριά στο «Αγιον Όρος;
Παρομοίως, κάποτε είχε αρρωστήσει ή Γερόντισσα Μακρίνα κι’ έκανε αίμόπτυσι. Κι’ έμείς δέν είχαμε τηλέφωνο νά επικοινωνήσουμε μέ τόν Γέροντα καί νά του πούμε. ‘Αλλά καί στό γράμμα πού γράψαμε μετά, τού τό κρύψαμε, γιά νά μήν τόν στενοχωρήσουμε καί νά τόν διακόψουμε άπό τήν προσευχή του. Εκείνος όμως μας στέλνει ένα γράμμα καί μας γράφει:
«Παιδάκια μου, γιατί δέν μου γράψατε ότι ή Γερόντισσα είναι άρρωστη καί πάσχει, γιά νά προσευχηθούμε; Κάνατε πολύ κακώς νά νομίζετε ότι θά μέ διακόψετε άπό τήν προσευχή. Διότι έμείς τήν είδαμε νοερώς τό βράδυ, πού προσευχόμασταν μέ τόν πατέρα Αρσένιο, ότι ή Γερόντισσα Μακρινά ήταν σοβαρά άρρωστη. Καί κάναμε πολλή προσευχή. Παιδιά μου, θέλω νά με ενημερώνετε γιά ό,τι θα σας συμβαίνει στο μοναστήρι καί ιδίως με τήν Γερόντισσα. Νά μου τά γράφετε».
Αλλά καί ή Γερόντισσα Μακρίνα τους έβλεπε το βράδυ δίπλα στο μαξιλάρι της και τους δυό, τον Γέροντα Ιωσήφ καί τον πατέρα Αρσένιο, οτι έκαναν κομποσχοίνι με σταυρό καί έλεγαν: «Κύριε, θεράπευσον τήν δούλην σου».
«Πολλές φορές μας το έκανε αυτό ό Γέροντας. Τήν ώρα πού προσηύχετο, έβλεπε τί κάναμε και πού βρισκόμασταν. Καί έμείς απορούσαμε πώς ό,τι σκεφτόμασταν, αυτός μας τά έγραφε μόνος του. Καί μετά γέμιζαν οι ψυχές μας άπό δέος καί φόβο!» . Αυτά έλεγε ή Γερόντισσα.
Το μοναστήρι αυτό πρόκοψε πάρα πολύ. Άπό εκείνο το ευλογημένο κοινόβιο βγήκαν πολλοί ευκλεείς καρποί, ψυχές αγνές, αφιερωμένες στην αγάπη καί τήν λατρεία του επουρανίου Νυμφίου.Μετά τήν κοίμησι του Γέροντος Ιωσήφ, ό παπα-Έφραίμ ό Κατουνακιώτης, πολλές φορές τά βράδυα στην αγρυπνία του έβλεπε μέ τους νοερούς του οφθαλμούς, δύο στύλους πυρός πάνω από τον Βόλο, νά υψώνωνται άπό τήν γη στον ουρανό.
Επρόκειτο γιά τήν ήδη μακαριστή Γερόντισσα Μακρίνα καί μία άπό τις χαριτωμένες μοναχές της.
Τό μοναστήρι της Πορταριάς διακρίθηκε διά τήν πνευματικότητα του καί χιλιάδες πιστών, όχι μόνον άπό τήν περιοχήν, άλλα καί άπό όλην τήν Ελλάδα εύρήκαν καταφύγιο κοντά στην αλησμόνητη Γερόντισσα Μακρίνα καί ωφελήθηκαν πνευματικά.
Τό πρόσωπο της ακτινοβολούσε καλωσύνη, αγάπη, ειλικρίνεια καί πίστι. Ή ηρεμία της καί ό γλυκός της λόγος ήταν στήριγμα καί πηγή δυνάμεως γιά όσους ευτύχησαν νά τήν γνωρίσουν. Άπό αυτήν τήν χαριτωμένη αδελφότητα, στάλθηκαν μοναχές καί επάνδρωσαν τήν Μονή του Τιμίου Προδρόμου στις Σέρρες και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στην Θάσο. Καί άπ’ αυτές τις Μονές στάλθηκαν κατόπιν μοναχές σαν προζύμι, στην Βόρειο Αμερική καί στον Καναδά, για νά φυτεύσουν κι’ έκεί το Όρθόδοξο μοναχικό ιδεώδες…

 

Ο Θεός θέλει προσευχή, προσοχή, και ταπείνωση. Να προσέχουμε την αργολογία. Να δαγκώνουμε λίγο τη γλώσσα μας για να λέμε και καμιά ευχή. Για να μπορέσουμε να προσευχηθούμε και λίγο τη νύχτα, να θυμηθούμε και τους ανθρώπους πού έχουν ανάγκη….Γι’ αυτό να ζητάμε σύνεση, επίγνωση των πραγμάτων που θα πούμε, τι δεν θα πούμε.

Να είμαστε συνεπείς στην εκκλησία, στο διακόνημά μας και ο Θεός θα μας βοηθήσει. Προσέξτε την παρρησία, την μεγαλοφωνία, την αργολογία και την κατάκριση.
%ce%b7-%ce%b3%ce%b5%cf%81%cf%8c%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b1
Η Γερόντισσα Μακρίνα στο Λονδίνο…
Προ ετών η Γερόντισσα είχε ένα θέμα υγείας και μετά από προσευχή και κατόπιν υπακοής πήγε στο Λονδίνο. Έκανε μια μικρή επέμβαση στο έντερο. Συνοδεύετο από μερικά πνευματικά παιδιά της.
Το πρώτο βράδυ ήταν δύσκολο. Σύμφωνα με το τυπικό του Νοσοκομείου στην Γερόντισσα δεν επέτρεψαν να μείνει κάποιος το βράδυ κοντά της. Όταν όλοι έφυγαν η Ηγουμένη της Ιεράς της Παναγίας Οδηγητρίας έμεινε μόνη. Μόνη με αρκετή δυσκολία το πρώτο βράδυ μετά την επέμβαση…
Ξαφνικά χτυπά η πόρτα και μπαίνουν μέσα δύο γιατροί μαύροι.
Της συμπεριφέρονται ευγενικά και συμπαρίστανται στην αγωνία της Ο ένας την κρατά αγκαλιά και ο άλλος με το πτυελοδοχείο και γάζες βοηθούν να περάσει το σημείον της δυσκολίας. Το πρωί φεύγουν οι ιατροί. Μάρτυρες του γεγονότος οι γάζες σε μια γωνιά του δωματίου ευρισκόμενες. Όταν έρχονται τα πνευματικά παιδιά της, η Μητέρα είναι πολύ καλά.
Όταν ζητούν από την προϊσταμένη τα ονόματα των ιατρών, πληροφορούνται ότι ιατροί δεν υπάρχουν στο Νοσοκομείο.
Η Γερόντισσα προσεύχεται δια την λύσιν του προβλήματος και παίρνει την πληροφορία, ότι οι μαύροι ιατροί ήταν το ζεύγος των Αγίων Αναργύρων από την Αιθιοπία.Το ίδιο βράδυ γινόταν πολύ προσευχή και στο Άγιον Όρος.
Τέτοιες καταστάσεις περνούσε πολλές η Γερόντισσα, δια τούτο ευρίσκετο πάντοτε εις κατάσταση Χάριτος και προσφοράς Αγάπης…
Η γερόντισσα Μακρίνα, έκοιμήθη έν όσιότητι, την Κυριακή 4 Ιουνίου 1995.

 

mikrasia

μοναχή Άννα Γιοβάνογλου η γερόντισσα της Δράμας, η εκ της Πανόρμου Μικράς Ασίας

%ce%b3%ce%b5%cf%81%cf%8c%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%ac%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b4%cf%81%ce%ac%ce%bc%ce%b1%cf%82

Η μακαριστή γερόντισσα Άννα Γιοβάνογλου γεννήθηκε το 1903 στην Πάνορμο της Μικράς Ασίας από ευλαβείς γονείς , τον Ιωάννη και την Δήμητρα. Ήταν πρωτότοκη και είχε άλλα οκτώ αδέλφια. Στην βάπτιση της δόθηκε το όνομα Αναστασία.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών, έπειτα από πολλές ταλαιπωρίες, εγκαταστάθηκαν στο χωριό Πηγάδια Κυργίων Δράμας. Στα Πηγάδια ο πατέρας της έγινε κτηνοτρόφος. Αυτή ως μεγαλύτερη φρόντιζε για τα μικρότερα αδέλφια της, γιατί και η μητέρα της εργαζόταν.

Προσευχόταν και μερικές νύχτες άκουγε αγγελικές ψαλμωδίες. Διηγείτο: «Ήμασταν εννιά αδέλφια και μόνο κρατούσαμε (τηρούσαμε) του πατέρα μας τον λόγο. Αλλά ήρθε καιρός που να μην τον κρατήσω εγώ, γιατί ήμουν μεγαλύτερη τριάντα χρόνων κοπέλα και ήρθε καιρός να παντρευτώ και τ’ αδέλφια μου όλα μεγάλωσαν και ήταν για παντρειά και μουρμούριζαν (γόγγυζαν) εναντίον μου, πότε θα παντρευτείς; τι θα κάνεις;».

Η ίδια αρεσκόταν να βρίσκεται μόνη στη φύση μαζί τα ζώα, γιατί αυτό της έδινε την ευκαιρία να μένει μόνη με το Θεό και να προσεύχεται. Όταν τύγχανε να βρεθεί σε κάποιο βουνό με εκκλησάκι , άδραχνε την ευκαιρία για πνευματική συζήτηση με τους μοναχούς που περιόδευαν, τα λόγια των οποίων κυριολεκτικά ρουφούσε.

Όταν έφτασε σε ηλικία ικανή ο πατέρας της την πάντρεψε με κάποιο βοσκό που δούλευε κοντά του αλλά αυτός μετά από λίγο καιρό την εγκατέλειψε. Τότε η Άννα πήγε σε μια θεία της στο Δοξάτο και εργαζόταν στα καπνά της περιοχής. Εκεί υπήρχε η εκκλησία του αγίου Μάρκου στην οποία είχε ένα μοναχό με τον οποίο συχνά συνομιλούσε και της είχε δώσει ένα ξύλινο σταυρό , τον οποίο η Άννα ποτέ δεν αποχωρίστηκε. Από το σύντομο γάμο της απέκτησε μια κορούλα, τη Βενετία την οποία μεγάλωσε μόνη της και με τη βοήθεια της αδελφής της.

Η Άννα ήταν αναλφάβητη αλλά αυτό δεν την εμπόδιζε να μαθαίνει το Λόγο του Θεού από την εκκλησία και τα κηρύγματα. Άκουγε επίσης με πολύ ενδιαφέρον τους βίους των αγίων και δεν έχανε ευκαιρία να επαναλαμβάνει όσα άκουγε σε γνωστούς και φίλους. Με τον τρόπο αυτό από τη μια γινόταν απόστολος των θείων μηνυμάτων και από την άλλη αποστήθιζε απ’ έξω όσα άκουγε.

Η Άννα έκανε οικονομίες και έτσι μπόρεσε να πραγματοποιήσει διάφορα ταξίδια που ήθελε όπως στην Παναγία της Τήνου και στα Ιεροσόλυμα. Τα τελευταία επισκέφτηκε για πέντε φορές όπου και εκάρη μοναχή παίρνοντας το όνομά της το 1972. Αυτό έγινε στην ιερά μονή αγίου Γεωργίου Χοζεβά. Μετά από αυτό επέστρεψε στο Δοξάτο και άρχισε να ζει ασκητικά. Ολονύκτιες αγρυπνίες και αδιάλειπτη προσευχή ήταν οι κύριες ασχολίες της , ενώ δεν αποχωριζόταν το κομποσχοίνι ποτέ από τα χέρια της . Ζούσε σε μικρά φτωχικά σπιτάκια που νοίκιαζε και πάντοτε μεριμνούσε να έχει ένα μικρό κήπο που καλλιεργούσε η ίδια. Μάλιστα διατηρούσε εσπεριδοειδή , δένδρα που δεν ευδοκιμούσαν στην περιοχή, λόγω θερμοκρασίας. Αυτά της Άννας όμως έδιναν καρπούς.

Έμενε στο Δοξάτο μόνη της σ’ ένα μικρό και παλαιό κελλάκι, χωρίς φως με μια σομπούλα. Δεν θέλησε να μείνει στο σπίτι της κόρης της αλλά κοντά της, από ευαισθησία για να μην την επιβαρύνη, αλλά και για να έχει την ησυχία της να κάνη τα μοναχικά της καθήκοντα. Το δωμάτιό της ήταν λιτό και στο κρεβάτι της είχε μια μικρή βαλίτσα όπου φύλαγε τα σάβανά της και κάθε μέρα την άνοιγε για να τα βλέπει και έτσι κατάφερε να έχει συνεχή μνεία θανάτου. Συνήθιζε να θυμιατίζει με καρβουνάκια που έφτιαχνε η ίδια από ξυλάκια κληματαριάς. Τα βράδια όταν οι εργάτες των καπνών πήγαιναν δουλειά, η Άννα έβγαινε στο δρόμο και τους θυμιάτιζε. Αυτό όμως προκαλούσε ποικίλες αντιδράσεις, διότι άλλοι την κορόιδευαν για αυτό. Συχνά γινόταν αντικείμενο κοροϊδίας και εμπαιγμού και για τα ρούχα της που αποτελούνταν από ένα σχισμένο ράσο.

Έκανε το παν για να μην λείψη τίποτε από την κόρη της Βενετία. Δούλευε νύχτα-μέρα διότι επιπλέον βοηθούσε τα αδέλφια της και γηροκόμησε την μητέρα της. Εργαζόταν σκληρά όλη την ημέρα στα χωράφια και τη νύχτα προσευχόταν. Συνήθιζε, με άλλες γυναίκες του χωριού, να συγκεντρώνονται σε κάποιο σπίτι εκ περιτροπής, ενώπιον μιας θαυματουργής εικόνας του Αγίου Γεωργίου, να αγρυπνούν και να προσεύχονται για όλον τον κόσμο. Και η ίδια ξυπνούσε πάντα πρωί για να προσεύχεται, γιατί πίστευε ότι ο Θεός τότε σ’ ακούει καλύτερα. Όταν πιστεύεις και παρακαλάς, ο Θεός δεν σε ξεχνά.

Όποιος την επισκεπτόταν ένιωθε κοντά της χαρά και χάρη. Κερνούσε τους επισκέπτες καφέ, κανένα αυγουλάκι και απαντούσε στις ερωτήσεις τους μεταδίδοντας την χάρη και τα βιώματα της. Τα βαθυγάλαζα μάτια της έλαμπαν και ακτινοβολούσαν από καλωσύνη. Θύμιαζε τις εικόνες στο κελλάκι της, αλλά τη νύχτα έβγαινε στον δρόμο και θύμιαζε τους ανθρώπους που πήγαιναν στα καπνά. Θύμιαζε όλο το Δοξάτο και προσευχόταν για τον κόσμο.

Συμβούλευε: «Να προσεύχεσαι χαράματα και έξω από το σπίτι με τα χέρια στον ουρανό. Τότε σε ακούει ο Θεός, βλέπεις και τους Αγγέλους. Όταν παρακαλάς, να παρακαλάς πρώτα τον Χριστό και έπειτα τους Αγίους, όσους θυμάσαι, όχι μόνον έναν. Και αυτά τα παρακάλια τα παίρνουν οι Άγιοι και τα πάνε στην Παναγία και η Παναγία τα δίνει στον Χριστό. Εγώ μια φορά παρακαλούσα και ξέχασα τον άγιο Θεόδωρο. Εμφανίστηκε, λοιπόν, και μου λέει: «Όλους τους παρακαλάς και μένα με ξέχασες». «Ποιος είσαι», λέω, «δεν σε γνώρισα». «Ο άγιος Θεόδωρος είμαι», λέει. Από τότε κάθε φορά τον παρακαλάω».

Έλεγε με απλότητα στην προσευχή της: «Η αδελφή Άννα σας παρακαλεί: «Άγιε Αλέξιε, άγιε Παντελεήμων»» και μνημόνευε πολλούς Αγίους που είχε σε ευλάβεια, και όσων Αγίων είχε εικονάκια.

Ήταν φυσική η επικοινωνία της Γερόντισσας με τους Αγίους. Δεχόταν απλά και απερίεργα τις εμφανίσεις των Αγίων με πίστη, χωρίς να περνούν λογισμοί κενοδοξίας. Όταν πήγαινε η κόρη της στο κελλάκι της, η Γερόντισσα την απέτρεπε να κάθεται με την πλάτη προς την Ανατολή, γιατί εκεί έβλεπε να στέκεται κάποιος Άγιος και το θεωρούσε ασέβεια. Την συμβούλευε να κάνη πάντα προσευχή πριν από κάθε της έργο για να πετύχη. Στις δυσκολίες έλεγε στην κόρη της: «Μη στενοχωριέσαι. Θα κάνω προσευχή και όταν έρθη η ώρα θα γίνει (ξεπεραστή). Εάν δεν θέλη ο Θεός, δεν γίνεται. Εκείνος ξέρει, ξέρω κι εγώ γιατί δεν γίνεται;».

Κάποια χρονιά, Κυριακή της Ορθοδοξίας, η Γερόντισσα κρατούσε εικόνα στην λιτανεία και έβλεπε τον εικονιζόμενο Άγιο να προπορεύεται.

Η γερόντισσα Άννα είχε τέτοια απλότητα, ώστε δεν της περνούσε λογισμός υπερηφάνειας, διότι τα θεωρούσε όλα φυσικά. Με την μακάρια απλότητα, την ευλάβεια, την καθαρότητα και τον φιλότιμο αγώνα της, αξιώθηκε να έχει πολλές αγιοφάνειες. Είδε τον προφήτη Ηλία και του ασπάσθηκε το χέρι. Τον Τίμιο Πρόδρομο και μάλιστα παρατήρησε το σημάδι της απότομης από το ξίφος στον λαιμό του! Τους Αγίους Θεοδώρους τους έβλεπε συχνά να περνούν τις νύχτες με τα άλογα και τις στολές τους μέσα από το Δοξάτο. Υπάρχει εξωκκλήσι των Αγίων Θεοδώρων και αυτοί προστατεύουν το χωριό. Είδε και τον άγιο Βασίλειο σε ώρα θείας Λειτουργίας.

Ζήτησε να γνωρίση και το Άγιο Πνεύμα, όπως διηγήθηκε η ίδια. «Είχα απορία, δεν μπορούσα να καταλάβω πως είναι το Άγιο Πνεύμα. Ήθελα να ξέρω όλα τα Άγια». Έκανε προσευχή και το είδε εν είδει περιστεράς.
Κάποτε η Γερόντισσα ηρπάγη στον Παράδεισο, όπως διηγήθηκε η ίδια: «Η Χάρις με πήρε… πηγαίνομε με σ’ ένα δρόμο, καλός ο δρόμος, (περνούσε) μέσα από χωράφια που είχαν και αγκάθια. Μετά ανοίξαμε μια πόρτα και αρχίσαμε να πηγαίνομε σε κήπο. Μπήκαμε μέσα κανά δύο βήματα και άρχισα να βλέπω καλά πράγματα. Είχε πράγματα για φαγώσιμο. Είδα τα μούρα, να τα λιμπίζεσαι. «Να φθάσω ένα μούρο»; «όχι δεν είναι δικά σ'», μου είπε «θα ‘ρθή η ώρα να είναι δικά σ'». Γυρίσαμε πίσω, δεν προχωρήσαμε άλλο μέσα στον Παράδεισο».

«Μια άλλη φορά», διηγήθηκε, «μια καλοσύνη έκανα, αλλά δεν θυμάμαι τι, όμως θυμάμαι με ανέβασε μια και μια στον ουρανό. Ανέβηκα και έβλεπα τους ανθρώπους να περπατάν σαν μυρμήγκια. Πως να κατέβω εγώ από δω; Σκεύομαι, σκεύομαι… μοναχή ήμουν εκεί. Τα πουλιά πετούσαν εκεί κάτ’, τάβλεπα. Ύστερα ήρθε ένας αγέρας δυνατός και εφθάσαμε κάτ’ Αλλά λέω που είμαι τώρα, που να είμαι; Τότε κατάλαβα ότι πατούσα στη γη, ότι είμαι στον κόσμο που γνωρίζω, διότι εκείνον τον κόσμο δεν τον γνωρίζω. Ακόμα θυμούμαι τα πουλιά που ήταν από κάτω μου».

Κάποτε άκουσε μια φωνή που της είπε: «Η αρετή σου περίσσεψε», και ταυτόχρονα αισθάνθηκε και μια χάρι. Η μακάρια και απλούστατη γερόντισσα Άννα ενώ ζούσε την αρετή, δεν ήξερε τι είναι «αρετή» και ρωτούσε κάποιον: «Είχα μια γειτόνισσα στα Κύργια που την έλεγαν Αρετή και πέθανε. Που με θυμήθηκε τώρα μετά από χρόνια και ήρθε στον ύπνο μου;»!

Αν της έδιναν χρήματα, τα έδινε στην Εκκλησία, ενώ τα τρόφιμα τα μοίραζε σε φτωχούς.

%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b7-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%bb%ce%b7%cf%88%ce%b5%cf%89%cf%82-%ce%b4%cf%81%ce%b1%ce%bc%ce%b1%cf%82
Η γερόντισσα Άννα επισκεπτόταν και το μοναστήρι της Αναλήψεως στη Σίψα Δράμας. Οι αδελφές την αγαπούσαν και χαίρονταν να την φιλοξενούν. Η σημερινή γερόντισσα Πορφυρία ενθυμείται και σημειώνει για την γερόντισσα Άννα: «Του Αγίου Χαραλάμπους, το 1992, μετά από μια αγρυπνία η γερόντισσα μας Ακυλίνα, μας έστειλε τρεις αδελφές στο Δοξάτο να δούμε την γερόντισσα Άννα και να της πάμε ξύλα και άλλες ευλογίες. Ήταν μια σκηνή από αρχαίο Γεροντικό. Το σπίτι παμπάλαιο, εγκαταλελειμμένο, πάμπτωχο. Η γερόντισσα Άννα κυρτωμένη, αδύνατη, με δύο γαλανά ματάκια που λάμπανε από το φως του Χριστού, μας είπε πολλά: «Για σας που νέα κορίτσια φύγατε από τα σπίτια σας και ζήτε μέσα στα βουνά που είναι το Μοναστήρι σας, που δώσατε την ζωή σας, που είστε παιδιά του θεού και το Άγιο Πνεύμα είναι κρυμμένο μέσα σας, αργότερα με τα χρόνια θα σας φανέρωση ο Θεός τα μυστικά Του». Ήταν τότε αυτός ο λογισμός που πολύ με απασχολούσε, αν δηλ. η μοναχική μου ζωή θα είχε ποτέ καρπούς. Εγώ», μας έλεγε με μία φοβερή απλότητα, «τώρα τα βλέπω αυτά που βλέπω και είμαι τόσο μεγάλη στην ηλικία». Ευωδίαζε ολόκληρη. Μας σταύρωσε μία μία και στην κάθε μία έλεγε χείμαρρο από ευχές που ήταν ότι η κάθε μια είχε ανάγκη. Είπε ότι είχε δει ένα όραμα με τρία κορίτσια. Το ένα λεγόταν νερό, το άλλο φωτιά, το άλλο τιμή. «Η τιμή», είπε, «αν την χάσης δεν την ξαναβρίσκεις, την φωτιά την βρίσκεις, το νερό επίσης».

«Κάποια στιγμή που βρεθήκαμε μόνες, μας λέει ξαφνικά: Εγώ πολλά πέρασα αλλά τα κράτησα μέσα μου και ζυμώθηκαν μέσα μου και γίναν ένα με μένα και το Άγιον Πνεύμα».
-Δηλαδή να μην μιλάμε Γερόντισσα;
-Ε! μοναχούτσικες είσαστε (μοναχούλες δηλαδή). Να μιλάτε και λίγο αλλά να λέτε πάντα τα καλά όχι τα στραβά.

»Όταν είχαμε κάποια μεγάλη δυσκολία, ξαφνικά η γερόντισσα Άννα εμφανιζόταν στο Μοναστήρι μας απροειδοποίητα. Σκυφτή, γαλήνια, με τα γαλανά ματάκια της γεμάτα αγάπη. Στήριζε τις αδελφές, φερόταν με απέραντο σεβασμό στην Γερόντισσα μας , καθόταν δυό-τρεις μέρες και έφευγε πάλι. Τις νύχτες την άκουγαν οι αδελφές από τα γειτονικά κελλιά να σηκώνεται και να προσεύχεται με δοξολογία, ευχαριστία, δάκρυα, γεμάτη θείο έρωτα. Έμπαιναν στο κελλί της και ούτε τις καταλάβαινε. Έλεγε ότι τα δάκρυα της προσευχής να μην τα σκουπίζουμε με μαντήλια αλλά με την φούντα από το κομποσχοίνι, διότι τα δάκρυα αυτά είναι ιερά.

»Ένα πρωινό, (τότε τις καθημερινές Ακολουθίες τις κάναμε στην Ανάληψη), όταν έφθασε η ώρα που προσκυνάμε τις εικόνες, η γερόντισσα Άννα έτυχε να στέκεται δίπλα μου. Την βάζαμε να χαιρετά μετά την Γερόντισσα και ουδέποτε και για τίποτε δεν είχε φέρει αντίρρηση. Εκείνο το πρωί την έβλεπα να μην κουνιέται. Της λέω σιγά: «Πάτε να προσκυνήσετε». Μου έκανε εντύπωση που δεν μου έδωσε σημασία. Της το ξαναείπα. Όλες οι αδελφές την περίμεναν. Μ’ έπιασε αγωνία και την σκούντησα ελαφρά. Ντρεπόμουν κι όλας, ήμουν η τελευταία στην σειρά ρασοφόρα και την σεβόμουνα πολύ. Η Γερόντισσα άγαλμα. Δεν κουνιόταν. Οι αδελφές πήγαν στην σειρά τους καί χαιρέτησαν. Τελείωσε η πρώτη ώρα, πήραμε ευχή και φύγαμε. Η γερόντισσα Άννα μετά την πρωινή τράπεζα ζήτησε να μιλήση στην Γερόντισσα μας. Της είπε λοιπόν ότι εκεί δίπλα της στο παγκάρι της Αναλήψεως ανάμεσα μας στεκόταν ο γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης και αυτή από το δέος δεν κουνιόταν. «Με σκουντούσαν», είπε, «με έλεγαν να πάω να προσκυνήσω. Καλά, δεν βλέπανε τον Γέροντα»;».

Και άλλη αδελφή σημειώνει: «Το έτος 1994 ήταν η χρονιά που για πρώτη φορά επισκέφθηκε και φιλοξενήθηκε στο μοναστήρι μας η γερόντισσα Άννα. Η χάρις ήταν διάχυτη στο πρόσωπο της, χαρίζοντας στην όλη μορφή της μια μυστηριώδη γλυκύτητα που είλκυε τον κάθε πνευματικό άνθρωπο προς αυτήν. Αυτή η γλυκύτητα της, προξένησε και σ’ εμένα την επιθυμία να την πλησιάσω και να συνομιλήσω μαζί της με πνεύμα μαθητείας στα όσα θα είχε τυχόν να με διδάξη. Η γερόντισσα Άννα ήταν πολύ γνωστή και είχε φήμη αγίας γυναικός, αλλά παρόλ’ αυτά δεν έτυχε ποτέ να φθάση κάτι στ’ αυτιά μου γι’ αυτήν, γι’ αυτό και την πλησίασα, έχοντας το μυαλό μου καθαρό και ανεπηρέαστο από εντυπώσεις τρίτων. Έσκυψα, πήρα ταπεινά την ευχή της και σηκώνοντας το κεφάλι μου συγκλονίστηκα ολόκληρη, καθώς το βλέμμα έπεσε στα βαθυγάλανά της μάτια που με διαπερνούσαν ολόκληρη και βυθίζονταν στο είναι μου. Πνευματική ακτινογραφία, σκέφτηκα.

»Το όλο της παρουσιαστικό θύμιζε παλαιά ασκήτρια. Ένα μικρό άνθος της ερήμου. Τα φτωχικά της μοναχικά ενδύματα, το εξαϋλωμένο της παρουσιαστικό από τις αέναες νυχθήμερες προσευχές της, Τα βαθουλωμένα της μάτια, σου δημιουργούσαν την εντύπωση ότι βρισκόσουν μπροστά σε μια ασκήτρια του όρους της Νιτρίας. Προπαντός δε η ασκητική ευωδία που ανέπεμπε στην όλη ατμόσφαιρα γύρω της. Ακόμη θυμάμαι το ξεθωριασμένο από την πολυκαιρία κομποσχοίνι της που έφερνε ατέλειωτους γύρους στα ροζιασμένα της δάκτυλα, λέγοντας την αγαπημένη της μονολόγιστη ευχή.

»Στην Εκκλησία ήταν πάντοτε όρθια, σπανίως θα καθόταν, και αυτό μόνο αν η δική μας Γερόντισσα ήταν καθιστή. Όταν δε η ακολουθία ετελείτο στο μικρό εκκλησάκι του γέροντος Γεωργίου Καρσλίδη, την Ανάληψη, την βλέπαμε, αν ήταν καθιστή να πετάγεται πάνω, ή όταν ήταν όρθια, να μένη αποσβολωμένη και να κοιτάη με επιμονή προς μια κατεύθυνση. Κατόπιν, γύριζε έκπληκτη προς εμάς και μας ρωτούσε με απορία: «Καλά, εσείς δεν είδατε τον Γέροντα; Τόση ώρα βρισκόταν ανάμεσα σας και σας κοίταζε!». Τέτοια καθαρότητα είχαν τα μάτια της ψυχής της ώστε έβλεπαν τους ουράνιους επισκέπτες. Αυτή όμως δεν μπορούσε να το συνειδητοποίηση αυτό λόγω της μεγάλης της απλότητας.

»Η γερόντισσα Άννα φιλοξενούμενη στο μοναστήρι μας, διέμενε πλησίον στο νάΐδριο του Γέροντα. Πολλές φορές τα πρωινά μας έλεγε με θαυμασμό: «Πω, πω! τί αγρυπνία ήταν αυτή που είχατε απόψε! Μα τι ψαλμωδίες ήταν αυτές!». Και πάλι στις δικές μας αντιρρήσεις ότι δεν είχαμε αγρυπνία εκείνο το βράδυ, αδυνατούσε να συνειδητοποίηση ότι δεν ήταν ανθρώπινες ψαλμωδίες εκείνες που άκουσε.

Το φτωχικό κελλάκι της γερόντισσας Άννας συγκέντρωνε πολλούς πονεμένους και διψασμένους πνευματικά ανθρώπους και αυτή η ευλογημένη μετέδιδε παρηγοριά και ειρήνη. Ανάλογα με τις πνευματικές ανάγκες του καθενός, συμβούλευε απλά και πρακτικά από την πείρα και την Χάρι που είχε:
«Να πας (για προσκύνημα) στα Ιεροσόλυμα, εκεί είναι όλοι οι Άγιοί μας».
«Πρέπει να τυραννήσης την ψυχή σου για να σε ακούση ο Θεός».
«Σ’ αυτή την ζωή είμαστε προσωρινοί. Ήρθαμε και φεύγομε. Μόνο τα βουνά μένουν στην θέση τους».

«Όταν παρακαλήτε την Παναγία για κάτι, θέλει να σας ακούση αλλά θέλει και την δική σας υπομονή και θέληση. Να βαστάζετε Τετάρτη και Παρασκευή νηστεία. Γενικά την θέλει η Παναγία τη νηστεία. Χαίρεται και μπορεί να μεσιτεύση στον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν».

«Οποιαδήποτε στενοχώρια να την σηκώνουμε με υπομονή. Δεν θα μαραίνουμε την ψυχή μας, κακό λόγο δεν θα πούμε, ούτε στον Θεό ούτε σε κείνον που προξενεί την στενοχώρια. Θα την κρατούμε σαν δικό μας βίο (βίωμα). Για μας ήρθε, ο Θεός θα την πάρει και θα φέρει καλύτερα. Και να παραπονεθούμε και να στενοχωρηθούμε, θα το βάλουμε στον τόπο του (θα το διορθώσουμε); Εμείς και να στενοχωριώμαστε και να σφιγγώμαστε χαλνάμε (ζημιώνουμε) τον εαυτό μας. Εμείς θα κάνουμε το ανθρώπινο και τάλλα στον Θεό. Η υπομονή άκρα (όρια) δεν έχει».

«Όλα τα δοκίμασα, μόνο η υπομονή με βοήθησε. Δόξα τω Θεώ».

«Ότι θέλετε δεν μπορείτε να το ζητήσετε από τον Θεό, άμα δεν κρατάτε τις νηστείες και την δικαιοσύνη. Ελεημοσύνες όσο μπορείτε να δίνετε. Που τα-χουμε όλα, να δοξάζουμε τον Θεό. «Δόξα τω Θεώ», να το λέμε. Γιατί θυμάσαι και το χαίρεσαι. Εκείνη την χαρά την αναλαβαίνει ο Θεός».

«Να παρακαλάμε πρώτα τον Χριστό, υστέρα Αγγέλους, Αγίους. Όσους βάλεις στο μυαλό σου, όποιους θέλεις. Όχι μόνο κάποιον συγκεκριμένον. Γιατί όλοι προσπαθούν για μας. Και τη νύχτα κι όλας. Τη νύχτα όπως και μείς προσευχόμαστε και κείνοι τα παίρνουν εκείνα και τα πηγαίνουν στην Παναγία και η Παναγία τα πηγαίνει στον Χριστό».

«Όσο προσπαθούμε και μας έρχεται η ευλάβεια, θέλουμε πιο πολύ να δυσκολευτούμε. Και (για) κείνο μας δοκιμάζει ο Θεός. Λίγο να δη, θα μπορούμε να το βαστάξουμε; Θα κάνουμε υπομονή. Και καλό να είναι θα το βαστάξουμε και κακό να είναι θα το βαστάξουμε. Γιατί όλα ο Θεός εδώ τα έδωσε».

«Καμιά φορά με έρχεται μια στενοχώρια χωρίς να θέλω. Όμως δεν απελπίζομαι. Ας έρθει και αυτή. Ο καιρός τα φέρνει, ο καιρός τα παίρνει. Να τα περάσουμε όλα, διότι είμαστε υποχρεωμένοι στον Θεό. Ο Θεός όπως τα δίνει, θα τα πάρει. Και άλλο καλύτερο δεν έχουμε από την υπομονή. Μην απελπιζόμαστε. Όσο περισσότερο βαστήξει, τόσο περισσότερη χαρά θα έχουμε».
«Να κρατάς τόσο πολύ τον εαυτό σου (το νου σου) στην ψυχή σου (συγκεντρωμένο), μην την βάζεις την λογική μέσα, να φέρεις (σκέφτεσαι) άγια πράγματα, και να σκέφτεσαι ποιος Άγιος θα σε βοηθήσει. Ότι και να κάνης, Άγιοι θα σε εξυπηρετήσουν».

Σε πολλούς νέους έδινε την ευχή της να παντρευτούν και είχαν ευτυχισμένο γάμο. Σε άλλους προέλεγε την γέννηση των παιδιών τους και μάλιστα έλεγε πόσα θα είναι.

Μερικές φορές, ενώ προσευχόταν στο κελλί της και χτυπούσε κάποιος την πόρτα, αυτή τον καλωσόριζε με το όνομα του πριν να τον δει. Βάδιζε στους δρόμους της Δράμας, και ενώ περνούσαν πολλά αυτοκίνητα, αυτή, χωρίς να παρατηρεό τα αυτοκίνητα, φώναζε κάποιον γνωστό της και τον χαιρετούσε από μακρυά, ενώ ήταν μέσα σε αυτοκίνητο. Ανθρωπίνως δεν ήταν δυνατόν ούτε το αυτοκίνητο να ξεχωρίση, αλλά αυτή τα έβλεπε διαφορετικά και διέκρινε ακόμη και τα γνωστά της πρόσωπα από μακρυά.

Κάποια που την γνώρισε μαρτυρεί: «Όταν γνώρισα την γερόντισσα Άννα, ήταν πάνω από ενενήντα χρόνων. Την ένιωσα όχι σαν ηλικιωμένη αλλά σαν μικρό απίστευτα χαρούμενο παιδάκι. Ήταν ανάλαφρη και αθώα, και ο χρόνος θαρρείς πως δεν την είχε αγγίξει. Ήταν το ομορφότερο και γλυκύτερο πρόσωπο που είχα δει στην ζωή μου. Αναπαύομαι και αισθάνομαι παρηγοριά ακόμη και τώρα, όταν μόνο σκέφτωμαι την γλυκύτητα και την χάρη του προσώπου της γερόντισσας Άννας».

Η Άννα απέκτησε από τον Κύριό μας το προορατικό χάρισμα και συχνά την επισκέπτονταν μοναχοί από το Άγιο Όρος για να πάρουν την ευχή της ή και να συνομιλήσουν μαζί της. Όταν πήγαιναν μοναχοί στο σπίτι μιας φίλης της, της κυρίας Τουμπαλίδου, η Άννα χωρίς να την ειδοποιήσει κάποιος έτρεχε να τους συναντήσει. Ο πατήρ Γρηγόριος από το ιερό κελλί Ιωάννη του Θεολόγου σύστησε να την επισκέπτονται και να παίρνουν την ευχή της για ψυχική ωφέλεια. Χαρακτηριστικά έλεγε «τα λόγια της είναι Άρτος». Επίσης ο Γέροντας Παϊσιος ο Αγιορείτης έλεγε σε επισκέπτες του να πάνε στο Δοξάτο να πάρουν την ευχή της Άννας. Έλεγε: «η προσευχή της είναι πάνω από τη δική μου». Επισκέψεις δεχόταν επίσης και από άλλες σημαίνουσες προσωπικότητες, όπως καθηγητές πανεπιστημίων και επιστήμονες από τη γύρω περιοχή. Όλοι αυτοί μετέβαιναν να συνομιλήσουν μαζί της και να πάρουν συμβουλές και νουθεσίες.

Η Άννα δε δεχόταν ποτέ να την μεταφέρουν με αυτοκίνητο έστω και αν έπρεπε να διανύσει μεγάλες αποστάσεις. Αυτό το έκανε αφενός για άσκηση και αφετέρου για να αποφεύγει την πολλή συνάφεια με τον κόσμο.
Κατά τις τελευταίες επίγειες στιγμές της, επικαλείτο όλους τους γνωστούς της αγίους και ιδιαίτερα τον άγιο Αλέξιο που τον είχε σε ξεχωριστή ευλάβεια. Εκοιμήθη το έτος 1998 σε ηλικία 95 ετών.

mikrasia

Διαβάστε επίσης :

Η Μικρασιάτισσα Γερόντισσα Τιμοθέη Χριστοδούλου

Άγιος Γεώργιος Τροπαιοφόρος: ο μεγαλομάρτυς των Μικρασιατών

Του Μικρασιάτη γέροντα Παϊσίου

πηγές:

ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ. ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ. 2015

ΛΟΓΙΑ ΚΑΡΔΙΑΣ, ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ, έκδοση της Ι. Μ. ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΟΔΗΓΗΤΡΙΑΣ ΠΟΡΤΑΡΙΑ ΒΟΛΟΥ,  2013

http://www.hristospanagia.gr/?p=8091#more-8091

«Ασκητές μέσα στον κόσμο». Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής, 2008.

http://eisdoxantheou-gk.blogspot.gr/2012/10/blog-post_7.html

http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2016/04/blog-post_315.html

“Εμπαίζοντες «Ημείς μωροί δια Χριστόν»” Ίκαρος Πετρίδης Εκδόσεις: ΜΟΡΦΗ εκδοθήτω Αθήνα Μάρτιος 2008