Περίπου 2700 χρόνια αργότερα, το μουσικο-γυμναστικό σωματείο Ορφεύς Σμύρνης και το η ποδοσφαιρική ομάδα Γυμνάσιον Σμύρνης ενώθηκαν για να σχηματίσουν τον Πανιώνιο Γυμναστικό Σύλλογο Σμύρνης.   Στη Σμύρνη πραγματοποιήθηκαν και οι Ά Πανιώνιοι Αγώνες, το 1896. Η διεθνής αυτή διοργάνωση αγωνισμάτων με κορωνίδα τον στίβο αλλά και αθλήματα όπως γυμναστική, ποδηλασία, άρση βαρών, κολύμβηση και πάλη, διεξήχθη 19 φορές ως τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Μετά το δραματικό ξεριζωμό του συλλόγου, ο Δημητρός Δάλλας, οραματιστής και επονομαζόμενος «Αετός του Πανιωνίου» αναζήτησε στέγη για το σύλλογο αλλά και τους αθλητές του Πανιωνίου στους προσφυγικούς καταυλισμούς. Δύο μόλις μήνες μετά την Καταστροφή της Σμύρνης, εγκαινίαζε τα γραφεία του συλλόγου στην Αθήνα.  Oι Κ’ Πανιώνιοι Αγώνες διοργανώθηκαν μόλις ένα χρόνο αργότερα στο Καλλιμάρμαρο, το 1923! Αυτός ο πρωτοπόρος υποστηρικτής κάθε αθλητικής προοδευτικής κίνησης που κοιμόταν πάνω στο ξύλινο γραφείο στο δωμάτιο του συλλόγου αποκρινόταν σε όσους αποθάρρυναν τις προσπάθειές του: «Ο Πανιώνιος είναι Ιδέα. Και οι Ιδέες δεν πεθαίνουν».

Το χάρισμα

Από τους Ίωνες και τον Μέγα Αλέξανδρο, έως τον Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο και τον Δάλλα, το Πανιώνιον εμφανίζεται σε πολλές σελίδες της ελληνικής ιστορίας, άλλοτε με λαμπρότητα κι άλλοτε τραυματισμένο από τις δυσκολίες.  Αυτή η διαδρομή έχει χαράξει την κουλτούρα του συλλόγου και αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο πόρο του.  Λόγω της διαδρομής του, βαθιά ριζωμένη στην κουλτούρα του Πανιωνίου βρίσκεται η πεποίθηση ότι ο σύλλογος έχει τη δυνατότητα να αναγεννάται από τις στάχτες του, να διαθέτει το χάρισμα «να μην πεθαίνει ποτέ».

Επίσης, η ιστορία του αντανακλά μία κουλτούρα προοδευτικής και πολύπλευρης προσφοράς στον ελληνικό αθλητισμό και πολιτισμό. Ο σύλλογος διαδραμάτισε, για παράδειγμα, καταλυτικό ρόλο στην εισαγωγή του μπάσκετ και του βόλεϊ στον ελληνικό αθλητισμό αλλά και στη δημιουργία γυναικείων αθλητικών ομάδων 5 χρόνια πριν επιτραπεί στις γυναίκες το δικαίωμα ψήφου από το ελληνικό κράτος. Βραβεύθηκε για την προσφορά του στον ελληνικό αθλητισμό και την αθλητική παιδεία από την Ακαδημία Αθηνών το 1949, η οποία μνημόνευσε μεταξύ άλλων τους Πανιώνιους Αγώνες που «εξαιρέτως συνετέλεσαν στην επίρρωση του εθνικού φρονήματος και της εθνικής φιλοτιμίας».

Το όραμα

Η αναβίωση των Πανιώνιων Αγώνων με προοδευτικό χαρακτήρα και οικονομικά βιώσιμο τρόπο θα μπορούσε να εμπνεύσει, να ενώσει και να ωφελήσει πολλαπλά την ελληνική κοινωνία, προάγοντας τον αθλητισμό, τον πολιτισμό και την παιδεία.  Η τέλεση των Αγώνων θα έχει μεγάλη συμβολική αξία στην Ελλάδα την εποχή της κρίσης, στέλνοντας μηνύματα ιστορικής συνέχειας, αναγέννησης και δημιουργίας σε δύσκολες εποχές.  Αν τα εμπόδια μοιάζουν ανυπέρβλητα, ας μας ενθαρρύνει ότι ο Δημητρός Δάλλας μεγαλούργησε αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Η διοργάνωση των Πανιώνιων Αγώνων χρειάζεται πρωτίστως μία ηγετική ομάδα με στρατηγικές και διοικητικές ικανότητες η οποία θα είναι διατεθειμένη να αναλάβει αυτό το ιστορικό καθήκον και την συμμετοχή όλων των εργαζομένων του συλλόγου.  Οι θεσμοί και οι οργανισμοί της Νέας Σμύρνης όπως ο Δήμος και η Εστία θα είναι καταλύτες στην τέλεση των Αγώνων. Οι προσφυγικές αλλά και οι Ιωνικές πόλεις της Ελλάδος και οι σύλλογοί τους θα κληθούν ως συμπαραστάτες και όπου είναι εφικτό συνδιοργανωτές των Αγώνων σε μια προσπάθεια που επί της ουσίας ενώνει παρά χωρίζει τις αντίπαλες ομάδες. Οι πολίτες της Νέας Σμύρνης, οι φίλοι του Πανιωνίου και τα σχολεία θα ανταποκριθούν συναισθανόμενοι την πνευματική κληρονομιά των προγόνων τους και τη χαρά των Αγώνων.  Επιφανείς επιχειρηματίες φίλοι του Ιστορικού θα σταθούν στο ύψος των περιστάσεων, δίχως αυτό να σημαίνει ότι οι Αγώνες θα πρέπει να είναι εξαρτώμενοι από έκτακτες χορηγίες.

Οι σύγχρονοι Πανιώνιοι Αγώνες θα μπορούσαν να βασίζονται σε τρείς άξονες, τον αθλητισμό, τις τέχνες και τα γράμματα. Ο πρώτος άξονας θα μπορούσε να περιλαμβάνει αθλήματα για τα οποία ο σύλλογος ήδη διαθέτει τεχνογνωσία, όπως ο στίβος, το μπάσκετ, το πόλο, η γυμναστική και το σκάκι, καθώς και ορισμένα από τους αγώνες στην Σμύρνης όπως ο Ιωνικός δρόμος και η αναρρίχηση επί κάλω (σχοινί ύψους 14 μέτρων στηριγμένο σε ιστό).   Παράλληλα, διαγωνισμοί στις τέχνες και τα γράμματα όπως η μουσική, η φωτογραφία, τα ντοκιμαντέρ, η εικαστική δημιουργία και ο Πανιώνιος Ποιητικός Διαγωνισμός (από τον οποίο το 1900 προέκυψε ο ύμνος του συλλόγου) θα αναδείξουν την πολυποίκιλη προσφορά του σωματείου.  Οι Αγώνες θα απευθύνονται σε επαγγελματίες από διάφορες χώρες, στο κοινό, αλλά κυρίως στα παιδιά όλης της Ελλάδας. Θα προβλέπονται βραβεία για νέους και νέες που διακρίνονται τόσο στον αθλητισμό όσο και στις τέχνες ή τα γράμματα.

Το εγχείρημα θα μπορούσε να βρει αρωγούς πολλούς οργανισμούς και ιδρύματα που έχουν τις ρίζες τους στη Σμύρνη και τη Μικρά Ασία.  Για παράδειγμα, το Κοινωφελές Ίδρυμα Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης θα μπορούσε να συνδράμει φιλοξενώντας διαγωνισμούς στη Στέγη σε θέματα γραμμάτων και τεχνών. Ο Αριστοτέλης Ωνάσης και ο αδικοχαμένος γιος του που ετοιμαζόταν να επενδύσει στον Πανιώνιο πριν τον θάνατό του πιθανότατα θα στήριζαν με θέρμη αυτό το εγχείρημα.  Το Αμερικανικό Κολλέγιο της Ελλάδας που ιδρύθηκε το 1875 στη Σμύρνη και μετεγκαταστάθηκε στην Αθήνα μετά την Μικρασιατική Καταστροφή ίσως στεκόταν στο πλευρό αυτής της πρωτοβουλίας με παρόμοιο τρόπο.

Οι Πανιώνιοι Αγώνες μας προσφέρουν ένα ωραίο ταξίδι στο παρελθόν και στο μέλλον, μια ευκαιρία να σκεφτούμε τις αξίες και την ταυτότητά μας, μέσω του αθλητισμού, των τεχνών και των γραμμάτων.

του Κώστα Τασούλη

Αναπληρωτή Καθηγητή Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού ALBA Graduate Business School & DEREE School of Business, Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος

πηγή: Η Καθημερινή

Agios Prokopios Ikoniou

Ο Άγιος Προκόπιος Ικονίου (1859 – 31 Μαρτίου 1923), κατά κόσμον Προκόπιος Λαζαρίδης, ήταν Έλληνας θεολόγος και επίσκοπος, μητροπολίτης Ικονίου στη Μικρά Ασία.

Τα πρώτα χρόνια

Ο Προκόπιος Λαζαρίδης γεννήθηκε από Έλληνες Ορθόδοξους γονείς στα Τύανα της επαρχίας Ικονίου Μικράς Ασίας το 1859. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης αποφοίτησε από αυτή το 1889 και διακόνησε ως διάκονος και πρεσβύτερος στις Μητροπόλεις Μελενίκου, Νικαίας και Νικομηδείας.

Η δράση του στο Μελένικο

Ο Προκόπιος Λαζαρίδης διακόνησε ως αρχιδιάκονος του Μητροπολίτη Μελενίκου Προκοπίου.

Τον Ιούνιο του 1890, συστάθηκε συντακτική επιτροπή για τη μεταρρύθμιση του παλαιού Κανονισμού της Ελληνικής Κοινότητας του Μελενίκου, υπό την προεδρία του αρχιδιακόνου Προκοπίου. Κατόπιν συνεννοήσεως με τις δύο εφορείες της πόλης προέβη στη σύνταξη νέου Κανονισμού, με βάση τους Κοινοτικούς Κανονισμούς της Θεσσαλονίκης και των Σερρών. Η μεταρρύθμιση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να παύσουν οι κομματικές έριδες μεταξύ των Ελλήνων και να αναπτυχθεί εκ νέου πνεύμα συνεργασίας και ενότητας.

Ενδεικτικό στοιχείο αποτελεί το γεγονός πως, κατά την απουσία του από το Μελένικο, ο Μητροπολίτης Προκόπιος άφηνε ως αντιπρόσωπό του στην πόλη τον αρχιδιάκονό του Προκόπιο, καθώς ο τελευταίος ήταν απόφοιτος της Χάλκης με οργανωτικές και κηρυκτικές ικανότητες. Κέρδισε μάλιστα τη συμπάθεια των κατοίκων του Μελενίκου, ιδίως μέσω των συνελεύσεων των εφοροεπιτροπών της Ελληνικής Κοινότητας και των Εκπαιδευτηρίων.

Η παρουσία του Προκοπίου Λαζαρίδη στο Mελένικο καταδείκνυε το ενδιαφέρον του μητροπολίτη Προκοπίου για την πνευματική ανάπτυξη του ποιμνίου του. Σε αυτό το πλαίσιο πραγματοποιήθηκε και η ενεργοποίηση του Προκοπίου Λαζαρίδη ως ιεροκήρυκα της μητρόπολης Mελενίκου, γεγονός που ικανοποίησε τον χριστιανικό πληθυσμό της περιοχής που είχε στερηθεί για πολλά χρόνια το κήρυγμα.

Μάλιστα από τις ευχαριστήριες επιστολές των κοινοτήτων Πετριτσίου και Kάτω Tζουμαγιάς (σημερ. Ηράκλεια Σερρών) προς τον μητροπολίτη Mελενίκου, διαφαίνεται όχι μόνο η ευαρέσκεια που εκφράζουν οι Ελληνικές Κοινότητες αλλά και η κηρυκτική ικανότητα του Προκοπίου καθώς και ο άριστος χειρισμός από μέρους του της ελληνικής γλώσσας όπως και της τουρκικής, την οποία συχνά χρησιμοποιούσε για να γίνεται αντιληπτός από το σύνολο του πληθυσμού.

Ὁ πρό ἡμερῶν εἰς τήν ἡμετέραν κωμόπολιν σταλείς ὑφ’ ἡμῶν ἀρχιδιάκονος κ. Προκόπιος Λαζαρίδης λίαν ηὐχαρίστησε τήν πνευματικήν ποίμνην ὑμῶν, διά τῆς ἠθικῆς διδασκαλίας, ἥν μετ’ ἄκρας εὐπροσηγορίας καί θρησκευτικοῦ ζήλου ἀνέπτυξεν εἰς ἀμφοτέρας τάς ἐκκλησίας. Mή δυνάμενοι δέ ν’ ἀποσιωπήσωμεν τήν ζωηράν ἐντύπωσιν, ἥν ἐλάβομεν ἐκ τῆς εὐσυνειδήτου ἐπιτελέσεως τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων τοῦ ἱεροκήρυκος, ὡς καί τήν ἡμετέραν κεντρικήν ὑπέρ τῶν εἰς τήν πνευματικήν ποιμαντορίαν ὑμῶν ἐμπιστευθέντων πνευματικῶν τέκνων μέριμναν, γράφομεν τήν παροῦσαν, δι’ ἧς ἐκφράζομεν ὑμῖν τάς ἀπείρους ἡμῶν εὐχαριστίας, παρακαλοῦντες ἅμα τε ὑμᾶς, ὅπως καί αὖθις ἀποστείλητε τόν ἱεροκήρυκα, ὁπόταν κρίνητε εὔλογον, ἵνα ποτίσῃ ἡμᾶς διά τοῦ γάλακτος τῆς ἀρετῆς καί εὐσεβείας … [επιστολή της Κοινότητας Kάτω Tζουμαγιάς προς τον μητροπολίτη Μελενίκου Προκόπιο, 8 Μαρτίου 1890]

Προκόπιος_Μητροπολίτης_Ικονίου.jpg

Ο Προκόπιος Λαζαρίδης παρέμεινε στο Μελένικο έως τα τέλη Μαΐου του 1891, λίγους μήνες πριν το θάνατο του γέροντός του, μητροπολίτη Μελενίκου Προκοπίου, τον Αύγουστο του ίδιου έτους.

Η δράση του ως Πρωτοσύγκελλος και Επίσκοπος

Άποψη της Μονής Θεοτόκου Εικοσιφοινίσσης Παγγαίου, όπου το 1898 ο τότε επίσκοπος Αμφιπόλεως Προκόπιος Λαζαρίδης εστάλη ως Έξαρχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Στα τέλη Μαΐου του έτους 1891 προσελήφθη ως ιεροκήρυκας στην περιφέρεια Αδά Παζαρίου Νικομηδείας, όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Αργότερα ο Προκόπιος διακόνησε ως πρωτοσύγκελλος στη Μητρόπολη Νικαίας στη Μικρά Ασία.

Στις 3 Μαΐου 1894 συμμετείχε ως υποψήφιος στο τριπρόσωπο για την εκλογή νεόυ Μητροπολίτου στη Μητρόπολη Λιτίτσης (με έδρα το Ορτάκιοϊ της Θράκης).

Διετέλεσε τιτουλάριος επίσκοπος Αμφιπόλεως (1894-1899) και εγκατεστάθη στην αρχιεπισκοπή Κωνσταντινουπόλεως υπηρετώντας στη συνοικία Βλάγκα. Το 1898 εστάλη ως πατριαρχικός έξαρχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Μακεδονία και ειδικώς στις ιερές μονές Αγίας Αναστασίας Βασιλικών Θεσσαλονίκης και Θεοτόκου Εικοσιφοινίσσης Παγγαίου, προκειμένου να φέρει την ειρήνευση στις εκεί μοναστικές αδελφότητες.

Η δράση του ως Μητροπολίτης

Διετέλεσε Μητροπολίτης Δυρραχίου (1899-1906) όπου εργάστηκε με αφοσίωση για την πνευματική κατάρτιση του ποιμνίου με ειδική μέριμνα για τη στήριξη των κρυπτοχριστιανών της Βορείου Ηπείρου. Για τη δράση του αυτή απομακρύνθηκε από το Δυρράχιο μετά από απαίτηση και πιέσεις των Οθωμανικών αρχών. Ακολούθως εξελέγη Μητροπολίτης Φιλαδέλφειας (1906-1911).

Το 1911 εξελέγη Μητροπολίτης Ικονίου όπου ανέπτυξε πολύπτυχη δράση σε ποιμαντικό εθνικό και εκπαιδευτικό επίπεδο. Για το λόγο αυτό ο Μουσταφά Κεμάλ διέταξε την εξορία του από το Ικόνιο. Στις 12 Μαρτίου του 1923 συνελήφθη από τον κεμαλικό στρατό, φυλακίσθηκε, βασανίστηκε και τελικά δολοφονήθηκε.

Συγκεκριμένα, παρέδωσε την ψυχή του στη φυλακή της Καισάρειας την επαύριο της πυρπόλησης των εκκλησιών της, το Σάββατο του Λαζάρου, 31 Μαρτίου 1923 – συγκυρία που οπωσδήποτε ενισχύει την περί δηλητηρίασης του θεωρία – ενώ ο θάνατος του ανακοινώθηκε στην Συνεδρία της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου της 21ης Απριλίου 1923.

Αγιοκατάταξη

Η αγιοκατάταξη του μάρτυρα Προκοπίου Μητροπολίτου Ικονίου καθώς και των μαρτύρων μητροπολιτών Χρυσοστόμου Σμύρνης, Γρηγορίου Κυδωνιών, Αμβροσίου Μοσχονησίων, Ευθυμίου Ζήλων και των συν αυτοίς Μικρασιατών νεομαρτύρων, πραγματοποιήθηκε το 1992 από την Εκκλησία της Ελλάδος και η μνήμη τους τιμάται την Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (Σεπτέμβριος).

Τιμές στη μνήμη του

Προς τιμήν του υπάρχουν οδοί στη Θεσσαλονίκη, το Περιστέρι, τη Νέα Σμύρνη, τη Νέα Ιωνία, τον Υμηττό και τα Ιωάννινα που φέρουν το όνομά του.

Το μαρτυρικό οδοιπορικό από το Ικόνιο ως το Πανόραμα Ηρακλείου

πρόσφυγες μικρά ασία κρήτη πανόραμα καδεμλής

Ο Καδεμλής  Σαρόγλου στο Πανόραμα Ηρακλείου, το χωριό των προσφύγων…

 

Άρθρο του Μανόλη Παντινάκη

Από τα σημαντικότερα γεγονότα χαρακτηρίζεται στο Ηράκλειο η έκθεση φωτογραφίας του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων, που αναφέρεται σε σπάνιο υλικό από την εγκατάσταση των προσφύγων στην Κρήτη και στην Αττική. Πρόκειται για μια εξαιρετική έκθεση που έρχεται 91 χρόνια μετά, να ανασύρει μνήμες από «την Καταστροφή των αιώνων», όπως χαρακτήρισε την Μικρασιατική Καταστροφή ο προϊστάμενος της Βικελαίας Βιβλιοθήκης Ηρακλείου Δημήτρης Σάββας. Την εκδήλωση μνήμης στην αίθουσα της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου που θα διαρκέσει έως τις 26 Σεπτεμβρίου, συνδιοργανώνουν η Περιφερειακή Ενότητα Ηρακλείου της Περιφέρειας Κρήτης και ο Δήμος Ηρακλείου…

Στο πλαίσιο του εξαιρετικού γεγονότος, το MadeinCreta, αντί άλλου αφιερώματος, φιλοξενεί σήμερα σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του Καντεμλή Σαρόγλου, που από τα βάθη της μικρασιατικής γης την Αξό Ικονίου, το Χασέκουι στα τουρκικά, βρέθηκε με την ανταλλαγή των πληθυσμών στο Πανόραμα Ηρακλείου, εκεί που ρίζωσαν και εκατοντάδες άλλες οικογένειες προσφύγων. Η καταγραφή της αφήγησης του έγινε πριν δέκα χρόνια περίπου στο σπίτι του όταν ο ίδιος βρίσκονταν σε προχωρημένη ηλικία…

Στα ελληνικά, εξήγησε από την αρχή, το όνομα Καντεμλής σημαίνει Ευτύχιος, όμως «έτσι είναι γραμμένος στα χαρτιά» και γεννήθηκε το 1908 από τον Γεώργιο και την Δέσποινα, το γένος Γκενζ αγά «ελληνικά Γενιτσαρίδη». Το χωριό του «έβγαζε τρεις προέδρους», στον Κάτω Μαχαλά, στον Μέσα Μαχαλά και στον Πάνω Μαχαλά και ήταν «ας πούμε σαν συνοικίες, αλλά ήταν κολλημένες». Θυμάται χωριανούς «τον Ανέστη το Βελή, και τα αδέλφια Γιρίκ» και συμμαθητές στο σχολείο «τον Τρύφωνα Τσάκα, τον Μηνά Ιακωβίδη και τον Θωμά Θωμαΐδη».

ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ…

Βρέθηκε στην Κρήτη μετά από κάποιες… στάσεις σε πόλεις και χωριά και αφού επιτροπή έκανε εκτίμηση της περιουσίας που άφηνε. Τότε, «απ’ το χωριό μας όταν μας βγάλανε απ’ το τελευταίο σπίτι οι Τούρκοι, φύγαμε και πήγαμε στο Νίγδη και κάναμε ‘κει πέρα τρεις μήνες. Ήρθε η επιτροπή κι έγραψε τις περιουσίες και πόσες χρυσές λίρες κάνανε…». Ξεκαθαρίζει, ωστόσο, από την αρχή ότι «εμάς δε μας διώξανε οι Τούρκοι», αλλά, «φύγαμε με την ανταλλαή» και θυμάται σε ηλικία τότε 14 χρόνων, στον πόλεμο το ’22, ότι «βάζαν τ’ αυτιά τους στο έδαφος οι μεγάλοι κι ακούανε τσι βομβαρδισμοί, τσι μπόμπες».

πρόσφυγες μικρά ασία κρήτη πανόραμα καδεμλήςΑπό την έκθεση που φιλονείται στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου

Αναπολεί με νοσταλγία το σπίτι τους, που «ήταν ωραίο σπίτι, το είχε χτίσει ο πατέρας μου, είχε κάμει οντά, μισαφίροντα που λένε, είδαν πως είναι ωραίο το σπίτι και μας βγάλαν ‘μας και πήγαμε στου γαμπρού μου στο Γεώργιο Βελίδη». Ήλθε ύστερα «μια άλλη παρτίδα Τούρκων», ζήτησαν να φύγουν και από εκεί και «πήαμε σ’ ένα σπίτι στου Χουσάν», όπου έμειναν με άλλες δυο με τρεις οικογένειες…

Η περιπέτεια για τη νέα πατρίδα έχει όμως και συνέχεια! Πρώτος σταθμός η Αλβανία κι ύστερα η Πάργα, ο Καρβουνιάρης και η Παραμυθιά και ακολούθως «συγγενείς μας πήρανε ‘μας και τον Τσάκα και μας έβγαλε και μας έφερε ‘δω στην Κρήτη». Η φουρνιά των προσφύγων βρέθηκε στο Ρέθυμνο και «στο Ρέθυμνο πήαμε μ’ ένα βαπόρι και σ’ ‘ένα σκολειό τι ήτανε δεν ξέρω(!), κάτσαμε ‘κει και ύστερα βρήκαμε σπίτι και κάτσαμε στη Φορτέτζα, σ’ ένα τούρκικο σπίτι».

Όμως, γρήγορα κατάλαβαν ότι ο τόπος «δεν τους σήκωνε», οδηγοί πήγαν στη Μεσαρά, ερεύνησαν και διαπίστωσαν ότι η περιοχή μπορεί να τους ζήσει. «Μας έφερε καράβι απ’ το Ρέθυμνο στο Ηράκλειο», συνεχίζει την εξιστόρηση, «κάτσαμε στον Άη Κωνσταντίνο μερικές μέρες κι από ‘κει έπιασε ο καθένας και πήε όπου ήθελε. Εμείς ήρθαμε στο Πανόραμα. Δεν ηρχούνταν δρόμος μέχρι εδώ και μέχρι τις Μελέσες ήταν αμαξωτός. Ήρθαμε με τον πατέρα μου, τη μάνα μου, τα’ αδέλφια μου εκτός απ’ τη Δέσποινα που έφυγε με τον άντρα της στη Μακεδονία. Ήταν παντρεμένη στη Μικρασία μ’ ένα Παντελή Παπαδόπουλο δάσκαλο. Η άλλη μου αδελφή η Κυριακούλα ήτανε παντρεμένη με τον Γεώργιο Βελίδη και εγώ και η Ελευθερία η άλλη μου αδελφή παντρευτήκαμε εδώ στο Πανόραμα. Σε μια μέρα κάναμε κι οι δυο τους γάμους μας. Η Ελευθερία παντρεύτηκε τον Θοδωρή τον Αχίνα…»

ΤΑ ΓΟΥΡΝΙΑ ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΤΗΚΑΝ ΠΑΝΟΡΑΜΑ

Το πρώτο όνομα που συνάντησαν οι πρόσφυγες στο Πανόραμα ήταν Γουρνιά και ήταν αμιγώς τουρκοχώρι. Όταν όμως πήγαν το είδαν άδειο. Οι Τούρκοι είχαν φύγει και όσοι βρήκαν σπίτια κάθισαν. Άρχισαν ύστερα τα δύσκολα και «ούτε ψωμί δεν βρίσκαμε να φάμε». Ο Σαρόγλου αναζήτησε μεροκάματο στο Ηράκλειο «στσι λεμονάδες και στ’ αναψυκτικά» και εργάστηκε «στον Ραπίδη και στον Λάζο που ήταν μπατζανάκηδες και έβγαζαν τα αναψυκτικά στο Βαλιδέ Τζαμί».

Γύρισε στο Πανόραμα, παντρεύτηκε την πατριώτισσά του Βαρβάρα Σισμανίδη και ασχολήθηκε με γεωργικές δουλειές. «Νομίζεις», ρωτάει «ότι μέχρι την κατοχή υπήρχε τίποτα εδώ; Μετά την κατοχή γινήκαν όλα. Δέντρο δεν υπήρχε, αγριάδες ήταν, καλαμιές ήταν! Βρήκαμε καμιά εικοσαριά-εικοσιπέντε τούρκικα σπίτια όταν ήρθαμε. Εμείς ήρθαμε δυο φορές, μπορεί να ‘ρθαμε εικοσιπέντε οικογένειες όλες κι όλες!»

Όμως η πατρίδα τον πληγώνει! «Μακάρι να γινόταν να γυρίσω στην πατρίδα», λέει. «Πιο καλά ήταν εκεί, δεν πήγα να τη δω από τότε που έφυγα και έπρεπε να πάω. Στο Πανόραμα ήταν όλο αγριάδα, είχα πρόβατα ‘ γω ‘δω πέρα και τα ενοικίαζα όλα απέναντι και τα παιδιά μου έζησαν με τα μεροκάματα που έκανα. Μας πήρανε με την αναταλλαή στη Μικρασία τα καλύτερα χωράφια και μας δώκανε από δυο-τρία στρέμματα στην αρχή και αυτά τα πληρώσαμε! Πλήρωσα δυο-τρείς δόσεις και άμα ήλθε ο Σβώλος τα ξεκαθάρισε. Αν έλειπε ακόμα θα χρωστούσα!πρόσφυγες μικρά ασία κρήτη πανόραμα καδεμλής

»Χωράφια ‘κει πέρα, όχι τέτοια! Κάμποι ολόκληροι, ανοίγεις ένα λάκκο ‘κει πέρα τρία μέτρα στο βάθος και βγαίνει νερό και εδώ γυρεύουν νερό και δεν βρίσκουνε. Φέραμε τ’ αμπέλια, δεν υπήρχαν εδώ τα σουλτανιά, είχαν κρασάμπελα και οι πρόσφυγοι φέραν το σουλτανί εδώ. Φέραμε τη μαγειρική της πατρίδας εδώ και στην αρχή τη φέρανε όλοι και δεν ταίριαζε η ντόπια με τη προσφυγική παλιά, αλλά τώρα ταιριάζει. Οι Μικρασιάτες έχουν πιο βαριά κουζίνα, βάζαμε πολλά μπαχαρικά…»

ΕΜΕΙΝΕ ΕΝΑΣ ΤΟΥΡΚΟΣ…

Ένας από τους Τούρκους που έφυγαν με την ανταλλαγή των πληθυσμών, παρέμεινε στο Πανόραμα και αυτός, όπως αποκαλύπτει ο Σαρόγλου, ήταν ο Αλή Κανταϊμάκης, που βαφτίστηκε χριστιανός. «Έμεινε εδώ ένας Τούρκος», θα πει, «τον λέγανε Αλή Κανταϊμάκη, βαφτίστηκε κι έγινε Λευτέρης Ζαχαριουδάκης και  πέθανε στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Αυτός δεν ήξερε τούρκικα, εγώ καταλαβαίνω μερικά, αλλά εδώ δεν τα μιλάμε…»

Για τον ξεριζωμό διατυπώνει τη δική του άποψη: «Όλοι έχουν ευθύνη! Υπάρχουν ορισμένοι μεγάλοι και κάνουν τον κόσμο άνω-κάτω. Τι ήθελε ο Μπους να πάει να σκοτώσει τόσο λαό; Τι ήθελε ο Χίτλερ; Καταλάβανε πράμα; Δεν υπάρχει αγάπη στον κόσμο. Ο Βενιζέλος, πραγματικώς Βενιζέλος, είπε να σταματήσουν εκεί που πήγαν και αν σταματούσαν η Μικρασία θα ήταν η μισή ελληνική…»

Οσιακές μορφές του σύγχρονου γυναικείου μοναχισμού: η καθηγουμένη της Μονής Παναγίας Οδηγήτριας Πορταριάς Πηλίου γερόντισσα Μακρίνα Βασσοπούλου (γεννηθείσα στο Βιλαέτι της Σμύρνης το 1921) , η καθηγουμένη της Μονής Αναλήψεως Ταξιαρχών Δράμας γερόντισσα Ακυλίνα Παρμαξίδου (γεννηθείσα στα Θείρα της Σμύρνης το 1921), η γερόντισσα Άννα Γιοβάνογλου της Δράμας (γεννηθείσα στην Πάνορμο της Μικράς Ασίας το 1903) και η γερόντισσα Τιμοθέη Χριστοδούλου, ηγουμένη Μονής Αγίου Γεωργίου Βρανά Μαραθώνα Αττικής.

%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b1%cf%87%ce%b7-%ce%b1%ce%ba%cf%85%ce%bb%ce%b9%ce%bd%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%bc%ce%b1%ce%be%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85

μοναχή Ακυλίνα Παρμαξίδου, η εκ Θείρων Σμύρνης, καθηγουμένη της Μονής Αναλήψεως Ταξιαρχών Δράμας

Γέννηση στα Θείρα Σμύρνης και η Μικρασιατική Καταστροφή

Η  Ερασμία, κόρη των ευλαβών πολύτεκνων Γεωργίου και Ευτυχίας Παρμαξίδου, γεννήθηκε στα Θείρα της Σμύρνης στις 23 Απριλίου 1921. Η Μικρασιατική Καταστροφή με τις δύσκολες συνέπειες και για την οικογένεια της -επτά συγγενείς της μαρτύρησαν στην αγχόνη- ήταν ή αιτία ώστε να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες. Πρόσφυγες ήρθαν στον Πειραιά στις 14 /09/1922 και λίγο αργότερα εγκαταστάθηκαν στην Δράμα.

Εγκατάσταση στη Δράμα

Στην όμορφη αυτή πόλη της Ανατολικής Μακεδονίας, όπου ήταν Μητροπολίτης ό Νεομάρτυς και Ίερομάρτυς Χρυσόστομος Επίσκοπος Σμύρνης, μεγάλωσε ή μικρή Ερασμία. Χρωστούσε την κατά Θεόν μόρφωσή της στην βαθειά και αυθεντική ορθόδοξη ευλάβεια της Μικρασιάτισσας μητέρας της και της Μικρασιάτισσας γιαγιάς της. Στα δεκατρία της μόλις χρόνια αποφάσισε να μην παντρευτεί και να αφιερωθεί ακόμη περισσότερο στον Θεό με προσευχή και προσφορά στον συνάνθρωπο.

Παράλληλα ενδιαφέρθηκε για την πνευματική της καθοδήγηση. Έτσι με την μητέρα της ανέβηκαν με τα πόδια στο χωριό Σίψα (τώρα Ταξιάρχες), που είναι κοντά στην πόλη της Δράμας, για να επισκεφτούν το καινούριο μοναστήρι της Θείας Αναλήψεως τού Σωτήρος. Εκεί συνάντησαν τον όσιο γέροντα Γεώργιο Καρσλίδη τον εν Δράμα, τον κτήτορα και ιδρυτή της Μονής Αναλήψεως . Όταν εξομολογήθηκε στον όσιο Γεώργιο, εκείνος κατάλαβε τις αγνές προθέσεις της, πρόβλεψε την κατά Θεό πραγματοποίηση τού Ιερού της πόθου και της έδειξε πνευματική αγάπη. Άν και ήταν δεκαπέντε χρόνων, ό όσιος την αποκάλεσε «Μάνα-Ερασμία» προβλέποντας τον ηγετικό-μητρικό της ρόλο μέσα στην Εκκλησία. Της όρισε θέση στο αναλόγιο της Μονής και την έμαθε να ψάλλει τον «Πολυέλεο» και όποιους άλλους ύμνους γνώριζε στην ελληνική γλώσσα.

Προσφορά κατά την Κατοχή στη Θεσσαλονίκη

Νέες δοκιμασίες έρχονται στην Ελλάδα με την Ίταλογερμανική Κατοχή. Ή νεαρή Ερασμία μετακομίζει οικογενειακώς στην Θεσσαλονίκη. Με ακατάβλητο ψυχικό σθένος και περίσσια ανδρεία προσφέρει τις υπηρεσίες της στην πολυαγαπημένη της πατρίδα, πρωτοστατώντας στα συσσίτια για τους πεινώντες στην περιοχή τού Λαγκαδά. Τολμηρή και ανδρεία και με κίνδυνο για την ίδια της την ζωή ανέλαβε την τροφοδοσία των Ελλήνων στο στρατόπεδο Παύλου Μελά πού κρατούνταν από τούς Γερμανούς. Από εκείνα τα χρόνια συνδέθηκε πνευματικά με τον επίσης κρατούμενο Μητροπολίτη Τρίκκης και Σταγών Διονύσιο. Στην αγνή ψυχή της κατέγραψε πολλά από την διδαχή τού αγίου αυτού επισκόπου και έγινε αυτόπτης μάρτυρας της αρνήσεως του να σώσει την ζωή του.

Επιστροφή και δράση στη Δράμα

Επέστρεψε στην πόλη της με την λήξη τού πολέμου και της Βουλγαρικής Κατοχής. Το πρόγραμμά της ήταν μοιρασμένο στην προσευχή, την μελέτη, την εργασία στους οικογενειακούς κήπους και τα χωράφια και την προσφορά διακονίας στους συνανθρώπους της. Ήταν ένας πρότυπος κοινωνικός εργάτης στην εξάσκηση της αγάπης, διότι προστάτευε και κατηχούσε κορίτσια πού βρίσκονταν σε ανάγκη κατά την μετακατοχική εκείνη περίοδο. Οργάνωσε την Χ.Ε.Ν. Δράμας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Δεν ήταν ψυχρή κατηχήτρια, αλλά ο πατέρας, ή μητέρα, ή αδελφή πού εμψύχωνε τις κοπέλες και τις βοηθούσε να μορφωθούν, να αποκατασταθούν να γίνουν σωστές Ελληνίδες χριστιανές και μητέρες. Τις έμαθε να ψάλλουν ύμνους, να εξομολογούνται και να κοινωνούν, να έχουν μία γνήσια πνευματική ζωή μακριά από μια τυπική συμπεριφορά. Την υπηρεσία αυτή δεν προσέφερε μόνο στην πόλη της, αλλά με τα μέσα της εποχής όργωσε την επαρχία για να μεταδώσει το φώς τού Χριστού πού είχε πλημμυρίσει το είναι της.

Όταν διαχωρίστηκε ή αδελφότητα «Ζωή» και άρχισαν οι παλινωδίες στους κόλπους της, αποσύρθηκε διακριτικά. Με πίστη στον Θεό και την τόλμη που την διέκρινε στις επιλογές της μαζί με μία ομάδα νέων γυναικών ίδρυσε αδελφότητα στη Δράμα και αγοράστηκε το σπίτι τους με τον ολοήμερο κόπο και ίδρωτα τους. Τη δεκαετία του 1950 οργάνωσε συσσίτια στην Δράμα για να αντιμετωπιστούν οι πληγές που άφησε η τρίτη κατά σειρά Βουλγαρική Κατοχή στην Ανατολική Μακεδονία. Επίσης ξεκίνησε τις κατασκηνώσεις της Μητροπόλεως Δράμας στον Γρανίτη. Παράλληλα όλη ή αδελφότητα εργαζόταν ακατάπαυστα ως δασκάλες, νοσοκόμες, μοδίστρες και συγκέντρωναν τα χρήματά τους με σκοπό να ιδρύσουν μοναστήρι για να πραγματοποιήσουν τον ιερό τους πόθο να μονάσουν.

Αναζήτηση τόπου για τη στέγαση της αδελφότητας

Ή Ερασμία γύρισε όλη την Ελλάδα να βρει κατάλληλο τόπο και ξεκίνησε το κτίσιμο της Αγίας Παρασκευής στην Θήβα. Σε όλο αυτό το διάστημα γνώρισε κάθε δοκιμασία και πειρασμό. Συνάντησε πολλά εμπόδια και αφάνταστες δυσκολίες. Είδε την εγκατάλειψη από τούς εν Χριστώ αδελφούς και πνευματικούς. Είχε περιπέτειες, αντιμετώπισε αρρώστιες. Ακατάβλητη, θωρακισμένη με πίστη και πολλή προσευχή, υποτάχτηκε ταπεινά στο θέλημα τού Κυρίου αποδέχθηκε την στέγαση της αδελφότητας στο μοναστήρι της Σίψας μετά από προτροπή της Μοναχής Άννας Μακκαβαίου, την οποία είχε κάνει μεγαλόσχημη ό όσιος Γεώργιος.

%ce%b7-%ce%bc%ce%b9%ce%ba%cf%81%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%b3%ce%b5%cf%81%cf%8c%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%b1%ce%ba%cf%85%ce%bb%ce%af%ce%bd%ce%b1

Εγκατάσταση και Ηγουμενία στη Μονή Αναλήψεως Δράμας

Στις 25 Μαρτίου 1970 με την ευλογία και προτροπή του επιχώριου μητροπολίτη Δράμας Διονυσίου, επισκέφτηκε με την αδελφότητα της την εγκαταλειμμένη για έντεκα χρόνια Ιερά Μονή της Θείας Αναλήψεως. Αμέσως ξεκίνησαν τον αγώνα για να ευπρεπίσουν τον ιερό χώρο. Για έξι μήνες έκαιγαν σκουπίδια, καθάριζαν πέτρες και βοηθούσαν τούς εργάτες να κτίζουν. Με πολλές στερήσεις και προσωπικό κόπο εργάστηκαν με πρωτοφανή ζήλο και ακούραστα, ενώ τα βράδια έμεναν σε εγκαταλειμμένα σπίτια πού ήταν κοντά στη Μονή. Τελικά , στις 25 Απριλίου τού 1971 τελέσθηκαν τα εγκαίνια  από τον μητροπολίτη Δράμας Διονύσιο.

Στις 17 Ιουλίου 1970 και σε ηλικία 50 ετών πήρε το μέγα και αγγελικό σχήμα και ονομάσθηκε Άκυλίνα μοναχή. Από τότε επιδόθηκε σε ανώτερους πνευματικούς κόπους για την κατάρτιση της ψυχής της και την καθοδήγηση των μοναχών της. Ταυτόχρονα εργάσθηκε για το κτίσιμο και το μεγάλωμα της Μονής. Ολόκληρο το κτιριακό οικοδόμημα της Μονής είναι κόπος της δραστηριότητάς της μαζί με την πρώτη αδελφότητα άλλα και τις νεώτερες αδελφές, πού κράτησε 36 χρόνια. Στελέχωσε την Ιερά Μονή με πολυμελή αδελφότητα πού την αγάπησαν σαν αληθινή τους μητέρα.

Η Μονή, μετά από τον αγώνα και τις προσπάθειες της αδελφότητας με επικεφαλής την ηγουμένη Ακυλίνα, απέκτησε κελιά, ηγουμενείο, νοσοκομείο, βιβλιοθήκη, τράπεζα μοναχών και το ναΐσκο της αγίας Ακυλίνας, ενώ στο ισόγειο δημιουργήθηκσν βοηθητικοί χώροι και τα εργαστήρια των μοναζουσών. Στο κέντρο των κτισμάτων ανεγέρθηκε ο ιερός ναός της Υπαπαντής του Σωτήρος και της Υπεραγίας Θεοτόκου (καθολικό της μονής). Είναι σταυροειδής με τρούλο και πέτρινη εξωτερικά επένδυση, ενώ εσωτερικά είναι αγιογραφημένος από τους Παχωμαίους μοναχούς Θεόφιλο και Χρυσόστομο, συνεχιστές της βυζαντινής παραδόσεως. Τα εγκαίνιά του έγιναν στις 3 Μαΐου του 1987.

Το κέντρο της ζωής και της διδαχής της ηγουμένης Ακυλίνας ήταν ή ενεργοποίηση της εντολής της αγάπης. Ή αγάπη στον Νυμφίο της Ιησού Χριστό και ή εφευρετική για τον συνάνθρωπο αγάπη και στοργή. Υπήρξε σιωπηλή ευγενής, αδιαλείπτως προσευχόμενη και πολύ ελεήμων. Ήταν τύπος δυναμικός και υπερβολικά έξυπνος, πού ήξερε να χειρίζεται τις καταστάσεις για την ωφέλεια των ψυχών και σύμπτυξη τού ποιμνίου της. Ή συμπεριφορά της χαρακτηρίσθηκε από την αφάνεια την ταπεινοφροσύνη, την απέχθεια για τούς επαίνους και την ανθρώπινη αναγνώριση. Για όλα αυτά ό Θεός της χάρισε το προορατικό και διορατικό χάρισμα, ώστε ή αδελφότητα και τα πνευματικά παιδιά της Μονής να οδηγούνται στην σωτηρία. Ή άξια αυτή πνευματική μητέρα ήταν για όλους και Γερόντισσα και μητέρα και αδελφή και φίλη. Ή μεγάλη και αδιάπτωτη αγάπη της δεν άφησε κανέναν να περάσει τα όρια. Σε όλους ενέπνεε τον σεβασμό, ακόμη και στους εχθρούς της τούς όποιους αποκαλούσε ευεργέτες της ψυχής της.

Λίγο πριν από το τέλος της αξιώθηκε να προσκυνήσει την τίμια κάρα τού οσίου Γεωργίου κατά την ανακομιδή των ιερών του λειψάνων.

Με την προσευχή και την γνήσια μοναχική της μαρτυρία κόπιαζε νύχτα και ήμερα για τις ψυχές πού της χάρισε ό Κύριος, ενώ συγχρόνως οικοδομούσε, στήριζε, παρηγορούσε και ευεργετούσε αμέτρητο αριθμό πονεμένων, απελπισμένων και φτωχών. Κοιμήθηκε εν Κυρίω στις 16 Νοεμβρίου 2006.

Στον απλό και απέριττο τάφο της γράφηκε από την Κλίμακα τού Αγίου Ιωάννου τού Σιναΐτου το εξής:

Αγάπη Πνεύματος έλλαμψις

Αγάπη, προφητείας χορηγός

%ce%bc%ce%b9%ce%ba%cf%81%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%b3%ce%b5%cf%81%cf%8c%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%b1%ce%ba%cf%85%ce%bb%ce%af%ce%bd%ce%b1

Είπαν για τη γερόντισσα Ακυλίνα…

Την Γερόντισσα Άκυλίνα σέβονταν και αγαπούσαν όλοι οι σύγχρονοι Γέροντες και Γερόντισσες:

*    Ό άγιος Παίσιος ό Αγιορείτης καθώς και ό Γέροντας Ιωσήφ ό Βατοπαιδινός την εκτιμούσαν ιδιαίτερα αποκαλώντας την «Γερόντισσα των Γεροντισσών». Ό Γέροντας Γαβριήλ ό Διονυσιάτης διανυκτέρευε στην Μονή της, όταν βρισκόταν στην Δράμα.

*    Ό Γέροντας Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης την εκτιμούσε και την επισκεπτόταν.

*    Ό Γέροντας Έφραιμ ό Φιλοθείτης, Προηγούμενος, πού βρίσκεται σήμερα στην Αριζόνα όταν κατά τα δύο πρώτα χρόνια επισκεπτόταν την Μονή, της έβαλε τα θεμέλια της «ευχής».

*    Ό Γέροντας Αιμιλιανός, ό Σιμωνοπετρίτης Προηγούμενος και ή Ηγουμένη Νικοδήμη της Μονής της Όρμυλίας καθώς και ή μακαριστή Ηγουμένη Φεβρωνία της Μονής τού Πανοράματος ήταν φίλοι της Μονής και διατηρούσαν πνευματικές σχέσεις με την Γερόντισσα Άκυλίνα.

*    Ό άγιος Πορφύριος ό Καυσοκαλυβίτης σε μία μοναχή της Μονής της Σίψας πού τον επισκέφτηκε την αποκάλεσε «Χερουβείμ με χρυσά φτερά».

Η αοίδιμη Γερόντισσα Ακυλίνα ήταν κεφάλαιο της Μοναχικής Πολιτείας, μία μεγάλη μορφή, τομή στον γυναικείο Μοναχισμό, πού ή ευρύτητα τού νου της με την άγιοπνευματική της μεταμορφωμένη προσωπικότητα αποτέλεσε σταθμό και πρότυπο ζωής. Δεν υπέκυψε στην εκσυγχρονιστική τάση της εποχής και με καλή «αγωνία» έψαχνε πρότυπα παλαιών μοναχών και μοναζουσών. Το ενδιαφέρον και ό πόνος της καρδιάς της που ήξερε να αγαπάει ήταν να μεταμορφώσει άγιοπνευματικά τις μοναχές της σε αληθινές νύμφες Χριστού και να μεταδώσει το φώς τού Χριστού στα πνευματικά παιδιά της Μονής. Ο συγγραφέας του πονήματος »Γέροντες και γυναικείος μοναχισμός» ιερομ. Δημήτριος Καββαδίας γράφει για τη Γερόντισσα Άκυλίνα: Αρχοντική μορφή, αρχοντικό περπάτημα, αρχοντικό ύφος. Το καθαρό της πρόσωπο έδειχνε εξαϋλωμένο. Μεταλάμβανε των Αχράντων Μυστήριων αλλοιωμένη και φωτεινή. Όταν σού ευχόταν. «αϊρουσα όμματα και χείρας εις τον ούρανόν», θεωρούσες ότι είχες μπροστά σο μία βιβλική μορφή της Παλαιάς Διαθήκης, μία Δικαία πού ευαρέστησε εις Κύριον.

mikrasia

μοναχή Μακρίνα Βασσοπούλου, η εκ Βιλαετίου Σμύρνης, καθηγουμένη της Μονής Παναγίας Οδηγήτριας Πορταριάς Πηλίου

%ce%bc%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b1-%ce%b2%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%bf%cf%85

Ή Μαρία Βασσοπούλου γεννήθηκε το 1921, άπό ευσεβείς γονείς στό Βιλαέτι της Σμύρνης. Μέ τήν Μικρασιατική Καταστροφή ή οικογένεια της αναγκάσθηκε να άφήσει τήν πατρική Ιωνική γη καί να μεταφυτευθεί στον Βόλο. Ένώ όμως ήταν μόλις 10 ετών,  κοιμήθηκαν καί οι δύο γονείς της. Έτσι ή μικρή Μαρία, μαζί μέ το μικρότερο αδερφό της, τον Γιωργάκη, έμειναν παντελώς έρημοι καί εγκαταλελειμμέναοι.
Όμως ή μικρή Μαρία δεν ήταν άπό τους ανθρώπους πού άπελπίζοντο εύκολα. Έπιασε δουλειά, πρώτα σέ μία μικρή βιοτεχνία μεταποιήσεως τροφίμων, όπου έσπαζε καρύδια γιά λίγο ψωμί. Κατόπιν εργάσθηκε σε ένα καπνεργοστάσιο. Έτσι, μέ πολλές στερήσεις, το ορφανό κοριτσάκι κατάφερε νά μεγαλώσει το πολυαγαπημένο μικρό της αδελφάκι. Καί ένώ τά πράγματα άρχισαν κάπως νά ομαλοποιούνται, ξέσπασε ξαφνικά ό Β’ Παγκόσμιος πόλεμος καί μαζί του τά δίσεκτα χρόνια της Κατοχής.
Στις αρχές της Κατοχής οι γείτονες πρόσφεραν κάποια βοήθεια στά ορφανά. Όταν όμως άρχισαν οί άνθρωποι νά πεθαίνουν κατά δεκάδες στους δρόμους άπό τήν πείνα, κανείς δέν ενδιαφερόταν πλέον τά δύο παιδιά. Γιά μέρες ολόκληρες έμεναν νηστικά καί κόντευαν νά πεθάνουν άπό ασιτία.
Τά αδελφάκια, λοιπόν, χρειάσθηκε νά χωρίσουν, μέ τήν ελπίδα πώς έτσι ίσως τουλάχιστον επιζήσει τό ένα άπό τά δύο. Ό μικρός Γιωργάκης έφυγε στην Θεσσαλονίκη καί ή Μαρία παρέμεινε στον Βόλο παντελώς μόνη της καί βυθισμένη στην θλίψι γιά τον χωρισμό τους.
Καί τά χρόνια της Κατοχής, άλλα καί τά μεταπολεμικά χρόνια στάθηκαν γιά τήν Μαρία πολύ δύσκολα. Δούλευε σκληρά σε διάφορες εργασίες γιά λίγο ψωμί, άλλα καί αυτό τό μοίραζε από ευσπλαχνία.
Χαρακτηριστικά της γνωρίσματα ήταν: ή μεγάλη της ευσπλαχνία, ή συγχωρητικότητα, ή ελεημοσύνη, ή μεγάλη της υπομονή, ή εργατικότητα καί ή ολονύκτιος προσευχή. Σε όλη της τήν ζωή ή προσευχή στάθηκε πυξίδα και βακτηρία.
Συνέβη μάλιστα αρκετές φορές να γευθεί «χειροπιαστά» τήν θεϊκή άντίληψη. »Τήν περίοδο αυτή ή νεαρή Μαρία γνωρίσθηκε μέ τήν όσιωτάτη μητέρα μου», γράφει ο πατήρ Εφραίμ Φιλοθεϊτης.
»Οι δύο αυτές αγιασμένες ψυχές προσηύχοντο μαζί στην κουζίνα τού πατρικού μου σπιτιού, γονατιστές όλο το βράδυ, μέ πάμπολλα δάκρυα καί γονυκλισίες. Πολλά μέ δίδαξε το άγιο παράδειγμα τους! Αυτές οι αρετές της στάθηκαν ή αιτία νά μαζευτούν γύρω της μερικά ευλαβέστατα κορίτσια, άπό τά χρόνια τής Κατοχής καί νά ζητήσουν νά γίνουν νύμφες τού Χριστού μας». Οι κοπέλες ζούσαν ύπό τήν πνευματική καθοδήγηση τού πατρός Έφραίμ από τον Βόλο.
‘Όταν όμως έκείνος αναγκάσθηκε νά γυρίσει στο Άγιον Όρος, οι κοπέλες βρέθηκαν ξαφνικά ορφανές…
Πολλοί πνευματικοί ζήτησαν νά τις αναλάβουν, άλλα δέν άνεπαύοντο μέ κανέναν, διότι είχαν αποκτήσει το πνευματικό φρόνημα τού Γέροντος Ιωσήφ.
Γι’ αυτό καί έγραψαν στον Γέροντα μου τον Ιωσήφ τον Σπηλαιώτη καί ζήτησαν νά τίς άναλάβει αυτός.
Έγώ, ήδη ήμουν στο ΄Αγιον Όρος, κοντά στον Γέροντα. Ό Γέροντας έκανε προσευχή καί απάντησε:
«»Αν κάνετε υπακοή, θά σας αναλάβω. Έάν δέν κάνετε, θά σας αφήσω». Κι΄ έκείνες του απάντησαν:
«Γέροντα, σ’ ό,τι θά μας πήτε, θά κάνουμε υπακοή…»
Μόλις ό Γέροντας πήρε τήν άπάντησή τους, έκανε πάλι προσευχή. Καί μετά τούς έγραψε νά κάνουν υπακοή στην Μαρία, τήν μετέπειτα Γερόντισσα Μακρίνα, τήν οποία ποτέ του δέν είχε δεί. Και τους εξήγησε το λόγο:
«Είδα σέ όραμα τήν Μαρία. Θά κάνετε υπακοή σ’ αυτήν, διότι έγώ απόψε τήν είδα σέ οπτασία τήν ώρα πού προσευχόμουν. Τήν είδα στην μέση καί γύρω-γύρω ήσαν πολλά προβατάκια. Κι’ έτσι κατάλαβα ότι αυτήν πρέπει νά τήν βάλω Γερόντισσα. Όποτε θά κάνετε ύπακοή και καμμιά σας να μην άντιλογήση».
Οι αγνές κοπέλες του είπαν: «Να ‘ναι ευλογημένο» καί πολύ χάρηκε ό Γέροντας μέ την υπακοή τους. Τις αγαπούσε πάρα πολύ, διότι μέ τους νοερούς του οφθαλμούς έβλεπε την αγάπη πού είχαν για τον Νυμφίο Χριστό. Γι’ αυτό καί συχνά τους έγραφε γράμματα προς στηριγμό τους μέ λόγια άπλα, αλλά πολύ δυνατά σάν καί τά ακόλουθα:
«Λοιπόν, άλλο μην κοιτάζετε, αλλά ομόνοια καί αγάπη, κάντε ύπακοήν, διά νά κερδίσετε την ταπείνωση, διότι ό Κύριος Ιησούς Χριστός έγινε παράδειγμα εις ημάς καί μας δίδαξε την ταπείνωση, γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου. Λοιπόν ύποτάσεσθε στην Μαρία, όπου προσπαθεί νά σας ώφελήσει καί έμείς έδώ όλοι προσευχόμεθα νά σας βοηθήση ό Κύριος καί νά σας άξιώση της αιωνίου ζωής. Σας εύχομαι έξ όλης ψυχής ο Ταπεινός Γεροντάκης Ιωσήφ»
%ce%ba%ce%b1%ce%b8%ce%b7%ce%b3%ce%bf%cf%85%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b7-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b1-%ce%b2%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%bf%cf%85
Ό Γέροντας στάθηκε για τίς αγνές αυτές ψυχές αλάνθαστος νηπτικός, διορατικός καί διακριτικός οδηγός. Μιά άπ’ αυτές τίς μοναχές διηγήθηκε τα εξής για τήν ζωή τους κοντά στον Γέροντα:
«Όλα μας τα προέλεγε. Ό,τι συνέβαινε στο μοναστήρι τα έγραφε στα γράμματα του δίχως να του το πούμε.»Οταν ήμουν στην αρχή τής καλογερικής, είχε αρρωστήσει ή αδελφή μου, που ήταν κι’ αυτή δόκιμη τότε.’ Εγώ πολύ στενοχωρήθηκα καί λέω:
–Παναγία μου, γιατί; Έμείς ήλθαμε έδω να σέ υπηρετήσουμε. Γιατί να άρρωστήσει καί να μήν μπορή να προσφέρη τήν βοήθεια της στο μοναστήρι; Καί πήγα καί κάθισα στην αυλή κάτω άπό μια ελιά καί έκλαιγα όλη νύκτα…
Μετά άπό λίγες μέρες, ήλθε ένα γράμμα γιά μένα άπό τον Γέροντα πού έγραφε: «Μικρό μου παιδάκι, ακούω τήν φωνούλα σου, καί δεν μπορώ, μου σπαράζει τήν ψυχή άπό τον πόνο καί με διακόπτει άπό τήν προσευχούλα. Μήν κλαις. Ή αδελφούλα σου θά γίνη καλά».
Καί το έγραψε δίχως κανείς νά τό ξέρη! Μου λένε οι αδελφές:
–Τί έκανες αδελφή;Τους λέω:
–Νά, πήγα καί έκλαιγα κάτω άπό τήν ελιά. Πώς όμως αυτός τό γνώριζε, άφου ήταν μακριά στο «Αγιον Όρος;
Παρομοίως, κάποτε είχε αρρωστήσει ή Γερόντισσα Μακρίνα κι’ έκανε αίμόπτυσι. Κι’ έμείς δέν είχαμε τηλέφωνο νά επικοινωνήσουμε μέ τόν Γέροντα καί νά του πούμε. ‘Αλλά καί στό γράμμα πού γράψαμε μετά, τού τό κρύψαμε, γιά νά μήν τόν στενοχωρήσουμε καί νά τόν διακόψουμε άπό τήν προσευχή του. Εκείνος όμως μας στέλνει ένα γράμμα καί μας γράφει:
«Παιδάκια μου, γιατί δέν μου γράψατε ότι ή Γερόντισσα είναι άρρωστη καί πάσχει, γιά νά προσευχηθούμε; Κάνατε πολύ κακώς νά νομίζετε ότι θά μέ διακόψετε άπό τήν προσευχή. Διότι έμείς τήν είδαμε νοερώς τό βράδυ, πού προσευχόμασταν μέ τόν πατέρα Αρσένιο, ότι ή Γερόντισσα Μακρινά ήταν σοβαρά άρρωστη. Καί κάναμε πολλή προσευχή. Παιδιά μου, θέλω νά με ενημερώνετε γιά ό,τι θα σας συμβαίνει στο μοναστήρι καί ιδίως με τήν Γερόντισσα. Νά μου τά γράφετε».
Αλλά καί ή Γερόντισσα Μακρίνα τους έβλεπε το βράδυ δίπλα στο μαξιλάρι της και τους δυό, τον Γέροντα Ιωσήφ καί τον πατέρα Αρσένιο, οτι έκαναν κομποσχοίνι με σταυρό καί έλεγαν: «Κύριε, θεράπευσον τήν δούλην σου».
«Πολλές φορές μας το έκανε αυτό ό Γέροντας. Τήν ώρα πού προσηύχετο, έβλεπε τί κάναμε και πού βρισκόμασταν. Καί έμείς απορούσαμε πώς ό,τι σκεφτόμασταν, αυτός μας τά έγραφε μόνος του. Καί μετά γέμιζαν οι ψυχές μας άπό δέος καί φόβο!» . Αυτά έλεγε ή Γερόντισσα.
Το μοναστήρι αυτό πρόκοψε πάρα πολύ. Άπό εκείνο το ευλογημένο κοινόβιο βγήκαν πολλοί ευκλεείς καρποί, ψυχές αγνές, αφιερωμένες στην αγάπη καί τήν λατρεία του επουρανίου Νυμφίου.Μετά τήν κοίμησι του Γέροντος Ιωσήφ, ό παπα-Έφραίμ ό Κατουνακιώτης, πολλές φορές τά βράδυα στην αγρυπνία του έβλεπε μέ τους νοερούς του οφθαλμούς, δύο στύλους πυρός πάνω από τον Βόλο, νά υψώνωνται άπό τήν γη στον ουρανό.
Επρόκειτο γιά τήν ήδη μακαριστή Γερόντισσα Μακρίνα καί μία άπό τις χαριτωμένες μοναχές της.
Τό μοναστήρι της Πορταριάς διακρίθηκε διά τήν πνευματικότητα του καί χιλιάδες πιστών, όχι μόνον άπό τήν περιοχήν, άλλα καί άπό όλην τήν Ελλάδα εύρήκαν καταφύγιο κοντά στην αλησμόνητη Γερόντισσα Μακρίνα καί ωφελήθηκαν πνευματικά.
Τό πρόσωπο της ακτινοβολούσε καλωσύνη, αγάπη, ειλικρίνεια καί πίστι. Ή ηρεμία της καί ό γλυκός της λόγος ήταν στήριγμα καί πηγή δυνάμεως γιά όσους ευτύχησαν νά τήν γνωρίσουν. Άπό αυτήν τήν χαριτωμένη αδελφότητα, στάλθηκαν μοναχές καί επάνδρωσαν τήν Μονή του Τιμίου Προδρόμου στις Σέρρες και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στην Θάσο. Καί άπ’ αυτές τις Μονές στάλθηκαν κατόπιν μοναχές σαν προζύμι, στην Βόρειο Αμερική καί στον Καναδά, για νά φυτεύσουν κι’ έκεί το Όρθόδοξο μοναχικό ιδεώδες…

 

Ο Θεός θέλει προσευχή, προσοχή, και ταπείνωση. Να προσέχουμε την αργολογία. Να δαγκώνουμε λίγο τη γλώσσα μας για να λέμε και καμιά ευχή. Για να μπορέσουμε να προσευχηθούμε και λίγο τη νύχτα, να θυμηθούμε και τους ανθρώπους πού έχουν ανάγκη….Γι’ αυτό να ζητάμε σύνεση, επίγνωση των πραγμάτων που θα πούμε, τι δεν θα πούμε.

Να είμαστε συνεπείς στην εκκλησία, στο διακόνημά μας και ο Θεός θα μας βοηθήσει. Προσέξτε την παρρησία, την μεγαλοφωνία, την αργολογία και την κατάκριση.
%ce%b7-%ce%b3%ce%b5%cf%81%cf%8c%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b1
Η Γερόντισσα Μακρίνα στο Λονδίνο…
Προ ετών η Γερόντισσα είχε ένα θέμα υγείας και μετά από προσευχή και κατόπιν υπακοής πήγε στο Λονδίνο. Έκανε μια μικρή επέμβαση στο έντερο. Συνοδεύετο από μερικά πνευματικά παιδιά της.
Το πρώτο βράδυ ήταν δύσκολο. Σύμφωνα με το τυπικό του Νοσοκομείου στην Γερόντισσα δεν επέτρεψαν να μείνει κάποιος το βράδυ κοντά της. Όταν όλοι έφυγαν η Ηγουμένη της Ιεράς της Παναγίας Οδηγητρίας έμεινε μόνη. Μόνη με αρκετή δυσκολία το πρώτο βράδυ μετά την επέμβαση…
Ξαφνικά χτυπά η πόρτα και μπαίνουν μέσα δύο γιατροί μαύροι.
Της συμπεριφέρονται ευγενικά και συμπαρίστανται στην αγωνία της Ο ένας την κρατά αγκαλιά και ο άλλος με το πτυελοδοχείο και γάζες βοηθούν να περάσει το σημείον της δυσκολίας. Το πρωί φεύγουν οι ιατροί. Μάρτυρες του γεγονότος οι γάζες σε μια γωνιά του δωματίου ευρισκόμενες. Όταν έρχονται τα πνευματικά παιδιά της, η Μητέρα είναι πολύ καλά.
Όταν ζητούν από την προϊσταμένη τα ονόματα των ιατρών, πληροφορούνται ότι ιατροί δεν υπάρχουν στο Νοσοκομείο.
Η Γερόντισσα προσεύχεται δια την λύσιν του προβλήματος και παίρνει την πληροφορία, ότι οι μαύροι ιατροί ήταν το ζεύγος των Αγίων Αναργύρων από την Αιθιοπία.Το ίδιο βράδυ γινόταν πολύ προσευχή και στο Άγιον Όρος.
Τέτοιες καταστάσεις περνούσε πολλές η Γερόντισσα, δια τούτο ευρίσκετο πάντοτε εις κατάσταση Χάριτος και προσφοράς Αγάπης…
Η γερόντισσα Μακρίνα, έκοιμήθη έν όσιότητι, την Κυριακή 4 Ιουνίου 1995.

 

mikrasia

μοναχή Άννα Γιοβάνογλου η γερόντισσα της Δράμας, η εκ της Πανόρμου Μικράς Ασίας

%ce%b3%ce%b5%cf%81%cf%8c%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%ac%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b4%cf%81%ce%ac%ce%bc%ce%b1%cf%82

Η μακαριστή γερόντισσα Άννα Γιοβάνογλου γεννήθηκε το 1903 στην Πάνορμο της Μικράς Ασίας από ευλαβείς γονείς , τον Ιωάννη και την Δήμητρα. Ήταν πρωτότοκη και είχε άλλα οκτώ αδέλφια. Στην βάπτιση της δόθηκε το όνομα Αναστασία.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών, έπειτα από πολλές ταλαιπωρίες, εγκαταστάθηκαν στο χωριό Πηγάδια Κυργίων Δράμας. Στα Πηγάδια ο πατέρας της έγινε κτηνοτρόφος. Αυτή ως μεγαλύτερη φρόντιζε για τα μικρότερα αδέλφια της, γιατί και η μητέρα της εργαζόταν.

Προσευχόταν και μερικές νύχτες άκουγε αγγελικές ψαλμωδίες. Διηγείτο: «Ήμασταν εννιά αδέλφια και μόνο κρατούσαμε (τηρούσαμε) του πατέρα μας τον λόγο. Αλλά ήρθε καιρός που να μην τον κρατήσω εγώ, γιατί ήμουν μεγαλύτερη τριάντα χρόνων κοπέλα και ήρθε καιρός να παντρευτώ και τ’ αδέλφια μου όλα μεγάλωσαν και ήταν για παντρειά και μουρμούριζαν (γόγγυζαν) εναντίον μου, πότε θα παντρευτείς; τι θα κάνεις;».

Η ίδια αρεσκόταν να βρίσκεται μόνη στη φύση μαζί τα ζώα, γιατί αυτό της έδινε την ευκαιρία να μένει μόνη με το Θεό και να προσεύχεται. Όταν τύγχανε να βρεθεί σε κάποιο βουνό με εκκλησάκι , άδραχνε την ευκαιρία για πνευματική συζήτηση με τους μοναχούς που περιόδευαν, τα λόγια των οποίων κυριολεκτικά ρουφούσε.

Όταν έφτασε σε ηλικία ικανή ο πατέρας της την πάντρεψε με κάποιο βοσκό που δούλευε κοντά του αλλά αυτός μετά από λίγο καιρό την εγκατέλειψε. Τότε η Άννα πήγε σε μια θεία της στο Δοξάτο και εργαζόταν στα καπνά της περιοχής. Εκεί υπήρχε η εκκλησία του αγίου Μάρκου στην οποία είχε ένα μοναχό με τον οποίο συχνά συνομιλούσε και της είχε δώσει ένα ξύλινο σταυρό , τον οποίο η Άννα ποτέ δεν αποχωρίστηκε. Από το σύντομο γάμο της απέκτησε μια κορούλα, τη Βενετία την οποία μεγάλωσε μόνη της και με τη βοήθεια της αδελφής της.

Η Άννα ήταν αναλφάβητη αλλά αυτό δεν την εμπόδιζε να μαθαίνει το Λόγο του Θεού από την εκκλησία και τα κηρύγματα. Άκουγε επίσης με πολύ ενδιαφέρον τους βίους των αγίων και δεν έχανε ευκαιρία να επαναλαμβάνει όσα άκουγε σε γνωστούς και φίλους. Με τον τρόπο αυτό από τη μια γινόταν απόστολος των θείων μηνυμάτων και από την άλλη αποστήθιζε απ’ έξω όσα άκουγε.

Η Άννα έκανε οικονομίες και έτσι μπόρεσε να πραγματοποιήσει διάφορα ταξίδια που ήθελε όπως στην Παναγία της Τήνου και στα Ιεροσόλυμα. Τα τελευταία επισκέφτηκε για πέντε φορές όπου και εκάρη μοναχή παίρνοντας το όνομά της το 1972. Αυτό έγινε στην ιερά μονή αγίου Γεωργίου Χοζεβά. Μετά από αυτό επέστρεψε στο Δοξάτο και άρχισε να ζει ασκητικά. Ολονύκτιες αγρυπνίες και αδιάλειπτη προσευχή ήταν οι κύριες ασχολίες της , ενώ δεν αποχωριζόταν το κομποσχοίνι ποτέ από τα χέρια της . Ζούσε σε μικρά φτωχικά σπιτάκια που νοίκιαζε και πάντοτε μεριμνούσε να έχει ένα μικρό κήπο που καλλιεργούσε η ίδια. Μάλιστα διατηρούσε εσπεριδοειδή , δένδρα που δεν ευδοκιμούσαν στην περιοχή, λόγω θερμοκρασίας. Αυτά της Άννας όμως έδιναν καρπούς.

Έμενε στο Δοξάτο μόνη της σ’ ένα μικρό και παλαιό κελλάκι, χωρίς φως με μια σομπούλα. Δεν θέλησε να μείνει στο σπίτι της κόρης της αλλά κοντά της, από ευαισθησία για να μην την επιβαρύνη, αλλά και για να έχει την ησυχία της να κάνη τα μοναχικά της καθήκοντα. Το δωμάτιό της ήταν λιτό και στο κρεβάτι της είχε μια μικρή βαλίτσα όπου φύλαγε τα σάβανά της και κάθε μέρα την άνοιγε για να τα βλέπει και έτσι κατάφερε να έχει συνεχή μνεία θανάτου. Συνήθιζε να θυμιατίζει με καρβουνάκια που έφτιαχνε η ίδια από ξυλάκια κληματαριάς. Τα βράδια όταν οι εργάτες των καπνών πήγαιναν δουλειά, η Άννα έβγαινε στο δρόμο και τους θυμιάτιζε. Αυτό όμως προκαλούσε ποικίλες αντιδράσεις, διότι άλλοι την κορόιδευαν για αυτό. Συχνά γινόταν αντικείμενο κοροϊδίας και εμπαιγμού και για τα ρούχα της που αποτελούνταν από ένα σχισμένο ράσο.

Έκανε το παν για να μην λείψη τίποτε από την κόρη της Βενετία. Δούλευε νύχτα-μέρα διότι επιπλέον βοηθούσε τα αδέλφια της και γηροκόμησε την μητέρα της. Εργαζόταν σκληρά όλη την ημέρα στα χωράφια και τη νύχτα προσευχόταν. Συνήθιζε, με άλλες γυναίκες του χωριού, να συγκεντρώνονται σε κάποιο σπίτι εκ περιτροπής, ενώπιον μιας θαυματουργής εικόνας του Αγίου Γεωργίου, να αγρυπνούν και να προσεύχονται για όλον τον κόσμο. Και η ίδια ξυπνούσε πάντα πρωί για να προσεύχεται, γιατί πίστευε ότι ο Θεός τότε σ’ ακούει καλύτερα. Όταν πιστεύεις και παρακαλάς, ο Θεός δεν σε ξεχνά.

Όποιος την επισκεπτόταν ένιωθε κοντά της χαρά και χάρη. Κερνούσε τους επισκέπτες καφέ, κανένα αυγουλάκι και απαντούσε στις ερωτήσεις τους μεταδίδοντας την χάρη και τα βιώματα της. Τα βαθυγάλαζα μάτια της έλαμπαν και ακτινοβολούσαν από καλωσύνη. Θύμιαζε τις εικόνες στο κελλάκι της, αλλά τη νύχτα έβγαινε στον δρόμο και θύμιαζε τους ανθρώπους που πήγαιναν στα καπνά. Θύμιαζε όλο το Δοξάτο και προσευχόταν για τον κόσμο.

Συμβούλευε: «Να προσεύχεσαι χαράματα και έξω από το σπίτι με τα χέρια στον ουρανό. Τότε σε ακούει ο Θεός, βλέπεις και τους Αγγέλους. Όταν παρακαλάς, να παρακαλάς πρώτα τον Χριστό και έπειτα τους Αγίους, όσους θυμάσαι, όχι μόνον έναν. Και αυτά τα παρακάλια τα παίρνουν οι Άγιοι και τα πάνε στην Παναγία και η Παναγία τα δίνει στον Χριστό. Εγώ μια φορά παρακαλούσα και ξέχασα τον άγιο Θεόδωρο. Εμφανίστηκε, λοιπόν, και μου λέει: «Όλους τους παρακαλάς και μένα με ξέχασες». «Ποιος είσαι», λέω, «δεν σε γνώρισα». «Ο άγιος Θεόδωρος είμαι», λέει. Από τότε κάθε φορά τον παρακαλάω».

Έλεγε με απλότητα στην προσευχή της: «Η αδελφή Άννα σας παρακαλεί: «Άγιε Αλέξιε, άγιε Παντελεήμων»» και μνημόνευε πολλούς Αγίους που είχε σε ευλάβεια, και όσων Αγίων είχε εικονάκια.

Ήταν φυσική η επικοινωνία της Γερόντισσας με τους Αγίους. Δεχόταν απλά και απερίεργα τις εμφανίσεις των Αγίων με πίστη, χωρίς να περνούν λογισμοί κενοδοξίας. Όταν πήγαινε η κόρη της στο κελλάκι της, η Γερόντισσα την απέτρεπε να κάθεται με την πλάτη προς την Ανατολή, γιατί εκεί έβλεπε να στέκεται κάποιος Άγιος και το θεωρούσε ασέβεια. Την συμβούλευε να κάνη πάντα προσευχή πριν από κάθε της έργο για να πετύχη. Στις δυσκολίες έλεγε στην κόρη της: «Μη στενοχωριέσαι. Θα κάνω προσευχή και όταν έρθη η ώρα θα γίνει (ξεπεραστή). Εάν δεν θέλη ο Θεός, δεν γίνεται. Εκείνος ξέρει, ξέρω κι εγώ γιατί δεν γίνεται;».

Κάποια χρονιά, Κυριακή της Ορθοδοξίας, η Γερόντισσα κρατούσε εικόνα στην λιτανεία και έβλεπε τον εικονιζόμενο Άγιο να προπορεύεται.

Η γερόντισσα Άννα είχε τέτοια απλότητα, ώστε δεν της περνούσε λογισμός υπερηφάνειας, διότι τα θεωρούσε όλα φυσικά. Με την μακάρια απλότητα, την ευλάβεια, την καθαρότητα και τον φιλότιμο αγώνα της, αξιώθηκε να έχει πολλές αγιοφάνειες. Είδε τον προφήτη Ηλία και του ασπάσθηκε το χέρι. Τον Τίμιο Πρόδρομο και μάλιστα παρατήρησε το σημάδι της απότομης από το ξίφος στον λαιμό του! Τους Αγίους Θεοδώρους τους έβλεπε συχνά να περνούν τις νύχτες με τα άλογα και τις στολές τους μέσα από το Δοξάτο. Υπάρχει εξωκκλήσι των Αγίων Θεοδώρων και αυτοί προστατεύουν το χωριό. Είδε και τον άγιο Βασίλειο σε ώρα θείας Λειτουργίας.

Ζήτησε να γνωρίση και το Άγιο Πνεύμα, όπως διηγήθηκε η ίδια. «Είχα απορία, δεν μπορούσα να καταλάβω πως είναι το Άγιο Πνεύμα. Ήθελα να ξέρω όλα τα Άγια». Έκανε προσευχή και το είδε εν είδει περιστεράς.
Κάποτε η Γερόντισσα ηρπάγη στον Παράδεισο, όπως διηγήθηκε η ίδια: «Η Χάρις με πήρε… πηγαίνομε με σ’ ένα δρόμο, καλός ο δρόμος, (περνούσε) μέσα από χωράφια που είχαν και αγκάθια. Μετά ανοίξαμε μια πόρτα και αρχίσαμε να πηγαίνομε σε κήπο. Μπήκαμε μέσα κανά δύο βήματα και άρχισα να βλέπω καλά πράγματα. Είχε πράγματα για φαγώσιμο. Είδα τα μούρα, να τα λιμπίζεσαι. «Να φθάσω ένα μούρο»; «όχι δεν είναι δικά σ'», μου είπε «θα ‘ρθή η ώρα να είναι δικά σ'». Γυρίσαμε πίσω, δεν προχωρήσαμε άλλο μέσα στον Παράδεισο».

«Μια άλλη φορά», διηγήθηκε, «μια καλοσύνη έκανα, αλλά δεν θυμάμαι τι, όμως θυμάμαι με ανέβασε μια και μια στον ουρανό. Ανέβηκα και έβλεπα τους ανθρώπους να περπατάν σαν μυρμήγκια. Πως να κατέβω εγώ από δω; Σκεύομαι, σκεύομαι… μοναχή ήμουν εκεί. Τα πουλιά πετούσαν εκεί κάτ’, τάβλεπα. Ύστερα ήρθε ένας αγέρας δυνατός και εφθάσαμε κάτ’ Αλλά λέω που είμαι τώρα, που να είμαι; Τότε κατάλαβα ότι πατούσα στη γη, ότι είμαι στον κόσμο που γνωρίζω, διότι εκείνον τον κόσμο δεν τον γνωρίζω. Ακόμα θυμούμαι τα πουλιά που ήταν από κάτω μου».

Κάποτε άκουσε μια φωνή που της είπε: «Η αρετή σου περίσσεψε», και ταυτόχρονα αισθάνθηκε και μια χάρι. Η μακάρια και απλούστατη γερόντισσα Άννα ενώ ζούσε την αρετή, δεν ήξερε τι είναι «αρετή» και ρωτούσε κάποιον: «Είχα μια γειτόνισσα στα Κύργια που την έλεγαν Αρετή και πέθανε. Που με θυμήθηκε τώρα μετά από χρόνια και ήρθε στον ύπνο μου;»!

Αν της έδιναν χρήματα, τα έδινε στην Εκκλησία, ενώ τα τρόφιμα τα μοίραζε σε φτωχούς.

%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b7-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%bb%ce%b7%cf%88%ce%b5%cf%89%cf%82-%ce%b4%cf%81%ce%b1%ce%bc%ce%b1%cf%82
Η γερόντισσα Άννα επισκεπτόταν και το μοναστήρι της Αναλήψεως στη Σίψα Δράμας. Οι αδελφές την αγαπούσαν και χαίρονταν να την φιλοξενούν. Η σημερινή γερόντισσα Πορφυρία ενθυμείται και σημειώνει για την γερόντισσα Άννα: «Του Αγίου Χαραλάμπους, το 1992, μετά από μια αγρυπνία η γερόντισσα μας Ακυλίνα, μας έστειλε τρεις αδελφές στο Δοξάτο να δούμε την γερόντισσα Άννα και να της πάμε ξύλα και άλλες ευλογίες. Ήταν μια σκηνή από αρχαίο Γεροντικό. Το σπίτι παμπάλαιο, εγκαταλελειμμένο, πάμπτωχο. Η γερόντισσα Άννα κυρτωμένη, αδύνατη, με δύο γαλανά ματάκια που λάμπανε από το φως του Χριστού, μας είπε πολλά: «Για σας που νέα κορίτσια φύγατε από τα σπίτια σας και ζήτε μέσα στα βουνά που είναι το Μοναστήρι σας, που δώσατε την ζωή σας, που είστε παιδιά του θεού και το Άγιο Πνεύμα είναι κρυμμένο μέσα σας, αργότερα με τα χρόνια θα σας φανέρωση ο Θεός τα μυστικά Του». Ήταν τότε αυτός ο λογισμός που πολύ με απασχολούσε, αν δηλ. η μοναχική μου ζωή θα είχε ποτέ καρπούς. Εγώ», μας έλεγε με μία φοβερή απλότητα, «τώρα τα βλέπω αυτά που βλέπω και είμαι τόσο μεγάλη στην ηλικία». Ευωδίαζε ολόκληρη. Μας σταύρωσε μία μία και στην κάθε μία έλεγε χείμαρρο από ευχές που ήταν ότι η κάθε μια είχε ανάγκη. Είπε ότι είχε δει ένα όραμα με τρία κορίτσια. Το ένα λεγόταν νερό, το άλλο φωτιά, το άλλο τιμή. «Η τιμή», είπε, «αν την χάσης δεν την ξαναβρίσκεις, την φωτιά την βρίσκεις, το νερό επίσης».

«Κάποια στιγμή που βρεθήκαμε μόνες, μας λέει ξαφνικά: Εγώ πολλά πέρασα αλλά τα κράτησα μέσα μου και ζυμώθηκαν μέσα μου και γίναν ένα με μένα και το Άγιον Πνεύμα».
-Δηλαδή να μην μιλάμε Γερόντισσα;
-Ε! μοναχούτσικες είσαστε (μοναχούλες δηλαδή). Να μιλάτε και λίγο αλλά να λέτε πάντα τα καλά όχι τα στραβά.

»Όταν είχαμε κάποια μεγάλη δυσκολία, ξαφνικά η γερόντισσα Άννα εμφανιζόταν στο Μοναστήρι μας απροειδοποίητα. Σκυφτή, γαλήνια, με τα γαλανά ματάκια της γεμάτα αγάπη. Στήριζε τις αδελφές, φερόταν με απέραντο σεβασμό στην Γερόντισσα μας , καθόταν δυό-τρεις μέρες και έφευγε πάλι. Τις νύχτες την άκουγαν οι αδελφές από τα γειτονικά κελλιά να σηκώνεται και να προσεύχεται με δοξολογία, ευχαριστία, δάκρυα, γεμάτη θείο έρωτα. Έμπαιναν στο κελλί της και ούτε τις καταλάβαινε. Έλεγε ότι τα δάκρυα της προσευχής να μην τα σκουπίζουμε με μαντήλια αλλά με την φούντα από το κομποσχοίνι, διότι τα δάκρυα αυτά είναι ιερά.

»Ένα πρωινό, (τότε τις καθημερινές Ακολουθίες τις κάναμε στην Ανάληψη), όταν έφθασε η ώρα που προσκυνάμε τις εικόνες, η γερόντισσα Άννα έτυχε να στέκεται δίπλα μου. Την βάζαμε να χαιρετά μετά την Γερόντισσα και ουδέποτε και για τίποτε δεν είχε φέρει αντίρρηση. Εκείνο το πρωί την έβλεπα να μην κουνιέται. Της λέω σιγά: «Πάτε να προσκυνήσετε». Μου έκανε εντύπωση που δεν μου έδωσε σημασία. Της το ξαναείπα. Όλες οι αδελφές την περίμεναν. Μ’ έπιασε αγωνία και την σκούντησα ελαφρά. Ντρεπόμουν κι όλας, ήμουν η τελευταία στην σειρά ρασοφόρα και την σεβόμουνα πολύ. Η Γερόντισσα άγαλμα. Δεν κουνιόταν. Οι αδελφές πήγαν στην σειρά τους καί χαιρέτησαν. Τελείωσε η πρώτη ώρα, πήραμε ευχή και φύγαμε. Η γερόντισσα Άννα μετά την πρωινή τράπεζα ζήτησε να μιλήση στην Γερόντισσα μας. Της είπε λοιπόν ότι εκεί δίπλα της στο παγκάρι της Αναλήψεως ανάμεσα μας στεκόταν ο γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης και αυτή από το δέος δεν κουνιόταν. «Με σκουντούσαν», είπε, «με έλεγαν να πάω να προσκυνήσω. Καλά, δεν βλέπανε τον Γέροντα»;».

Και άλλη αδελφή σημειώνει: «Το έτος 1994 ήταν η χρονιά που για πρώτη φορά επισκέφθηκε και φιλοξενήθηκε στο μοναστήρι μας η γερόντισσα Άννα. Η χάρις ήταν διάχυτη στο πρόσωπο της, χαρίζοντας στην όλη μορφή της μια μυστηριώδη γλυκύτητα που είλκυε τον κάθε πνευματικό άνθρωπο προς αυτήν. Αυτή η γλυκύτητα της, προξένησε και σ’ εμένα την επιθυμία να την πλησιάσω και να συνομιλήσω μαζί της με πνεύμα μαθητείας στα όσα θα είχε τυχόν να με διδάξη. Η γερόντισσα Άννα ήταν πολύ γνωστή και είχε φήμη αγίας γυναικός, αλλά παρόλ’ αυτά δεν έτυχε ποτέ να φθάση κάτι στ’ αυτιά μου γι’ αυτήν, γι’ αυτό και την πλησίασα, έχοντας το μυαλό μου καθαρό και ανεπηρέαστο από εντυπώσεις τρίτων. Έσκυψα, πήρα ταπεινά την ευχή της και σηκώνοντας το κεφάλι μου συγκλονίστηκα ολόκληρη, καθώς το βλέμμα έπεσε στα βαθυγάλανά της μάτια που με διαπερνούσαν ολόκληρη και βυθίζονταν στο είναι μου. Πνευματική ακτινογραφία, σκέφτηκα.

»Το όλο της παρουσιαστικό θύμιζε παλαιά ασκήτρια. Ένα μικρό άνθος της ερήμου. Τα φτωχικά της μοναχικά ενδύματα, το εξαϋλωμένο της παρουσιαστικό από τις αέναες νυχθήμερες προσευχές της, Τα βαθουλωμένα της μάτια, σου δημιουργούσαν την εντύπωση ότι βρισκόσουν μπροστά σε μια ασκήτρια του όρους της Νιτρίας. Προπαντός δε η ασκητική ευωδία που ανέπεμπε στην όλη ατμόσφαιρα γύρω της. Ακόμη θυμάμαι το ξεθωριασμένο από την πολυκαιρία κομποσχοίνι της που έφερνε ατέλειωτους γύρους στα ροζιασμένα της δάκτυλα, λέγοντας την αγαπημένη της μονολόγιστη ευχή.

»Στην Εκκλησία ήταν πάντοτε όρθια, σπανίως θα καθόταν, και αυτό μόνο αν η δική μας Γερόντισσα ήταν καθιστή. Όταν δε η ακολουθία ετελείτο στο μικρό εκκλησάκι του γέροντος Γεωργίου Καρσλίδη, την Ανάληψη, την βλέπαμε, αν ήταν καθιστή να πετάγεται πάνω, ή όταν ήταν όρθια, να μένη αποσβολωμένη και να κοιτάη με επιμονή προς μια κατεύθυνση. Κατόπιν, γύριζε έκπληκτη προς εμάς και μας ρωτούσε με απορία: «Καλά, εσείς δεν είδατε τον Γέροντα; Τόση ώρα βρισκόταν ανάμεσα σας και σας κοίταζε!». Τέτοια καθαρότητα είχαν τα μάτια της ψυχής της ώστε έβλεπαν τους ουράνιους επισκέπτες. Αυτή όμως δεν μπορούσε να το συνειδητοποίηση αυτό λόγω της μεγάλης της απλότητας.

»Η γερόντισσα Άννα φιλοξενούμενη στο μοναστήρι μας, διέμενε πλησίον στο νάΐδριο του Γέροντα. Πολλές φορές τα πρωινά μας έλεγε με θαυμασμό: «Πω, πω! τί αγρυπνία ήταν αυτή που είχατε απόψε! Μα τι ψαλμωδίες ήταν αυτές!». Και πάλι στις δικές μας αντιρρήσεις ότι δεν είχαμε αγρυπνία εκείνο το βράδυ, αδυνατούσε να συνειδητοποίηση ότι δεν ήταν ανθρώπινες ψαλμωδίες εκείνες που άκουσε.

Το φτωχικό κελλάκι της γερόντισσας Άννας συγκέντρωνε πολλούς πονεμένους και διψασμένους πνευματικά ανθρώπους και αυτή η ευλογημένη μετέδιδε παρηγοριά και ειρήνη. Ανάλογα με τις πνευματικές ανάγκες του καθενός, συμβούλευε απλά και πρακτικά από την πείρα και την Χάρι που είχε:
«Να πας (για προσκύνημα) στα Ιεροσόλυμα, εκεί είναι όλοι οι Άγιοί μας».
«Πρέπει να τυραννήσης την ψυχή σου για να σε ακούση ο Θεός».
«Σ’ αυτή την ζωή είμαστε προσωρινοί. Ήρθαμε και φεύγομε. Μόνο τα βουνά μένουν στην θέση τους».

«Όταν παρακαλήτε την Παναγία για κάτι, θέλει να σας ακούση αλλά θέλει και την δική σας υπομονή και θέληση. Να βαστάζετε Τετάρτη και Παρασκευή νηστεία. Γενικά την θέλει η Παναγία τη νηστεία. Χαίρεται και μπορεί να μεσιτεύση στον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν».

«Οποιαδήποτε στενοχώρια να την σηκώνουμε με υπομονή. Δεν θα μαραίνουμε την ψυχή μας, κακό λόγο δεν θα πούμε, ούτε στον Θεό ούτε σε κείνον που προξενεί την στενοχώρια. Θα την κρατούμε σαν δικό μας βίο (βίωμα). Για μας ήρθε, ο Θεός θα την πάρει και θα φέρει καλύτερα. Και να παραπονεθούμε και να στενοχωρηθούμε, θα το βάλουμε στον τόπο του (θα το διορθώσουμε); Εμείς και να στενοχωριώμαστε και να σφιγγώμαστε χαλνάμε (ζημιώνουμε) τον εαυτό μας. Εμείς θα κάνουμε το ανθρώπινο και τάλλα στον Θεό. Η υπομονή άκρα (όρια) δεν έχει».

«Όλα τα δοκίμασα, μόνο η υπομονή με βοήθησε. Δόξα τω Θεώ».

«Ότι θέλετε δεν μπορείτε να το ζητήσετε από τον Θεό, άμα δεν κρατάτε τις νηστείες και την δικαιοσύνη. Ελεημοσύνες όσο μπορείτε να δίνετε. Που τα-χουμε όλα, να δοξάζουμε τον Θεό. «Δόξα τω Θεώ», να το λέμε. Γιατί θυμάσαι και το χαίρεσαι. Εκείνη την χαρά την αναλαβαίνει ο Θεός».

«Να παρακαλάμε πρώτα τον Χριστό, υστέρα Αγγέλους, Αγίους. Όσους βάλεις στο μυαλό σου, όποιους θέλεις. Όχι μόνο κάποιον συγκεκριμένον. Γιατί όλοι προσπαθούν για μας. Και τη νύχτα κι όλας. Τη νύχτα όπως και μείς προσευχόμαστε και κείνοι τα παίρνουν εκείνα και τα πηγαίνουν στην Παναγία και η Παναγία τα πηγαίνει στον Χριστό».

«Όσο προσπαθούμε και μας έρχεται η ευλάβεια, θέλουμε πιο πολύ να δυσκολευτούμε. Και (για) κείνο μας δοκιμάζει ο Θεός. Λίγο να δη, θα μπορούμε να το βαστάξουμε; Θα κάνουμε υπομονή. Και καλό να είναι θα το βαστάξουμε και κακό να είναι θα το βαστάξουμε. Γιατί όλα ο Θεός εδώ τα έδωσε».

«Καμιά φορά με έρχεται μια στενοχώρια χωρίς να θέλω. Όμως δεν απελπίζομαι. Ας έρθει και αυτή. Ο καιρός τα φέρνει, ο καιρός τα παίρνει. Να τα περάσουμε όλα, διότι είμαστε υποχρεωμένοι στον Θεό. Ο Θεός όπως τα δίνει, θα τα πάρει. Και άλλο καλύτερο δεν έχουμε από την υπομονή. Μην απελπιζόμαστε. Όσο περισσότερο βαστήξει, τόσο περισσότερη χαρά θα έχουμε».
«Να κρατάς τόσο πολύ τον εαυτό σου (το νου σου) στην ψυχή σου (συγκεντρωμένο), μην την βάζεις την λογική μέσα, να φέρεις (σκέφτεσαι) άγια πράγματα, και να σκέφτεσαι ποιος Άγιος θα σε βοηθήσει. Ότι και να κάνης, Άγιοι θα σε εξυπηρετήσουν».

Σε πολλούς νέους έδινε την ευχή της να παντρευτούν και είχαν ευτυχισμένο γάμο. Σε άλλους προέλεγε την γέννηση των παιδιών τους και μάλιστα έλεγε πόσα θα είναι.

Μερικές φορές, ενώ προσευχόταν στο κελλί της και χτυπούσε κάποιος την πόρτα, αυτή τον καλωσόριζε με το όνομα του πριν να τον δει. Βάδιζε στους δρόμους της Δράμας, και ενώ περνούσαν πολλά αυτοκίνητα, αυτή, χωρίς να παρατηρεό τα αυτοκίνητα, φώναζε κάποιον γνωστό της και τον χαιρετούσε από μακρυά, ενώ ήταν μέσα σε αυτοκίνητο. Ανθρωπίνως δεν ήταν δυνατόν ούτε το αυτοκίνητο να ξεχωρίση, αλλά αυτή τα έβλεπε διαφορετικά και διέκρινε ακόμη και τα γνωστά της πρόσωπα από μακρυά.

Κάποια που την γνώρισε μαρτυρεί: «Όταν γνώρισα την γερόντισσα Άννα, ήταν πάνω από ενενήντα χρόνων. Την ένιωσα όχι σαν ηλικιωμένη αλλά σαν μικρό απίστευτα χαρούμενο παιδάκι. Ήταν ανάλαφρη και αθώα, και ο χρόνος θαρρείς πως δεν την είχε αγγίξει. Ήταν το ομορφότερο και γλυκύτερο πρόσωπο που είχα δει στην ζωή μου. Αναπαύομαι και αισθάνομαι παρηγοριά ακόμη και τώρα, όταν μόνο σκέφτωμαι την γλυκύτητα και την χάρη του προσώπου της γερόντισσας Άννας».

Η Άννα απέκτησε από τον Κύριό μας το προορατικό χάρισμα και συχνά την επισκέπτονταν μοναχοί από το Άγιο Όρος για να πάρουν την ευχή της ή και να συνομιλήσουν μαζί της. Όταν πήγαιναν μοναχοί στο σπίτι μιας φίλης της, της κυρίας Τουμπαλίδου, η Άννα χωρίς να την ειδοποιήσει κάποιος έτρεχε να τους συναντήσει. Ο πατήρ Γρηγόριος από το ιερό κελλί Ιωάννη του Θεολόγου σύστησε να την επισκέπτονται και να παίρνουν την ευχή της για ψυχική ωφέλεια. Χαρακτηριστικά έλεγε «τα λόγια της είναι Άρτος». Επίσης ο Γέροντας Παϊσιος ο Αγιορείτης έλεγε σε επισκέπτες του να πάνε στο Δοξάτο να πάρουν την ευχή της Άννας. Έλεγε: «η προσευχή της είναι πάνω από τη δική μου». Επισκέψεις δεχόταν επίσης και από άλλες σημαίνουσες προσωπικότητες, όπως καθηγητές πανεπιστημίων και επιστήμονες από τη γύρω περιοχή. Όλοι αυτοί μετέβαιναν να συνομιλήσουν μαζί της και να πάρουν συμβουλές και νουθεσίες.

Η Άννα δε δεχόταν ποτέ να την μεταφέρουν με αυτοκίνητο έστω και αν έπρεπε να διανύσει μεγάλες αποστάσεις. Αυτό το έκανε αφενός για άσκηση και αφετέρου για να αποφεύγει την πολλή συνάφεια με τον κόσμο.
Κατά τις τελευταίες επίγειες στιγμές της, επικαλείτο όλους τους γνωστούς της αγίους και ιδιαίτερα τον άγιο Αλέξιο που τον είχε σε ξεχωριστή ευλάβεια. Εκοιμήθη το έτος 1998 σε ηλικία 95 ετών.

mikrasia

Διαβάστε επίσης :

Η Μικρασιάτισσα Γερόντισσα Τιμοθέη Χριστοδούλου

Άγιος Γεώργιος Τροπαιοφόρος: ο μεγαλομάρτυς των Μικρασιατών

Του Μικρασιάτη γέροντα Παϊσίου

πηγές:

ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ. ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ. 2015

ΛΟΓΙΑ ΚΑΡΔΙΑΣ, ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ, έκδοση της Ι. Μ. ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΟΔΗΓΗΤΡΙΑΣ ΠΟΡΤΑΡΙΑ ΒΟΛΟΥ,  2013

http://www.hristospanagia.gr/?p=8091#more-8091

«Ασκητές μέσα στον κόσμο». Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής, 2008.

http://eisdoxantheou-gk.blogspot.gr/2012/10/blog-post_7.html

http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2016/04/blog-post_315.html

“Εμπαίζοντες «Ημείς μωροί δια Χριστόν»” Ίκαρος Πετρίδης Εκδόσεις: ΜΟΡΦΗ εκδοθήτω Αθήνα Μάρτιος 2008

sykies (2).jpg

Η βόμβα που «περίμενε» 74 σχεδόν χρόνια στα έγκατα της γης για να εξουδετερωθεί δεν είναι ιστορικό «ενθύμιο» των Γερμανών κατακτητών, αλλά των Εγγλέζων συμμάχων μας.

Ένα φρικαλέο λάθος που έκαναν το βράδυ της 5ης Δεκεμβρίου 1943 τα εγγλέζικα – συμμαχικά αεροπλάνα είχε ως επίπτωση περί τους 500 νεκρούς, και μια σειρά από ογκώδεις βομβιστικούς μηχανισμούς που …»διασώζονται» μέχρι σήμερα.

«…Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 1943. Ο καιρός είναι καλός. Έφαγα μπιζέλια νερόβραστα. Χθες το βράδυ ενώ η ωχρά σελήνη εφώτιζε τα πάντα και ήταν πραγματικώς μαγευτική η βραδιά αντήχησαν αι τρομεραί σειρήναι. Εγώ δεν εσηκώθηκα ποσώς. Σχεδόν μαζί με τας σειρήνας ήρχισαν να πίπτουν βροχηδόν αντιαεροπορικά παντός διαμετρήματος, ως και πολυβόλα, διότι τα αεροπλάνα ήταν πολύ χαμηλά. Αλλά μετ’ ολίγον έλαμψε ο τόπος και τρομεροί κρότοι σαν εκρήξεις βομβών ηκούοντο επί ένα τέταρτον. Εμείς και όλος ο κόσμος βέβαια ετρομοκρατήθημεν. Τα παράθυρα έτριζον απειλητικώς, αι θύραι ήνοιγον μόναι των και ολόκληρον το οικοδόμημα εσείετο εκ θεμελίων […].

Περί ώραν 11-12 ηκούσθησαν και πάλιν αι σειρήναι, τίποτα όμως περισσότερο. Την πρωίαν έμαθα ότι βομβάρδισαν την Νεάπολη, Συκιές, Βάρνα. ‘Απαντες συνοικισμοί. Περί τους πεντακοσίους ανέρχονται οι νεκροί. Το απόγευμα επεσκέφθην την πληγείσαν περιοχήν της Βάρνας. Οι φονιάδες γκρέμισαν τις παράγκες και σκότωσαν τον κόσμο στα κρεβάτια τους. Σχεδόν τα θύματα τα είχαν μαζέψει. Εγώ είδα δύο νεκρούς σκεπασμένους με ένα σεντόνι. Τα ερείπια μαρτυρούν περί της αναισχύντου ατιμίας που διεπράχθη από τους «φίλους» μας!» » (Γ.Ιωάννου «Η πρωτεύουσα των προσφύγων» – «Κατοχικό ημερολόγιο») .

Από το 1943 άρχισαν τα εγγλέζικα αεροπλάνα να βομβαρδίζουν τις γερμανικές εγκαταστάσεις στο λιμάνι και στον σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης

Η μικροϊστορία της λογοτεχνίας (και μάλιστα από συγγραφείς «αυτόπτες» και «αυτήκοες» ) συμπληρώνει εντυπωσιακά την επίσημη ιστορία.

sykies (1).jpg

«Δεκέμβρης του 43 ήταν, βράδυ Κυριακής – το γράφω και στο βιβλίο μου- όταν τα συμμαχικά αεροπλάνα έκαναν ένα φρικαλέο λάθος. Στους προσφυγικούς συνοικισμούς της Βάρνας, της Νεάπολης και του Τόπαλτι (σημερινό Ροδοχώρι) υπήρχαν πολλές παράγκες με σκεπές από λαμαρίνες… Γυάλιζαν οι λαμαρίνες τη νύχτα και τις ανταύγειες από τις σκεπές τις εξέλαβαν οι Εγγλέζοι πιλότοι των βομβαρδιστικών για…θάλασσα , για το λιμάνι και τις επιταγμένες από τους Γερμανούς αποθήκες κι άρχισε ένας ανελέητος βομβαρδισμός …» λεει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο λογοτέχνης Περικλής Σφυρίδης (83 ετών σήμερα – μόλις 10 το βράδυ εκείνο που οι Εγγλέζοι «αφησαν» από …λάθος τα …συμμαχικά τους «δώρα»… ).

«Γεννιέται το ερώτημα πώς τα παράθυρα έτριζον απειλητικώς, αι θύραι ήνοιγον μόναι των και ολόκληρον το οικοδόμημα εσείετο εκ θεμελίων, αφού οι συνοικισμοί Βάρνας, Νεάπολης και Συκεών βρίσκονται πολύ μακριά από το κέντρο της πόλης, όπου διέμενε τότε η οικογένεια του συγγραφέα Γ.Ιωάννου» αναρωτιέται στη μελέτη της «Η γερμανική κατοχή σε πεζογράφους της Θεσσαλονίκης» , η καθηγήτρια της Νεοελληνικής Φιλολογίας του ΑΠΘ Σωτηρία Σταυρακοπούλου.

«Παρατηρούμε ότι αυτό συνέβη όταν μετ’ ολίγον έλαμψεν ο τόπος. Από το κεφάλαιο του «Ψυχή μπλε και κόκκινη» του Περικλή Σφυρίδη, που αναφέρεται στον βομβαρδισμό αυτόν, διαβάζουμε πως όταν άρχισαν να φωνάζουν οι σειρήνες, η οικογένεια Σφυρίδη δεν ανησύχησε, διότι, όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας, αυτό γινόταν συχνά. Θεωρούσαν τους Εγγλέζους δικούς τους ανθρώπους, συμμάχους, που ήξεραν πού χτυπούσαν. Γράφει: «Θα τους αλλάξουνε τα φώτα», είπε ο πατέρας, «θα ρημάξουν τα τρένα και το λιμάνι», κι είχε η φωνή του μια δόση χαράς ή θριάμβου.

Μόλις όμως άρχισαν να πέφτουν οι βόμβες δίπλα τους, όλα τα μέλη της οικογένειας, αλλόφρονα, έτρεξαν να φύγουν από το σπίτι, να προφυλαχτούν όπου μπορούσαν. Ο πατέρας του Σφυρίδη πήρε τη σύζυγό του και τον μικρό Περικλή και έτρεξαν σε παρακείμενο εγκαταλειμμένο παλαιό καταφύγιο.

Γράφει:

»Αυτό το πανδαιμόνιο θα κράτησε κάνα εικοσάλεπτο, όταν ένα αεροπλάνο, σφυρίζοντας πάνω από τα κεφάλια μας, έριξε μια υπέρλαμπρη φωτοβολίδα που έκανε τη νύχτα μέρα, κι αμέσως, ως δια μαγείας, σταμάτησε ο βομβαρδισμός κι απομακρύνθηκαν τα συμμαχικά αεροπλάνα αφήνοντας πίσω τους κόλαση. Εύκολα συμπεραίνει κανείς ότι η φωτοβολίδα βοήθησε τους πιλότους να αντιληφθούν το λάθος τους και να συνεχίσουν τον βομβαρδισμό στο λιμάνι, που βρίσκεται κοντά στο κέντρο της πόλης. Ο Ιωάννου, επομένως, περιγράφει τη συνέχεια του βομβαρδισμού μετά το «λάθος» στις Συκιές, Βάρνα και Νεάπολη.

«Το πρωί ξυπνήσαμε νωρίς από τα κλάματα, το θρήνο μιας ολόκληρης γειτονιάς. «Ευτυχώς που οι Πόντιοι έλειπαν», είπε ο πατέρας και αναφερόταν στους γείτονές μας, όπου το καταφύγιο στην αυλή και η βόμβα που έσκασε σύρριζα στο σπίτι τους και μας γέμισε λάσπη και σουβάδες. «Είχαν γάμο κι ύστερα τραπέζι σε ταβέρνα στις Συκιές», τον πληροφόρησε η μάνα, αλλά σε λίγο ακούστηκαν σπαραχτικές φωνές από τα απέναντι σπίτια των Ποντίων, γιατί μια οβίδα έσκασε πάνω στη συγκεκριμένη ταβέρνα όπου γλεντούσαν κι έπεσε η πλάκα, η οροφή, και σκότωσε πολλούς, τους περισσότερους από τους θαμώνες, μαζί με τη νύφη και το γαμπρό. Ανάμεσα στα θύματα ήταν κι η Σεβαστή με την αδελφή της Ανθούλα, δυο ψηλές και γεμάτες κοπέλες, που όταν ήμουν μικρός, αλλά και αργότερα, με έπαιρναν συχνά αγκαλιά στα αφράτα τους μπράτσα. Είχε σωθεί μόνο ο αδελφός τους ο Αντρέας, που μαζί με άλλους προσπαθούσαν όλη νύχτα, με κασμάδες και φτυάρια, να ξεθάψουν τους πλακωμένους. Όταν έφεραν τα κορίτσια στο σπίτι πάνω σ’ ένα κάρο, ο Αντρέας δεν ξεκολλούσε από πάνω τους, έκλαιγε, χτυπιόταν και καταριόταν τους Εγγλέζους, αυτός που μισούσε τους Γερμανούς και ξέραμε ότι ήταν οργανωμένος και τους πολεμούσε. Οι γονείς τους γέρασαν ξαφνικά μεμιάς, δυο χούφταλα που μαράθηκαν πάνω σε δυο σκαμνιά, δίπλα στα φέρετρα που εν τω μεταξύ κάποιοι είχαν φέρει, και έκρυβαν το πρόσωπό τους με τα χέρια κι άλλοτε τραβούσαν τα μαλλιά τους. Οι δικοί μου όλοι είχαν αμέσως τρέξει στο σπίτι της Σεβαστής και της Ανθούλας για να συμπαρασταθούν στους επιζήσαντες. Έτσι βρήκα εγώ την ευκαιρία να βγω έξω για να δω τι είχε γίνει, τη συμφορά με τα δικά μου μάτια. Θυμάμαι ότι ήταν ένα πρωινό με ήλιο, έναν ήλιο που δάγκωνε, αφού το κρύο ήταν τσουχτερό και υπήρχαν λίγα χιόνια στις παρυφές του δρόμου. Τράβηξα προς τις Συκιές για να βρω την ταβέρνα που έγινε ομαδικός τάφος. Στην άκρη του δρόμου υπήρχαν κάποια πτώματα, οι νεκροί που δεν τους είχαν ακόμη αναγνωρίσει ή μαζέψει οι δικοί τους. Μα πιο πολλά, ανατριχιάζω ακόμα και τώρα που το γράφω, ήταν τα σκόρπια μέλη, χέρια και πόδια, αφού οι συγγενείς τους σήκωσαν τα πτώματα, αλλά ήταν νύχτα ή χρόνος χαμένος για να ψάξουν για τα μέλη που έλειπαν. Τη μνήμη μου καίει ακόμα ένα ποδαράκι που φορούσε ένα καινούργιο παιδικό παπούτσι. Παρότι ήμουν συνηθισμένος από νεκρούς, όπως άλλωστε κι όλα τα παιδιά της Κατοχής, που είχαμε δει αρκετούς σκοτωμένους ή πεθαμένους από πείνα, αυτή η μαζική δολοφονία – τι τραγικό, από λάθος!»(Περικλή Σφυρίδη «Ψυχή μπλέ και κόκκινη» σελ. 93-94 «Βιβλιοπωλείον της Εστίας ) .

«Οι νεκροί θάφτηκαν άρον-άρον…Λίγες μέρες μετά τελέστηκε μνημόσυνο τους στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας .Παρέστη μάλιστα και ο Γερμανός διοικητής της πόλης που συλλυπείται -σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του τύπου της εποχής τους οικείους των νεκρών και μιλά για…»αχρείους δολοφόνους…» Τόσο θράσος..» συνεχίσει στη διήγηση του στο ΑΜΠΕ ο συγγραφέας Περικλής Σφυρίδης.

Αναφορές στον κατα λάθος βομβαρδισμό της περιοχής κάνει στο μυθιστόρημα «Μεγάλη Πλατεία» και ο Θεσσαλονικιός λογοτέχνης Νίκος Μπακόλας.

Είναι η δεύτερη βόμβα!

Μια ακόμη βόμβα πάντως, της εποχής του Β΄Παγκοσμιου πολέμου (αγγλικής κατασκευής και… άρα του ιδίου «λάθους» ) είχε αποκαλυφθεί και εξουδετερωθεί στην ίδια ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης πριν απο 20 χρόνια.

Σύμφωνα με τηλεγράφημα του ΑΠΕ (Αριθμός Είδησης: 281985 της 15/3/1997) :

»Βόμβα αεροπλάνου από την εποχή του Β’Παγκοσμίου Πολέμου αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια χωματουργικών εργασιών στα θεμέλια οικοδομής υπό ανέγερση στην περιοχή του Κορδελιού της Θεσσαλονίκης.

Η βόμβα, βάρους 200 κιλών, αποκαλύφθηκε ευτυχώς έγκαιρα και φυλάσσεται ήδη στην περιοχή από άνδρες της αστυνομίας, προκειμένου την ερχόμενη Τετάρτη να εξουδετερωθεί από ομάδα ειδικών πυροτεχνουργών που θα φθάσουν από την Αθήνα.

Είναι χαρακτηριστική η δήλωση ανωτέρου αξιωματικού της αστυνομίας, που υπογράμμισε πως αν η βόμβα, που παρά την εξωτερική οξείδωση που είχε υποστεί διέθετε τους πυροδοτικούς της μηχανισμούς και είχε εκραγεί, θα άλλαζε θέση ολόκληρος ο δήμος του Κορδελιού. Η βόμβα είναι αγγλικής κατασκευής και εντοπίσθηκε από τους εργάτες που εκτελούσαν χωματουργικές εργασίες στο οικόπεδο της οδού Μακεδονίας 23, στην περιοχή του Κορδελιού».

Πηγή: ΑΜΠΕ

Σκηνοθέτης: ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΝΙΚΟΣ

Σενάριο: ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΝΙΚΟΣ, ΚΑΡΡΑΣ ΣΤΡΑΤΗΣ

Σενάριο Αρχική Πηγή: ΒΕΝΕΖΗΣ ΗΛΙΑΣ    «ΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ 31328″ (ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ)

Η ταινία γυρίστηκε το 1978,

Βασίστηκε σε αυθεντικές μαρτυρίες και στο μυθιστόρημα «Το νούμερο 31328» του Ηλία Βενέζη.

Η ταινία του Νίκου Κούνδουρου αφηγείται μέσα από την προσωπική τραγωδία τριών προσώπων, την Μικρασιατική καταστροφή και την μαρτυρική πορεία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας που συνελλήφθησαν και οδηγήθηκαν στο θάνατο από τα στρατεύματα του Κεμάλ αλλά και τις ένοπλες ομάδες Μουσουλμάνων. Η γυναίκα ενός εμπόρου, μια δασκάλα και ένας δεκαεφτάχρονος προσπαθούν να επιβιώσουν ακολουθώντας την φάλαγγα των αιχμαλώτων στα βάθη της Μικράς Ασίας. Η δασκάλα θα δολοφονηθεί από έναν Τούρκο, η γυναίκα του εμπόρου θα χάσει τα λογικά της και μόνο ο νεαρός θα καταφέρει να σωθεί. Για λόγους διπλωματικούς και πολιτικούς, η προβολή της ταινίας υπήρξε απαγορευμένη μέχρι το 1982.

Επί κυβερνήσεως Κ.Καραμανλή απαγορεύτηκε η προβολή της ταινίας στους κινηματογράφους, επειδή το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών διαμαρτυρήθηκε λέγοντας ότι τέτοιες ταινίες δυναμιτίζουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Παρόλα αυτά, ο Κούνδουρος πήρε μια κόπια του έργου και την πρόβαλε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 1978, σαρώνοντας τα βραβεία καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, φωτογραφίας (Νίκος Κακαβουδάκης) Α’ Ανδρικού (Βασίλης Λάγγος) και Α’ Γυναικείου ρόλου (Ελεωνόρα Σταθοπούλου). Το 1982, όπως αναφέρει ο κριτικός κινηματογράφου Γιώργος Πισσαλίδης, η ταινία επρόκειτο να προβληθεί στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βουδαπέστης. Όμως λίγο πριν την προβολή της ταινίας επενέβη το Ουγγρικό υπουργείο Εξωτερικών με προτροπή του Έλληνα πρέσβη και κατέσχεσε την κόπια. Μόνο με παρέμβαση του Υφυπουργού Εξωτερικών Γιάννη Καψή η κόπια αποδόθηκε στον Κούνδουρο.

 

Βραβεία-Διακρίσεις:
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (19o)
ΕΛΛΑΔΑ 1978
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (19o)
ΕΛΛΑΔΑ 1978
Α΄ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΥ ΡΟΛΟΥ
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (19o)
ΕΛΛΑΔΑ 1978
ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (19o)
ΕΛΛΑΔΑ 1978
ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑΣ
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (19o)
ΕΛΛΑΔΑ 1978
ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (19o)
ΕΛΛΑΔΑ 1978
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (19o)
ΕΛΛΑΔΑ 1978
Α΄ ΑΝΔΡΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (19o)
ΕΛΛΑΔΑ 1978
ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ (ΕΚΚ)
ΕΛΛΑΔΑ 1978
ΣΕΝΑΡΙΟΥ (ΙΩΑΝΝΗ ΒΕΛΛΙΔΗ)
ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΚΕΪΠ ΤΑΟΥΝ
ΝΟΤΙΟΣ ΑΦΡΙΚΗ 1982
ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ
ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΚΕΪΠ ΤΑΟΥΝ
ΝΟΤΙΟΣ ΑΦΡΙΚΗ 1982
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ
Συμμετοχές:
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕΝΤ ΕΤΙΕΝ
ΓΑΛΛΙΑ 1983

Μοναδική ανέκδοτη μαρτυρία του Μικρασιάτη Θανάση Γ. Κακογιάννη από τα Αλάτσατα της Ερυθραίας, στον Δημήτρη Κρασσά τον Σεπτέμβριο του 1987

Μικρασιατική καταστροφή 1922

Πάντα ξυπνούν οι βαθιά θαμμένες μα ολοζώντανες, φοβερές κι ανατριχιαστικές παιδικές θύμησες. Να, εκεί, που όσο περνούν τα χρόνια, γυρίζει ο νους πολλές φορές σε όλα εκείνα που έζησε κανείς και τα θυμάται ένα-ένα, με τα κύρια και καταλυτικά γεγονότα, χωρίς να τα ‘χει αμαυρώσει ο χρόνος, με τις εικόνες των ζωηρές και ανεξίτηλες, γεγονότα και εικόνες που σημάδεψαν τη ζωή των όσων τα έζησαν και τις είδαν. Ακόμα εκεί που διαβάζεις κείμενα για τη Μικρασία, εκεί που αναζητάς στον όποιο χάρτη δεις τα παράλια της Μικρασίας, τον τόπο που γεννήθηκες με τα νησιά μας απέναντι. Και σε κάθε πια επέτειο, ατόφιες μπροστά σου οι σκηνές, οι γιομάτες δέος και ανατριχίλα θανάτου, οι σκηνές του βασανισμού, του βιασμού και της ατίμωσης, βαθιά χαραγμένες και άσβεστες.

Η πονεμένη μορφή της χαροκαμένης  μάνας, η ορφάνια, τα πονεμένα παιδικά  πρόσωπα, είναι ό,τι απόμεινε από  εκείνη την εποχή του διωγμού και μετά για πολλά κατοπινά χρόνια. Και μέσα σ’ αυτό το ζοφερό κύκλο του φονικού, της καταστροφής και του ξεριζωμού, άσβεστη και ζωντανή η απέραντη άφθαρτη μνήμη.

Το δίλημμα μετά την πρώτη προσφυγιά

Έτσι  κι έγινε στη Μικρασία, στα ξακουστά ελληνικά παράλια της. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, που άρχισε το 1914, άγγιξε από τις πρώτες του μέρες εκείνους τους τόπους. Κι οι πάτριοι εκείνοι τόποι με τη σφύζουσα ελληνική πνοή και πίστη άδειασαν. Ο αλλόθρησκος εχθρός σκόρπισε τους πληθυσμούς των Χριστιανών κατοίκων στην Ελλάδα. Προσφυγιά κάπου έξι χρόνια. Κι’ ύστερα ξαναγύρισμα στις Πατρίδες. Μύριοι κόποι να ξαναναστηθεί στους πατρογονικούς τόπους η ζωή.

Στα Αλάτσατα, μία μικρή κωμόπολη με 15.000 κατοίκους Έλληνες και ελάχιστους Τούρκους, που βρίσκεται στη χερσόνησο Ερυθραίας, δυτικά της Σμύρνης, και σε απόσταση 70 χλμ., είχε φθάσει εκείνο τον Αύγουστο του 1922 ο απόηχος του Ελληνοτουρκικού Πολέμου, στο μέτωπο της Μικρασίας. Ημέρα με την ημέρα βάραινε πάνω σε όλους τους κατοίκους το φοβερό προαίσθημα της επερχόμενης συμφοράς. Μία αβεβαιότητα ανάμικτη με τρόμο σκέπαζε το χωριό, όπως έλεγαν τη μικρή τους κωμόπολη οι κάτοικοί της, όσο πλήθαιναν τα νέα του μετώπου που κατέρρεε. Οι κάτοικοι, μπροστά στ’ αποκαρδιωτικά μηνύματα της υποχώρησης του στρατού μας και της καθόδου των διαβόητων Τσετών και του Τουρκικού Στρατού, που μαζί απλώνονταν αιμοχαρείς, νικηφόροι και εκδικητές προς τη Σμύρνη και τα παράλια, αντιμετώπιζαν το παράλογο δίλημμα να μείνουν στον τόπο τους, στην πατρίδα, ή να την αφήσουν πάλι και να φύγουν στην ξενιτιά.

Στη μικρή αυτή πολιτειούλα ήταν πολύ ζωντανά τα πατριωτικά αισθήματα  των κατοίκων της και βαθιά η χριστιανική πίστη τους. Ήταν αφέλεια ακόμα και η σκέψη να μείνουν. Κι όμως ο καημός και τα βάσανα της πρώτης προσφυγιάς, κι ύστερα το ξαναζωντάνεμα της πατρίδας, να, η αιτία του διλήμματος. Οι χριστιανοί ήταν σχεδόν το σύνολο των κατοίκων. Ελάχιστες οι τουρκικές οικογένειες, γι’ αυτό και πολύ λίγοι κάτοικοι ήξεραν την τουρκική γλώσσα.

Στο γυρισμό, στα 1920, ύστερα από τον πρώτο διωγμό στα 1914, όσοι γύρισαν στην πατρίδα είχαν ξαναδημιουργήσει τα νοικοκυριά τους. Ξανακαλλιέργησαν την καρπερή γη της πατρίδας, ξαναστόλισαν τις εκκλησίες τους, αποτελείωσαν και τον Άγιο Κωνσταντίνο στο Κάτω Χωριό και τον στύλωσαν ωραίο κι επιβλητικό. Η σταφίδα γέμισε και πάλι τα σπίτια, τα χέρσα χωράφια με τα σπαρτά και τα καρποφόρα δέντρα ομόρφυναν όπως πριν τον τόπο τους. Το εμπόριο με τη Σμύρνη ξανάρχισε και η ζωή είχε βρει ξανά τον ήρεμο ρυθμό της, με τις καινούργιες εμπειρίες της προσφυγιάς μα και της προόδου.

Και να τώρα, μπροστά  στο αδυσώπητο δίλημμα: Να τ’ αφήσουν πάλι όλα, χαμένος πάλι ο ιδρώτας και ο μόχθος, και να φύγουν, να πάρουν και πάλι το δρόμο της προσφυγιάς, ή να μείνουν;

Ολέθρια συμβουλή

Όντας μακριά από τα μέτωπα, δεν είχαν επίγνωση των καταστροφών, των φονικών μαχών, του ολέθρου που κάθε μάχη σκορπούσε παντού. Έτσι τους έμενε κάποια αμυδρή ελπίδα πως ίσως δεν πειραχτούν από τον Κεμάλ. Με κάποιες τέτοιες σκέψεις, ολότελα αντίθετες με την εξέλιξη του πολέμου, οι Προεστοί συμβούλεψαν να μην εγκαταλειφθεί ο πατρογονικός τόπος.

Όλοι έρμαια των Τσετών μετά την αποχώρηση του Ελληνικού Στρατού

Στο μεταξύ οι φήμες μέρα με τη μέρα προμηνούσαν  τον όλεθρο. Ο τρόμος και η αγωνία συνείχε τους πάντες. Η δράση των άτακτων Τούρκων, των Τσετών, ήταν από παλιότερα γνωστή. Εκείνες τις μέρες του τρόμου και της αγωνίας, κατέφθασε στα Αλάτσατα, οπισθοχωρώντας, η οπισθοφυλακή του Ελληνικού Στρατού με τον Πλαστήρα επί κεφαλής. Το μόνο που είπε στους κατοίκους που είχαν συγκεντρωθεί στην είσοδο του χωριού ήταν ο πικρός του λόγος: «Λυπάμαι που σας αφήνουμε…».

Ήταν  πια οι πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη  του 1922. Ο Ελληνικός Στρατός είχε αποχωρήσει. Ο Τουρκικός Στρατός, με προπομπό τους άτακτους Τσέτες, κατέβαινε στις πόλεις και στα χωριά. Κι άρχισε το απερίγραπτο δράμα των χριστιανών.

Στις 4 του Σεπτέμβρη εισέβαλαν με πυροβολισμούς και κραυγές. Τα σπίτια αμπαρώθηκαν, ερημιά παντού. Έρμαια της μανίας των άτακτων στιφών τα πάντα. Όλοι περίμεναν τη μοίρα τους. Πολλές οικογένειες μαζεύονταν σ’ ένα σπίτι, έτσι για να μη μένουν μόνοι και με την παρηγοριά ο ένας του άλλου. Οι χτύποι στις πόρτες, οι κοντακιές και τα σπασίματα για ν’ ανοίξουν και να μπουν μέσα στα σπίτια, η χλαλοή και τα τρεχοβολητά, κατακορύφωναν το δέος και την αγωνία. Όσο μπορούσαν οι κάτοικοι να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, μάθαιναν τα όσα γίνονταν. Παντού σφαγή, βασανισμοί και βιασμοί. Όλοι έρμαια των Τσετών. Έτσι, μια παγωμένη θανατερή αναμονή πλάκωνε τις καρδιές όλων.

Και η σειρά μας  ήρθε

Μαζεμένοι στο σπίτι του παππού, η οικογένεια ζούσε τον εφιάλτη της προσμονής της δικής μας δοκιμασίας. Οι Τσέτες μπαινόβγαιναν και ανεβοκατέβαιναν στα σπίτια των χριστιανών. Σκοπός τους η διαρπαγή, η λεηλασία, η σφαγή, οι βιασμοί. Το ακόρεστο πάθος κυρίαρχο και ανελέητο καταπάνω σε γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Με αισθήματα αφόρητης αγωνίας, περίμεναν οι μεγάλοι, ο παππούς, η γιαγιά, η μάνα και ο Μήτσος μας τη σειρά μας. Τα μικρά, εμείς, κουλουριασμένα, φοβισμένα και χωρίς συναίσθηση του τι μας περίμενε, το ένα κοντά στο άλλο, πιασμένα από τα φουστάνια της μάνας και της γιαγιάς. Ο πατέρας άφαντος κάπου για να γλιτώσει.

97178_Prosfyges-864x400_c

Και η σειρά μας ήρθε. Αγρία χτυπήματα  στην αμπαρωμένη πόρτα με φοβερές  φωνές. Ο μεγάλος αδελφός, ο Μήτσος, κατέβηκε και άνοιξε την πόρτα. Ήταν ο πρώτος που δοκίμασε την επιδρομή μιας ομάδας από Τσέτες. Αφού τον  κοπάνισαν με τα κοντάκια των τουφεκιών  τους, αγρίμια αληθινά, όρμησαν ανεβαίνοντας τις σκάλες. Άρπαξαν το γέρο παππού ζητώντας να τους δώσει χρήματα και ό,τι άλλο είχε. Συνέχεια άρπαξαν από τα μαλλιά τη γιαγιά και ζητούσαν να τους δώσει δαχτυλίδια, ρούχα και τρόφιμα. Δεν τους έφταναν ό,τι έπαιρναν. Άρχισαν να χτυπούν. Μ’ ένα γουδοχέρι πέτρινο έσπασαν το κεφάλι του παππού, συνέχισαν τα χτυπήματα στη γιαγιά, ώσπου και οι δύο τους έπεσαν αναίσθητοι. Όλοι κλαίγαμε, το μωρό στην αγκαλιά της μάνας τσίριζε. Ένας θρήνος γιόμισε το σπίτι, που εν τω μεταξύ το είχαν κάμει άνω-κάτω ψάχνοντας, ζητώντας πουγκιά και χρυσαφικά. Αγρίμια αληθινά, δεν αρκέστηκαν σε ό,τι βρήκαν και άρπαξαν.

Οι βιασμοί

Σε  μια γωνιά του σπιτιού ήταν καθισμένη, έχοντας στα γόνατά της το μικρό της γιο, μια γειτόνισσα που είχε ζητήσει να μείνει μαζί μας από το φόβο που ήταν μοναχή και έρημη. Πριν από έναν μήνα είχε μάθει το θάνατο του άνδρα της που σκοτώθηκε στο μέτωπο. Είχε φορέσει ό,τι παλιόρουχα είχε κι είχε σκεπάσει το κεφάλι της με διπλό τσεμπέρι για να κρύψει το πρόσωπό της και τα χρόνια της. Πώς όμως να ξεφύγει η δύστυχη από τ’ άγρια θηρία;

Μυρίστηκαν το θήραμά τους. Κοντοστάθηκαν απέναντί της, έσκυψαν και με μιας της τράβηξαν τα τσεμπέρια από το κεφάλι. Ξεχύθηκαν τα μαύρα μαλλιά της και άστραψαν μπροστά τους τα μεγάλα μαύρα μάτια της και το ωραίο λευκό πρόσωπο. Με βία παραμέρισαν το αγόρι της και την τράβηξαν σέρνοντάς την στο διπλανό δωμάτιο. Σε λίγες στιγμές ακούσαμε τα βογκητά και τις οιμωγές της… Μια κρυάδα μ’ έναν αποτροπιασμό μας πάγωσε μικρούς και μεγάλους. Η φρίκη γιόμισε όλο το σπίτι μπροστά στο κατοπινό θέαμα της βιασμένης γυναίκας. Ένα ματωμένο κουρέλι σύρθηκε κοντά μας με σκισμένα τα ρούχα και ματωμένο όλο της το κορμί, με ασταμάτητους λυγμούς. Μάζεψε το αγόρι της και διπλώθηκε στα γόνατά της. Η γιαγιά πήγε κοντά της και με λίγο νερό της ξέπλυνε το πονεμένο της πρόσωπο.

Μα  της δύστυχης δεν της έφτανε το δικό της μαρτύριο. Πάνω σ’ όλα αυτά, να κι ένας πολίτης Τούρκος. Θα ήταν έως είκοσι χρονών, ήταν από τους λίγους Τούρκους του χωριού. Χωρίς μιλιά γύρισε μια ματιά σε όλους κι ύστερα κοντοστάθηκε μπροστά στη γυναίκα που ολοφυρόταν. Έσκυψε και σήκωσε το αγόρι και κρατώντας το από το χέρι, τράβηξε κατά τη σκάλα. Η δύστυχη με το έντονο προαίσθημα του κακού για το αγόρι της, χίμηξε ν’ αρπάξει από τα χέρια του μισερού τουρκόπουλου το παιδί της. Κι ο νεαρός, πάντα στυγνός και αμίλητος, με μια κλωτσιά την ξάπλωσε στο πάτωμα κι ευθύς τραβώντας το παιδί, κατέβηκε. Λίγο πιο κάτω από το σπίτι του παππού ήταν κάτι χαλάσματα. Από το μισάνοιχτο παραθύρι έγειρε ο Μήτσος μας και είδε πως έσυρε το αγόρι μέσα σ’ εκείνα τα χαλάσματα… Δεν θα είχε περάσει μισή ώρα και το αγοράκι γύρισε κατατρομαγμένο και μέσα στα κλάματα. Εξουθενωμένο έπεσε στην αγκαλιά της βιασμένης μάνας του. Του σήκωσε τα ρουχαλάκια του κι ύστερα με λίγο νερό προσπάθησε να το συνεφέρει. Μια νεκρική σιγή σκέπασε όλο το σπίτι. Οι μεγάλοι αμίλητοι κι εμείς τα μικρά τρέμαμε ολοσούσουμα.

Οι  στιγμές ήταν αβάσταχτες. Σε λίγο τα δάκρυα και οι λυγμοί μας έπνιγαν όλους, μικρούς και μεγάλους, κι ο τρόμος κυρίαρχος ως την τελευταία ικμάδα της ύπαρξής μας. Έτσι, ξημερωθήκαμε.

Δεν άργησαν πάλι τα χτυπήματα  της πόρτας

Την άλλη μέρα, κι ενώ οι πυροβολισμοί και  τα τρεχοβολητά δικών μας που  έτρεχαν να κρυφτούν και των Τούρκων  που κυνηγούσαν τα θύματά τους, ανήμποροι  να κάνουμε οτιδήποτε, μιας και βρισκόμασταν στο έλεος των αιμοδιψών πάνοπλων ληστών, περιμέναμε ανυπεράσπιστοι την τύχη μας. Και δεν άργησαν πάλι τα χτυπήματα της πόρτας. Έφτασε αυτή τη φορά ένα μπουλούκι. Άρχισαν κι έψαχναν παντού, μοιράζοντας κοντακιές. Τσουβάλια με σταφίδα, τενεκέδες με πετιμέζι και τυριά, ό,τι ρούχα είχαν απομείνει από τους χτεσινούς. Βρισιές, κλωτσιές και με τις λόγχες κομμάτιαζαν τις εικόνες. Ύστερα φόρτωναν τη λεία τους κι έφευγαν, ώσπου να έρθουν άλλοι για ν’ αποσώσουν τη διαρπαγή.

Άλλοι, μη βρίσκοντας ό,τι γύρευαν, ξεσπούσαν πάνω στα κορμιά μικρών και μεγάλων. Η σαδιστική μανία τους ξεπερνούσε κάθε όριο. Έφτασαν ν’ αρπάξουν από την αγκαλιά της μάνας μας το μωρό της έξι μηνών, να το αναποδογυρίσει ο άγριος Τσέτης, να το κρατήσει ανάποδα από τα δυο του ποδαράκια και με ξεγυμνωμένο μαχαίρι να θέλει να το σχίσει στα δύο. Μπροστά στα ουρλιαχτά της μάνας κι όλων μας και στην προτροπή ενός συντρόφου του ν’ αφήσει το μωρό, το πέταξε κάτω και παίρνοντας ό,τι ρουχικό και τρόφιμα βρήκαν, βρίζοντας στη γλώσσα τους έφυγαν. Έτσι κόρεσαν τα πάθη τους τα στίφη των Τσετών. Μετά από κάθε αναχώρηση, χαμός και θρήνος.

Η θεία Γιασεμή και  ο θείος Τζώρτζης

Η θεία Γιασεμή, η μικρή αδελφή της  μάνας, ως είκοσι χρονών, λίγο ακόμα  και θα έσκαζε μέσα στο αμπάρι με το σιτάρι που από την αρχή κάθε τόσο την έχωνε ο παππούς για να γλιτώσει το βιασμό. Μόλις κατέβαιναν τα μπουλούκια, ο θείος Τζώρτζης Γκίρδης, αδελφός της μάνας, που έκανε τον σφαγμένο κι ήταν ξαπλωμένος πάνω από το αμπάρι που μέσα του κρυβόταν η θεία, ανασηκωνόταν να πάρει κι αυτός αναπνοή. Ήταν σκεπασμένος μ’ ένα σεντόνι που ήταν καταματωμένο από τις πληγές που μόνος του προκάλεσε στο σώμα του. Στην τελευταία επιδρομή, μόλις έφυγαν, τράβηξε μια τάβλα πάνω από το αμπάρι, το άνοιξε για να πάρει αέρα η αδελφή του. Και μόλις ήταν καιρός, μελανιασμένη και λιγοθυμισμένη την τράβηξαν στο δωμάτιο με χίλιους φόβους. Τη δρόσισαν και πάλι ύστερα στο αμπάρι, κι από πάνω βουτηγμένος στα αίματα ο θείος Τζώρτης και σκεπασμένος με το σεντόνι.

Με  το αιμάτινο αυτό καμουφλάζ ο θείος  Τζώρτης περίμενε να σωθεί. Η οικογένειά του, που γλίτωσε στη Χίο, τον είχε για χαμένο. Τελικά ανταμώθηκαν, όταν γύρισε από την αιχμαλωσία, από την όποια όμως δεν κατάφερε να γλιτώσει.

Οι χτύποι και τα τρεχοβολητά στους δρόμους, από τους κυνηγημένους κι από τις ομάδες των Τσετών, μας έκαναν όλους να τρέμουμε από το φόβο. Αυτοί οι χτύποι σημάδεψαν τα παιδικά μας και τα εφηβικά μας χρόνια. Κατοπινά, κι ύστερα ακόμα από μερικά χρόνια οι χτύποι στις πόρτες τη νύχτα, θες από τους αέρηδες ή από τους γειτόνους και τους επισκέπτες, ζωντάνευαν τις φριχτές ώρες της αγωνίας και του τρόμου. Και στον ύπνο πάντα ο εφιάλτης του απάνθρωπου Τσέτη.

Μάνα Μικρασιάτισσα

Έφυγαν  οι Τσέτες, ήρθε ο  Τουρκικός Στρατός και η αιχμαλωσία

Το  μαρτύριο της επιδρομής των Τσετών, με τους ξυλοδαρμούς, τις λεηλασίες  και τους βιασμούς, κράτησε πέντε ολόκληρα μερόνυχτα. Κι αφού πια είχαν κορέσει κάθε ταπεινό τους ένστιχτο, τα άταχτα μπουλούκια τους τραβήχτηκαν σε άλλους τόπους για να συνεχίσουν το μισερό τους έργο.

Θα ‘ταν η 10 του Σεπτέμβρη, όταν μπήκαν στα Αλάτσατα τμήματα του Τούρκικου Στρατού. Η πρώτη διαταγή τους ήταν να παρουσιαστούν όλοι οι άντρες από 18 χρονών μέχρι 60. Έτσι μάζεψαν όλους, όσους δεν είχαν καταφέρει να φύγουν. Ανάμεσά τους ο Δημητρός μας, ο θείος Τζώρτζης, που γλίτωσε την κακοποίηση χάρη στο ματωμένο σεντόνι με το οποίο είχε κουκουλωθεί, όχι όμως και την αιχμαλωσία, οι δύο θείοι Γιαννακός και Δημήτρης Κακογιάννης κι άλλοι πολλοί φίλοι και συγγενείς της οικογένειας. Ο πατέρας από κεραμίδι σε κεραμίδι είχε ξεφύγει στην αρχή από τους Τσέτες, μα δεν ξαναφάνηκε ποτέ πια. Κάπου άφησε το κορμί του. Ποιός ξέρει πώς. Πάντως ανάμεσα στους αιχμαλώτους Αλατσατιανούς δεν ήταν.

Σε  μακρινές σειρές, χωρίς να μπορέσουν  να πάρουν τίποτα μαζί τους, πήραν το δρόμο της αιχμαλωσίας μαζί με τους άντρες άλλων χωριών και πόλεων της Μικρασίας. Από τη Σμύρνη που έφτασαν, τράβηξαν ως τα βάθη της Ανατολής. Η αιχμαλωσία με ανείπωτα μαρτύρια διάρκεσε δύο και πλέον χρόνια. Όσοι μπόρεσαν κι επέζησαν, γύρισαν στην Ελλάδα. Μα αυτοί ήταν πολύ λίγοι. Οι πολλοί περισσότεροι άφησαν τα κόκαλά τους στους κάμπους και στις ερημιές της Μικρασίας.

Η αρχή της προσφυγιάς

Αφού  μάζεψαν τους άντρες, με άλλη διαταγή  όλα τα γυναικόπαιδα μαζί με τους ηλικιωμένους έπρεπε να μαζευτούμε στις εκκλησίες  και ιδίως στη μεγάλη εκκλησία Εισοδίων της Θεοτόκου. Εκεί, στο προαύλιο της εκκλησίας ήταν ένα πηγάδι. Οι φήμες λένε ότι έπεσαν μέσα για να γλιτώσουν το βιασμό από τους Τούρκους πολλές νέες. Η μάνα με το μωρό της στην αγκαλιά και με μια σκεπασμένη εικόνα της Υπαπαντής, που δεν την αποχωρίστηκε σε όλες τις μέρες της δοκιμασίας, κρύβοντάς την κατά τις επιδρομές των Τσετών, μας μάζεψε σε μια γωνιά. Η δύσμοιρη, μονάχη, χωρίς τον νοικοκύρη της, χωρίς τον μεγάλο αδερφό, με τέσσερα παιδιά από έξι μηνών έως δώδεκα χρονών. Όλη τη νύχτα βαριαναστέναζε κι έκλαιγε σιωπηλά. Σαν σταματούσαν τα δάκρυα, ένωνε μαζί με τις άλλες γυναίκες και μανάδες τις προσευχές της. Έτσι ξενυχτήσαμε τα γυναικόπαιδα δυο βραδιές. Την άλλη μέρα, νηστικούς και πεινασμένους, μας ξεσήκωσαν για τον Τσεσμέ, όπως ήμασταν, χωρίς να πάρει κανείς τίποτα μαζί του. Πολλοί γυμνοί και ξυπόλητοι ξεκίνησαν. Οι μεγάλοι κατάλαβαν πως οδηγούμασταν στην προσφυγιά.

Θυμάμαι που φεύγοντας για τον Τσεσμέ περάσαμε μπροστά από το σπίτι  μας, που ήταν στον κεντρικό δρόμο. Η πόρτα του ισογείου ήταν ανοιχτή. Η μάνα γύρισε και κοίταξε, θυμάμαι. Το ίδιο κι εγώ. Είδαμε το μαξούλι της χρονιάς, το σωρό της ψιλόροης σταφίδας που ήταν μαζεμένη εκεί μπροστά να την τσουβαλιάζουν οι Τούρκοι. Η μάνα δεν κρατήθηκε, κοντοστάθηκε, κοίταξε για μια στιγμή με πίκρα και για τελευταία φορά το σπίτι μας και συνέχισε ύστερα από την προσταγή του στρατιώτη που βάδιζε παράπλευρά μας. Τα δάκρυα την είχαν πνίξει. Θρήνος για τον χαμένο πατέρα, για τον αιχμάλωτο γιο, για ό,τι αφήναμε, σπίτι και πατρίδα.

Ο δρόμος για τον  Τσεσμέ και μετά στο άγνωστο

Μαζεμένα  πλάι της και πιασμένα από τη φούστα της, συνεχίσαμε, κάτω απ’ τον καυτό ήλιο εκείνων των πρώτων ημερών του Σεπτέμβρη, το δρόμο για τον Τσεσμέ. Πεινασμένοι, ρακένδυτοι, άυπνοι, συντρίμμια, σερνόμασταν. Η μάνα δεν είχε αποχωριστεί από τις πρώτες μέρες της συμφοράς την κάπως μεγάλη εικόνα της Υπαπαντής που είχαμε στο εικονοστάσι του σπιτιού μας. Την είχε σκεπάσει μ’ ένα τραπεζομάντιλο και τη φύλαγε όλες εκείνες τις μέρες, έχοντάς την κρυμμένη πότε εδώ και πότε εκεί. Την είχε σαν τα μάτια της. Όσο είχε την έγνοια για μας, άλλο τόσο και για την Παναγιά. Κι όσο ήμασταν στο σπίτι του παππού κι ύστερα στην εκκλησιά κλεισμένοι, δεν έδινε βάρος για τη φύλαξή της. Τώρα όμως στην πορεία, ήταν δύσκολο το έργο της μάνας. Είχε στην αγκαλιά το μωρό, τη μικρή μας αδελφούλα, μαζί και την εικόνα. Ο δρόμος μακρύς και η κούραση έλυνε τα γόνατα. Όταν πια είχε αποκάμει από την κούραση, κοντοστάθηκε. Δίνει στο πιο μεγάλο αδέρφι, τον Γιαννάκη μας, να κρατήσει για λίγο το μωρό κι εκείνη γρήγορα-γρήγορα σκύβει και απιθώνει τη σκεπασμένη εικόνα στο πλαϊνό χαντάκι. Γονατίζει, σταυροκοπιέται και την ασπάζεται. Τη σκεπάζει όσο πιο καλά γίνεται κι ύστερα με δακρυσμένα μάτια, ολολύζοντας σα να ‘χε απέναντί της την ίδια την Παναγιά, μονολογάει: «Παναγιά μου, συγχώρεσέ με, ή το παιδί μου πρέπει ν’ αφήσω ή Εσένα». Ξανάκανε το σταυρό της, ξαναπήρε το μωρό στην αγκαλιά της και συνεχίσαμε το δρόμο.

Ύστερα  από μια κουραστική πορεία τριών και πλέον ωρών, διψασμένοι, κατάκοποι και με ματωμένα τα πόδια, φτάσαμε στον Τσεσμέ. Μας μάζεψαν στις εκκλησίες. Το δικό μας μπουλούκι το σπρώξανε στον πολιούχο του Τσεσμέ, τον Άγιο Χαράλαμπο. Εκεί που μας πήγαιναν, πριν μπούμε στην εκκλησιά, είδα χάμω στα βοτσαλάκια ένα μικρούτσικο βιβλιαράκι μ’ ένα σταυρό ζωγραφισμένο στο εξώφυλλό του. Έσκυψα το πήρα και το έχωσα στην τσέπη μου. Ήταν μια ιερή σύνοψη. Θυμάμαι αργότερα στη Μυτιλήνη, σημείωσα στο τελευταίο λευκό φύλλο του: «Ιερό ενθύμιο των αλησμόνητων ημερών του διωγμού μας, 12 Σεπτεμβρίου 1922» και το όνομά μου από κάτω. Αυτό το μικρό ενθύμιο το έχω πάντα στη βιβλιοθήκη μου. Ξεφυλλίζοντάς το, να μπροστά μου μια-μια οι φοβερές κι αξέχαστες εκείνες ημέρες.

Μυτιλήνη  – Σάμος και η απαρηγόρητη μάνα

Μα  να, ύστερα από ένα ταξίδι μιας ημέρας, μας έβγαλαν σε μια προκυμαία. Ήμασταν στη Μυτιλήνη. Όλη την οικογένεια μας πήγαν σ’ ένα στάβλο. Θυμάμαι τις αγελάδες που ήταν αραδιασμένες και αναμασούσαν την τροφή τους. Όσο κι αν οι μεγάλοι ένοιωθαν άβολα, όμως η λύτρωση από τους Τσέτες ήταν η πιο μεγάλη ανακούφιση.

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Σε ποια πέτρα σε ποιο χώμα να ριζώσεις τώρα πια..

Οι  φοβερές νύχτες με τις θυμίσεις των  Τσετών και οι μέρες αγωνίας

Εκείνες τις πρώτες νύχτες ο ύπνος δεν  μας έπαιρνε. Ήταν φοβερές, σαν να ξαναζούσαμε τα όσα μαρτύρια ζήσαμε πριν από λίγες μέρες. Η έντονη και έμμονη θύμησή τους μας έριχναν σε μια αβάσταχτη θλίψη που κορυφωνόταν με το ασίγαστο κλάμα της μάνας. Οι νύχτες ήταν φοβερές. Οι δυνατοί άνεμοι χτυπούσαν μέρα-νύχτα τις ξεχαρβαλωμένες πόρτες και τα παραθύρια. Τις νύχτες ήταν που ολοζώντανες οι μνήμες ξανάφερναν μπροστά μας τους Τσέτες, τη δύστυχη γειτόνισσα με το μικρό της γιο, τους ξυλοδαρμούς του παππού, της γιαγιάς, της μάνας με το μωρό που θέλησαν να σφάξουν. Κάθε κτύπος στις πόρτες και στα παράθυρα απ’ τους αέρηδες μάς ανατάραζε όλους, μικρούς και μεγάλους. Σα να ήταν ν’ ανεβούν οι Τσέτες. Κατατρομαγμένα, ιδίως εμείς τα μικρά, ζαρώναμε το ένα πάνω στο άλλο. Όλα μα όλα όσα ζήσαμε, τα ξαναζούσαμε. Ήταν τόσο ζωντανές στη φαντασία μας όλες εκείνες οι σκηνές, οι βασανισμοί, ο βιασμός κι ο θρήνος, το αλαφιασμένο βλέμμα και τα δάκρυα του μικρού που τρέμοντας έπεσε στην αγκαλιά της πονεμένης μάνας του σαν γύρισε από τα χαλάσματα, η θέα της πρησμένης μέσα στο αμπάρι θείας Γιασεμής, το ματωμένο σεντόνι που σκέπαζε το θείο Τζώρτζη.

Οι  μέρες περνούσαν χωρίς να ξέρουμε πού θα εγκατασταθούμε και τι θ’ απογίνουμε. Τα λιγοστά τρόφιμα που μας χορηγούσαν και η ευσπλαχνία που έδειχναν οι Καρλοβασίτες, δεν έφταναν να καλύψουν τις ανάγκες μας. Πάσχιζαν ο παππούς, η γιαγιά, η μάνα πηγαίνοντας στο Καρλόβασι να μάθουν τι μας μέλλεται, αν θα μέναμε, αν θα φεύγαμε πάλι και προς πού. Κι ακόμα αν μπορούσαν να δουλέψουν πουθενά για να συντηρηθούμε. Όμως ο τόπος ήταν μικρός και δουλειές δεν υπήρχαν. Έτσι στερημένα περνούσε εκείνος ο καιρός. Και σα να μην έφτανε η τόση δυστυχία μας, είχαμε γίνει και αντικείμενα περιέργειας. Κάθε τόσο μας έρχονταν περίεργοι επισκέπτες, ιδίως μερικοί νεαροί να δουν τους πρόσφυγες και πρώτα-πρώτα τις προσφυγοπούλες. Ανάμεσα στους επισκέπτες και κάποτε-κάποτε μερικοί που έρχονταν μας έφερναν ό,τι μπορούσαν για να μας βοηθήσουν.

Μετά  από δυο μήνες περίπου, παραχώρησε η Κοινότητα στην οικογένειά μας  ένα δωμάτιο σ’ ένα ερειπωμένο κι ακατοίκητο σπίτι στον Όρμο, κοντά στη θάλασσα, για να κατοικήσουμε. Τον παππού κάπου εκεί στα πευκάκια. Μια ξυλένια σκάλα, ξεχαρβαλωμένη, ήταν ένας κίνδυνος για μας τα παιδιά. Έτσι η μάνα μας κρατούσε όσο μπορούσε στο δωμάτιο, και μόνο για τις ανάγκες μας μάς άφηνε να πάμε εκεί κοντά σ’ ένα χωράφι, είτε έβρεχε, είτε χιόνιζε.

Οι  δάσκαλοι θυμάμαι με είδαν με στοργή. Καλοί και πονετικοί για το προσφυγάκι. Και δεν άργησαν οι φιλίες που πράυναν και μαλάκωναν τον πόνο και την τόση δυστυχία. Όμως οι καημοί κι ο αβάσταχτος πόνος της μάνας, οι κάθε λογής στερήσεις, ήταν το καθημερινό βίωμα εκείνου του καιρού της προσφυγιάς. Αχ, έλεγε και ξανάλεγε, να όψονται οι αίτιοι.

Ο γυρισμός του Δημήτρη

Κατά  το τέλος του 1924, γύρισε από την αιχμαλωσία ο Δημήτρης μας. Ευτυχώς γύρισε γερός. Μέρες και νύχτες μάς ιστορούσε το τι πέρασε αυτός και χιλιάδες Μικρασιάτες αιχμάλωτοι. Η μάνα το πρώτο που τον ρώτησε, ήταν αν συνάντησε ή αν άκουσε τίποτα για τον πατέρα μας. Ο αδελφός μου γυρίζοντας από την αιχμαλωσία, περίμενε πως θα εύρισκε τον πατέρα μαζί μας. Ούτε είχε μάθει, ούτε είχε ακούσει τίποτε, γι’ αυτό και περίμενε να τον βρει μαζί μας. Τότε κατάλαβε πως εκείνες τις μέρες της επιδρομής των Τσετών χάθηκε, όπως χάθηκαν και τα αδέρφια του, οι θείοι μας, Γιάννης και Δημητρός…

Κι  άρχισε να μας διηγείται τις ατέλειωτες ιστορίες της φοβερής εκείνης αιχμαλωσίας. Τις ολοήμερες πορείες, το γδύσιμο από τα ρούχα και τα παπούτσια τους. Το σχίσιμο, το γδάρσιμο των ποδιών, την αφόρητη καθημερινή πείνα και δίψα. Και κει στο δρόμο του Γολγοθά τους, κάθε τόσο κι αραίωνε η φάλαγγά τους από όσους έμεναν πίσω, που δεν τους ξανάβλεπαν. Η άφατη, η απέραντη αγωνία όταν ξεδιάλεγαν οι Τούρκοι χωρικοί όσους ήθελαν για να κορέσουν το μίσος τους, ήταν μια καθημερινή δοκιμασία που τους παρέλυε. Τα τσουβάλια, που ήταν το κοινό ρούχο όλων των αιχμαλώτων, γιομάτο από την ψείρα, κι από το χτύπημά τους με την πέτρα για να λυτρωθούν από το μαρτύριό της, είχε καταντήσει ένας σκληρός κετσές που σκέπαζε χειμώνα-καλοκαίρι το βασανισμένο κορμί. Το ξεθέωμα στους δρόμους, μέσα στο χιόνι το χειμώνα και κάτω από το λιοπύρι το καλοκαίρι, με το σπάσιμο της πέτρας για χαλίκι. Το ξεφόρτωμα από τα τραίνα των τσουβαλιών με λογής-λογής περιεχόμενο. Την καθημερινή εξάντληση κι από πάνω το μαστίγωμα για όσους έπεφταν λιπόθυμοι.

Τα  Τουρκιά στο Αξάρι, στο Ικόνιο, στο Αϊδίνι που μαζεύονταν στο πέρασμα των αιχμαλώτων κι ο καταβασανισμός τους με πετροβολητό, με φτυσίματα, με ξυλοδαρμούς, κι ακόμα οι σκοτωμοί εκεί στις ξέρες που τους τραβούσαν. Για τις αρρώστιες; Πως τους θέριζε η δυσεντερία κι ο τύφος. Πως όσοι αρρώσταιναν έμεναν στο δρόμο όπου τους αποτελείωναν. Για το μαρτύριο της δίψας μέσα στο κατακαλόκαιρο, που δεν τους άφηναν περνώντας από πηγές να πιουν νερό και πως τους άφηναν να πέφτουν στα βαλτονέρια κι ύστερα οι θανατεροί πόνοι της κοιλιάς, ο τύφος και στο τέλος ο μαρτυρικός θάνατος. Η καθημερινή πίκρα για το χάσιμο των συντρόφων που άφηναν το κουφάρι των για βορά στα όρνια και στα τσακάλια.

Μία δίχρονη βασανιστική πορεία χωρίς καμιά προσωπικότητα, ένα ασκέρι μισόγυμνων βασανισμένων ανθρώπων. Κι ήταν θείο δώρο όταν Τούρκοι χωρικοί ξεδιάλεγαν όσους ήθελαν για να τους πάρουν για δουλείες και αγγαρείες. Κι όταν κάθε τόσο σταματούσαν τα κοπάδια αυτών των ανθρώπων που σέρνονταν χωρίς κανένα οίκτο για να σπάνε το χαλίκι, για να ξεφορτώνουν και να κουβαλούν φορτία ολόκληρα στις πλάτες, να, κατέφθαναν οι αχόρταγοι κανίβαλοι Τσέτες κι οι Εφέδες τους, εκεί στους υπαίθριους καταυλισμούς, περικύκλωναν τη φάλαγγα και ορμούσαν στο πανάθλιο πλήθος των αιχμαλώτων χριστιανών.

Δεν ήθελαν μόνο να σκοτώσουν, ήθελαν να βασανίσουν, ήθελαν ακόμα να εκτονωθούν πάνω στα βασανισμένα κορμιά, να κορέσουν τα πάθη των. Κι όσες γυναίκες έτυχε να συμπορεύονται με τους άνδρες των και τα παιδιά τους, αφού τις βίαζαν μπροστά τους, στο τέλος τις ξεκοίλιαζαν. Μέσα στις κοπριές των ζώων χωμένοι, προσπαθούσαν να ζεστάνουν τα κορμιά τους.

Ναι, διαβάζοντας ύστερα από χρόνια το «Νούμερο 31328» του Ηλία Βενέζη, ήταν σαν μία επανάληψη των όσων ο αδελφός μας εξιστορούσε εκείνες τις πρώτες μα και τις κατοπινές ημέρες. Σελίδες ολόκληρες δεν παράλλαζαν από τις αφηγήσεις του αδελφού. Στο τέλος κάθε αφήγησης η μάνα αναστέναζε κι ανέβαινε στα χείλη της το χιλιοειπωμένο: Ας όψονται οι αίτιοι.

Σάμος – Αγρίνιο και ο  χαμός του 14άχρονη αδελφού

Όλα πια είχαν τελειώσει. Κι ο πατέρας ουσιαστικά χαμένος κι ο αδελφός κοντά μας, ευτυχώς γερός. Η προσφυγιά έχει τους δικούς της νόμους. Ν’ αποζητά ο ξεριζωμένος από τον πατρογονικό τόπο του να ριζοβολήσει για να ξαναστεριώσει με όσα δεινά κι αν πέρασε. Το πρόβλημα της επιβίωσης αμείλιχτο για μία οικογένεια με τέσσερα ανήλικα, χωρίς σπίτι, χωρίς κανένα πόρο, χωρίς γνωστούς και φίλους, ξένοι και πάρα πολλές φορές χωρίς καμία κατανόηση ή και συμπαράσταση σε αυτή τη δοκιμασία από τους συνανθρώπους τους.

Γι’ αυτό κι η προσφυγιά μάς οδήγησε, χωρίς να ξέρουμε πού πάμε, σε άλλους τόπους. Κι ο μεγάλος αδελφός, που γύρισε από τη δίχρονη θανατερή πορεία ως τα βάθη της Μικρασίας, να τώρα, μοναδικός προστάτης της απορφανισμένης οικογένειάς μας.

Έτσι  αφήσαμε τη Σάμο. Μαζί με άλλες οικογένειες, ένα καραβάνι πάμπτωχο κι ορφανεμένο, με κατάληξη εκεί, στο Αγρίνιο, όπου, όπως έλεγαν, στις καπναποθήκες δούλευε πολύς κόσμος. Τον τελευταίο καιρό στο Καρλόβασι, το μεγαλύτερο από μένα αδελφάκι η μάνα το ‘χε βάλει σε μία οικογένεια σαν παραγιό. Το καημένο, αδύνατο όπως όλοι μας, δουλεύοντας μέρα-νύχτα στο σπίτι και στο καφενείο του αφεντικού για ένα πιάτο φαΐ, είχε καταντήσει φυματικό, χωρίς κανένας να το πάρει είδηση. Σ’ ένα χρόνο ύστερα από το φευγιό μας από τη Σάμο, η δύστυχη μάνα το πήρε και το πήγε στην Αθήνα, όπου το έβαλε για νοσηλεία στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο. Ολομόναχη, χωρίς καμία βοήθεια, έμεινε κοντά του όσες μέρες έζησε. Η καλπάζουσα το είχε σακατέψει το άμοιρο. Μονάχη της του έκλεισε τα μάτια και ολομόναχη το ‘θαψε κάπου σ’ ένα νεκροταφείο της Αθήνας. Μονάχη της, χωρίς την παρηγοριά κανενός, το αγοράκι της, 14 μόλις χρονών. Η δύστυχη μάνα, τσακισμένη, γύρισε πάνω στο μήνα. Πού τη βρήκε εκείνη τη δύναμη να σταθεί ολόρθη για να μπορέσει να διαφεντέψει μια ορφανεμένη οικογένεια, να μεγαλώσει τρία ανήλικα, με μοναδική βοήθεια το μεροκάματο στην καπναποθήκη του μεγάλου αδελφού;

Καινούργια  ζωή… με τη θλιβερή  επέτειο

Ως  εδώ τα παιδικά χρόνια. Μια καινούργια ζωή άρχιζε. Πικρή, πολύ πικρή η προσφυγιά. Η ορφάνια, η μεγάλη φτώχια, η στερημένη ζωή, σημάδευε τα παιδικά και τα πρώτα εφηβικά χρόνια. Οι μνήμες βαθιά ριζωμένες, ένα με την ύπαρξη των κατατρεγμένων προσφύγων. Η αναπόληση των όσων δεινών, ένα καθημερινό βίωμα εκείνα τα πρώτα χρόνια. Μα και τα κατοπινά. Ένας ολόκληρος κόσμος, χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες καταβασανισμένες οικογένειες ζούσαν την προσφυγιά, κατασπαρμένες σε όλη την Ελλάδα, που όμως ταυτόχρονα πορεύονταν μιαν άλλη καινούργια ζωή.

Και κάθε χρόνο, η θλιβερή επέτειος που  φέρνει στο νου τις αναλλοίωτες  φοβερές μνήμες, που ασίγαστες, άφθαρτες, πάντα ζωντανές, μας φέρνουν κοντά στα όσα έζησε εκεί, στην πανέμορφη Ιωνία, ένας ολόκληρος κόσμος.

 

mikrasia

Διαβάστε επίσης:

Ο Άγιος Χρυσόστομος Σμύρνης

Οι Άγιοι Μικρασιάτες Νεομάρτυρες

Πετρωτά Σμύρνης 1922: ο Ζάλογγος της Μικρασίας

Καθώς ήταν ξαπλωμένη μία γυναίκα στο κρεβάτι της παρουσιάζονται έξι με επτά περί γκιζλάρ δηλ. νεράϊδες με δύο λαμπάδες και ντέφια και άρχισαν να τραγουδούν και να χορεύουν. Τότε η γυναίκα ξαφνιασμένη ανακάθεται στο κρεβάτι και αυτές της λένε ότι έρχονται τακτικά και τρώνε απ’ το γλυκό και το τυρί της. Εκείνη απαντά πως μολονότι συμβαίνει κάτι τέτοιο, όμως δεν λιγοστεύουν πράγμα που το επιβεβαιώνουν και οι ίδιες. Όταν η γυναίκα κατόπιν ρωτά: «πως θα δικαιολογήσω αύριο στους γείτονες τον θόρυβο αυτό;» απαντούν ότι οι άλλοι δεν ακούν την στιγμή αυτή. Τελικά τα δαιμονικά αυτά όντα εξαφανίσθηκαν με το λάλημα των πετεινών.

Δύο συνυφάδες επρόκειτο να πλύνουν ενωρίς το πρωϊ και συμφώνησαν, όποια σηκωθεί πρώτη να ειδοποιήσει και την άλλη. Σηκώνεται λοιπόν η μία και βλέπει τα ρούχα να πλένονται  από μία νεράϊδα, την οποίαν, επειδή δεν γνώρισε, ρωτά: «συνυφάδα – συνυφάδα, γιατί δεν με φώναξες;» Η άλλη χωρίς να δίνει σημασία συνεχίζει το πλύσιμο ρωτώντας: «συνυφάδα, εσύ είσαι ωραία ή εγώ;» Και η άλλη: «εσύ είσαι πιο ωραία». Μετά επαναλαμβάνεται η ίδια ερώτηση απ’ την νεράϊδα, οπότε και η άλλη καταλαβαίνοντας περί τίνος επρόκειτο της λέει: «και το φεγγάρι είναι ωραίο και ήλιος, αλλά εσύ είσαι ακόμη πιο ωραία», διότι υπήρχε φόβος, αν της έλεγε κάτι άσχημο, να της προξενήσει μεγάλο κακό.

μαρτυρία Μαρίας Τσιλγεωργίογλου

Ο θείος μου κάποια νύκτα περνούσε από ένα γεφύρι. Για μια στιγμή σταμάτησε, επειδή αντελήφθηκε ότι κάποιος άλλος ερχόταν πίσω του, αλλά και αυτός σταμάτησε. Μετά συνέχισε τον δρόμο του και σε λίγο πάλι το ίδιο. Είδε τότε πως τον ακολουθούσε μία νεράϊδα, που έλαμπε ολόκληρη μέσα στα αστραφτερά της ρούχα. Τρομοκρατημένος «το έβαλε στα πόδια». Καθώς έτρεχε ζαλισμένος απ’ τον φόβο, πήδηξε και ένα ρυάκι, που βρέθηκε στον δρόμο του, όμως κάτι διαπεραστικές φωνές τον φόβισαν ακόμη πιο πολύ. Ήταν η νεράϊδα, που έμεινε χωρίς να πηδήξει στο απέναντι μέρος και φώναζε χτυπώντας δυνατά τα χέρια της. Τελικά αυτός εξαντλημένος τελείως απ’ τον τρόμο έφθασε σπίτι του.

Το περιστατικό αυτό το άκουσα απ’ την συμπεθέρα μου. Στο σπίτι όπου έμενε μαζί με την πεθερά της υπήρχαν νεράϊδες. Ένα πρωί λοιπόν, αφού ξύπνησαν, τι να ιδούν! Το ζυμάρι στην σκάφη είχε φουσκώσει και ξεχείλιζε. Την νύχτα φαίνεται πως οι νεράϊδες ζύμωσαν, αφού η νοικοκυρά του σπιτιού δεν είχε κάνει κάτι τέτοιο. Πήγαν λοιπόν επάνω απ’ το ξεροπήγαδο, που ήξεραν ότι συχνάζουν και ρώτησαν: «ξεχείλισε το ζυμάρι, τι να το κάνομε;» και εκείνες απαντούν: « να αφήσετε την μαύρη κότα να το τσιμπολογήσει». Έτσι, αφού έκαναν αυτό, μετά από λίγο το ζυμάρι «έκατσε».

Βελετλέρι.jpg

Βελετλέρι Πρόυσας. Η παλαιά κρήνη.

29 Δεκεμβρίου

Τή αυτή ημέρα, Μνήμη πάντων τών Χριστιανών καί αδελφών ημών τών έν λιμώ καί δίψει καί μαχαίρα καί κρύει τελειωθέντων.

Δηλαδή, αυτή την ημέρα η Εκκλησία όρισε να τιμάται η μνήμη όλων των Χριστιανών, που μαρτύρησαν από πείνα, δίψα, κρύο και μαχαίρι για την πίστη του Χριστού και τα ονόματα τους δεν μας είναι γνωστά.

Κατά τα γεγονότα της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολής (1913-1923), χιλιάδες πρόσωπα μαρτύρησαν από πείνα, δίψα, κρύο, μαχαίρι και άλλους τρόπους κατά τα τάγματα εργασίας, τις συστηματικές εκτελέσεις, την υποχρεωτική στράτευση που οδηγούσε σε βέβαιο θάνατο, τις φυλακίσεις, τις εκτοπίσεις και τους βασανισμούς. Έτσι την 29η Δεκεμβρίου τιμώνται και οι χριστιανοί αυτοί μάρτυρες της Μικράς Ασίας και της Θράκης, θύματα του τουρκικού εθνικισμού και των ποικίλων συμφερόντων των τότε Μεγάλων Δυνάμεων στην περιοχή.

Το παρακάτω μοιρολόι, αποτελεί ένα πικρό απόσταγμα πόνου των Ελλήνων που ήταν τουρκόφωνοι και υπέστησαν τη θηριωδία των Τούρκων.

Τουρκικά

Απόδοση στα Ελληνικά

Μελμεκετάν τσικτίκ
Γκαργκιμπί αργελντίκ
Αναντάμ μπαμπαντάμ
Ντιρί ντιρί αργελντίκ

Μπου γιαλάν ντουνιαντά
Να ισίμ γκαλντί
Κεμάλ ελιντά
Γκαρντασίμ γκαλντί

Ιστικάμ καζά-καζ
Βουρντουλά μπενί
Ελμανταν μεζαρά
Γκοιντουλά μπενίμ.

Βγήκαμε από την  πατρίδα
σαν χιόνι διαλυθήκαμε
Από μάνα και πατέρα
Ζωντανοί, ζωντανοί χωριστήκαμε

Σ’ αυτό τον ψεύτικο ντουνιά
Τι δουλειά(σκοπός) μου απόμεινε
Στου Κεμάλ τα χέρια
Ο αδερφός μου έμεινε

Έσκαβα χαρακώματα
με χτύπησαν
πριν να πεθάνω
μ’ έβαλαν στα μνήματα.

Στη Μικρά Ασία οι ακολουθίες και η Θεία Λειτουργία τελούνταν στα Ελληνικά. Η ανάγνωση του Ευαγγελίου όπου υπήρχαν τουρκόφωνοι Έλληνες γινόταν στα Ελληνικά και κατόπιν ο ιερέας το επεξηγούσε στους ενορίτες του στα τουρκικά.

Πολλοί δάσκαλοι προσπάθησαν να διδάξουν στους μαθητές τους τα Ελληνικά αλλά «βγήκαν κι οι πόλεμοι κι η αναμπουμπούλα κι ούτε σχολεία έμειναν, ούτε τίποτα» διηγούνται οι πρόσφυγες Βελετλεριώτες (από το Βελετλέρι της Προύσας).

Το γεγονός ότι η τουρκική γλώσσα δεν ήταν προϊόν ελεύθερης επιλογής τους, το φανερώνει και η μαρτυρία του Α. Χατζηκυριάκου. «Φαίνεται όμως ότι υπήρχε φόβος να μιλήσουμε Ελληνικά. Ακούσαμε πως στα χρόνια του παππού μας ένας δάσκαλος διάβαζε ελληνικά κι  ένας δικός μας είπε: Τι κάνεις βρε, θα μας κρεμάσουν οι Τούρκοι»

Μπορεί να επιβλήθηκε σε αυτούς τους ανθρώπους η τουρκική γλώσσα αλλά η εθνικότητά τους έμεινε ελληνική. Μέσα από τα τραγούδια τους, που τα σύνθεσε ο ίδιος ο λαός στην τουρκική γλώσσα, ξεχειλίζει ο μεγάλος πόνος για την πατρίδα τους και δικούς τους  που άφησαν πίσω καθώς και τα βάσανα που υπέφεραν.

 

Πηγές:
Δέσποινας Παρασκευά-Χράνη: »Ν.Τρίγλια Χαλκιδικής, Ένα ταξίδι μέσα στο Χρόνο και την Ιστορία»
Πηγή: http://diasporic.org/mnimes/archives/veletler-triglia-part-8
http://politistiko-ergasthri-nostos.blogspot.gr/2012/11/6.html

 

%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%ce%ba%ce%ac%ce%bb%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b1

Ελλήνων κάλαντα (δια χειρός Κωνσταντίνου Κουτούμπα: http://skiathosiconography.blogspot.gr)

Στην πανέμορφη ελληνική Σμύρνη πριν το 1922, τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά αποτελούσε μια από τις επισημότητες σκόλες της χρονιάς με ιδιομορφία δραστηριότητας και χαρακτηριστικών εκδηλώσεων. Ας ζήσουμε για λιγο στη Σμύρνη τις άγιες τούτες μέρες…

«…Από την παραμονή των Χριστουγέννων ανάστατη ολη η οικογένεια στο σμυρναϊκό σπιτι. Απο νωρίς το απογευμα αρχίζαν τα λουσίματα και η καθαριότητα, πρώτα των παιδιων. Θα μεταλαβαίνανε του «Χριστού τη μέρα» που ξημέρωνε, γι’ αυτό ήπρεπε να γινει «ειδική καθαριότητα». «Σώμα και ψυχή», οπως έλεγε η μητέρα/ σαν φέρνανε αντίρηση τα παιδιά. Λούσιμο, χτένισμα με το ψιλό χτένι/ κόψιμο σύριζα τα νύχια και σαπούνισμα γερό ουλο το κορμί για να μπουν τα παστρικά μοσκομυρισμένα ασπρόρουχα. Νηστεία κρατούσανε ολο το σαρανταήμερο, αλλα για τη μετάληψη έπρεπε να γινει «τρίμερο» με σκέτο νερόβραστο.

Αφου γινούτανε η γενική καθαριότητα στο σώμα, η μητέρα φώναζε ένα – ένα παιδί χωριστά και τόκλεινε στην κρεββατοκάμαρη. «Τώρα και τάλλα σου χρέη», έλεγε σοβαρή – σοβαρή, «τα χρέη της ψυχής, οπως τάπαμε»/ Αυτά ητανε: – Να πούνε το πιστεύω, τρεις φορές/ το πατερ ημων και να κάνουνε δέκα μετάννοιες μπροστά στα εικονίσματα. Οταν τελειώνανε κι αυτά τα χρέη/ ερχότανε η σειράγια τα χειροφιλήματα της συγχώρεσης. «Πρώτα τον παππουλη και τη νενέ/ και μη ξεχάσεις να κάνεις μετάνοια,/ αρμήνευε σιγανά η μητέρα. Παντα, τις γιορτινές μερες, απο τις παραμονές, ερχόντουσαν οι παππουληδες στα παντρεμένα τους παιδιά, για να περάσουν μαζί τους τα πατροπαράδοτα έθιμα. Οταν ερχόταν η ώρα να δώσουν την ευχή τους, για να πανε να μεταλάβουνε τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους, άπλωναν με συγκίνηση το γέρικο χέρι τους να το φιλήσουν και έδιναν χιλιες ευκές με τρέμουλη απο τη συγκίνηση φωνη, για υγεία, προκοπή και προ παντων για γνώση.

Το ιδιο γινότανε κι αυτό απο τον πατέρα και τη μητέρα και οσους θειους και θειες βρισκόντουσαν κοντά. Ποτέ ομως δεν ξεχνούσανε τη νονά. Απο πολυ μικρά τα πήγαινε η μάνα τα παιδια στη νουνά, για να τα ευχηθεί τη μέρα που θα μεταλαβαίνανε. Σαν μεγαλώνανε πηγαίνανε προθυμα μόνα τους. Γιατι, η συγχώρευση της νουνάς, είχε μια ιδιαίτερη χαρά. Παντα μετά το χειροφίλημα και τις ευχές «να γίνουν καλοί Χριστιανοί», ήβαζε κάμποσα μεταλίκια στις τσέπες των βαφτισιμιών της, λέγοντας: «για να ανάψετε κερι αύριο που θα μεταλάβετε». Μετά τη μετάληψη η μητέρα είχε έτοιμο στο σπιτι, σ’ ένα ρακοποτηρο, μοσχάτο κρασί κι έδινε στα παιδια, να πιούνε μια γουλια/ «για να πάει η αγία κοινωνια κάτω»/ και συνάμα παρέγγελνε, οσο πειστικα μπορούσε: «Προσέξτε παιδια, να μη φτύστε καθόλου σήμερα/ να μη χτυπήστε και ματώστε/ και προ πάντων/ να μη πειτε ασκημο λογο/ προσέξτε! έχετεμεταλάβει μη το ξεχάστε!» Οι μέρες απο τα Χριστουγέννα ισαμε τον Αγιο Βασίλη ητανε σωστό αναστάτωμα, για μικρούς και μεγάλους στην αξέχαστη πατρίδα. Τα σκολειά κλειστά και τα σπιτια ολο ετοιμασίες.
smyrna
Οι νοικοκυράδες μπαινοβγαίνανε φουριόζες κι ολο μουρμουρίζανε για τα παιδιά, που μπερδεύανε μέσα στα ποδάρια τους και δεν περνούσε μέρα που να μη τα καταχερίσουνε. Μα ανήμερα την Πρωτοχρονιά τα παντα ηταν εντάξει. Τα σπιτια «πετούσαν» απο πάστρα και μοσκοβολουσαν κανέλλα και καριοφύλλι, περιμένοντας τον καινούργιο χρόνο. Ούλα τα πατροπαράδοτα αντέτια, ήπρεπε να γινουν οπως τα βρήκανε απο τσι γονιοί τους. Πρωί – πρωί ξεκινούσε ολη η οικογένεια, με τα κατάκαλά τους, να πανε στην εκκλησία. Ο νοικοκύρης κρατούσε στην τζέπη του το ροδι, που θα σπούσε στην πορτα του σπιτιού σαν θα γυρνούσαν. Για το καλό του χρόνου και για πολλά μπερικέτια, όπως λεγανε. Μετά απ’ αυτό ήπρεπε να μπει με το δεξί στο σπιτικό και να ευχηθεί σ’ ολη τη φαμίλια του «καλη χρονιά», φιλωντας έναν – εναν σταυρωτά. Σαν τέλειωναν οι ευχές, ολη η φαμίλια καθότανε με τάξη γύρω στο αηβασιλιάτικο τραπέζι. Η μητέρα έφερνε αμεσως το θυμιατό, και θυμιαζε με μοσκολιβανο, πρώτα την πίττα και μετά έναν – έναν κάνοντας το σημείο του σταυρού. Ο πατέρας ήκοβε την βασιλιόπιττα με την ιδια κάθε χρόνο σειρά:

Το πρώτο κομμάτι του Χριστού,/ της Παρθένου/ και μετά κατά ηλικία, αρχίζοντας απο τους παπουλήδες. Το νόμισμα ήτανε παντα μεταλλίκι χρυσό και σ’ εκείνον που θάπεφτε θάφερνε μεγάλο γουρι. Πολλες φορές τύχαινε, την ώρα που κόβανε την πιττα, να έρθουν τα παιδια του μαχαλά να τα πούνε. Το σήμαντρο χτυπούσε με τέχνη και το ντουμπελέκι κρατούσε το ισιο.Οι παιδικές φωνές συμπληρωναν τη χαρούμενη ατμόσφαιρα του σπιτιού και τα λόγια τους έφερναν στον καθένα ένα καλό μήνυμα:

Αρχή μηνια κι αρχή χρονιά ψιλή μου δεντρολιβανιά κι αρχή καλός μας χρόνος εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνο τραγουδούσαν τα παιδόπουλα, μα τόνιζαν ιδιαίτερα τις ευχές για τον νοικοκύρη του σπιτιού: χρόνια πολλά να ζήσει, ποντάροντας σ’ ένα καλύτερο μπαξίσι. Δεν πρόφταινε καλά – καλά να τελειώσει το κόψιμο της πιττας/ και το μοίρασμα των μπουναμάδων/ κι αρχίζανε να καταφτάνουν τα πρώτα βίζιτα./ Παλιό αντένι κι αυτό. Ανήμερα την Πρωτοχρονιά, συγγενείς και φίλοι/ μονο άντρες/ ανταλάανε βίζιτα για να ευχηθούν «τα έτη πολλά».Ακόμη και άγνωστοι μπαίνανε απο μέσα, για να πουνε τις ευχές τους. Οι πόρτες του σμυρναίικου σπιτιού, ούλη μέρα της Πρωτοχρονιάς εμεναν ανοιχτές, για ολο τον κόσμο. Μονοι οι γιατροί,/ σαν γιατροί/ πηγαίνανε/ τη χρονιάρα μέρα/ στα σπιτια. Και ανάγκη να ήτανε αποφεύγανε να τους καλέσουνε. Ολοι οι επισκέπτες ήπρεπε να σερβιριστούν απο το μεγάλο τραπέζι της σάλας, που ηταν ανοιγμένο περα για πέρα. Στρωμενο με το άσπρο λινό τραπεζομάντηλο, απο τα προυκιά της νοικοκυράς, με κεντημένα στη μέση τα ψημια της. Ολα τα καλά του Θεού βρισκόντουσαν, για το καλό της χρονιας, απανω σε εκείνο το τραπεζι. Βαλμένα με τάξη στα καλά σερβίτσια, που φύλαγαν για τις χρονιάρες μέρες.

XristougennaSmyrnis.jpg

Μεσ’ τη μεση η μεγάλη φρουτιέρα με το «Χριστό». Ετσι λέγανε τη μέρα εκεινη τα λογιών – λογιών ξερά φρούτα. Σωστό φρουτατζίδικο ητανε ο λεγόμενος «Χριστός». Τίποτα δεν έλειπε. Και τι δεν είχε σε κεινη την πελώρια κρυστάλινη φρουτιέρα. Ο,τι ήθελες και τραβούσε η όρεξή σου. Δαμάσκηνα, φουντούκια, τζίτζιφα, κουκουνάρια, σουλτανιές σταφίδες, μύγδαλα, καρύδια, ως και κουντουρούδια. Μα ποτέ δεν ήλιπε το μανα τ’ ουρανού. Ούλα αυτά στολισμένα με πρασινάδες και ου, δείχνανε πραγματικά την ευλογία του Χριστού. Ασε πια εκεινα που είχανε φτιάξει τα άξια χέρια της νοικοκυράς. Μια στοιβα σεκέρ λουκούμια/ πασπαλισμένα με άχνη/ μοιάζανε με χιονισμένο βουνό. Δίπλα τα φοινίκια ποτισμένα στο μέλι. Βασιλοπιττάκια λογιών λογιών. Αστρουλάκια καρδίτσες, αετουδάκια, ολα με το καρεφυλάκι στη μέση που μοσκομυρίζανε και θρούσανε μολις τάβαζες στο στόμα. Μα στην πρώτη γραμμή, απ’ ολα τα κατασκευάσματα ερχούντανε η Βασιλόπιττα. Κάθε Σμυρνιά νοικοκυρά, ήβαζε ουλα τση τα δυνατά να στολίσει καλύτερα απο τσ’ άλλης την πιττα του σπιτικού της. Στη μέση ήπρεπε να μπει / απαραίτητα/ ο δικέφαλος αετός και γύρω – γύρω μικρότερα αετουδάκια και λογιών – λογιών πλουμιά. Αστρα, πουλουδάκια και ο,τι άλλο κατέβαζε το γούστο της για να γίνει πιο όμορφη.

Αυτά ητανε αντέτια που τα κρατούσανε, ανάλογα, ολα τα σπιτικά της Σμύρνης, πλούσια και φτωχά. Οι νοικοκυρές δεχόντουσαν τα βίζιτα στολισμένες με ούλα τα καλά τους/ για να τιμήσουν τους αντρες τους/ και να φανεί η αγάπη που τους εχουν. Μεγάλη τιμή για τη νοικοκυρά ηταν/ τα βίζιτα να πάρουν απ’ ούλα τα καλούδια που είχε φτιαξει και να τα παινέψουν. Το σμυρναιϊκο σπιτι ηταν φιλόξενο και οι Σμυρνιές τόχανε καμάρι να ρετσιβάρουν τους μουσαφιραίους. Τα φαγιά τους ητανε μιλημένα. Ο χριστουγεννιάτικος διανος ηθελε ολόκληρη επιστήμη για να γινει οπως πρέπει. Παραγεμισμενος με καβουρντισμένο κυγμά με ψιλό – ψιλό κρεμμυδάκι, και ξεροψημένα κάστανα στη χόβολη του μαγκαλιού. Μπόλκο μαύρο πιπερι και κουκουναράκια. Ροδοκοκκινισμένος και γαρνιρισμένος με ολόκληρες πατετούλες, άνοιγε σ’ ολους την όρεξη. Ολα τα φαγια που ψήνανε οι Σμυρνιές νοικοκυράδες ητανε σωστός πειρασμός. Οποιος έτυχε να φάει το στιφάδο τους, ποτέ δεν το ξεχνά. Με μπολικα ολόκληρα κρεμμυδάκια και ολων των λογιών τα μπαχαρικά μέσα. Το κρέας, όμως, ήπρεπε νάναι γουρουνίσιο ή αγριογούρουνο, άμα ητανε η εποχή του. Αμ οι γιαπρακιένιες ντολμάδες με κιμα ή γιαλαντσί, τι σου λενε! ‘Η το ατζέμ πιλάφι πούμενε κουκι – κουκί, ακομη και την άλλη μέρα. Ασε πια τα σουτζουκάκια! με το σκορδάκι και το μπολικο κίμινο, που μύριζαν δυο μαχαλάδες πέρα.  Στα γλυκίσματα και τα ρετσέλια πια, δεν τις έφτανε κανείς. Σαν έτρωγες απ’ αυτά, ηταν να γλύφεις και τα δάχτυλά σου, που λέει ο λόγος…

Οι γυναίκες στη Σμύρνη, δεχοντουσαν μόνο ανήμερα της Πρωτοχρονιάς και κανανε τα βίζιτά τους  (τις επισκέψεις τους) την άλλη μέρα ή την παραπανω. Σκέτο «γυναικείο» οταν το λέγανε. Στα βιζιτα αυτά πια, γινούτανε και το «μορστράρισμα» των μποναμάδων. Ο,τι ήθελε να τους δωρήσουν την Πρωτοχρονιά, ήπρεπε να το φορέσουν στο βιζιτο εκεινο. Προ πάντων οι παντρεμένες και αρραβωνιασμένες. Ο,τι χρυσαφικό παίρνανε απο τσι άντρες τους και αρραβωνιαστικούς, για  καμάρι το βάζανε κι ας είχαν άλλα τόσα. Κι ήβλεπες μάτια μου χρυσαφικά/ σαν να βρισκόσουνα στα κουγιουμτζίδικα του καπαλι τσαρσιού. Κορδόνια, μακριά και κοντά και Κωσταντινάτα. Μαλαματένια βραχιόλια, λογιών – λογιών. Στριφτα, μάπες ή βέργες. Σκουλαρίκια καφασωτά που λαμποκοπουσανε. Δαχτυλίδια μονόπετρα με διαμάντια σα ρεβύθι. Στα καρέ τους φιγουράρανε ρέστες – ρέστες τα μαργαριτάρια. Πολλές φορές ανακατωμένες με αληθινά κοράλια. Καταστόλιστες ξεκινούσαν για τα βίζιτα οι Σμυρνιές της καλής τάξης οπως τις λεγανε, με τα πιο καλά τους λούσα και στολιδια. Μπουάδες, μανσόν και παπούτσι λουστρίνι καϊκάκι να τρίζει. Απαραίτητο ομως ηταν το καπελλο με φτερό. Κορδωμένες στα αστραφτερά «λαντώ», κάνανε πιο πρωτοχρονιατικο αντέτι στα συγγενικά και φιλικά σπιτια…
Ας μη κόψουμε τα αόρατα νήματα που μας δένουν με τις αλησμονητες πατρίδες μας και που δεν ειναι άλλα απο τις μνήμες/ εστω και θολωμένες…

mikrasia

Δωδεκαήμερο Χριστουγέννων στην αγαπημένη μας πατρίδα τη Μικρά Ασία

Όπως σε όλη τη Μικρασιατική Ελλάδα έτσι και στην Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ, το σημερινό Κιόστε, το δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων γιορταζόταν με χαρές, τραγούδια και ξεφαντώματα, πιο πολύ γιατί όλοι οι ταξιδεμένοι ήταν στο χωριό.

Παρέες παιδιών τη παραμονή των Χριστουγέννων το βράδυ και όχι το πρωί όπως γίνεται σήμερα , κρατώντας πολύχρωμα , φωτεινά φαναράκια ξεχύνονταν στους γιορτινούς δρόμους για να πουν σε συγγενικά και φιλικά σπίτια το «Καλήν Εσπέραν άρχοντες» που ήταν και στους στίχους και στη μουσική ίδια όπως τα λέμε σήμερα.

Η μέρα όμως που τα παιδιά πραγματικά ξεχνιόνταν στους δρόμους ήταν το βράδυ της παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Τότε που γύριζαν όλο το χωριό, σπίτια και μαγαζιά κρατώντας στα χεράκια τους τραμπούκες και βαποράκια. Μέρες ολόκληρες ετοίμαζαν τα βαπόρια τους και τα αρματώνανε. Ήταν καταστόλιστα με πολύχρωμα, φωτεινά φαναράκια και χάρτινα φουντάκια. Έμοιαζαν με εξωτικά βαπόρια. Μερικα παιδιά είχαν την υπομονή και αντί βαπόρια έκαναν εκκλησίες χάρτινες που έμοιαζαν στην Αγία Σοφιά. Ήταν μεγάλη χαρά να τις βλέπει κανείς φωτισμένες εσωτερικά καθώς έμοιαζαν παραμυθένιες. Τραγουδούσαν τον Άγιο Βασίλη όπως τραγουδιέται και σήμερα σε στίχους 16 σύλλαβους και 15 σύλλαβους Ιαμβικού μέτρου και σε στίχο και σε μουσική. Επίσης μπορεί να τραγουδούσαν και έναν άλλο Αγιο Βασιλη Τσεσμελήδικο με στίχους 15 συλλαβους αλλα μουσική ίδια με τα καλαντα των Χριστουγεννων.

Τα φιλοδωρήματα ήταν αρκετά και πάντοτε σε χρήμα. Τη νύχτα της παραμονής οι νοικοκυρες αφηναν γλυκίσματα και νερό για να κατέβει ο Αγιος Βασιλης και να φάει. Η συνήθεια αυτή, υποστηριζαν οι κάτοικοι της Αγίας Παρασκευής, συνδεόταν με τη λατρεια των νεκρων συγγενών τους κατά την αρχαιότητα και τα μειλίγματα, τις ιλαστήριες θυσιες των Αρχαιων Ελληνων. Δεν ξεχναμε την υψηλη μόρφωση των Μικρασιατών, ωστε να ειναι σε θεση να γνωριζουν αυτη τη λεπτομερεια. Μετα τη Μικρασιατική Καταστροφη οι Έλληνες Μικρασιάτες ως πρόσφυγες πλέον μετέφεραν το έθιμο αυτό το οποίο διατηρείται έως σήμερα.

(της Βούλας Σαριντζιώτη, προέδρου Συλλόγου Μικρασιατών Ανατολικής Αττικής)

 

mikrasia

Κάλαντα Σμύρνης

Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας,
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλη,
εν τω σπηλαίω τίκτεται εν φάτνη των αλόγων.

Κερά ψηλή, κερά λιγνή, κερά καμαροφρύδα,
κεράμ’ όταν στολίζεσαι να πας στην εκκλησία,
έχεις και κόρην έμορφη που δεν έχει ιστορία.

Μηδέ στην πόλη βρίσκεσαι μηδέ στην Καισαρεία,
έχεις και γιον στα γράμματα, υγιόν και στο ψαλτήρι,
να τον ‘ξιώσει ο Θεός να βάλει πετραχήλι.

Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα Καππαδοκίας

Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει.
Εν τω σπηλαίω τίκτεται, εν φάτνη των αλόγων
οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει κι η φύσις όλη.
Εκ της Περσίας έρχονται τρεις Μάγοι με τα δώρα
άστρον λαμπρόν τους οδηγεί, χωρίς να λείψει ώρα.
Γονατιστοί τον προσκυνούν και δώρα του χαρίζουν
σμύρνα, χρυσόν και λίβανον, Θεόν τον ευφημίζουν.
Και επληρώθη το ρηθέν, προφήτου Ησαΐου
μετά των άλλων προφητών και του Ιερεμίου.
Φωνή ηκούσθη εν Ραμά, Ραχήλ τα τέκνα κλαίει
παραμυθήν ουκ ήθελεν, ότι αυτά ουκ έχει.
Ιδού όπως σας είπαμεν όλην την υμνωδίαν
του Ιησού μας του Χριστού, γέννησιν την αγίαν.
Χρόνους πολλούς να χαίρεσθε, πάντα ευτυχισμένοι
σωματικώς και ψυχικώς να είσθε πλουτισμένοι.

rh_karanlik

Η Γέννησις. Τοιχογραφία από τη Σκοτεινή Εκκλησία στην Καππαδοκία.

 

Κάλαντα Ανατολικής Θράκης

Χριστός γεννιέται, χαρά στον κόσμο, χαρά στον κόσμο, στα παλικάρια.

Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες, η Παναγιά μας κοιλοπονούσε.

Κοιλοπονούσε, παρακαλούσε, τους αρχαγγέλους , τους ιεράρχες.

-Σεις αρχάγγελοι και ιεράρχες, στη Σμύρνη πηγαίνετε , μαμές να φέρτε.

Άγια Μαρίνα, άγια Κατερίνα, στη Σμύρνη πάνε , μαμές να φέρουν.

Όσο να πάνε κι όσο να έρθουν, η Παναγιά μας ελυτρώθη.

Στην κούνια το ΄βαλαν και το κουνούσαν, και το κουνούσαν , το τραγουδούσαν.

Σαν ήλιος λάμπει ,σα νιο φεγγάρι, σα νιο φεγγάρι, το παλικάρι.

Φέγγει σε τούτον το νοικοκύρη, με τα καλά του, με τα παιδιά του, με την καλή τη νοικοκυρά του.

mikrasia

Διαβάστε επίσης:

Ορθόδοξο και βυζαντινό το χριστουγεννιάτικο δέντρο

Οι ετοιμασίες για τον ερχομό του καινούργιου χρόνου βρίσκονται στο αποκορύφωμά τους. Σε κάθε σπίτι  ετοιμάζονται κουλούρες και τσουρέκια και η πατροπαράδοτη βασιλόπιττα που έχει επάνω ένα σταυρό φτιαγμένο απ’ το ίδιο το ζυμάρι.

Κατά το δειλινό της ημέρας αυτής τα παιδιά των μεγάλων τάξεων του σχολείου χωρίζονται σε ομάδες έχοντας μαζί τους τους εφόρους και τους δασκάλους. Άρχιζε το τραγούδι και κάθε ομάδα τραβούσε για τον τομέα της, για να πεί τα κάλαντα. Άνοιγαν διάπλατα οι πόρτες των σπιτιών.  Κάθε οικογένεια υποδεχόταν την ομάδα της περιοχής της και πανηγύριζε μαζί της. Προσφέρονται γλυκίσματα και ξηροί καρποί στα παιδιά εκτός απ’ τον οβολό, που έριχναν στο κουτί. Τα χρήματα προορίζονταν για τον πλουτισμό του σχολείου με σύγχρονα μέσα.

Υπήρχε και ένας άλλος τρόπος, που έλεγαν τα κάλαντα δηλ. ανέβαιναν στη στέγη του σπιτιού και απ’ τον καπνοδόχο έριχναν με μία κλωστή ένα μήλο. Επάνω σ’ αυτό κάρφωνε ο οικοδεσπότης τον οβολό του.

Καραμανλίδικα

Εκκλησιαστικό βιβλίο με τη Γέννηση του Χριστού, γραμμένο στην Καραμανλίδικη γλώσσα.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση έλεγαν τα εξής κάλαντα:

Γίλντιρ – γίλντιρ γίλμπασι,

Έγγελιν καρά γκασί

Ατανασίν σαλά μπασί.

Βερενίν μπιρ ογλού ντογσούν,

βέρμεενιν μπιρ κελ γκιζί

ντογσούν

Μετάφραση

Αρχιχρονιά, αρχιχρονιά,

της Αγγελικής το μαύρο φρύδι,

του Θανάση το κουνιστό κεφάλι.

΄Οποιος δώσει να αποκτήσει

ένα αγόρι,

όποιος δεν δώσει, ένα κασιδιάρικο

κορίτσι.

Πρωτοχρονιά:

ικονιο

Περίτεχνο ύφασμα απο το Ικόνιο.

Την Πρωτοχρονιά έφτιαχναν: μπακλαβά, σαραϊλί, κουλούρια, γιαγλί εκμέκ (= ψωμί στου οποίου την ζύμη προσέθεταν και λάδι) και τσιτίρ χαλβά (= χαλβάς σκληρός).

Το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς μετά το φαγητό ο μεγαλύτερος της οικογενείας κόβει την βασιλόπιττα σε τόσα κομμάτια, όσα είναι και τα άτομα καθώς επίσης και ένα παραπάνω για τον Χριστό. Εκείνος, που θα του τύχαινε το νόμισμα, θα ήταν ο τυχερός της χρονιάς.

Μέριμνα για τους διδασκάλους

Ως δάσκαλοι αξιοποιούνταν αυτοί που εγνώριζαν ανάγνωση, γραφή, το ψαλτήριο και την οκτώηχο. Παλαιότερα δάσκαλοι ήσαν οι παπάδες. Το ψαλτήριο και η οκτώηχος εδιδάσκονταν στις μεγαλύτερες τάξεις. Η αμοιβή των δασκάλων ήταν ελάχιστη και στις μεγάλες γιορτές πραγματοπιούνταν για αυτούς περιφορά δίσκου στην εκκλησία (τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, το Πάσχα).

Φώτα

Επίστευαν πως την παραμονή των Θεοφανείων ανοίγουν οι ουρανοί και ό,τι ζητήσεις γίνεται. Κατά την ημέρα των Φώτων, στα Πέρματτα Ικονίου, μετά την λειτουργία στην εκκλησία, ο παπάς ακολουθούμενος απ’ τους πιστούς κατευθυνόταν σε μια τοποθεσία, που λεγόταν Πουνάρ – μπασί (= κεφαλόβρυσο). Εκεί υπήρχε και η ομώνυμη βρύση κτιστή και σκεπαστή. Το νερό έπεφτε σε μια μαρμάρινη γούρνα και εκεί ακριβώς έριχνε ο παπάς τον σταυρό. Απ’ την παραμονή της γιορτής στόλιζαν την βρύση με κλαδιά από πεύκα και τοποθετούσαν κοντά τα εξαπτέρυγα και τα λάβαρα της εκκλησίας, επίσης χρωματιστά φανάρια, υφάσματα και διάφορα τάματα. Αφού διάβαζε ο παπάς και έριχνε τον σταυρό οι άνθρωποι του χωριού έπιναν, πότιζαν τα ζώα τους και εγέμιζαν τις στάμνες τους με το αγιασμένο νερό. Τέλος ο παπάς εγύριζε στα σπίτια και ράντιζε με τον αγιασμό. Σε περιοχές του Ικονίου όπου βρισκόταν κοντά ποταμός γινόταν εκεί η κατάδυση του Σταυρού.

https://micrasia.files.wordpress.com/2015/01/theofaneia-5.jpg?w=542&h=400

Θεοφάνεια στη Σύλλη Ικονίου.

Πηγή: http://pavloschrisafidis.blogspot.gr/2015/08/blog-post_62.html

mikrasia

Διαβάστε επίσης:

Άγιος Γεώργιος Τροπαιοφόρος: ο μεγαλομάρτυς των Μικρασιατών

Ικόνιο, η αγιοτόκος πρωτεύουσα της Λυκαονίας

Ορθόδοξο και βυζαντινό το χριστουγεννιάτικο δέντρο

 

Χριστουγεννιάτικη Παιδική Παράσταση 2016.pngΜε τη σύμπραξη δύο συλλόγων, της Ένωσης Μικρασιατών Φοιτητών και της Θεατρικής Ομάδας Φοιτητών Νοσηλευτικής Θεσσαλονίκης, παρουσιάζεται τον Δεκέμβριο η παιδική παράσταση  «Μήπως είδατε τον Άγιο Βασίλη; » της Σμαράγδας Κιτσιούλη. Μια παράσταση που αναδεικνύει διαδραστικά στο χριστουγεννιάτικο πνεύμα, τις αξίες της ανιδιοτελούς προσφοράς, του σεβασμού στην ετερότητα και την πανανθρώπινη δύναμη της αγάπης. Το θεατρικό αυτό έργο μετά από την εύφημο μνεία που έλαβε από τους υπεύθυνους των παιδικών βιβλιοθηκών του Δήμου Θεσσαλονίκης αλλά και τη συγκινητική αποδοχή από μικρούς και μεγάλους, ανεβαίνει εκ νέου σε καινούργια διασκευή!

Η πρώτη παράσταση θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου στις 18:00 στη Δημοτική Παιδική Βιβλιοθήκη Άνω Πόλης (οδός Κρίσπου 7).

Η επόμενη παράσταση θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου στις 19:00 στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Σαράντα Εκκλησιών (οδός Γεωργίου Βιζυηνού 57).

 

Αποτέλεσμα εικόνας για Βιβλιοθήκη Άνω Πόλης

Η πρώτη παράσταση θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου στις 18:00 στην Παιδική Βιβλιοθήκη Άνω Πόλης (Κρίσπου 7)

ΧριστούγενναΠαιδικη Παράσταση.jpg